Οι Έλληνες “μπουμπουνοκέφαλοι προοδευτικοί” (συνομιλία με τον Παναγιώτη Κονδύλη)

Οι Έλληνες “μπουμπουνοκέφαλοι προοδευτικοί” (συνομιλία με τον Παναγιώτη Κονδύλη)

Μέσα της δεκαετίας του 1990 πήρα ένα γράμμα (το προσέχω σαν φυλακτό) από γνωστό του Παναγιώτη Κονδύλη. Ο Κονδύλης ζούσε στην Γερμανία, εκεί έκανε έρευνα και έγραφε τα βιβλία του, πρώτα στα Γερμανικά, πριν τα μεταφράσει ο ίδιος στα Ελληνικά. Διάβαζε επί χρόνια την εβδομαδιαία στήλη μου στην τότε «Ελευθεροτυπία» με τίτλο «Στρατηγική Ανάλυση». Λυπήθηκε, είπε στον γνωστό του στο γράμμα που έλαβα επειδή το 1996 μετά από 139 επιφυλλίδες σταμάτησα την εβδομαδιαία και έγραψα το τελευταίο αποχαιρετιστήριο κείμενό μου για τους αναγνώστες μου. Παρενθετικά σημειώνω ότι δυστυχώς για τον πολύτιμο χρόνο μου άρχισα αμέσως μετά την «Τρίτη Άποψη» στα «Τα Νέα» όπου έγραψα και εκεί πολλές επιφυλλίδες πριν αποχωρήσω θυμωμένος και με επιστολή στους τότε υπευθύνους που το αιτιολογούσα. Κουραστικό και χρονοβόρο να γράφεις επιφυλλίδες όταν κύριο ενδιαφέρον σου είναι η έρευνα και η συγγραφή εκτενέστερων κειμένων που σου δίνουν την δυνατότητα, για να αναφερθώ σε γνωστή θέση του Κονδύλη, να εκδιπλώσεις την σκέψη σου. Εάν μη τι άλλο –και ως προς τούτο δεν ήμουν συνειδητοποιημένος όταν επέστρεψα στην Ελλάδα από την Εσπερία αρχές της δεκαετίας του 1990– οι επιθέσεις και οι δολοφονίες του επιστημονικού χαρακτήρα αμέτρητες (όπως γράφω εδώ στο γραφείο μου πάνω στο ράφι είναι πολλές μεγάλες κάσες απίστευτων επιθέσεων στις οποίες δυστυχώς έπρεπε να απαντήσω). Χάνεις άσκοπα χρόνο περίπου όπως όταν φωνάζεις μέσα στην έρημο. Κάποια στιγμή, ευτυχώς, αυτά συνέτειναν στην απόφασή μου να επιδιώξω αυτεξούσια παρουσία στα πεδία της δημόσιας επικοινωνίας και ως προς τούτο το διαδίκτυο προσφέρεται.

