Η εικοσαετής κρίση: 1919-1939. Εισαγωγή στη μελέτη των διεθνών σχέσεων

Η εικοσαετής κρίση: 1919-1939. Εισαγωγή στη μελέτη των διεθνών σχέσεων

σελίδα βιβλίου, facebook
σελίδα βιβλίου, facebook

Οι παθολογίες του πολιτικού ορθολογισμού έχουν ως αίτιο το έλλειμμα γνώσης στο πεδίο της πολιτικής θεωρίας του διεθνούς συστήματος. Το πεδίο δηλαδή που εξετάζει τον άνθρωπο ως πολιτικό ον εντός του κράτους, το κράτος ως την κύρια μονάδα του διεθνούς συστήματος και το διεθνές σύστημα ως ένα πεδίο το οποίο είναι αθέσμιστο. Αθέσμιστο επειδή στερείται μιας παγκόσμιας κοινωνίας, μιας παγκόσμιας κοινωνικοπολιτικής δομής και μιας νομιμοποιημένης παγκόσμιας εξουσίας. Πρόσφατα, ψάχνοντας στο διαδίκτυο για νέους τίτλους στο δύσβατο και ταλαίπωρο πεδίο της διεθνούς πολιτικής πριν λίγο καιρό έπεσα πάνω σε ένα δίτομο «Εξήντα χρόνια μετά τον Edward H. Carr». Κάποια κείμενα στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής, ακριβώς, είναι κλασικά και διαχρονικά αναλλοίωτης αξίας. Είναι επίσης απαραίτητα για όποιον θέλει να κατανοήσει ένα παράδοξο γεγονός το οποίο παρά το γεγονός ότι στέκεται ολόρθο και το βλέπουμε, οι ψευδαισθήσεις, η πολιτική μυωπία, η ηγεμονική προπαγάνδα (που θέλει πάντα τους άλλους αδύναμους για να μπορεί να διεισδύει) και οι ευσεβείς εσχατολογικοί πόθοι εμποδίζουν την κατανόησή του. Η ανάλυση του Carr, μεταφρασμένου από καιρό στην ελληνική γλώσσα (https://www.facebook.com/Carr.eikosaetis.krisi), αποτελεί ένα αναγκαίο πρωταρχικό ανάγνωσμα για την κατανόηση του σύγχρονου διεθνούς συστήματος.

Πρόκειται για το βαθύτατων προεκτάσεων γεγονός ότι μετά την Συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648 μ.Χ. που αντέστρεψε την πορεία δύο χιλιάδων χρόνων πολιτειακής συγκρότησης σε κοσμοσυστημική / αυτοκρατορική βάση που άρχισε με τον Μέγα Αλέξανδρο και τερματίστηκε, βασικά, με την πτώση της  Βυζαντινής Οικουμένης το 1453 μ.Χ. Το καθεστώς της Βεστφαλίας με την εμπέδωση της κυριαρχίας, με την Κοινωνία των Εθνών στον μεσοπόλεμο και στην συνέχεια με τον ΟΗΕ το 1945

Βασικά, πάνω στο εμβληματικό κείμενο του Edward H. Carr, σε αντιπαράθεση ή συνηγορώντας, κτίστηκαν καμιά δεκαριά άλλα όπως των Morgenthau, Gilpin, Waltz, Bull, Wight, Watson, και μερικών ακόμη (http://www.ifestosedu.gr/61bibliografia%20students.htm). Γύρω από αυτούς τους αξονικούς συγγραφείς περιστρέφονται όλοι οι άλλοι που διατείνονται ότι μελετούν την διεθνή πολιτική. Πολλοί από τους τελευταίους είναι αβάστακτης ελαφρότητας και εμπίπτουν αυτό που σε άλλη περίπτωση ονόμασα «τσαρλατάνοι της διεθνούς πολιτικής». Το αντίστοιχο δηλαδή των τσαρλατάνων της ιατρικής στην επιστημονική μελέτη της διεθνούς πολιτικής. Διεθνής πολιτική όπου τα λάθη και κάθε μελλοντολογικό «ΘΑ» είναι τα δύο πρώτα ψηφία του θανάτου. Να μην ξεχνάμε, συναφώς, ότι εκατομμύρια!!!! φορείς επιστημονικών τίτλων κατά την διάρκεια του εικοστού αιώνα υπήρξαν προπαγανδιστές των δύο υπερδυνάμεων στην ανελέητη αντιπαράθεση του Ψυχρού Πολέμου. Μύριες μαρτυρίες θεμελιώνουν για αυτή την ελάχιστα επιστημονική συνειδητή ή ανεπίγνωστη στράτευση σε κανονιστικές-προπαγανδιστικές ενασχολήσεις.

