Carr Edward H., Η εικοσαετής κρίση: 1919-1939. Εισαγωγή στη μελέτη των διεθνών σχέσεων

28.Edward-CarrΚωδικός Βιβλίου στον Εύδοξο: 85
ISBN: 960-7803-13-2
Σχήμα: 17×24
Τιμή: 29,00 €
Σελίδες: 329

Σελίδα facebook

Περιγραφή:

Δεν υπάρχει αµφιβολία πως H Εικοσαετής Κρίση είναι το σηµαντικότερο βιβλίο διεθνών σχέσεων µετά τον Πελοποννησιακό Πόλεµο του Θουκυδίδη. Το αριστούργηµα του Edward H. Carr, το οποίο µεταφράστηκε στις περισσότερες γλώσσες του κόσµου και αποτελεί το βασικό κείµενο αναφοράς σ’ όλα τα πανεπιστήµια και τις σοβαρές µελέτες των διεθνών σχέσεων, είναι η θεµελιακή εκείνη ανάλυση πάνω στην οποία τις τελευταίες δεκαετίες οικο-δοµήθηκαν οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείµενο επιστηµονικής µελέτης. Οι βασικές ερµηνείες του σύγχρονου διεθνούς συστήµατος και οι έννοιες που αναπτύσσονται στο βιβλίο αυτό συνεχίζουν να συνιστούν τη βάση της επιστηµονικής ανάλυσης της διεθνούς πολιτικής. Η ανάλυσή του, πυκνή, σύνθετη, φιλοσοφηµένη και έξοχα θεµελιωµένη, µεταξύ άλλων εξετάζει σε αναφορά µε το διεθνές σύστηµα θέµατα όπως το δίκαιο, την ηθική, τον πόλεµο, τα συµφέροντα, την οικονοµική ισχύ, τη στρατιωτική ισχύ, το µεγάλο ζήτηµα των αξιώσεων αλλαγών που οδηγούν σε συγκρούσεις και τη θέση των ιδεών στη διεθνή πολιτική.

Περιεχόμενα:

ΜΕΡΟΣ Ι
Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1. Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

  • Σκοπός και ανάλυση στην Πολιτική Επιστήµη
  • Ο ρόλος του ουτοπισµού
  • Η επίδραση του ρεαλισµού

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2. ΟΥΤΟΠΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

  • Ελεύθερη βούληση και ντετερµινισµός
  • Θεωρία και πρακτική
  • Ο διανοούµενος και ο γραφειοκράτης
  • Αριστερά και δεξιά
  • Ηθική και πολιτική

ΜΕΡΟΣ ΙΙ
Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΡΙΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3. ΤΟ ΟΥΤΟΠΙΚΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

  • Οι βάσεις της ουτοπικής θεωρίας
  • Ο µεταφυτευµένος µπενθαµισµός
  • Ο ρασιοναλισµός και η Κοινωνία των Εθνών
  • Η αποθέωση της κοινής γνώµης
  • Η νέµεση της ουτοπικής θεωρίας
  • Το πρόβληµα της διάγνωσης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4. Η ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

  • Η ουτοπική σύνθεση
  • Ο παράδεισος του laissez-faire
  • Ο δαρβινισµός στην πολιτική
  • Η διεθνής αρµονία
  • Το κοινό συµφέρον στην ειρήνη
  • Διεθνής οικονοµική αρµονία
  • Η διατάραξη της αρµονίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5. Η ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

  • Οι βάσεις του ρεαλισµού
  • Η σχετικότητα της σκέψης
  • Η προσαρµογή της σκέψης στον σκοπό
  • Εθνικό συµφέρον και το οικουµενικό καλό
  • Η ρεαλιστική κριτική της αρµονίας των συµφερόντων
  • Η ρεαλιστική κριτική του διεθνισµού

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6. ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7. Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8. Η ΙΣΧΥΣ ΣΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

    • (α) Στρατιωτική ισχύς
    • (β) Οικονοµική ισχύς
  • Ο διαχωρισµός της οικονοµίας από την πολιτική
  • Μερικές εσφαλµένες αντιλήψεις σχετικά µε τον διαχωρισµό της οικονοµίας από την πολιτική
  • Αυτάρκεια
  • Η οικονοµική ισχύς ως όργανο της πολιτικής
  • Η οικονοµική ισχύς και η διεθνής ηθική
    • (γ) Η ισχύς της πειθούς
  • Η προπαγάνδα στον σύγχρονο κόσµο
  • Η προπαγάνδα ως όργανο της πολιτικής
  • Εθνική ή διεθνής προπαγάνδα;
  • Διεθνείς συµφωνίες για την προπαγάνδα
  • Η αλήθεια και η ηθική στην προπαγάνδα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9. Η ΗΘΙΚΗ ΣΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

  • Η φύση της διεθνούς ηθικής
  • Θεωρίες διεθνούς ηθικής
  • Συνήθεις υποθέσεις σχετικά µε τη διεθνή ηθική
  • Διαφορές ανάµεσα στην ατοµική και στην κρατική ηθική
  • Υπάρχει διεθνής κοινότητα;
  • Η αρχή της ισότητας
  • Το καλό του συνόλου και το καλό του µέρους

ΜΕΡΟΣ IV
ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΑΛΛΑΓΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10. ΟΙ ΒΑΣΕΙΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟΥ

  • Η φύση του Διεθνούς Δικαίου
  • Η νατουραλιστική άποψη περί Δικαίου
  • Η ρεαλιστική άποψη περί Δικαίου
  • Το Δίκαιο ως λειτουργία της πολιτικής κοινωνίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11. ΤΟ ΑΠΑΡΑΒΙΑΣΤΟ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ

  • Η νοµική και η ηθική ισχύς των συνθηκών
  • Συνθήκες υπό την απειλή βίας
  • Άδικες συνθήκες
  • Οι συνθήκες ως όργανα της ισχύος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12. Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

  • Δικαστικά διευθετήσιµες ή µη διευθετήσιµες διαφορές
  • Σχέδια για την υποβολή «όλων των διαφορών σε διαιτησία»
  • Το ανεφάρµοστο της δικαστικής διαδικασίας στις «πολιτικές» διαφορές

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13. ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ

  • Ο ρόλος της ισχύος στην πολιτική αλλαγή
  • Ο ρόλος της ηθικής στην πολιτική αλλαγή

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14. ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΤΑΞΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

  • Το τέλος της παλιάς τάξης πραγµάτων
  • Θα επιβιώσει το έθνος ως µονάδα ισχύος;
  • Η ισχύς στη νέα διεθνή τάξη πραγµάτων
  • Η ηθική στη νέα διεθνή τάξη πραγµάτων

Κριτικές:

Ο πολιτικός ρεαλισµός
Η σύνθετη και ολοκληρωµένη ανάλυση του Edward Carr, εξετάζει διεξοδικά τη γέννηση µιας επιστήµης, αυτής των Διεθνών Σχέσεων, το ρόλο της ισχύος, του Δικαίου και της ηθικής στο διεθνή χώρο. Με βάση τις κοινωνικές και πολιτειακές πραγµατικότητες των τελευταίων αιώνων, ο Carr επιχειρεί µια σφαιρική κριτική της ουτοπικής και φιλελεύθερης σκέψης στις Διεθνείς Σχέσεις. Στο βασικό κορµό του βιβλίου ο Carr αποδέχεται πολύ εύκολα το υπάρχον έθνος-κράτος, µεγάλο ή µικρό, ως τη µονάδα της διεθνούς κοινωνίας, αν και στο τελευταίο κεφάλαιο εκφράζονται ορισµένες σκέψεις σχετικά µε το µέγεθος των πολιτικών και των οικονοµικών µονάδων του µέλλοντος.

Σωτήρης Ντάλης, Οικονοµικός Ταχυδρόµος

————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————-

Ο Edward Hallet Carr υπηρέτησε στη διπλωµατική υπηρεσία της Μεγάλης Βρετανίας (1916 – 1936) και διατέλεσε καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήµιο του Aberystwyth και στο Balliol College του Πανεπιστηµίου της Οξφόρδης. Τα βιβλία του θεωρούνται έργα-αναφορές στη διεθνή βιβλιογραφία, ιδιαίτερα αυτά για την ιστορία της Σοβιετικής Ρωσίας.

Το βιβλίο του Η Εικοσαετής Κρίση 1919 – 1939. Εισαγωγή στη µελέτη των διεθνών σχέσεων είναι το πρώτο έργο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά και θεωρείται ένα κλασικό έργο, καθώς πολλές θέσεις που διατυπώνονται σ’ αυτό βρίσκονται και σήµερα στο επίκεντρο της θεωρίας των διεθνών σχέσεων.

Όταν ο Carr έγραφε το 1939 αυτή τη µελέτη, ουσιαστικά επιχειρούσε µια προσπάθεια εξερεύνησης ενός σχετικά αγνώστου τοµέα της Πολιτικής Επιστήµης. Τα δε συµπεράσµατα που διατυπώνονται σ’ αυτή, παρά το γεγονός ότι διαµορφώθηκαν µέσα από τα γεγονότα µιας σύντοµης ιστορικής περιόδου (1919 – 1939), διατηρούν και σήµερα ένα ευρύτερο ενδιαφέρον και σηµασία. Αν και ο συγγραφέας απέφυγε συστηµατικά τη διατύπωση προφητειών, η µελέτη φέρει τα σηµάδια της εποχής της ως προς την ουσία, τη φρασεολογία, τη χρήση των χρόνων και, κυρίως, ως προς τη χρήση όρων όπως «πόλεµος», «µεταπολεµικός», µάλιστα σε ορισµένα σηµεία ο αναγνώστης πρέπει να καταβάλει µεγάλη προσπάθεια, προκειµένου να παρακολουθήσει τις αναφορές του συγγραφέα. Ο Carr απέφυγε στις επόµενες εκδόσεις του έργου να ξαναγράψει εκείνα τα κοµµάτια που είχαν επηρεαστεί από τη µεταγενέστερη πορεία των γεγονότων. Θα ήταν σαν να εµφιαλώνεις νέο κρασί σε παλιά µπουκάλια, γράφει ο ίδιος πολύ εύστοχα στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης.

Ο Carr σχεδίασε το βιβλίο αυτό το 1937 και το ολοκλήρωσε τον Ιούλιο του 1939 και όπως οµολογεί και ο ίδιος (σελ. 22): «”Η Εικοσαετής Κρίση” γράφτηκε µε στόχο να επισηµάνει και να πλήξει τη χονδροειδή και επικίνδυνη ανεπάρκεια του συνόλου σχεδόν των απόψεων σχετικά µε τη διεθνή πολιτική στις αγγλόφωνες χώρες από το 1919 έως το 1939, δηλαδή τη σχεδόν πλήρη παράβλεψη του παράγοντα της ισχύος».