Ήταν Σάββατο, το έστειλα την Κυριακή ως συνήθως και το άρθρο θα δημοσιευόταν την Δευτέρα στην εβδομαδιαία στήλη. Γύρω στις 9 το βράδυ μου τηλεφωνεί ο τότε διευθυντής αείμνηστος ΣΦ. Μου εξήγησε ότι παρά τις διαφωνίες πολλών στην εφημερίδα με την κρατοκεντρική θεώρηση του κόσμου που περιέγραφαν τα σύντομα άρθρα μου κάθε Δευτέρα, ποτέ δεν που έκοψε κείμενο. Σημειώνω ότι αυτό ισχύει, ποτέ δεν υπήρξε λογοκρισία (ούτως ή άλλως δεν θα δεχόμουν, θα έφευγα αμέσως). Αυτή την φορά «γράψε σε παρακαλώ κάτι άλλο Παναγιώτη, ότι θέλεις», πρόσθεσε περίπου απεγνωσμένος και ολοφάνερα σε δύσκολη θέση.  Παρενθετικά σημειώνω ότι μετά από πολλά χρόνια σε γεύμα με πολλούς άλλους, μίλησα και με δημοσιογράφο της τότε Ελευθεροτυπίας. Κάθε βράδυ πριν την δημοσίευση οριστικοποίηση του περιεχομένου της εφημερίδας της επόμενης μέρας, μου είπε, κάναμε μεγάλη συζήτηση. Κάποιοι ήθελαν να μην δημοσιεύσεις την επιφυλλίδα ή και να εγκαταλείψεις την στήλη, πρόσθεσε. Δεν κόπηκε ούτε ένα, μου είπε, γιατί οι αιτιάσεις ήταν αβάσιμες και τα επιχειρήματά σου εύλογα τεκμηριωμένα. Απάντησα ότι για εμένα αυτά που έγραφα ήταν Αλφαβητάριο εάν όχι αυτονόητα ακόμη και σε νήπια. Απέρρεαν, εξάλλου, από αξιώματα του Παραδείγματος διεθνούς πολιτικής ενώ η τεκμηρίωση σχετίζεται και με σκληρή εργασία σε ογκώδη βιβλία.
Επανέρχομαι λοιπόν στο τηλεφώνημα του διευθυντή της εφημερίδας τον ΣΦ. Δεν γράφεις κάτι άλλο, μου είπε ξανά και ξανά απεγνωσμένος στο τηλέφωνο. Εντάξει Σεραφείμ του απάντησα, Αν και λυπάμαι για το γεγονός ότι τίθεται ένα τέτοιο ζήτημα, μην βασανίζεσαι. Αντιλαμβάνομαι την θέση σου. Σε μια ώρα θα έχεις το αποχαιρετιστήριο στους αναγνώστες μου. Το παρεμβάλλω εδώ (κλικ στην εικόνα για μεγέθυνση και ανάγνωση). Αυτό διάβασε ο Κονδύλης στην Γερμανία και πολύ τιμητικά για εμένα, «λυπήθηκε».
Τις επόμενες μέρες και εβδομάδες επιδίωξα να δω τον Κονδύλη για να καταλάβω τους λόγους. Για ένα ακόμη λόγο είχα μεγάλη απορία να καταλάβω πως ο Παναγιώτης Κονδύλης κατάφερνε να ενσωματώνει την στρατηγική θεωρία σε πολλά κείμενά του.  Είχα τότε διαβάσει αρκετά έργα του. Στο «Θεωρία του Πολέμου», πρέπει να πω, κορύφωσε την στρατηγική ανάλυση με τρόπο αριστουργηματικό. Έτσι άρχισε μια σύντομη αλλά πολύ ενδιαφέρουσα προσωπική και επιστημονική γνωριμία που κράτησε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του. Έκτοτε, έχοντας μελετήσει όλο το έργο του, γράφω πολλά για τις συζητήσεις μας. Θα δημοσιευτούν όταν βρω χρόνο να τα ολοκληρώσω και να τα ενσωματώσω σε μονογραφία που γράφω για τον Κονδύλη στην βάση του έργου που μελετώ.
Εδώ στέκομαι σε μια μόνο φράση που μου είπε ο Κονδύλης σε αυτή την πρώτη συνάντησή μας όταν βρέθηκε στην Ελλάδα. Τον ρώτησα τον λόγο που κατ’ αυτόν άξιζε τον κόπο να συνεχίσω γράφω στην Ελευθεροτυπία. Μου απάντησε το εξής πολύ σημαντικό (όχι μόνο για τον υποφαινόμενο): Επειδή, επισήμανε, το επιστημονικό μου επιχείρημα αυτών των σύντομων κειμένων είναι βαθύτατα (θεωρητικά) τεκμηριωμένο και εγγενώς αντί-ηγεμονικό (δεν ήξερε τα Αγγλικά μου βιβλία ενώ είχε διατρέξει ένα μόνο Ελληνικό μου βιβλίο – οι θέσεις που απορρέουν και αφορούν την στρατηγική της χώρας είναι σημαντικό να γράφονται και να γίνονται αντικείμενο σοβαρής συζήτησης, ιδιαίτερα σε αυτούς που εμφανίζονται με ιδεολογικούς όρους ως «αντί-ιμπεριαλιστές». «Αυτό έχουν ανάγκη οι μπουμπουνοκέφαλοι προοδευτικοί αναγνώστες της Ελευθεροτυπίας και πολλών άλλων εφημερίδων» μου είπε χαριτολογώντας, αλλά ουσιαστικά αφοριστικά. Φαινόταν να ήξερε πολύ καλά τι έλεγε και να τον πονούν τα ευτράπελα της πατρίδας του. Αυτή η θέση που διατύπωσε ο Κονδύλης είναι, εκτιμώ, πολύ σημαντική και πάντα επίκαιρη. Ερμηνεύει πολλά ζητήματα της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Το συζήτησα ξανά μαζί του, με επηρέασε και επηρέασε τα κείμενά μου έκτοτε.
Συνεχίζοντας την συζήτηση ο Κονδύλης προχώρησε στο να εξηγήσει το γεγονός ότι πολλοί νεοέλληνες σύγχυσαν τον αντί-ηγεμονισμό ως προάσπιση της Εθνικής Ανεξαρτησίας, δηλαδή του κράτους τους, με τα εκλογικευμένα διεθνιστικά λενινιστικά «αντί-ιμπεριαλιστικά» συνθήματα που αποτελούσαν μεταμφίεση των αξιώσεων ισχύος της μιας υπερδύναμης. Η άλλη υπερδύναμη, βέβαια, εξέπεμπε αντίστοιχα μεταμφιεσμένα συνθήματα που υιοθετούσε απνευστί η άλλη πλευρά των διαιρεμένων «ιθαγενών». Συμφωνώ απόλυτα, του απάντησα, και του ανέφερα την θεώρηση του Edward H. Carr ότι σε όλες τις ιστορικές φάσεις ο οικουμενισμός -κάτι που και ο Κονδύλης αναφέρει στα κείμενά του από μια άλλη αλλά συγκλίνουσα οπτική- αποτελούσε την μεταμφίεση των ηγεμονικών αξιώσεων ισχύοςΕν γνώση μου ο λόγος μου είναι αντι-ηγεμονικός, συνέχισα, επειδή πειθαρχημένα εδράζονταιπάνω στα αξιώματα του Θουκυδίδη. Μάλιστα, σε κάποια κείμενά μου κάνω και ρητή διάκριση μεταξύ του ιδεολογικά εκπορευμένου όρου ή καλύτερα συνθήματος «αντί-ιμπεριαλισμός» με τον αντί-ηγεμονισμό που αποτελεί την αντίσταση του αμυνόμενου κατά όποιου «επιχειρεί να αποκτήσει συντελεστές ισχύος εκτός της Επικράτειάς του» (το εντός εισαγωγικών είναι ο ορισμός του ηγεμονισμού). Μάλιστα, δύο δεκαετίες μετά το βιβλίο μου «Κοσμοθεωρία των Εθνών» έχει ως άξονα όλης της ανάλυσης τις προϋποθέσεις ηγεμονικών και αντανακλαστικών αντί-ηγεμονικών συσπειρώσεων (παρενθετικά το «Εκκρεμές Watson»)
Ο Θουκυδίδης είναι μεν απόλυτα περιγραφικός, υπογράμμισα στην συζήτησή μου με τον Κονδύλη, αλλά με το να αναφέρει τα λόγια των Πρέσβεων της Αθήνας που προτρέπουν τους Μήλιους να φροντίζουν να έχουν «ίση δύναμη» εάν θέλουν «να έχουν δίκαιο» και να επιβιώσουν, φώτισε αυτό που χρειάζεται να κάνει ένα λιγότερο ισχυρό κράτος στις σχέσεις του με τα άλλα κράτη και τις ηγεμονικές δυνάμεις. Μου είπε πως δεν το είχε σκεφτεί σε αναφορά με τον Θουκυδίδη και ότι συμφωνούσε με την θεώρηση αυτή.
Συνεχίσαμε την συζήτηση για την  θεωρία πελατειακών σχέσεων της στρατηγικής θεωρίας και με έκπληξή μου διαπίστωσα ότι ήταν «διαβασμένος» τόσο για αυτό το ζήτημα όσο και ότι άλλο ήξερα εγώ βιβλιογραφικά στα πεδία της στρατηγικής ανάλυσης. [ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ. «Πελατειακές σχέσεις» («patron-clientrelations») μεταξύ ισχυρών και λιγότερο ισχυρών κρατών και ο διάλογος Μηλίων-Αθηναίων στον Θουκυδίδη. https://wp.me/p3OlPy-Oa]. Με μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι είχε πλήρη γνώση της βιβλιογραφίας.
Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι μετά από ένα τέταρτο του αιώνα μελέτης των αναμφίβολα κλασικών κειμένων του Παναγιώτη Κονδύλη δεν έχω αμφιβολία ότι είναι ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές όλων των εποχών. Η απορία μου πλέον και ενόσω προχωρώ στην ολοκλήρωση κειμένου για τον Κονδύλη που αφορά τα δικά μου γνωστικά πεδία, είναι κατά πόσο ο Κονδύλης στέκεται ισότιμα ανάμεσα στους 4-5 κορυφαίους πολιτικούς στοχαστές ιστορίας της κλασικής και προκλασικής εποχής, δηλαδή, όλων των εποχών. Απορία υπάρχει επίσης για το πως κατόρθωσε κατά την διάρκεια του σύντομου βίου του να εμβαθύνει τόσα πολλά κείμενα, να τα αφομοιώσει και να τα ολοκληρώσει δημιουργώντας μια αλυσίδα με πολλούς και στέρεα συνδεδεμένους κρίκους ανοδικά κινούμενος στα τρία επίπεδα ανάλυσης  (του ανθρώπου, του κράτους και του διεθνούς συστήματος). Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι σε συνάντηση που είχα με κοντινό φιλικό του πρόσωπο πριν δύο χρόνια κατάλαβα περισσότερα, κυρίως τον τρόπο ζωής του μεγάλου στοχαστή που με κάθε κριτήριο τον καθιστά Υπόδειγμα. Αν μπορέσω θα γράψω κάτι και γι’ αυτό, αλλά δεν εξαρτάται πλήρως από εμένα.Δεν θα προχωρήσω περισσότερο γιατί όπως είπαμε ολοκληρώνω εκτενές κείμενο. Σημειώνω μόνο την ταπεινότητά του, την απλότητά του και την ειλικρίνειά του. Ήταν προσωπικότητα με κολοσσιαία υπόσταση και εξαιρετικός άνθρωπος. Κράτησα πολλές σημειώσεις από τις μεταγενέστερες συναντήσεις μας. Σημειώνω ότι περίπου 20 μέρες πριν φύγει από τα εγκόσμια, συναντηθήκαμε για τελευταία φορά για να του δώσω ένα βιβλίο, του Martin Wight, «Διεθνής Θεωρία» και ένα δικό μου το «Αμερικανική εξωτερική πολιτική από την ιδεαλιστική αθωότητα στο πεπρωμένο του έθνους». Όταν τον ρώτησα γιατί δεν έρχεται στην Ελλάδα στον Ακαδημαϊκό χώρο η απάντηση ήταν άμεση. Μου είπε αρκετά και σημαντικά περιορίζομαι στα εξής: «Χρειάζομαι γύρω στα 25 χρόνια για να καλύψω την έρευνα που χρειάζεται για τους τελευταίους τόμους που θέλω να γράψω» [ο ένας έτυχε επιμέλειας από συναδέλφους του στην Γερμανία και εκδόθηκε και στα Ελληνικά με τίτλο «Το πολιτικό και ο άνθρωπος Α και Β» από τις εκδόσεις Θεμέλιο]. Και συνέχισε. «Μετά θέλω να αφιερώσω όλο τον χρόνο που θα μου μείνει για να μελετήσω και ξανα-μελετήσω όλα τα κλασικά κείμενα για να καταλάβω καλύτερα πως κατάφεραν να κλείσουν τον κύκλο της πολιτικής σκέψης». Κάτι παρεμφερές είπε, απ’ ότι θυμάμαι, σε συνέντευξή του.Για να επανέλθω στην συζήτηση της πρώτης συνομιλίας μου με τον Κονδύλη, η πλειοψηφία των ανθρώπων που αυτοαποκαλούνταν και που συνεχίζουν να αυτοαποκαλούνται «προοδευτικοί», λίγο ή πολύ (ανάλογα με τις περιστάσεις) σύγχυσαν την πιθανή αντί-ηγεμονική τους αντίληψη με τα μπερδέματα του Ψυχρού Πολέμου (πολλοί που είναι οικουμενιστές και σιχαίνονται το κράτος, δεν γνωρίζουν, για παράδειγμα, ότι ο Γρηγόρης Λαμπράκης έκανε διαδηλώσεις με πανό που έγραφαν «ζήτω η Εθνική Ανεξαρτησία»).  Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου συνέχισαν να παραμιλούν και να αναμασούν διεθνιστικές και κοσμοπολίτικες ασυναρτησίες περί «παγκοσμιοποίησης» (ένα πράγμα η πλανητικοποίηση και άλλο η παγκοσμιοποίηση, λέει ο Κονδύλης διακωμωδώντας την «ελληνοποιημένη» διεθνιστική απόδοση του όρου εδώ http://www.ifestosedu.gr/104PlanitikopoiisiEur.htm μια εισαγωγή δοκιμίου μου σε βιβλίο όπου αναφέρομαι στον Κονδύλη).Συντομεύοντας λέω ότι όλα αυτά τα ιδεολογικά μπερδέματα των σύγχρονων Ελλήνων είναι ιστορικά ατυχήματα του αυτοκτονικού ιστορικού εγκλήματος του Ελληνικού εμφυλίου πολέμου ο οποίος υποκινήθηκε από τρίτους και έγινε για λογαριασμό άλλων. Θα μπορούσε να αποφευχθεί όπως συνέβη αλλού, για παράδειγμα στην Γαλλία και την Ιταλία.Όμως, οι Έλληνες «προοδευτικοί» της αριστεράς, και οι «τραβεστί δεξιοπροοδευτικοί» -το γνωστό ασυνάρτητο και αστείο δεξιό ιδεολόγημα περί τρίτου δρόμου αλλά και φιλελεύθεροι κοσμοπολιτισμοί του αρχαϊκού φιλελευθερισμού ο οποίος όπως εξελίχθηκαν οι ΗΠΑ μπήκε στα ιστορικά ράφια-, όλοι μαζί συνέχισαν χέρι-χέρι να παραμιλούν διεθνιστικά και κοσμοπολίτικα. Αυτή την κατάσταση ο Παναγιώτης Κονδύλης την στηλιτεύει ανελέητα στην εισαγωγή του βιβλίου του «Από τον 20 στον 21 αιώνα», κείμενο που μαζί με του John Mearsheimer «Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων» θεωρώ ότι είναι τα σημαντικότερα βιβλία διεθνούς πολιτικής του 21 αιώνα. Εδώ στην Ελλάδα και όχι μόνο είχαμε βασικά μια μεταψυχροπολεμική αστεία και αξιοθρήνητη αριστεροαναρχικοδεξιοκεντρώα «προοδευτική» κωμωδία της συμφοράς των νεοελλήνων. [«Εσχατολογικό ιδεολογικό δηλητήριο και πολιτική θεολογία versus Αριστοτελική πολιτική σκέψη» https://wp.me/p3OlPy-1Ku.]Συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να παραμιλούν διεθνιστικά και κοσμοπολίτικα. Την ίδια στιγμή όπως γίνεται ολοφάνερο ακόμη και στις ειδήσεις κάθε βράδυ το υπό εξέλιξη πολυπολικό διεθνές σύστημα γίνεται ολοένα και πιο συγκρουσιακό και ανελέητα επικίνδυνο για κάθε κράτος που υιοθετεί λανθασμένες στρατηγικές επιλογές. Όλοι μαζί και παρά τις ζημιές που μας προκάλεσαν περιστρέφονται γύρω από ποικίλων αποχρώσεων οικουμενικίστικες παραδοχές που υποβαθμίζουν το κράτος, την ισχύ του και τον χαρακτήρα των ανταγωνισμών και διενέξεων στον κρατοκεντρικό μας κόσμο .Δεν εκπλήττει ότι όλοι μαζί κατάντησαν να είναι εγχώριοι πραιτοριανοί ξένων συμφερόντων υπογράφοντας το ένα μνημόνιο μετά το άλλο και κατ’ ουσία καθιστώντας την κοινωνία έρμαιο κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτων διεθνικών κερδοσκόπων, τοκογλύφων και ηγεμονικών υπαλλήλων . Τα ιδεολογήματά τους ήταν φούσκα και εκεί τους οδήγησαν καταστρέφοντας την χώρα. Η έκπληξη είναι ότι στο επίπεδο των πολιτικών ελίτ αριθμητικά είναι πάρα πολλοί και όλοι μαζί συχνά συνωστίζονται στις εξουσιαστικές καρέκλες, όπου κατ’ εντολή της αδιαφανούς μεταμοντέρνας τεχνόσφαιρας αποφασίζουν μεταμεσονύκτια την θανατική καταδίκη του νεοελληνικού και κυπριακού κράτους. (Μεταμοντέρνος πόλεμος http://wp.me/p3OqMa-1ij ). Τα φαινόμενα αυτά, βέβαια, δεν είναι μόνο «νεοελληνικά» πλην το Ελληνικό κράτος και η κοινωνία του είναι από τα μεγαλύτερα συγκαιρινά θύματα.