Δύο περίπου δεκαετίες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, βέβαια, όσοι έχουν κουκούτσι μυαλό κα ανοικτά μάτια αντιλήφθηκαν ότι η κρατοκεντρική δομή του κόσμου δεν σηκώνει αστεία και νεφελοβατούσες απόψεις. Πολλά ευρωπαϊκά κράτη συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας έχουν ήδη πυκνή πείρα για αυτό το γεγονός. Η καλύτερη προσέγγιση για να προσγειωθεί κανείς και για να αποτοξινωθεί από τις ασυναρτησίες ή προπαγάνδες που ακούγονται και γράφονται (γνωστές και ως «soft power των ηγεμονικών δυνάμεων) είναι τα καλά κείμενα. «Γιατί, μου είπε απεγνωσμένος νεοεισερχόμενος διεθνολόγος με γνώση του δύσβατου αυτού επιστημονικού πεδίου, να αναλώνομαι να απαντώ στον κάθε αργόσχολο όταν ο μέγας ιστορικός και ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους διεθνολόγους, ο Carr, έδωσε τελεσίδικη απάντηση!». Ο Carr, πρέπει να υπογραμμίσουμε εις προσοχή όποιου θέλει να σκέφτεται ορθολογιστικά, με την μελέτη του για τα φρικτά πολιτικά λάθη του Μεσοπολέμου, σάρωσε, κατεδάφισε και αναίρεσε για πάντα την ιδεαλιστική-ουτοπική σκέψη. Παρά το ότι υπήρξε, επίσης, «υψηλότατος Βρετανός» άσκησε σαρωτική κριτική σε εκείνες τις διεθνιστικές εκδοχές του φιλελευθερισμού οι οποίες πρωτοστάτησαν στις πολιτικές αντιφάσεις του 19 αιώνα μέχρι και το τέλος του Μεσοπολέμου.

Παραθέτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«η διεθvής τάξη και η διεθvής αλληλεγγύη θα είvαι πάvτoτε συvθήματα αυτώv πoυ αισθάvovται ισχυρoί vα τα επιβάλλoυv πάvω στoυς άλλoυς… Αυτό [η τάση της Γερμαvίας και της Iταλίας vα υπoστηρίζoυv τov διεθvισμό κατά τη διάρκεια τoυ μεσoπoλέμoυ] είvαι σύμπτωμα αλλαγής όχι τoυ τι αισθάvovται στηv καρδιά, αλλά τoυ γεγovότoς ότι πλησιάζoυv τη στιγμή πoυ θα έχoυv γίvει τόσo ισχυρoί, για vα υιoθετήσoυv τov διεθvισμό» (σελ. 110). Πριv από αυτή τηv παρατήρηση o Carr παραθέτει ιστoρικά παραδείγματα άλλων μεγάλων δυνάμεων που πρoωθoύσαv τov κoσμoπoλιτισμό και την oικoυμεvικότητα, για vα διευκoλύvoυv τηv εκπλήρωση τωv επιδιώξεώv τoυς (σελ. 108-112): 1) Την Κίvα, πριv δυo χιλιετηρίδες, όταv ασπάσθηκε τov κoσμoπoλιτισμό ως μέσo εκπλήρωσης τoυ στόχoυ της παγκόσμιας επικυριαρχίας. 2) Τη Ρωμαϊκή Αυτoκρατoρία και αργότερα την καθoλική Εκκλησία, oι oπoίες έκαvαv τov κoσμoπoλιτισμό σύμβoλo επικυριαρχίας τoυς. 3) Τη Γαλλία τov 17o και 18o αιώvα, όταv «κoσμoπoλίτικα» διεθvιστικά σχέδια, όπως τo «Grand dessin» τoυ Sully και τo «projet de paix perpetuelle» τoυ Abbe Saint Pierre, πρoωθoύσαv διεθvή τάξη πραγμάτωv πoυ ευvooύσε τη γαλλική μovαρχία (ταυτόχρovα πρoωθoύσαv τov αvθρωπισμό, τov διαφωτισμό, τις αvθρωπιστικές αρχές αλλά και τη γαλλική γλώσσα ως τηv oικoυμεvική γλώσσα τωv διαvooυμέvωv και τωv ηγετικώv ελίτ). 4) Τov 19o αιώvα, όταv η παvτoδυvαμία της Βρεταvίας, oδήγησε τoυς ηγέτες της vα υπoστηρίξoυv την «εvότητα της αvθρωπότητας». 5) Την Iαπωvία κατά τη διάρκεια τoυ μεσoπoλέμoυ, όταv πρoωθoύσε τηv «εvωμέvη Ασία». 6) Και τις ΗΠΑ τov 19o και 20o αιώvα, όταv η άvoδoς στηv ηγεμovία συvoδεύτηκε από «oυκoυμεvικές ιδέες» επιβoλής τωv αμερικαvικώv αξιών».