Η σύνθετη και τεκµηριωµένη ανάλυση του Edward Carr εξετάζει διεξοδικά τη γέννηση µιας επιστήµης, αυτής των Διεθνών Σχέσεων, το ρόλο της ισχύος, του Δικαίου και της ηθικής στο διεθνή χώρο. Με βάση τις κοινωνικές και πολιτειακές πραγµατικότητες των τελευταίων αιώνων, ο Carr επιχειρεί µια σφαιρική κριτική της ουτοπικής και φιλελεύθερης σκέψης στις Διεθνείς Σχέσεις. Στο βασικό κορµό του βιβλίου ο Carr αποδέχεται πολύ εύκολα το υπάρχον έθνος – κράτος, µεγάλο ή µικρό, ως τη µονάδα της διεθνούς κοινωνίας, αν και στο τελευταίο κεφάλαιο εκφράζονται ορισµένες σκέψεις σχετικά µε το µέγεθος των πολιτικών και των οικονοµικών µονάδων του µέλλοντος.
Οπως επισηµαίνει στο εισαγωγικό του σηµείωµα και ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, το βιβλίο αυτό του Carr, µαζί µε το βιβλίο τού Hans Morgenthau, «Politics Among Nations», θα φέρει την ανατροπή του παραδείγµατος του φιλελεύθερου ιδεαλισµού και την αντικατάστασή του από το παράδειγµα του πολιτικού ρεαλισµού. Βέβαια, πάνω σ’ αυτό το ζήτηµα ο διάλογος είναι ιδιαίτερα πλούσιος τόσο στη διεθνή όσο και στην ελληνική βιβλιογραφία και οι απόψεις διίστανται όσον αφορά το ποια σχολή σκέψης (ιδεαλιστική ή ρεαλιστική) συµβάλλει περισσότερο στην εξήγηση και πρόβλεψη των διεθνών φαινοµένων.

Στο κεφάλαιο «Η Αρµονία των Συµφερόντων» ο Carr υπογραµµίζει την αντίθεση που υπάρχει ανάµεσα σε εκείνους που θεωρούν την πολιτική λειτουργία της ηθικής και σε εκείνους που θεωρούν την ηθική λειτουργία της πολιτικής (σελ. 77).

Για να προχωρήσει στη συνέχεια σε µια ανάλυση του περίφηµου δόγµατος της αρµονίας των συµφερόντων, σύµφωνα µε το οποίο, «επιδιώκοντας το δικό του συµφέρον, το άτοµο επιδιώκει το συµφέρον της κοινότητας και, προάγοντας το συµφέρον της κοινότητας, προάγει το δικό του συµφέρον». Αυτή είναι και η αναπόφευκτη συνέπεια του αξιώµατος ότι οι ηθικοί νόµοι µπορούν να καθιερωθούν µέσα από µια ορθή λογική διεργασία, σηµείωνει ο Carr (σελ. 79).

Ο συγγραφέας φαίνεται να συµφωνεί µε το δόγµα της ταυτότητας των συµφερόντων και επισηµαίνει ότι η σχολή της πολιτικής οικονοµίας του laissez – faire, που δηµιούργησε ο Adam Smith, είναι εκείνη που ευθύνεται κυρίως για τη διάδοση του δόγµατος της αρµονίας των συµφερόντων. Οπως έδειξε και ο Adam Smith στο βιβλίο του «Ο πλούτος των εθνών», η κοινότητα διαιρείται σε εκείνους που ζουν από εισοδήµατα, σε εκείνους που ζουν από την εργασία τους και σε εκείνους που ζουν από κέρδη. Και τα συµφέροντα «αυτών των τριών µεγάλων τάξεων» είναι «απόλυτα και άρρηκτα συνδεδεµένα µε το γενικό συµφέρον της κοινωνίας».

Εξετάζοντας το κοινό συµφέρον στην ειρήνη, ο Carr υποστηρίζει ότι, από πολιτικής άποψης, το δόγµα της οµοιότητας – ταύτισης των συµφερόντων πήρε σε γενικές γραµµές τη µορφή ενός αξιώµατος, σύµφωνα µε το οποίο κάθε έθνος έχει το ίδιο συµφέρον στην ειρήνη και κάθε έθνος που επιθυµεί να διαταράξει την ειρήνη είναι, κατά συνέπεια, παράλογο και ανήθικο. Η παραπάνω άποψη είναι αγγλοσαξονικής προέλευσης, καθώς µετά το 1918 ήταν µάλλον εύκολο να πείσει κανείς τους πολίτες των αγγλόφωνων χωρών ότι ο πόλεµος δεν ωφελούσε κανέναν, υποστηρίζει ο Carr και σηµειώνει ότι το επιχείρηµα αυτό δεν φαινόταν ιδιαίτερα πειστικό, για παράδειγµα στους Γερµανούς, οι οποίοι είχαν επωφεληθεί σε µεγάλο βαθµό από τους πολέµους του 1866 και του 1870 και απέδιδαν τα βάσανά τους όχι στον πόλεµο του 1914, αλλά στο γεγονός ότι είχαν ηττηθεί (σελ. 89).