Θα αρκούσε, για να χρησιμοποιήσω την φράση που μου είπε ο Παναγιώτης Κονδύλης, να διαβάσουν την θεώρησή του για «εχθρούς και φίλους» για να καταλάβουν  -για να χρησιμοποιήσω τον ακριβοδίκαιο αφορισμό του- οι «μπουμπουνοκέφαλοι  προοδευτικοί», πως το διεθνές σύστημα είναι κρατοκεντρικό. Ότι δηλαδή οι διεθνισμοί και κοσμοπολιτισμοί πέραν από φούσκες ήταν και αυτοκτονικές παραδοχές για τους αδύναμους που τις ενστερνίστηκαν.

Ιδού για παράδειγμα τι έγραψε ο Μεγάλος Πολιτικός Στοχαστής στο «Ισχύς και Απόφαση»: ««Η έσχατη πραγματικότητα συνίσταται από υπάρξεις, άτομα ή ομάδες που αγωνίζονται για την αυτοσυντήρησή τους και μαζί αναγκαστικά, για τη διεύρυνση της ισχύος τους. Γι’ αυτό συναντώνται ως φίλοι ή ως εχθροί και αλλάζουν φίλους και εχθρούς ανάλογα με τις ανάγκες του αγώνα για την αυτοσυντήρησή τους και τη διεύρυνση της ισχύος τους» (Κονδύλης Ισχύς και απόφαση 1991, σ. 213)». Αυτό δεν είναι το διεθνές σύστημα τις κύριες πτυχές του οποίου φωτίζουν κάθε βράδυ οι ειδήσεις;

Καταλήγοντας λέμε ότι όπως έχουμε εξηγήσει σε εκτενή κείμενα η καλή θεωρία δεν είναι «λόγια της πλώρης». Είναι η αποτύπωση της πραγματικότητας. Η καλή θεωρία βέβαια η οποία στην διεθνή πολιτική είναι ανάπτυγμα των αξιωμάτων του Θουκυδίδειου Παραδείγματος. Όχι τα ιδεολογήματα και θεωρήματα που φούσκωσαν πολλά έθνη κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και που οδήγησαν την Ελλάδα σε εμφύλιο και διαιρέσεις οι προεκτάσεις των οποίων, δυστυχώς, φτάνουν μέχρι σήμερα. Ιδού λοιπόν μια από τις καθημερινές επαληθεύσεις των αλάνθαστων Θουκυδίδιων και Κονδύλειων νόμων της διεθνούς πολιτικής. Βασικά για να το πούμε διαφορετικά υπάρχουν τα αξιώματα του Θουκυδίδειου Παραδείγματος και η ανάλυση διεθνούς πολιτικής (ή για να χρησιμοποιήσουμε τον συμβατικό όρο της «θεωρίας διεθνών σχέσεων») για να είναι βάσιμη και όχι επικίνδυνο για τον κρατικό ορθολογισμό ιδεολόγημα, θα πρέπει να είναι συμβατή με τα αξιώματα του Παραδείγματος. Εξ ου και το 1990 όταν επανήλθα στην Ελλάδα και εντάχθηκα στο πανεπιστήμιο όχι μόνο δίδασκα Θουκυδίδη αλλά εισηγήθηκα δημόσια με δημόσιες δαπάνες -ελάχιστο θα ήταν το ποσό συγκριτικά με άλλες δαπάνες- να διανεμηθεί ο Πελοποννησιακός Πόλεμος του Θουκυδίδη σε όλους τους Έλληνες.

Ακολουθεί άρθρο που γράφτηκε το 1998 ως μια στοιχειώδης και ελάχιστη κατάθεση επιχειρημάτων σε μια στιγμή που ο όχλος των γνωστών επιφυλλίδων επιχείρησε να τον λοιδορήσει με φράσεις και λόγια ανήκουστα, χυδαία και υβριστικά. Επίσης, ένα εκτενέστερο στο περιοδικό Πτήση.

Διάλογος. Η τουρκική απειλή και η «εθνική στρατηγική». Π. ΗΦΑΙΣΤΟΣ*. Το ΒΗΜΑ, 15/02/1998 , Σελ.: B10 Κωδικός άρθρου: B12468B102, ID: 64929

Η έκδοση του βιβλίου «Θεωρία του Πολέμου» του Παναγιώτη Κονδύλη θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα για μια σοβαρή συζήτηση των κεντρικών ζητημάτων της εθνικής στρατηγικής της Ελλάδας: μορφή και χαρακτήρας της τουρκικής απειλής, συσχετισμός ισχύος μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας, η θέση αμφοτέρων των χωρών στο πλέγμα των διακρατικών σχέσεων της περιφέρειάς μας, προβολή των γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών συσχετισμών στο ορατό μέλλον και η ανάπτυξη μιας εύρωστης ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής. Στις γραμμές που ακολουθούν και με αφορμή ορισμένες αναφορές τού Π.Κ. θα αναφερθώ σε δύο ζητήματα. Πρώτον, στις κοινές ρίζες του νεοφιλελεύθερου και του μαρξιστικού διεθνισμού, γεγονός που πιθανώς ερμηνεύει ορισμένες διαπαραταξικές συγκλίσεις στο ελληνικό πολιτικό πεδίο την τρέχουσα δεκαετία· και, δεύτερον, σε ορισμένες πτυχές για τη φύση και τον ρόλο του πολέμου στις σύγχρονες διακρατικές σχέσεις.

«Ο ουσιώδης κοινός παρονομαστής του αρχικού μαρξισμού και του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού» παρατηρεί ο Π.Κ. (σελ. 15) «έγκειται στη βεβαιότητα κατάργησης των πολέμων μέσω της απορρόφησης του πολιτικού στοιχείου από το οικονομικό». Οπως είναι γνωστό, αυτή η κοινή προσδοκία των δύο ιδεολογικών ρευμάτων, με πολλές ενδιάμεσες αποχρώσεις διεθνιστικών θέσεων και απόψεων, οδηγεί στη θέση ότι η εξάλειψη των εθνικών διαφορών είναι η άλλη προϋπόθεση τερματισμού των πολεμικών συγκρούσεων. Στον βαθμό που οι ιστορικοί παράγοντες και οι πνευματικές αξίες ιεραρχούνται με οικονομιστικά κριτήρια, οι ρίζες τόσο της μαρξιστικής όσο και της νεοφιλελεύθερης εσχατολογίας είναι ουσιαστικά κοινές.