Για το θέμα της «ισότητας», ενώ στο εσωτερικό ενός κράτους θεωρείται δεδομένη έστω και αν δεν τηρείται πλήρως, στις διακρατικές σχέσεις υπεισέρχεται με σφοδρότητα ο παράγοντας της δυνάμεως ο οποίος και καταστρατηγεί αυτή την αρχή. Η συνεχής και άνευ δυνατότητας οποιουδήποτε αποτελεσματικού ελέγχου εκδήλωση αυτού του φαινομένου σε παγκόσμια κλίμακα, ιδιαίτερα στις σχέσεις μεταξύ ισχυρών και λιγότερο ισχυρών κρατών, καθιστούν προβληματική την εφαρμογή της αρχής της ισότητας μεταξύ των μελών της διεθνούς κοινότητας κρατών. Ως αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας, παρατηρούνται δύο προσεγγίσεις αντιμετώπισης αυτού του προβλήματος. Η πρώτη, αυτή του Χίτλερ, ο οποίος δανείζεται την Δαρβινιστική άποψη για τον καλύτερο και τον πιο υγιή του οποίου το συμφέρον και η ηθική ταυτίζεται με αυτή όλων των υπολοίπων. Η δεύτερη, αυτή του Woodrow Wilson, Lord Cecil και Toynbee, των οποίων το δόγμα, όπως κάθε δόγμα «διεθνούς αρμονίας συμφερόντων» ταυτίζει το καλό του συνόλου με την ασφάλεια αυτών που έχουν επάρκεια ασφάλειας. Κατά συνέπεια, τονίζει ο Carr, «όταν ο Woodrow Wilson δήλωνε πως τα αμερικανικά συμφέροντα ήταν οι αρχές της ανθρωπότητας, ή ο καθηγητής Toynbee ότι η ασφάλεια της Βρετανικής αυτοκρατορίας ήταν το “ανώτατο συμφέρον όλου του κόσμου”, ουσιαστικά διεκδικούσαν το ίδιο πράγμα με τον Χίτλερ, ότι δηλαδή η χώρα τους είναι “η έκφραση του υψηλότερου ήθους”. (…) Σε κάθε προσπάθεια κατανόησης της διεθνούς ηθικής αμφότερες οι προσεγγίσεις αποδεικνύονται μοιραίες. (…) «Στην εθνική τάξη πραγμάτων η αρμονία επιτυγχάνεται με ένα μίγμα ηθικής και ισχύος. Στην διεθνή τάξη, ο ρόλος της δυνάμεως είναι μεγαλύτερος και αυτός της ηθικής μικρότερος. (…) Κάθε έννοια διεθνούς ηθικής τάξης εξ ανάγκης εδράζεται σε κάποιου είδους ηγεμονική δύναμη. Αλλά αυτή η ηγεμονική θέση, όπως η υπεροχή της άρχουσας τάξης εντός των κρατών, είναι πρόκληση γι’ αυτούς που δεν την κατέχουν. Για να επιβιώσει [αυτή η ηθική και κανονιστική τάξη] στον διεθνή χώρο, πρέπει να υπάρχουν [αντίστοιχα και ανάλογα με την ενδοκρατική τάξη] τα στοιχεία του πάρε-δώσε και της αυτοθυσίας εκ μέρους αυτών που υπερέχουν, γεγονός που θα καθιστά την υπεροχή τους ανεκτή στα υπόλοιπα μέλη της παγκόσμιας κοινότητας. (…) Αλλά είναι αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε ένα ακόμη σημείο το οποίο προκαλεί μεγάλες αυταπάτες. Στην εθνική κοινωνία, υποθέτουμε πως στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας αυτοθυσίας και πάρε-δώσε το παρεχόμενο πρέπει να προέρχεται από τους αυτούς οι οποίοι κερδίζουν τα περισσότερα από την κρατούσα τάξη. Στην διεθνή κοινότητα, ο ισχυρισμός γίνεται εκ μέρους των πολιτικών των ικανοποιημένων δυνάμεων [των οποίων οι θέσεις δεν υποδηλώνουν κάτι τέτοιο, γεγονός που καθιστά αναγκαία την εξέταση θεμάτων δικαίου και προϋποθέσεων αλλαγής στην διεθνή πολιτική]».