Περιγράφοντας ο συγγραφέας τις βάσεις του ρεαλισµού και πώς αυτός εµφανίζεται στον τοµέα των διεθνών σχέσεων, υποστηρίζει ότι τα τρία βασικά αξιώµατα που περιλαµβάνονται στο δόγµα του Machiavelli αποτελούν τις βάσεις της ρεαλιστικής φιλοσοφίας. Πρώτον, η Ιστορία είναι µια ακολουθία αιτίων και αποτελεσµάτων, δεύτερον, η θεωρία δεν δηµιουργεί (όπως υποθέτουν οι ουτοπιστές) πρακτική, αλλά η πρακτική, θεωρία. Και τρίτον, η πολιτική δεν είναι (όπως υποστηρίζουν οι ουτοπιστές) µια λειτουργία της ηθικής, αλλά η ηθική της πολιτικής, υποστηρίζει ο Carr (σελ. 102). Συνεχίζοντας την κριτική του στην ουτοπική θεωρία ο Carr τονίζει ότι αυτή συνέδεσε την πίστη της στην πρόοδο µε την πίστη της σε ένα απόλυτο ηθικό κριτήριο, το οποίο παρέµεινε ex hypothesi στατικό. Αντιθέτως, κατά τον Carr ο ρεαλισµός, µη έχοντας κάποιο ανάλογο στήριγµα, έγινε ολοένα και πιο δυναµικός και σχετιστικός. Ακόµη και η έννοια του διεθνισµού είναι µια ειδική µορφή του δόγµατος της αρµονίας των συµφερόντων. Κατά τον Carr, «υπόκειται στην ίδια ανάλυση και υπάρχουν και οι ίδιες δυσκολίες όσον αφορά τη θεώρησή της, ως απολύτου κριτηρίου ανεξάρτητου των συµφερόντων και των πολιτικών εκείνων που τη διακηρύσσουν» (σελ. 124).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάλυση που επιχειρεί ο Carr για το ρόλο της ισχύος στη διεθνή πολιτική. Εχοντας ως βάση το βιβλίο του Β. Russel, «Power», όπου η ισχύς εξετάζεται ως «βασική έννοια στην κοινωνική επιστήµη», ο Carr υποστηρίζει ότι στην ουσία της η ισχύς είναι µία και αδιαίρετη ολότητα και µόνο για την ανάγκη της συζήτησης µπορεί να διαχωριστεί σε στρατιωτική ισχύ, οικονοµική ισχύ και ισχύ της πειθούς (σελ. 154). Οσο για τη θέση της ηθικής στη διεθνή πολιτική, ο Carr αποδέχεται ότι είναι το πιο συγκεχυµένο και πιο δύσκολο πρόβληµα που µπορεί να συναντήσει ένας ειδικός αναλυτής των διεθνών σχέσεων. Εξίσου ενδιαφέρον είναι και το κεφάλαιο για τις προοπτικές µιας νέας διεθνούς τάξης πραγµάτων. Περιγράφοντας το τέλος της παλιάς τάξης πραγµάτων, ο Carr τονίζει ότι η ουτοπία του 1919 ήταν ψεύτικη και άνευ ουσίας. Δεν είχε επιρροή στο µέλλον, επειδή δεν είχε τις ρίζες στο παρόν. Η πρώτη και πιο εµφανής τραγωδία αυτής της ουτοπίας ήταν η επονείδιστη κατάρρευσή της και η απογοήτευση που έφερε µαζί της αυτή η κατάρρευση (σελ. 286).

Απαντώντας στο θεµελιώδες ερώτηµα «Ποιος είναι ο ρόλος της ηθικής στη νέα διεθνή τάξη πραγµάτων;» ο Carr τονίζει ότι µια διεθνής τάξη πραγµάτων δεν µπορεί να βασίζεται µόνο στην ισχύ, για τον απλούστατο λόγο ότι η ανθρωπότης πάντα θα επαναστατεί µακροπρόθεσµα κατά της ωµής βίας.

Κάθε διεθνής τάξη πραγµάτων προϋποθέτει έναν σηµαντικό βαθµό γενικής συναίνεσης. Ωστόσο, µας περιµένει µεγάλη απογοήτευση αν τονίσουµε το ρόλο που είναι πιθανόν να διαδραµατίσει η ηθική, έγραφε «προφητικά» το 1939 ο Edward Carr, στη µελέτη του για την εικοσαετή κρίση 1919 – 1939, η οποία εξήντα χρόνια µετά παραµένει ένα χρήσιµο εργαλείο για τη µελέτη των σύγχρονων διακρατικών σχέσεων.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΤΑΛΗΣ
Εφημερίδα Ελευθεροτυπία
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 06/09/2002

————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————-

«Το δόγµα της (διεθνούς) αρµονίας συµφερόντων και της διεθνούς ηθικής είναι µεταµφίεση του εθνικού συµφέροντος των ηγεµονικών δυνάµεων για να το επιβάλουν στους υπολοίπους». Αυτή είναι µια µόνο φράση από τον τεράστιο πλούτο ιδεών που περιέχει το κλασικό βιβλίο του Εdward Η. Carr, το οποίο µόλις κυκλοφόρησε σε µια άψογη απόδοση στα ελληνικά από την Ηρακλεία Στροίκου, µε πρόλογο από τον πανεπιστηµιακό Κ. Αρβανιτόπουλο και σπάνιο φαινόµενο στην ελληνική βιβλιογραφία µε ευρετήριο επιστηµονικών όρων και εννοιών 40 σελίδων. (Εdward Η. Carr, Η Εικοσαετής Κρίση, Εισαγωγή στη Μελέτη των διεθνών Σχέσεων, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2000, 346 σελίδες).