Οπως εύστοχα έγραψε ο Edward Η. Carr, «ο διεθνισμός / κοσμοπολιτισμός κάθε απόχρωσης αποτελούσε πάντοτε το ιδεολογικό εργαλείο προώθησης των δυνάμεων που βρίσκονται σε ισχυρή θέση». Στο πλαίσιο αυτής της θεμελιώδους και ιστορικά θεμελιωμένης παρατήρησης, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, είτε αναφερόμαστε στον μαρξιστικό διεθνισμό είτε στον νεοφιλελεύθερο διεθνισμό, στη σύγχρονη διεθνή πολιτική εκδηλώνονται διεθνισμοί δύο μορφών. Πρώτον, ο διεθνισμός των ηγετών (και μερικών στρατευμένων διανοουμένων) των εκάστοτε ηγεμονικών χωρών (ο οποίος ευνοεί τα συμφέροντα διείσδυσης των χωρών τους)· δεύτερον, οι εισαγόμενες διεθνιστικές ιδεολογίες ποικίλων αποχρώσεων στις μικρές χώρες, οι οποίες υποστηρίζουν την εξάλειψη ή αποδυνάμωση του κράτους έθνους και της κρατικής κυριαρχίας. Δηλαδή το ίδιο ακριβώς διεθνιστικό επιχείρημα έχει συγκεκριμένη έννοια (και διαφορετικές επιπτώσεις) όταν προβάλλεται από την πλευρά ενός ισχυρού κράτους (π.χ. των ΗΠΑ ή της τέως ΕΣΣΔ) και άλλη όταν ­ συχνότατα λόγω αφελείας ­ προβάλλεται από την πλευρά ενός μικρού και αδύναμου κράτους. Εφόσον δεν υπάρχει δημοκρατική και κοινώς αποδεκτή διεθνής εξουσία πέραν και υπεράνω του κράτους έθνους, τέτοιες ιδέες, αν κυριαρχήσουν στα μικρότερα κράτη, αναπόφευκτα, καθιστούν τους φορείς τους νεροκουβαλητές των συμφερόντων των εκάστοτε ηγεμονικών δυνάμεων.

Συναφής με τα πιο πάνω ζητήματα είναι η θέση του πολέμου και της άσκησης βίας στον διεθνή χώρο, θέμα θεωρητικά απέραντο, γεγονός που καθιστά αδύνατη είτε εξάντλησή του σε λίγες γραμμές είτε ανάλυση των θεωρητικών καταδύσεων του Π.Κ. (έργο το οποίο, δικαίως, θεωρήθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα στη διεθνή βιβλιογραφία). Πάντως, ελλείψει χώρου για εκτενή εξέταση του θέματος, είναι ίσως σκόπιμο να τονισθεί ότι η ευρωστία ορισμένων θέσεων του Π.Κ. οι οποίες προκάλεσαν μεγάλη αντίδραση στην Ελλάδα (και των οποίων η στρατηγική λογική ελάχιστα έγινε αντιληπτή) βρίσκεται ακριβώς στη μεγάλου βαθμού θεωρητική θεμελίωσή τους στο κυρίως μέρος της ανάλυσης, δηλαδή στα θεωρητικά κεφάλαια του βιβλίου. Στο πρώτο κεφάλαιο, π.χ., αναλύεται εκτενώς η σχέση «πολέμου» και «πολιτικής» για να τονισθεί η συνάφειά τους με την «κοινωνική κατάσταση» τόσο εντός όσο και μεταξύ των κρατών.

Ο πόλεμος, στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί παρά να εκτιμηθεί ως μέρος του πλέγματος της «πολιτικής επικοινωνίας» μεταξύ των κρατών, «ως σύγκρουση μεγάλων συμφερόντων η οποία λύνεται αιματηρά, και μόνον ως προς τούτο διαφέρει από τις άλλες συγκρούσεις». Στο ίδιο πλαίσιο, το δίλημμα άμυνα / επίθεση (στο οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί και η προβληματική του «πρώτου κτυπήματος» που, ίσως φυσιολογικά, τρομάζει τους μη εξοικειωμένους με τη στρατηγική ανάλυση και τους προσανατολισμούς των επιτελείων όλων των στρατών) εμπερικλείει ζητήματα που «υπαγορεύονται από λόγους, εν τέλει πολιτικούς».

Σε μια εποχή που εκτοξεύονται κατά της χώρας μας «casus belli» (δηλαδή, ουσιαστικά, απειλές «πρώτου κτυπήματος» στην περίπτωση που ασκήσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα), αριθμητικά ίσως όσα ποτέ άλλοτε στην ιστορία των διακρατικών σχέσεων, ο στρατηγικός προβληματισμός της επιστημονικής εμβέλειας του Π.Κ. καθίσταται επίκαιρος και κρίσιμος για την «εθνική στρατηγική». «Εθνική στρατηγική» βεβαίως είναι μια έννοια η οποία, ενώ συχνά αναφέρεται στον ελληνικό πολιτικό διάλογο, τα θεμελιώδη διλήμματα και προβλήματα που εμπερικλείει ελάχιστα έχουν κατανοηθεί.

*Ο κ. Παναγιώτης Ηφαιστος είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Η «Θεωρία του Πολέμου», ο Παναγιώτης Κονδύλης και το Στρατηγικό Δόγμα της Ελλάδας

Δημοσιεύτηκε στο Πτήση-Διάστημα το 1998 και σε διαφορετικές εκδοχές στο Βήμα και σε άλλες περιοδικές εκδόσεις http://www.antibaro.gr/article/348

Παναγιώτης Ήφαιστος. αν. Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Η ανάλυση του Παναγιώτη Κονδύλη

Στα ελάχιστα κείμενα στρατηγικής ανάλυσης της Ελληνικής βιβλιογραφίας προστίθεται το διεθνών προδιαγραφών και κλασικό στο είδος του βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη Θεωρία του Πολέμου (Εκδ. Θεμέλιο., Αθήνα, 1997), για το οποίο ήδη έγινε λόγος στην επιφυλλίδα μου του προηγούμενου τεύχους της «Πτήσης». Πρόκειται για βιβλίο που εκδόθηκε στη Γερμανική γλώσσα το 1988 και που μεταφράσθηκε στα Ελληνικά με σημαντικές προσθήκες ως προς ορισμένες πτυχές του μεταψυχροπολεμικού διεθνούς περιβάλλοντος, καθώς και με ένα επίμετρο για ορισμένες στρατηγικές πτυχές των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας.

Εκτιμώ ότι, το κυρίως κείμενο ίσως είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της διεθνούς βιβλιογραφίας για το θέμα που πραγματεύεται, δηλαδή, τις ιδέες των Κλάουζεβιτζ, Μάρξ, Έγκελς, Λένιν, και όχι μόνον. Για όσους έχουν υπόψη τους τα έργα του Κλάουζεβιτζ και τις μονογραφίες του Ραϊμόν Αρόν για την Κλαουζεβιτζιανή θεωρία του πολέμου, ανάγνωση μερικών μόνον σελίδων του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη αφήνει τον αναγνώστη με την εντύπωση πως ο διακεκριμένος Έλληνας στοχαστής, ενίοτε, ξεπερνά τους κλασικούς που επέλεξε ως σημείο αναφοράς της ανάλυσής του. Στην διεθνή βιβλιογραφία, σπάνια βρίσκει κάποιος αναλυτές που επιτυγχάνουν τις επιδόσεις του Παναγιώτη Κονδύλη. Με γνωστικό βάθος και γνωστική ευρύτητα ως προς ένα ευρύ φάσμα αλληλοσυνδεδεμένων επιστημών (φιλοσοφία, κοινωνιολογία, ιστορία των ιδεών, ιστορία των διεθνών σχέσεων, πολιτική οικονομία των διεθνών σχέσεων, θεωρία διεθνών σχέσεων και στρατηγική ανάλυση), ο Παναγιώτης Κονδύλης κατορθώνει να προσφέρει κλασικά κείμενα που ο χρόνος θα αποδείξει την τεράστια προσφορά του. Οι δικές μου αναφορές που ακολουθούν αφήνουν τον σχολιασμό του κυρίως μέρους του βιβλίου – δηλαδή την ανάλυση του Κλάουζεβιτζ και άλλων κλασικών – για ένα άλλο σχόλιο ή για παραπομπές σε πιο εξειδικευμένες αναλύσεις στις οποίες η αναφορά στο έργο του Κονδύλη είναι πλέον υποχρεωτική.