Καταληκτικά και για να υπογραμμίσουμε την πολύ υψηλή στάθμη και το πολύ υψηλό ήθος του αγγλοσάξονα ιστορικού και διεθνολόγου, θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σ’ ένα εξαιρετικά σημαντικό γράμμα του Edward H. Carr προς τον Stanley Hoffmann στις 30 Σεπτεμβρίου 1977. Όπως σημειώνει o Carr, ο θεμελιωτής της σύγχρονης επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων και ένας από τους μεγαλύτερους ιστορικούς-διεθνολόγους μετά τον Θουκυδίδη: «Δεν υπάρχει επιστήμη των διεθνών Σχέσεων. Η μελέτη των διεθνών σχέσεων στον αγγλόφωνο κόσμο είναι απλά ο καλύτερος τρόπος για να κυβερνούν τον κόσμο από θέσεως ισχύος». Αυτή η βαρύνουσα εκτίμηση του πρώτου μεγάλου στοχαστή των προσπαθειών επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων επαληθεύτηκε απολύτως με πλήθος γεγονότων των δύο τελευταίων δεκαετιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σχέδιο Αναν για το κυπριακό πρόβλημα, το οποίο αποτελεί, ενδεχομένως, όχι μόνο εξαιρετικό περιπτωσιολογικό πλαίσιο μελέτης των συγχρόνων διεθνών σχέσεων, του διεθνούς δικαίου, των διεθνών θεσμών και του ρόλου της ισχύος, αλλά επίσης και μοναδικό πλαίσιο μελέτης των αντιδεοντολογικών και αντιεπιστημονικών ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων που εκφράστηκαν από Έλληνες φορείς επιστημονικών τίτλων που σιτίζονται από το Ελληνικό κράτος που διαθέτει γιγαντιαίους σπάνιους πόρους στα πεδία της πολιτικής θεωρίας. Στον δημόσιο και ούτως ονομαζόμενο ακαδημαϊκό διάλογο γύρω από το σχέδιο Αναν, ουσιαστικά υποστηρίχθηκαν μετά μανίας οι εξόφθαλμες ηγεμονικές αξιώσεις ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας. Ενώ οι ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις –οι οποίες με κανένα τρόπο δεν σχετίζονται με τις φιλότιμες προσπάθειες επιστημονικής θεμελίωσης αυτού του νεότευκτου κλάδου των κοινωνικών επιστημών– δεν τιμούν την σημερινή ελληνική επιστημονική κοινότητα, αναμφίβολα εξυπηρετούσαν τις προαναφερθείσες αξιώσεις ισχύος. Θα μπορούσαν, εν τούτοις, να αποτελέσουν αντικείμενο μελέτης από εκείνους τους διεθνολόγους της νεότερης γενιάς οι οποίοι θα ήθελαν, ενδεχομένως, να αποκαταστήσουν την επιστημονική τιμή των Ελλήνων ακαδημαϊκών στον πεδίο ανάλυσης των διεθνών σχέσεων. Αν υπάρχει ένας αδιαμφισβήτητος δεοντολογικός κώδικας στις κοινωνικές επιστήμες –και ιδιαίτερα στην ανάλυση του διεθνούς συστήματος όπου