Στην Ελλάδα, κράτος µε µεγάλα και χρόνια προβλήµατα εξωτερικής πολιτικής, η δηµοσίευση της «Εικοσαετούς Κρίσης» θα µπορούσε να αποτελέσει σταθµό στην προσπάθεια σοβαρής συζήτησης των προβληµάτων της ελληνικής διπλωµατίας. Εκτός του ότι θεωρείται σταθµός στην ιστορία των ιδεών, αποτέλεσε την αφετηρία της επιστηµονικής ανάπτυξης του κλάδου των διεθνών σχέσεων.
Ανάλυση αναφοράς των µεγάλων έργων που θεµελίωσαν τις διεθνείς σχέσεις ως διακριτό επιστηµονικό κλάδο, η «Εικοσαετής Κρίση» συνεχίζει να κυριαρχεί στην αιχµή των διεθνολογικών συζητήσεων ως η µεγάλη δεξαµενή πρωταρχικών ιδεών για τη µορφή, τον χαρακτήρα και τη φύση του συγχρόνου διεθνούς συστήµατος.

Γραµµένο απλά και κατανοητά, µε λόγια που ηχούν επίκαιρα σε κάθε ιστορική εποχή, η µεγάλη αξία του κλασικού αριστουργήµατος του Carr, έγκειται στο γεγονός ότι στηρίζεται όπως κάθε επιστηµονικό έργο υψηλών προδιαγραφών στην ιστορική θεµελίωση και όχι στις συνωµοσιολογικές ερµηνείες και στις δαιµονοποιήσεις παραγόντων του διεθνούς συστήµατος. Αναµενόµενα, επίσης, δεν προσφέρει «συνταγές εξωτερικής πολιτικής», αλλά το στοχαστικό πλαίσιο βαθιάς κατανόησης των σταθερών χαρακτηριστικών του συγχρόνου διεθνούς συστήµατος. Σ’ αυτό ακριβώς έγκειται και η µεγάλη χρησιµότητά του όχι µόνον ως πανεπιστηµιακού συγγράµµατος, αλλά και ως δεξαµενής βαθυστόχαστων, διαυγών και άψογα θεµελιωµένων εκτιµήσεων που χρησιµεύουν στον διπλωµάτη, στον πολιτικό ηγέτη, αλλά και στον απλό ψηφοφόρο να κάνει τις επιλογές του. Ανάλυση αυτού του είδους, επιπλέον, είναι και στοχαστικό αντίδοτο κατά «διανοητικών ασθενειών» στην ανάλυση των διεθνών σχέσεων, όπως η ουτοπία, η πολιτική αφέλεια, ο ευσεβής πόθος, η πολιτική φαντασία, τα εφήµερα ευτελή συµφέροντα ποικίλων εξαρτήσεων και η ιταµή προπαγάνδα των ισχυρών δυνάµεων (η οποία είτε ευθέως είτε µέσω στρατευµένων νεροκουβαλητών υποτιµά τη νοηµοσύνη µε ψευδολογίες και εκλογικεύσεις). Η ανάλυση των σταθερών χαρακτηριστικών κάθε «διεθνούς τάξης πραγµάτων» από τον Carr, εξάλλου, αποτελεί µόνιµη απάντηση στις αφελείς εκτιµήσεις που κατά καιρούς ακούονται για τη φύση και εξέλιξη του συγχρόνου διεθνούς συστήµατος (και ιδιαίτερα την εξέλιξη της ευρωπαϊκής τάξης πραγµάτων των τελευταίων δεκαετιών).

Ο Εdward Η. Carr, µεταξύ άλλων, αντιδιαστέλλει την ουτοπική µε τη ρεαλιστική σκέψη, προχωρεί σε εξαντλητική ανάλυση του ρόλου του διεθνισµού και του εθνικού συµφέροντος, επεκτείνεται στο δύσβατο γνωστικό πεδίο που συναρτά έννοιες όπως «διεθνισµός», «ηγεµονισµός», «τάξη», «ηθική», και «δίκαιο» στις διεθνείς σχέσεις, και χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες εξετάζει τη θέση των «αριστερών» και «δεξιών» ιδεών στο πλαίσιο αυτό. Διερευνά, επίσης, τον ρόλο της οικονοµικής ισχύος, της στρατιωτικής ισχύος και της προπαγάνδας στις διακρατικές σχέσεις, ενώ η συζήτηση για τη φύση του Διεθνούς Δικαίου, των Διεθνών Συνθηκών και των προϋποθέσεων δικαστικής διευθέτησης των διακρατικών διαφορών είναι αναµφίβολα κλασική και απαράµιλλη.

Τόσο για τους φιλελεύθερους αγγλοσάξονες όσο και για τους ναζιστές και φασίστες, ο Carr επισηµαίνει ότι οι δήθεν απόλυτες και «οικουµενικές αρχές» τους, δεν συνιστούσαν «αρχές», αλλά «υποσυνείδητες σκέψεις µιας εθνικής πολιτικής, βασισµένες σε µια συγκεκριµένη ερµηνεία του εθνικού συµφέροντος σε µια συγκεκριµένη στιγµή» (σελ. 127). Οι «εκκλήσεις για διεθνή αλληλεγγύη και παγκόσµια ένωση προέρχονται από εκείνα τα κυρίαρχα έθνη που µπορούν να ελπίζουν να ασκήσουν έλεγχο σ’ έναν ενοποιηµένο κόσµο» (σ. 125). «Η διεθνής τάξη πραγµάτων και η διεθνής αλληλεγγύη θα είναι πάντοτε τα συνθήµατα εκείνων που αισθάνονται αρκετά ισχυροί ώστε να τα επιβάλουν στους άλλους» (σελ. 127).