Στις γραμμές που ακολουθούν θα σχολιάσω μερικά μόνον ζητήματα του επιμέτρου του βιβλίου του Παναγιώτη Κονδύλη που αφορούν την Ελλάδα. Για την ανάλυση αυτή, έγιναν ήδη ορισμένοι κακεντρεχείς χαρακτηρισμοί κατά του προσώπου του διακεκριμένου Έλληνα στοχαστή, γεγονός που προκαλεί θλίψη αλλά και ανησυχία για το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου στην Ελλάδα καθώς και για τις φασιστικές / μακαρθικές τάσεις που ολοένα και περισσότερο εμποδίζουν τον ελεύθερο στοχασμό. Οι επιθέσεις κατά του Παναγιώτη Κονδύλη με αφορμή το έξοχο έργο του, μου θύμισε έντονα τον Κωσταντίνο Τσάτσο όταν, πρίν δύο περίπου χρόνια περιέγραψε τις ανησυχητικές τάσεις που αναπτύσσονται στον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα σήμερα. Όπως έγραψε ο κ Τσάτσος, ενώ ακόμη και η ζούγκλα υπόκειται σε κάποιους κανόνες, ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα τους στερείται: «ο διάλογος καθορίζεται από οπλοφορούντες. Με τους οπλοφορούντες συμφωνείς ή εκτελείσαι. Χυδαιογραφούντες και χυδαιοπραγούντες, αλλά και έμμεσα όσοι τους στηρίζουν» (….) γενικεύουν τον διάλογο «καθιστώντας έτσι πολλούς τμήμα μιας διαδικασίας που θυμίζει και μυρίζει χοιροστάσιο» (Το ΒΗΜΑ, 5.11.1995). Ακριβώς, επειδή η ανάλυση που κατατίθεται τόσο στον κύριο κορμό του βιβλίου όσο και στο επίμετρό του είναι στρατηγικός προβληματισμός που βρίσκεται στην αιχμή της θεωρίας, ο Παναγιώτης Κονδύλης, δεν έπρεπε ίσως να ασχοληθεί με αφελή και ανόητα σχόλια μπερδεμένων εγκεφάλων που εκτονώνουν την φασιστική τους νοοτροπία και ταλανίζουν τους Έλληνες αναγνώστες.

Το επίμετρο του έξοχου αυτού έργου αφιερώνεται στην Ελλάδα και κυρίως στους γεωπολιτικούς συσχετισμούς Ελλάδας – Τουρκίας. Η μεγάλη αξία του επιμέτρου του βιβλίου του ΠΚ δεν έγκειται μόνον στην σύντομη – αλλά εξόχως θεμελιωμένη – αναφορά στο ολοένα διογκούμενο γεωπολιτικό ανισοζύγιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, πτυχή που πρέπει να κατανοηθεί πλήρως από τους Έλληνες πολιτικούς προτού είναι πολύ αργά. Ο ΠΚ προχωρεί, επίσης, στην επισκόπηση των προσανατολισμών ανάπτυξης ελληνικού στρατηγικού δόγματος που θα καθιστούσε αξιόπιστη την ελληνική αποτρεπτική στρατηγική ενόψει του ολοένα και πιο δυσμενούς γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού συσχετισμού μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Στο πλαίσιο της ίδιας προβληματικης ο υπογράφων ανέπτυξε ορισμένες αρχικές σκέψεις το 1992 στο εισαγωγικό βιβλίο «Ελληνική Αποτρεπτική Στρατηγική» (συνσυγγραφέας με Αθ. Πλατιά, εκδ. Παπαζήση, 1992, σελ. 83 – 105) αλλά και σε μικρότερα κείμενα στην «Ελευθεροτυπία» («αντεπιθετική στρατηγική», 23.3.1993), «Τα Νέα» (Στρατηγική Νίκης, 23.10.1997)  και στην Πτήση («αντεπιθετική απάντηση στην Τουρκική Απειλή», Νοέμβριος 1997). Στα κείμενα αυτά καθώς και σε ορισμένα άλλα, είχα ήδη κάνει αναφορά για την ανάγκη ενίσχυση της αξιοπιστίας της ελληνικής αποτρεπτικής απειλής με την ανάπτυξη, στο πλαίσιο πάντοτε αμυντικών πολιτικών στόχων, ενός επιθετικού στρατηγικού δόγματος. Στο πλαίσιο αυτού του προβληματισμού, ο Παναγιώτης Κονδύλης, πολύ εύστοχα, επισημαίνει (σελ. 398) ότι, «όποιος θέλοντας και μη, υιοθετεί αμυντική στρατηγική στο ιστορικό και πολιτικό επίπεδο, δεν είναι γι’ αυτόν και μόνον τον λόγο υποχρεωμένος να υιοθετήσει αμυντική στρατηγική στο στρατιωτικό επίπεδο».

«Άμυνα» / «επίθεση» και στρατηγικό δόγμα

Όσοι ασχολήθηκαν, έστω και στοιχειωδώς, με την σύγχρονη στρατηγική, είναι γνωστό πως η ανάλυση για την στρατιωτική ικανότητα «πρώτου πλήγματος» εντάσσεται στην προβληματική άμυνα / επίθεση και αμυντικό / επιθετικό στρατηγικό δόγμα. Το ζήτημα άμυνα / επίθεση, δεν αναφέρεται, κατ’ ανάγκη, σε πολιτικές επιδιώξεις επιθετικού χαρακτήρα. Όταν αναφέρεται στο στρατηγικό δόγμα ενός αμυνόμενου κράτους, σχετίζεται με την ανάγκη εξορθολογισμού των αμυντικών επιλογών με τρόπο που να καθιστά πιο αξιόπιστη, πιο εύρωστη και γι’ αυτό πιο αποτρεπτική την εθνική στρατηγική.

Η ανάπτυξη αμυντικών ή επιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων καθώς και του ανάλογου στρατηγικού δόγματος, μεταξύ άλλων,  σχετίζεται με 1) την μορφή της απειλής, δηλαδή τις πολιτικές και στρατιωτικές επιδιώξεις του επιτιθεμένου, 2) την διάταξη, δομή και ανάπτυξη των ενόπλων δυνάμεων του αντιπάλου, 3) το στρατηγικό δόγμα του αντιπάλου, 4) τις στρατιωτικές ανάγκες στην περίπτωση κάλυψης στόχων εκτός κρατικών συνόρων (προεκτεταμένη αποτροπή), 5) τις τεχνολογικές ικανότητες του αποτρέποντος και του αποτρεπομένου και 6) την ποσότητα / ποιότητα των οπλικών συστημάτων σ’ όλο το φάσμα της αντιπαράθεσης.

Στην αποτροπή, έχουμε επιθετική (ή, προς το ορθότερο, αντεπιθετική) στρατηγική, όταν το αμυντικό δόγμα και η διάταξη των ενόπλων δυνάμεων αποσκοπεί, κατά κύριο λόγο, στην όσο το δυνατό πιο έγκαιρη (αμέσως πρίν ή αμέσως μετά την έναρξη των εχθροπραξιών ή κατά την διάρκεια μιας ενδεχομένης κλιμάκωσης) καταστροφή του κυρίως σώματος των ενόπλων δυνάμεων ή άλλων ζωτικών στόχων του αντιπάλου. Επίσης, ακόμη και εάν το αμυνόμενο κράτος ουδόλως  αποσκοπεί στην προσάρτηση εδαφών, ένα στρατηγικό δόγμα αντεπιθετικού χαρακτήρα, για διαπραγματευτικούς και μόνον λόγους, σχεδιάζει την κατάληψη εχθρικού εδάφους και την καταστροφή κάθε στόχου που θα αποδυναμώσει δραστικά την στρατιωτική ικανότητα του επιτιθεμένου. Ουσιαστικά, οποιοσδήποτε στόχος που αποδυναμώνει δραστικά την στρατιωτική ικανότητα του αντιπάλου και / ή πλήττει σημαντικούς στόχους εις βάθος εντός της επικράτειάς του θεωρείται επιθετικού ή αντεπιθετικού χαρακτήρα. Αντίστοιχα, «αμυντική» στρατηγική ή στρατηγική απόκρουσης έχουμε όταν, με δεδομένους τους περιορισμένους στρατιωτικούς στόχους του αντιπάλου, σκοπός είναι περισσότερο η προστασία της εδαφικής επικράτειας και λιγότερο η προέλαση ή η καταστροφή των ενόπλων δυνάμεων του αντιπάλου και η κατάληψη εχθρικού εδάφους. Συναφώς, είναι ένα πράγμα να αμυνθείς όταν δεχθείς επίθεση και άλλο πράγμα όταν οι αποτρεπτικοί σου στόχοι σε συνάρτηση με τους επιθετικούς στόχους του αντιπάλου δημιουργούν ανάγκη αποτρεπτικών ικανοτήτων αντεπίθεσης και ανταπόδωσης (ή ακόμη και «έγκαιρου» πρώτου κτυπήματος) εις βάθος εντός της επικράτειας του επιτιθεμένου καθώς και κατά στόχων που πλήττουν καίρια την στρατιωτική του ικανότητα.