απουσιάζουν κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένοι σκοποί και όπου το αντίστοιχο της ελευθερίας του ατόμου είναι η συλλογική ελευθερία όπως ενσαρκώνεται στην έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας-κυριαρχίας την οποία ορίζει επακριβώς το διεθνές δίκαιο– που δεν πρέπει να παραβιάζεται, είναι ότι οι φορείς ακαδημαϊκών τίτλων δεν μπορούν να στρέφονται κατά της οντολογικού περιεχομένου ανθρώπινης ελευθερίας και υπέρ των φασιστοειδών αξιώσεων ηγεμονικής ισχύος. Η ανάλυση διεθνών σχέσεων καθίσταται εργαλείο εξυπηρέτησης φασιστοειδών σκοπών όταν ο αναλυτής αντιδεοντολογικά εγκαταλείπει την αξιολογική ελευθερία και τάσσεται υπέρ των ηγεμονικών/αναθεωρητικών αξιώσεων ισχύος. Αντίστροφα, ο αναλυτής υπηρετεί το δίκαιο και την οντολογικού περιεχομένου ανθρώπινη ελευθερία όταν περιορίζεται στην περιγραφική εξέταση της πραγματικής φύσης των αξιώσεων πολιτικής κυριαρχίας και στην εξέταση του πραγματικού ρόλου της εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας για την οντολογικού περιεχομένου συλλογική ανθρώπινη ελευθερία, καθώς επίσης και όταν περιορίζεται στην διατύπωση συλλογισμών συμβατών με την πραγματική (αντιηγεμονική) αποστολή του διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών συλλογικής ασφάλειας. Τουλάχιστον στην ανάλυση του διεθνούς συστήματος όπου το δίκαιο οροθετείται από τους θεσμούς συλλογικής ελευθερίας των εθνών-κρατών και όπου τα αίτια πολέμου –και κατά κύριο λόγο οι αξιώσεις ηγεμονικής ισχύος– προκαλούν αστάθεια και σύγκρουση, η αλήθεια δεν μπορεί να υποταχθεί στις συμβατικές αριθμητικές πλειοψηφίες, στα εκάστοτε εφήμερα κυρίαρχα γούστα και στα ιδιοτελή ηγεμονικά συμφέροντα που υπηρετούν αντιδεοντολογικές και αντιεπιστημονικές ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις που ολοένα και πιο συχνά ενδύονται ακαδημαϊκούς μανδύες ενός επιστημονικού πεδίου το οποίο στερείται κοινωνικού χώρου αναφοράς, στο οποίο η συλλογική ανθρώπινη ελευθερία δεν εκπληρώνεται λόγω αιτιών πολέμου και από το οποίο όταν απουσιάζουν αποτελεσματικοί και ουσιαστικοί επιστημονικοί έλεγχοι και εξισορροπήσεις καθίσταται εύκολα προνομιακό πεδίο των φασιστοειδών αξιώσεων ηγεμονικής ισχύος.

Πηγή

Wight Martin, Διεθνής θεωρία. Tα τρία ρεύµατα σκέψης

6 Ιουνίου, 2014

Carr Edward H., Η εικοσαετής κρίση: 1919-1939. Εισαγωγή στη μελέτη των διεθνών σχέσεων

6 Ιουνίου, 2014