Παναγιώτης Ήφαιστος, ΤΑ ΝΕΑ , 24-08-2000

————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————-

H εικοσαετής κρίση του E. H. Carr είναι το σηµαντικότερο αναµφίβολα κείµενο που παρουσιάστηκε στη θεωρητική εξέλιξη των Διεθνών Σχέσεων και ιδίως του ρεαλισµού µετά την Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέµου του Θουκυδίδη και τον Ηγεµόνα του Machiavelli. Αφού ο ιστορικός Carr στο πρώτο µέρος του βιβλίου του (κεφ. 1-2) µας παρουσιάσει τα φιλοσοφικά και ιστορικά θεµέλια της επιστήµης των Διεθνών Σχέσεων (ανάγκη+εκλαϊκευση της διεθνούς πολιτικής µετά τον Α’ ΠΠ), στο δεύτερο µέρος (κεφ. 3-6) αναλύει µε µοναδικό τρόπο την ακµή και την παρακµή του φιλελεύθερου ιδεαλισµού, ανοίγοντας έτσι το δρόµο για την ώριµη-µεταπολεµική φάση του πολιτικού ρεαλισµού.

Ο Carr αναζητώντας τις ρίζες του πολιτικού ιδεαλισµού ή ουτοπισµού στους φιλελεύθερους στοχαστές του 19ου αιώνα, οριοθετεί µία ολόκληρη σχολή σκέψης, η οποία αρχίζει µε την Αντιγόνη του Σοφοκλή και µέσω των φιλοσόφων του Φυσικού Δικαίου και του Διαφωτισµού καταλήγει στον ωφελιµισµό του Jeremy Bentham. Ο ουτοπισµός έχει µία καθαρά ωφελιµιστική διάσταση, είναι ορθολογιστικός, εφόσον στοχεύει στη µεγαλύτερη δυνατή ανθρπινη απόλαυση και κυρίως διακατέχεται από µία ηθική αντίληψη για τη σχέση των ατόµων και κατά συνέπεια των κρατών. Στα θεµέλια του µπενθαµικού ορθολογισµού βρίσκεται η κοινωνία του laissez-faire. Πάνω σε αυτήν τη βάση, που αντανακλά χωρίς αµφιβολία την αυτοκρατορική ανάγκη της Βρετανίας για βιοµηχανική-εµπορική εξάπλωση, χτίζεται ένα διακρατικό διεθνές σύστηµα, που µε την ΚτΕ αγγίζει τη θεσµική του κορύφωση. Το σηµαντικό για τον Carr είναι ότι µε την εµφάνιση των ΗΠΑ και του ιδεαλιστή Προέδρου W. Wilson στο ευρωπαϊκό θέατρο, οι φιλελεύθερες ιδέες του διεθνισµού αποκτούν ιεραποστολική και σχεδόν αποκαλυψιακή διάσταση.

Ο Wilson ενσαρκώνει µε τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τον ουτοπισµό στις Διεθνείς Σχέσεις και υλοποιεί µε το όραµα της ΚτΕ µεγάλο µέρος από τις προσδοκίες του Γερµανού φιλοσόφου I. Kant για µία διαρκή ειρήνη µεταξύ των δηµοκρατικών κρατών (η θεωρία της δηµοκρατικής ειρήνης). Η λύση στη µάστιγα του πολέµου θα προέλθει από την παγκόσµια δηµοκρατική κοινή γνώµη. Η ΚτΕ είναι το ισχυρότερο όπλο απέναντι στους πολεµοχαρείς. Η ηθική στον ουιλσονικό ιδεαλισµό είναι η ηθική των πολλών.
Η αρµονία των συµφερόντων (harmony of interests) είναι για τους ουτοπιστές ότι και η έννοια της ισχύος για τους ρεαλιστές. Η κεντρική έννοια της πολιτικής φιλοσοφίας τους. Η πρωταρχία της ηθικής έναντι της εξουσίας οδηγεί σε µία οικονοµικοπολιτική αρµονία συµφερόντων µεταξύ των ατόµων, η οποία εύκολα κατόπιν ανάγεται και στο διακρατικό επίπεδο. Τα κράτη υπηρετώντας το εθνικό τους συµφέρον (national interest) είναι τελικά σαν να υπηρετούν το παγκόσµιο συµφέρον. Ωστόσο, ο Carr υποστηρίζει ότι στο ιστορικό περιβάλλον του βιοµηχανικού καπιταλισµού το δόγµα της αρµονίας των (εθνικών) συµφερόντων δεν εκφράζει παρά την ιδεολογία των κυρίαρχων κρατών. Γρήγορα ο εθνικισµός ενδύθηκε το προσωπείο του ιµπεριαλισµού. Η σύγκρουση των ιδεών (Hegel), η οικονοµική πάλη (Marx) και η βιολογική εξέλιξη (Darwin) εκτόπισαν από τη διεθνή πολιτική το επιφαινόµενο της συνεργασίας. Η αρµονία των συµφερόντων είναι κατά συνέπεια ένα ιδεολόγηµα, που στηρίζεται στην εκµετάλλευση και ενίοτε στην εξόντωση των πιο ανίσχυρων κρίκων της καπιταλιστικής αλυσίδας.