Το δίλημμα ανακύπτει επειδή, ακριβώς, είναι γνωστό πως η αποτροπή είναι τόσο ισχυρότερη όσο ο αποτρέπων είναι ικανός όχι μόνον να αμυνθεί στο έδαφός του αλλά και να αντεπιτεθεί ανταποδίδοντας καίριο κτύπημα κατά των ζωτικών ικανοτήτων του επιτιθέμενου. Δηλαδή, σ’ αυτή την περίπτωση – και μάλλον προς αυτή την κατεύθυνση οδηγεί το στρατιωτικό ανισοζύγιο Ελλάδας / Τουρκίας – το πιθανό κόστος του επιτιθέμενου πρέπει να είναι όχι μόνον η αποτυχία των επεκτατικών του επιδιώξεων αλλά επίσης, η αξιόπιστη ικανότητα αντεπιθετικών κτυπημάτων με βαρύτατες γι’ αυτόν συνέπειες. Βεβαίως, για τον αμυνόμενο / αποτρέποντα, το ιδανικό θα ήταν να είχε τόσο αμυντικές όσο και επιθετικές στρατιωτικές ικανότητες. Όμως, εάν για διάφορους λόγους – όπως στην περίπτωσή μας όπου η άγνοια και ο εφησυχασμός οδηγεί σε τρομακτικό ανισοζύγιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας – η αποτροπή δίνει πλέον το προβάδισμα στις επιθετικού χαρακτήρα στρατιωτικές ικανότητες. Επιβάλλεται να τονισθεί η ευθύνη αυτών που στο παρελθόν υποστήριξαν την αποδυνάμωση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος. Το αποτέλεσμα των θέσεων και ενεργειών τους μας οδήγησε στην σημερινή κατάσταση, όπου, ενδεχομένως, επιβάλλεται να καταφύγουμε στην λύση εσχάτης ανάγκης, δηλαδή στην ανάπτυξη επιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων στο πλαίσιο των αμυντικών πολιτικών μας στόχων. Για ευθύνες, κάποιος δεν έχει παρά να ανατρέξει στις συζητήσεις για τον αμυντικό προϋπολογισμό, ιδιαίτερα στην συζήτηση στην Βουλή τον Δεκέμβριο 1995, αλλά και σε μπουρδολογίες με μανδύα σοβαροφανών αναλύσεων που ρυπαίνουν τον δημόσιο διάλογο, κυρίως σε ορισμένα κυριακάτικα φύλλα. Σε κάθε περίπτωση, εάν η Ελλάδα δεν ακολουθούσε τον ολισθηρό δρόμο του κατευνασμού και του σχεδόν μονομερούς αφοπλισμού που ανέτρεψε την ισορροπία δυνάμεων που υπήρχε την δεκαετία του 1980, η Τουρκία, ουδόλως θα αποτολμούσε επιθετικά ατοπήματα και η σταθερότητα / ειρήνη θα ήταν σχεδόν δεδομένη.Σήμερα, με δεδομένο και αυξανόμενο το ανισοζύγιο, ενώ η ανάπτυξη αποτρεπτικών επιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων εκ μέρους μας είναι ίσως αναπόφευκτη, αυτό δημιουργεί μερικούς σοβαρούς κινδύνους. Δηλαδή, η εξισορρόπηση της δεδομένης πλέον Τουρκικής ικανότητας πρώτου κτυπήματος με ανάπτυξη Ελληνικών αντεπιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων, ενώ θα βελτιώνει την αποτρεπτική μας ικανότητα συνολικά θα αυξάνει ταυτόχρονα την αστάθεια σε περιπτώσεις κρίσεων. Στην τελευταία περίπτωση, τα κίνητρα των δύο πλευρών να κτυπήσουν πρώτοι θα αυξηθούν. Όμως, όπως θα εξηγηθεί στην συνέχεια, αυτή είναι μια παρωχημένη συζήτηση: H Τουρκική ικανότητα πρώτου κτυπήματος είναι ήδη γεγονός και η αστάθεια σε περίπτωση κρίσεως είναι δεδομένη, επειδή, ακριβώς, η Τουρκική υπεροχή σ’ όλα τα οπλικά συστήματα καθιστά δελεαστικό ένα Τουρκικό καταστροφικό πρώτο πλήγμα. Τα πάμπολλα casus belli των τελευταίων ετών είναι μια σημαντική επιβεβαίωση αυτής της θέσης που δεν έχουμε την πολυτέλεια να αγνοούμε. Ασφαλώς, δεν θα είχαμε εισέλθει σ’ αυτά τα διλήμματα, εάν εισακούονταν οι «ανησυχούντες», οι οποίοι, επι σειράν ετών προειδοποιούσαν για την ανάγκη ισορροπίας ως προϋπόθεσης ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή.

Αμυνόμενος / αποτρέπων και επιτιθέμενος / αποτρεπόμενος

Τα πιο πάνω οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα πως, στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης Τουρκίας – Ελλάδας, ο αμυνόμενος / αποτρέπων είναι η Ελλάδα και ο επιτιθέμενος / αποτρεπόμενος είναι η Τουρκία. Αυτό επειδή η τελευταία είναι η χώρα η οποία αδιαμφισβήτητα επιδιώκει δραστική αλλαγή του εδαφικού και κυριαρχικού καθεστώτος. Εάν δεχθούμε ως ορθή την θέση πως ο συσχετισμός δυνάμεων Ελλάδας – Τουρκίας επιδεινώνεται και πως η Τουρκία είναι αναθεωρητικό κράτος, η Ελλάδα, ως αμυνόμενο κράτος, θα μπορούσε να εξακολουθήσει να έχει αμυντικούς πολιτικούς στόχους (δηλαδή να μην επιδιώκει αλλαγή του ισχύοντος εδαφικού και κυριαρχικού καθεστώτος) χωρίς όμως αυτό να την εμποδίζει να αναπτύξει επιθετικές ικανότητες στον στρατιωτικό τομέα εάν αυτό επιβάλλεται από τις ανάγκες της εθνικής στρατηγικής όπως αυτές αναφύονται λόγω των προαναφερθέντων παραγόντων (μορφή της απειλής, γεωπολιτικά δεδομένα, κτλ). Οι αντεπιθετικές απειλές μιας τέτοιας αποτρεπτικής στρατηγικής, εάν είναι αξιόπιστες, δημιουργούν συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων το πρώτο κτύπημα θα επικρέμαται ως «δαμόκλειος σπάθη» κατά αποσταθεροποιητικών κινήσεων του αντιπάλου. Συνολικά, ο στόχος της αποτροπής του πολέμου εξυπηρετείται τόσο περισσότερο όσο μεγαλύτερη είναι η αντεπιθετική απειλή, επειδή προκαλεί ανησυχία και φόβο στο πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας για μεγάλο κόστος εάν συνεχίσουν τις επιθετικές του στάσεις ή εάν αποτολμήσουν στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό. Με κάθε κριτήριο αποτρεπτικής στρατηγικής, όσο πιο καταστροφική είναι η αποτρεπτική / αντεπιθετική απειλή, τόσο περισσότερο ενισχύεται η αμυνόμενη χώρα, στην προκειμένη περίπτωση η Ελλάδα η οποία υπεραμύνεται του status quo,

Κάποιοι, αφελώς, με δέος και φόβο, ανταπαντούν πως αντεπιθετικές Ελληνικές ικανότητες και στρατηγικό δόγμα που θα επισείει ή υπονοεί αποτρεπτικό πρώτο κτύπημα εκ μέρους της Ελλάδας θα προκαλέσει ανάλογη Τουρκική αντίδραση.

Όμως, πρώτο, εάν η Ελληνική αμυντική στρατιωτική ικανότητα δεν είχε αποδυναμωθεί λόγω πληθώρας ανόητων δήθεν ειρηνιστικών αναλύσεων υπέρ ουσιαστικά ενός μονομερούς ελληνικού αφοπλισμού, το ζήτημα θα ετίθετο διαφορετικά. Το πρόβλημα, επαναλαμβάνεται, ανακύπτει λόγω αποδυνάμωσής μας την τελευταία δεκαετία. Η αποδυνάμωση αυτή, για την οποία υπάρχουν πολιτικές ευθύνες, αγγίζει σχεδόν κάθε διάσταση της εθνικής μας στρατηγικής, και κυρίως, την στρατιωτική μας ικανότητα, την διπλωματική μας αξιοπιστία (λόγω μειωμένης αποτρεπτικής αξιοπιστίας) και το πατριωτικό φρόνημα του λαού λόγω αντιπατριωτικού μακαρθισμού που συστηματικά παρατηρείται στον Ελληνικό δημόσιο διάλογο.

Δεύτερο, η συζήτηση περι πιθανής Τουρκικής ανταπάντησης είναι καθυστερημένη. Αυτό επειδή ήδη η Τουρκία όχι μόνον έχει αναπτύξει μια φοβερή ανισορροπία δυνάμεων αλλά επίσης, όπως εξόχως θεμελιώνεται από τον Παναγιώτη Κονδύλη στο επίμετρο του βιβλίου του, επειδή η προβολή των τάσεων οδηγεί σε συνολικό γεωπολιτικό ανισοζύγιο που συνοδεύεται με πασίδηλη ηγεμονική Τουρκική στρατηγική και – αναπόφευκτα – απο επιθυμία των μεγάλων δυνάμεων να αναπτύξουν πελατειακές σχέσεις με την Τουρκία στην βάση αυτού του ηγεμονισμού (ως προς τον οποίο η Ελλάδα καλείται να προσαρμοσθεί, κάλεσμα στο οποίο ανταποκρίνονται πολλοί πολιτικοί όλων των Ελληνικών παρατάξεων).

Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τονισθεί ότι – και η ανάλυση του Παναγιώτη Κονδύλη φωτίζει πλήρως αυτή την πτυχή – πως το στρατηγικό μας δόγμα επιβάλλεται να προσαρμοστεί στις ανάγκες της απειλής και των συσχετισμών δυνάμεων που δημιουργούν οι τάσεις όπως αυτές προβάλλονται στο ορατό μέλλον.  Όπως υποστηρίζει ο Παναγιώτης Κονδύλης, αυτή η προσαρμογή του στρατηγικού δόγματος πρέπει να διέπεται από την αμείλικτη πραγματικότητα: Δηλαδή, από το γεγονός ότι, μετά τις δικές μας πολιτικές αμυντικές και διπλωματικές επιλογές, ιδιαίτερα της τελευταίας δεκαετίας «το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας μακροπρόθεσμα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας μακροπρόθεσμα συρρικνώνεται» (σελ. 398). Σ’ αυτό το πλαίσιο, «ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία. Καμιά άμυνα δεν είναι τελεσφόρα, αν δεν εμπεριέχει μια δραστική τιμωρία του επιτιθέμενου, όμως η τιμωρία αυτή δεν μπορεί παρά να συνίσταται σε πράξεις, οι οποίες, αν ιδωθούν μεμονωμένα, χαρακτηρίζονται από την ισχυρή παρουσία επιθετικών στοιχείων: ο αμυνόμενος πυροβολεί με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο σκοπό όπως και ο επιτιθέμενος» (σελ. 398).

Αυτή η θέση μας φέρνει στην τρίτη επισήμανση για την σχέση άμυνας / επίθεσης και την πιθανή αντίδραση της Τουρκίας. Δηλαδή, η επιθετική διάταξη των ενόπλων δυνάμεων αλλά και κάθε γνωστή μελλοντική ανάπτυξη των τουρκικών στρατιωτικών ικανοτήτων οδηγούν στον συμπέρασμα πως ήδη υπάρχει τόσο τουρκική πολιτική θέληση πρώτης καταστροφικής επίθεσης κατά της Ελλάδας όσο και στρατιωτικές ικανότητες που στηρίζουν τους πολιτικούς στόχους. Τα πολλά casus belli κατά της Ελλάδας, επαναλαμβάνεται, είναι σαφής απόδειξη αυτής της πραγματικότητας. Επομένως, το πρόβλημά μας δεν είναι μια πιθανή αποσταθεροποίηση που ενδεχομένως θα οδηγήσει η δραστική αναπροσαρμογή  του στρατηγικού μας δόγματος αλλά η αναπροσαρμογή με τρόπο που θα βελτιώνει τις πιθανότητες αποτροπής του πολέμου επειδή θα καθιστά ατελέσφορη την Τουρκική επίθεση (η οποία με κάθε κριτήριο βρίσκεται σε εξέλιξη και αναμενόμενη ευκαιρίας δοθείσης).

Τέλος, ένα ακόμη στοιχείο αναφέρεται όχι στην αποτροπή του πολέμου αλλά στην έκβασή εάν και όταν δυστυχώς η δική μας αποτροπή αποτύχει. Εάν για οποιαδήποτε αιτία – και η εξέλιξη των συσχετισμών δημιουργεί κίνητρα στην Τουρκία για εκτέλεση απειλών χαμηλής έντασης που αυξάνουν τις πιθανότητες έναρξης στρατιωτικών συγκρούσεων – αρχίσουν στρατιωτικές συγκρούσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι αντεπιθετικές μας ικανότητες είναι καθοριστικό στοιχείο τόσο για τον υπέρ της Ελλάδας έλεγχο της κλιμακώσεως με ενδοπολεμική αποτροπή όσο και την στρατηγική νίκη εάν παραταύτα ο πόλεμος γενικευθεί.

Συμπερασματικά, υπάρχει ανάγκη ισορροπίας μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας, γεγονός που πολλοί από καιρό υποστηρίζουν και άλλοι αντικρούουν με ψευτοδιεθνιστικά και ψευτοειρηνιστικά ρητορικά επιχειρήματα. Η ανισορροπία είναι ήδη γεγονός και η περαιτέρω επιδείνωση των συσχετισμών περισσότερο από βεβαία. Η ανάγκη προσπαθειών εγκαθίδρυσης ισορροπίας είναι προϋπόθεση ειρήνης και σταθερότητας. Η προσαρμογή του στρατηγικού μας δόγματος, επίσης, είναι 1) προϋπόθεση αποτροπής των απειλών μικρής έντασης που η προαναφερθείσα ανισορροπία δημιουργεί, 2) προϋπόθεση αποτροπής ενός Τουρκικού πρώτου κτυπήματος σε περιόδους έντασης και 3) προϋπόθεση ελέγχου της κλιμάκωσης εάν μολαταύτα η Τουρκία «ανοίξει την πόρτα του φρενοκομείου».

Η κατάθεση του Παναγιώτη Κονδύλη αποτελεί μια από τις σοβαρότερες αναλύσεις στο πλαίσιο αυτού του προβληματισμού και θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα σοβαρού διαλόγου για τις πιο πάνω πτυχές.

Περι Μακεδονικού

Τέλος, ως προς ένα τουλάχιστο θέμα, είναι ίσως σκόπιμο να διαφοροποιηθώ από τον Παναγιώτη Κονδύλη. Στην άχαρο ρόλο που του επιβλήθηκε να υπεραμύνεται τα αυτονόητα μετά την προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του στο ΒΗΜΑ (9.11.1997), επιτίθεται (όπως και στο βιβλίο του, με ηπιότερους όμως τόνους) κατά των «εθνικιστών» στον χειρισμό του Μακεδονικού. Δεν αποκλείεται ότι, μικρός ίσως αριθμός αυτών που αρνούνται να νομιμοποιήσουν τον Μακεδονικό αλυτρωτισμό στα Βαλκάνια είναι εθνικιστικών-σωβινιστικών πεποιθήσεων, όπως, αντίστοιχα, δεν αποκλείτεται πως μικρός αριθμός «ειρηνιστών» να είναι ασυνείδητα ή πληρωμένα όργανα της Τουρκικής προπαγάνδας. Όμως, θα ήταν ίσως χρήσιμο εάν ο Παναγιώτης Κονδύλης τους αντιδιάστελλε από αυτούς οι οποίοι συνιστούν την συντριπτική πλειοψηφία, και οι οποίοι, έστω και εάν καταλήγουν σε διαφορετικό από αυτόν συμπέρασμα, αρνούνται να νομιμοποιήσουν διεκδικήσεις κατά της Ελλάδας, όχι λόγω παράνοιας ή σοβινισμού αλλά λόγω εκτιμήσεων για την προβολή των συσχετισμών ισχύος και συμφερόντων στο μέλλον (οι οποίες, εκτιμήσεις, ίσως, εάν τις διαβάσει κάποιος προσεκτικά, ελάχιστα ή καθόλου διαφέρουν από τις αντίστοιχες εκτιμήσεις του ΠΚ). Η «άλλη εκτίμηση», ακριβώς, εκκινώντας από τους ίδιους περίπου συλλογισμούς με τον Παναγιώτη Κονδύλη για την εξέλιξη των συσχετισμών στα Βαλκάνια και στην Μεσόγειο, υποστηρίζει πως η νομιμοποίηση των βαθιά ριζωμένων αλυτρωτικών διεκδικήσεων στα Βαλκάνια, θα έκανε, στο μέλλον, αμελητέα οποιαδήποτε οφέλη λόγω κατευνασμού των Σκοπίων. Χωρίς δισταγμό, σ’ αυτή την σχολή σκέψης θα ενέτασσα πολιτικά πρόσωπα όπως ο Στέλιος Παπαθεμελής, ο Αντώνης Σαμαράς αλλά και όλους σχεδόν τους άλλους πολιτικούς ή αναλυτές όλων των ιδεολογικων και κομματικών αποχρώσεων που θεωρούν άσκοπο και επικίνδυνο τον κατευνασμό του δονκιχωτικού αλυτρωτισμού των Σκοπίων).

Σε τελευταία ανάλυση, είναι φανερό πως η τεράστια σημασία θεμελιωμένων αναλύσεων όπως αυτή του Παναγιώτη Κονδύλη, δεν βρίσκεται στην προσφορά συνταγών πολιτικής προς την μια ή προς την άλλη κατεύθυνση – λάθος το οποίο, κατά καιρούς, παρασυρόμενοι στην δίνη μιας απελπιστικά χαμηλού επιπέδου δημόσιας συζήτησης για την εθνική μας στρατηγική, όλοι μας κάνουμε – αλλά στον εμπλουτισμό του επιστημονικού και ευρύτερα του δημόσιου διαλόγου με βαθυστόχαστες και θεμελιωμένες αναλύσεις που διευκολύνουν την κοινωνία και τον πολιτικό κόσμο να κάνουν τις επιλογές τους. Πάντως, ενώ ουδόλως γνωρίζω τον Παναγιώτη Κονδύλη προσωπικά, θα έπαιρνα εν τούτοις το θάρρος να τον συμβουλεύσω, όπως επιβάλλει η λαϊκή ρήση, «να αποφεύγει να αναμιγνύεται με τα πίτουρα ούτως ώστε να μειώνονται οι πιθανότητες να τον φάνε οι κότες» ή να τον απειλήσουν με ηχορύπανση με μηχανάκια χωρίς εξάτμιση. Πολλοί που επιλέγουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα την παθαίνουν, και ο Παναγιώτης Κονδύλης ίσως να αξίζει καλύτερη τύχη.

Υστερόγραφο Ιανουάριος 2009. Σε μια από τις συνομιλίες μου λίγο πριν αποχωρήσει από τα εγκόσμια το 1998 του έθεσα υπόψη το τελευταίο κομμάτι για το Μακεδονικό και χαμογελώντας μου είπε “μην δίνεις σημασία”. Μια αναφορά έκανα και σε επικείμενες δημοσιεύσεις θα γίνουν κάποιες διευκρινίσεις. Για το ζήτημα του “πρώτου κτυπήματος” θεώρησε ότι η ανάλυσή μου είναι συμπληρωματική και ότι κάποια στοιχεία θα τα ενσωμάτωνε σε προσεχή επανέκδοση της Θεωρίας του Πολέμου ή σε άλλα κείμενα που προετοίμαζε.

Υστερόγραφο

Ο Κονδύλης είναι περιγραφικός και αξιολογικά ουδέτερος. Όσο και να προσπαθήσεις να βρεις αν κάπου ξέφυγε από την αξιολογικά ελεύθερη περιγραφή δεν το κατορθώνεις και εάν έτσι νομίσεις πιο κάτω αναιρείται μέσα στα κύματα εναλλακτικών και συγκριτικών θεωρήσεων. Ως προς τούτο σωστά είμαι ότι εκπλήσσεται αν κάποιος διαφωνεί ή συμφωνεί μαζί του. Δεν είναι θέμα να τον ζηλέψεις, να τον φοβηθείς ή να τον ανατρέψεις και όσοι το επιχείρησαν εκτιμώ ότι περίπου γελοιοποιήθηκαν επιστημονικά. Ο Κονδύλης είναι ένας ωκεανός πολιτικής σκέψης που αξίζει να ταξιδεύεις, να αντλείς και να εμπλουτίζεις την ανάλυσή σου. Έχω αφιερώσει δύο βιβλία μου στον Παναγιώτη Κονδύλη και έπεται ακόμη ένα. Τα δύο βιβλία είναι το «Κοσμοθεωρητική ετερότητα και αξιώσεις πολιτικής κυριαρχίας» και το «Κοσμοθεωρία των Εθνών, τι συγκροτεί και συγκρατεί τα κράτη, την Ευρώπη και τον κόσμο«.

 

Συναφή

  • Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΝΔΥΛΕΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ ΠΟΥ ΠΑΓΙΔΕΥΣΕ ΤΗ ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΟΝ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟ http://wp.me/p3OlPy-ZB 
  • ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ. «Πελατειακές σχέσεις» («patron-clientrelations») μεταξύ ισχυρών και λιγότερο ισχυρών κρατών και ο διάλογος Μηλίων-Αθηναίων στον Θουκυδίδη. https://wp.me/p3OlPy-Oa
  • ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ: Τι είναι οι Θερμοπύλες, εν τέλει; Τι είναι η Ιθάκη; Τι είναι οικογένεια; Τι είναι πατρίδα; http://wp.me/p3OlPy-1pZ – http://wp.me/p3OqMa-1j0
  • ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ http://wp.me/p3OqMa-1ij – http://wp.me/p3OlPy-1pn
  • Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΡΟΚΑΝΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΩΝ ΕΧΕΙ ΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙ-ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΣΚΕΨΗΣ. Συμπεριλαμβάνει απόσπασμα από το «Κοσμοθεωρία των Εθνών»http://wp.me/p3OqMa-1ie
  • Οντολογική θεμελίωση του Πολιτικού και ο ρόλος της ισχύος στην αθέσπιστη διεθνή πολιτική: Πολιτικός στοχασμός versus Πολιτική Θεολογία http://wp.me/p3OlPy-1no – http://wp.me/p3OqMa-1hI
  • ΗΘΙΚΗ και ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ, Η μη θεσπισμένη ισχύς στην διεθνή πολιτική. Πολιτική θεολογία versus πολιτική θεωρία και η σημασία της αξιολογικά ελεύθερης περιγραφής και ερμηνείας των διεθνών φαινομένων ­– http://wp.me/p3OlPy-1bH – http://wp.me/p3OqMa-13c
  • ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΈΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΎ ΚΑΙ Η ΚΑΤΆΛΗΞΉ ΤΟΥ: ΚΑΤΕΞΟΥΣΙΑΣΜΟΣ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ,ΤΟΚΟΓΛΥΦΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΩΝhttp://wp.me/p3OqMa-138
  • ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΡΟΚΑΝΙΖΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΛΗΓΟΥΝ ΣΕ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΣΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΟΜΟΡΡΩΝ http://wp.me/p3OlPy-1kS
  • ΤΑ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑ ΣΟΔΟΜΑ ΚΑΙ ΓΟΜΟΡΡΑ, Η «ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ» και συνθήκες που την κατεδαφίζουν. http://wp.me/p3OlPy-1bQ –  http://wp.me/p3OqMa-15l
  • ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ, ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ, ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ, ΔΕΣΠΟΤΕΙΑ VERSUS ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ / ΙΣΧΥΡΕΣ… http://wp.me/p3OlPy-10O 
  • «ΔΕΝΔΡΟ-ΦΟΒΙΑ», «ΦΥΛΛΟ-ΦΟΒΙΑ», «ΦΥΣΗ-ΦΟΒΙΑ» ΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗΣ http://wp.me/p3OlPy-ZS 
  • Μοντερνισμός, το ιδεολογικό φαινόμενο και η μεταμοντέρνα διολίσθηση προς τα ανθρωπολογικά Σόδομα και Γόμορρα. http://wp.me/p3OlPy-Zv 
  • ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΜΠΕΡΔΕΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΘΝΙΚΟΎ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ http://wp.me/p3OlPy-Vv 
  • ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΑΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ. ΤΟ ΑΒΑΣΤΑΚΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΧΑΟΣ http://wp.me/p3OlPy-OE 
  • Tο εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα και η διαδρομή της ανθρωποκεντρικής πολιτικής θεμελίωσης http://wp.me/p3OlPy-1id
Π. Ήφαιστος – PIfestoswww.ifestos.edu.gr – [email protected]  www.ifestosedu.gr – [email protected] Twitter https://twitter.com/ifestoseduLinkedin https://www.linkedin.com/in/panayiotis-ifestos-0b9382131/Instagram https://www.instagram.com/p.ifestos/

Στρατηγική Θεωρία–Κρατική Θεωρία https://www.facebook.com/groups/StrategyStateTheory/

Προσωπική σελίδα https://www.facebook.com/p.ifestos

Προσωπικό προφίλ https://www.facebook.com/panayiotis.ifestos

Πολιτισμός, Περιβάλλον, Φύση, Ψάρεμα https://www.facebook.com/Ifestos.DimotisBBB

Διεθνής πολιτική 21ος  αιώνας https://www.facebook.com/groups/InternationalPolitics21century/

ΗΠΑ: Ιστορία, Διπλωματία, Στρατηγική https://www.facebook.com/groups/USAHistDiplStrat/

Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρος: Ανισόρροπο τρίγωνο https://www.facebook.com/groups/GreeceTurkeyCyprusImbalance/

Διαχρονική Ελληνικότητα https://www.facebook.com/groups/Ellinikotita/

Φιλοπατρία, Δημοκρατία, Ελευθερία https://www.facebook.com/groups/philopatria/

Άνθρωπος, Κράτος, Κόσμος–Πολιτικός Στοχασμός https://www.facebook.com/groups/Ifestos.political.thought/

Κονδύλης Παναγιώτης – https://www.facebook.com/groups/Kondylis.Panagiotis/

Θολό βασίλειο της ΕΕ https://www.facebook.com/groups/TholoVasileioEU/

Θουκυδίδης–Πολιτικός Στοχασμός https://www.facebook.com/groups/thucydides.politikos.stoxasmos/

Μέγας Αλέξανδρος–Ιδιοφυής Στρατηγός και Στρατηλάτης https://www.facebook.com/groups/M.Alexandros/

Εκλεκτά βιβλία που αξίζουν να διαβαστούν https://www.facebook.com/groups/eklektavivlia/

Ειρηνική πολιτική επανάσταση https://www.facebook.com/groups/PolitPeacefulRevolution/

«Κοσμοθεωρία των Εθνών» https://www.facebook.com/kosmothewria.ifestos

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, κείμενο

 

Μια αμερικανική καταγγελία κατά της Ουάσιγκτον για τα εγκλήματα στην Ανατολική Ουκρανία

8 Ιουλίου, 2014

Ο κεντρικός ρόλος της ενέργειας στη διεθνή πολιτική και Ελλάδα

8 Ιουλίου, 2014