Ο Carr µέσα από την κριτική του φιλελεύθερου ιδεαλισµού βρίσκει την ευκαιρία να παρουσιάσει τον πολιτικό ρεαλισµό. Ο ρεαλισµός ξεκινώντας από το Θουκυδίδη φτάνει µε το Niccolo Machiavelli σε µία νεοτερική θεωρητική µορφή. Η ηθική χάνει την πρωταρχία της και γίνεται ένα παράγωγο της πολιτικής πράξης. Η σχετικοποίηση της ηθικής είναι έκτοτε το κεντρικό αναλυτικό argument του ρεαλισµού εναντίον του ουτοπισµού.

Για τους πολιτικούς ρεαλιστές δεν υπάρχει ανώτερο ηθικό πρότυπο. Η ηθική είναι η ιδεολογία της ισχύος. Με το ρεαλισµό το Φυσικό Δίκαιο χάνει τη θεολογική του υπόσταση. Οι θεολόγοι δεν µπορούν πλέον να προσφέρουν στο φωτισµένο κόσµο και αντικαθίστανται από τους «θεολόγους της νεοτερικότητας», τους ανθρώπους της πολιτικής δράσης (πολιτική θεολογία). Η ηθική δεν είναι έτσι µία υπέρτατη δογµατική αλήθεια, αλλά µία σπουδή της πραγµατικότητας (πολιτική ηθική).

Η µεγάλη προσφορά του ρεαλισµού σύµφωνα µε τον Carr είναι ότι το «καλό» των ουτοπιστών σχετικοποιείται από το εθνικό συµφέρον. Το καλό άρα και το ηθικό προσδιορίζονται τελικά από το εθνικό. Η Ιστορία είναι αυτή που δηµιουργεί το δίκαιο (η ιστορική σχολή του ρεαλισµού). Η ανερχόµενη τότε Κοινωνιολογία της Γνώσης οδηγούσε µε ασφάλεια στο συµπέρασµα ότι ηθική και θεωρία είναι προϊόντα των ιστορικών περιστάσεων, των συµφερόντων και σε τελευταία ανάλυση της ισχύος. Η κοινή γνώµη των ουτοπιστών συνεπώς είναι προϊόν των οικονοµικών συµφερόντων και του κοινωνικού status.

Ο πολιτικός ρεαλισµός ήρθε για τον Carr να ξεσκεπάσει την ηθική υποκρισία των φιλελεύθερων ιδεαλιστών. Ηθική=εθνικό συµφέρον. Δεν είναι έτσι τυχαίο ότι τα κράτη διαµορφώνουν τις σχέσεις τους, τις αντιλήψεις τους, τις ιδέες τους και γενικά τη συµπεριφορά τους µε τα άλλα κράτη στη βάση του εθνικού συµφέροντος. Όταν το εθνικό συµφέρον αλλάζει τα στερεότυπα (πχ κακός Γερµανός, βάρβαρος Ρώσος κλπ) παρακολουθούν και αυτά τη νέα ιστορική εξέλιξη.

Ο Carr, αν και Βρετανός, δε διστάζει να υποστηρίξει ότι η ηθική είναι προϊόν των κυρίαρχων αγγλοσαξονικών εθνών (Βρετανών και ΗΠΑ). Με αυτήν την έννοια, το δόγµα της αρµονίας των συµφερόντων, που ξεσκέπασε ο ρεαλισµός, δεν υπηρετεί την ειρήνη, αλλά αντιθέτως συγκαλύπτει την κυριαρχία των Μεγάλων Δυνάµεων. Η ειρήνη ανάγεται σε παγκόσµιο αγαθό επειδή εξυπηρετεί τα συµφέροντα των δυνατών (Pax Britannica, Pax Americana). Και καταλήγει:«Οι καθολικές αξίες του διεθνισµού (η πολιτική µορφή του ουτοπισµού) δεν είναι πραγµατικά καθολικές, αλλά αρχές µίας εθνικής πολιτικής, η οποία εδράζεται σε µία ιδιαίτερη ερµηνεία του εθνικού συµφέροντος µία συγκεκριµένη ιστορική στιγµή». O Carr, προς απογοήτευση των πολέµιων του πολιτικού ρεαλισµού, δεν επικεντρώνει την κρίση της διεθνούς πολιτικής κατά το Μεσοπόλεµο µόνο στην έννοια της ισχύος. Στο υπόλοιπο µέρος του βιβλίου του (κεφ. 7-13) ασχολείται διεξοδικά µε όλα εκείνα τα κρίσιµα ζητήµατα που αφορούν στη φύση και τις θεωρίες της διεθνούς ηθικής και οι οποίες, εντελώς λανθασµένα, θεωρούνται προνόµιο των πολιτικών ιδεαλιστών. Για τον Carr, η πολιτική πράξη, που είναι εξ ορισµού σύµφυτη µε την ισχύ, δεν µπορεί να αποκοπεί από την ηθική. Ο ηθικός άνθρωπος δεν είναι ένας απολιτικός άνθρωπος.

Για το Βρετανό ιστορικό, η διεθνής ηθική είναι το πιο δύσκολο πρόβληµα των Διεθνών Σχέσεων, πρώτον, διότι φέρνει στην επιφάνεια το διαχωρισµό προσωπικής ηθικής και ηθικής των κρατών, δεύτερον, γιατί µας εισάγει στο µείζον πρόβληµα της κανονιστικής συµπεριφοράς µεταξύ των κρατών, µε άλλα λόγια, στο Διεθνές Δίκαιο, και τρίτον, γιατί µέσω της διερεύνησης του δικαίου µας οδηγεί στη διερεύνηση της αλλαγής στη διεθνή πολιτική, δηλαδή στην ίδια την ουσία των Διεθνών Σχέσεων, στα αίτια του πολέµου και στην εδραίωση της ειρήνης. Το πολιτικό υπόβαθρο του δικαίου είναι για τον Carr το άλφα και το ωµέγα του διεθνολογικού στοχασµού. Από αυτήν την άποψη, ο Carr µπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί πρόγονος της ρεαλιστικής σχολής του Νew Haven, η οποία αντιλαµβάνεται το Διεθνές Δίκαιο ως προϊόν κοινωνικής και πολιτικής διεργασίας.

Στον επίλογο (κεφ. 14), ο Carr αναζητά τις προοπτικές τις νέας διεθνούς τάξης πραγµάτων, οριοθετώντας πολλά από τα βασικά σήµερα προβλήµατα της επιστήµης των Διεθνών Σχέσεων:την επιβίωση του έθνους-κράτους ως µονάδα ισχύος και ως εκ τούτου ως µονάδα ανάλυσης, την Pax Americana ως µία µορφή ήπιας ηγεµονίας των αγγλοσαξονικών αξιών και ιδεών, την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας και τέλος την προοπτική της διεθνούς ή περιφερειακής ολοκλήρωσης. Ο Carr θα παραµείνει αναµφίβολα και στον επερχόµενο αιώνα επίκαιρος. Η παρουσίασή του έτσι στο κοινό της Ελλάδας, ακαδηµαϊκό και ευρύτερο, αποτελεί µία «επιµορφωτική συµβολή» στο παρθένο ακόµη ελληνικό διεθνολογικό πεδίο.

Η ρεαλιστική κριτική στο φιλελεύθερο ιδεαλισµό είναι ουσιαστικά µία κριτική στο µεσοπολεµικό σύνδροµο Chamberlain και στη στρατηγική του κατευνασµού που οδήγησαν µε µαθηµατική ακρίβεια στο Β’ ΠΠ. Ο Carr διδάσκει την ηθική της επιβίωσης ιδίως στους λαούς που απειλούνται ιστορικά από αναθεωρητικά κράτη. Η στρατηγική του κατευνασµού στηρίζεται κατά βάση στη διπλωµατία και στην εσωτερική νοµιµοποίηση και αποσκοπεί στη µείωση των διεθνών συγκρούσεων µέσω µονοµερών ή αµοιβαίων παραχωρήσεων και προσαρµογών. Το µειονέκτηµά της είναι ότι εκλαµβάνεται από τον αντίπαλο ως ένδειξη αδυναµίας, µε αποτέλεσµα να τον ωθεί στο να αυξήσει τις απαιτήσεις του και την επιθετικότητά του.

Η Ελλάδα µετά τη Μεταπολίτευση ακολούθησε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αρχικά την οδό του διεθνούς δικαίου και κατόπιν την πολιτική της αποτροπής και του Ενιαίου Αµυντικού Δόγµατος. Ωστόσο σε καµία περίπτωση δεν εφαρµόσθηκε µία ιδεαλιστική πολιτική κατευνασµού του τουρκικού επεκτατισµού. Πρόσφατα, µε την απόφαση του Ελσίνκι (Δεκέµβριος 1999), η ελληνική εξωτερική πολιτική για πρώτη φορά µετά το 1974 υιοθέτησε ρητά τη στρατηγική του κατευνασµού της Τουρκίας, µε µοναδικό σκοπό να µειώσει το συγκρουσιακό στοιχείο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και κατ’ επέκταση να δώσει στο χρονίζον πρόβληµα της Κύπρου µία νέα προοπτική. Το επεισόδιο στα Στροβίλια της Κύπρου, η αδιαλλαξία του Ρ. Ντεκτάς για µία οµοσπονδιακή λύση του Κυπριακού και η πολιτική των παρενοχλήσεων που ακολουθεί το στρατοκρατικό καθεστώς της Άγκυρας απέναντι στη χώρας µας, αποδεικνύουν ότι η πολιτική του κατευνασµού και η ηθική της επιβίωσης δεν µπορούν να συνυπάρξουν χωρίς προβλήµατα. Η Ελλάδα συνεπώς δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει το κύριο απόσταγµα της σκέψης του Carr και συνακόλουθα του ρεαλισµού ότι «η ultima ratio της ισχύος στις διεθνείς σχέσεις είναι ο πόλεµος». Αν και η ισχύς είναι µία αδιαίρετη ολότητα, οι ελληνικές κυβερνήσεις για όσο καιρό οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα προσκρούουν στην τουρκική έχουν υποχρέωση, παρά τις

Δηµοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Φιλελεύθερη Έµφαση, τεύχ. 5, 2000, σ. 87-91

Advertisements


Κατηγορίες:Διεθνείς Σχέσεις

Ετικέτες: , ,

Αρέσει σε %d bloggers: