Η 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία Κύπρου (Ο απαγχονισμός του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού)

 

9.7.1821: Ο Αρχειεπίσκοπος Κυπριανός  απαγχονίζεται.

Η συνέχεια υπήρξε δραματική. Στα χέρια του Κουτσιούκ Μεχμέτ βρίσκονταν ήδη μερικές από τις προκηρύξεις της επαναστατημένης Ελλάδας που είχε φέρει στην

Κύπρο ο Κύπριος Αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησέας στις αρχές Απριλίου 1821.

Αφού λεηλάτησε και κατέστρεψε τα πάντα ο Κουτσιούκ Μεχμέτ έθεσε σε εφαρμογή το χειρότερο των σχεδίων του που προέβλεπε τον αποκεφαλισμό 486 προκρίτων της νήσου μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο Αρχιεπίσκοπος και πολλοί

Ιεράρχες.

Τον κατάλογο είχε υποβάλει προηγουμένως Κουτσιούκ Μεχμέτ στον Σουλτάνο και σαν έφθασε η απάντηση της Πύλης έκανε αυτό που ονειρευόταν.

Ομως ο Κουτσιούκ Μεχμέτ για να καταστήσει όλους συνυπεύθυνους της σφαγής που προγραμμάτιζε κάλεσε τους αγάδες σε σύσκεψη και τους είπε σύμφωνα με τον Ι. Φιλήμονα (Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1860): «Διά την ασφάλειαν της νήσου θεωρώ επαρκούσαν μόνην την σφαγήν του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και εγκριτωτέρων».

Όμως οι αγάδες κατά τον Ι. Φιλήμονα απάντησαν ότι αναλάμβανε μεγάλη ευθύνη αν ενεργούσε με αυτό τον τρόπο.

Ο ίδιος όμως τους απάντησε ότι θα αναλάμβαναν με την εισήγηση τους αυτή και κάθε ευθύνη για οποιαδήποτε ένοπλη αντίσταση που δυνατόν να ακολουθούσε.

Έτσι με τη συγκατάθεση πλέον των αγάδων ο Κουτσιούκ Μεχμέτ εξέδωσε εγκύκλιο με την οποία τόνιζε ότι «ο Σουλτάνος μετά πλείστης όσης ευχαριστήσεως, ιδών την προθυμίαν των ραγιάδων εις την παράδοσιν των όπλων, διέταξεν αυστηρώς να απολαμβάνωσιν ως πιστοί, πάσαν των επιτοπίων αρχών προστασίαν επί της ζωής, της τιμής και της περιουσίας αυτών».

Με την ίδια εγκύκλιο, κατά τον Φιλήμονα, απειλούσε με πολύ αυτηρές ποινές

οποιονδήποτε θα έβλαπτε τους υπκηκόους του Σουλτάνου.

Παράλληλα ο Κουτσιούκ Μεχμέτ για παραπλάνηση φρόντισε να τιμωρήσει και μερικούς Τούρκους για μικροπαραπτώματα, ώστε να απομακρύνει κάθε υποψία από τους Ελληνες για τις σκέψεις του.

Αφού προετοίμασε το έδαφος κάλεσε στην πρωτεύουσα όσους είχε τοποθετήσει σε ένα μακρύ κατάλογο προγραφών με το πρόσχημα ότι θα τους ευχαριστούσε και για να συνυπογράψουν κοινές ευχαριστήριες επιστολές στο Σουλτάνο για τις αγαθές του διαθέσεις προς αυτούς.

Ελάχιστοι δεν πήγαν στη Λευκωσία. Οσοι είχαν προγραφεί αλλά δεν καλούνταν σε τέτοιες συγκεντρώσεις προηγουμένως μεταφέρθηκαν διά της βίας από το στρατό.

Συνολικά συγκεντρώθηκαν 470 από τους 486 και σ’ αυτούς ο Κουτσιούκ Μεχμέτ ωμά διάβασε τη σουλτανική απόφαση με την οποία τους ανακοινωνόταν ότι θα

εκτελούνταν.

Ο Κηπιάδης στο βιβλίο του «Απομνημονεύματα των κατά το 1821 εν τη νήσω Κύπρω τραγικών σκηνών» που εξέδωσε το 1888 στην Αλεξάνδρεια και ανατύπωσε το υπουργείο Παιδείας της Κύπρου το 1972, αναφέρει τα πιο κάτω από τη στιγμή του αφοπλισμού των Κυπρίων μέχρι την 9η Ιουλίου:

(μεταγλώτιση):

«Ετσι στις 23 Απριλίου 1821 χωρίς καμιά αντίσταση σε όλη τη νήσο εκτελέστηκε το διάταγμα για αφοπλισμό και τίποτε το απευκταίο δεν θα ακολουθούσε εάν η φιλοχρηματία του Κουτσιούκ Μεχμέτ δεν εξεγειρόταν σε όλη τη θηριώδικη παραφορά, επειδή θεώρησε εύκαιρη την περίσταση να πλουτίσει αν κατόρθωνε να θυσιασθούν οι ισχυρότεροι των Ελλήνων της Κύπρου.

Λόγω αυτού αφού συνεννοήθηκε με τους αγάδες, οι οποίοι θεώρησαν κατάλληλη την περίσταση, όπως με ευτελές τίμημα γίνουν κάτοχοι των περιουσιών των προγραφησομένων που θα δημοπρατούνταν μαζί με την αναγγελία του προς την Πύλη, ότι ο αφοπλισμός επιτελέστηκε ήσυχα, καθυπέβαλε και ονομαστικό κατάλογο 486 προυχώντων κυπρίων χριστιανών συμπεριλαμβανομένου και του Αρχιεπισκόπου, των τριών Μητροπολιτών και όλων των ηγουμένων των Ιερών Μοναστηρίων της νήσου, κατηγορώντας τους ότι δήθεν αφού συνεννοήθηκαν για εξέγερση με τους Ελληνες που επαναστάτησαν.

Ενισχύθηκε δε η κατηγορία αυτή από την άφιξη στη νήσο του Κυπρίου Αρχιμανδρίτη Θεοφύλακτου Θησέως ο οποίος φθάνοντας στο λιμάνι της Λάρνακας διέδωσε επιστολές και προκηρύξεις με τις οποίες προτρεπόταν επανάσταση και οι οποίες περιήλθαν στα χέρια του Ηγεμόνα, ο οποίος λόγω αυτού έγραψε αμέσως στην

Κωνσταντινούπολη και ζήτησε στρατό και γι’ αυτό η Κυβέρνηση διέταξε και έφθασαν από την Ακρη κατά τις αρχές του Μαϊου 4000.

β. Κι έτσι η Κυβέρνηση του σουλτάνου Μαχαμούτ υπό τις περιστάσεις αυτές

παραπεισθείσα διέταξε με αυτοκρατορικό ορισμό το θάνατο όλων αυτών και τη δήμευση όλης της περιουσίας τους.

Μερικοί θεώρησαν τον αριθμό των προγραφέντων υπερβολικό κι έτσι αφού έλαβαν

υπόψη μόνο τους θυσιασθέντες που διέμεναν στη Λευκωσία. Κι όμως σε όλη τη νήσο Κύπρο περισσότερα από τον αριθμό αυτό έπεσαν θύματα. Επειδή στο άκουσμα της ελληνικής επανάστασης εξήφθη το φανατικό μίσος των τότε οθμανών, και ως εκ τούτου θεωρούσαν ύποπτους όλους ανεξαίρετα τους Ελληνες ραγιάδες. Ιδιαίτερα μετά το απερίσκεπτο πραξικόπημα του αναφερόμενου Αρχιμανδρίτη Θεοφύλακτου Θησέως, σε τρόπον ώστε και η ελάχιστη αφορμή αρκούσε για να καταστεί αιτία θανάτου.

Πολλοί που θανατώθηκαν με την παρέλευση των χρόνων, εφόσον δεν καταγράφηκαν τα ονόματα τους, ξεχάστηκαν. Αλλά και ο κάλαμος αδυνατεί πραγματικά να περιγράψει γεμάτος φρίκη εκείνη την κατάσταση η οποία διήρκεσε για ένα μήνα κατά τον οποίο κανένας χριστιανός δεν τολμούσε να πει σε Τούρκο ότι κι άν άκουε ούτε να βγει τη νύκτα από το σπίτι του ότι και αν χρειαζόταν.

Πανικός δε και φόβος κατέλαβε τους χριστιανούς ραγιάδες και οι ναοί του Υψίστου

κατεπατήθησαν, συλήθηκαν, λεηλατήθηκαν, τα ιερά των ναών εχλευάσθησαν, παρθένες διακορεύθησαν, γυναίκες ατιμάστηκαν και κάθε ντροπή εξέλιπε και κάθε σπινθήρας ελέους έσβησε τις ημέρες εκείνες της οδύνης και των στεναγμών κατά τις οποίες οι ταλαίπωροι χριστιανοί με δάκρυα και πικρία έτρωγαν το ψωμί τους και χωρίς ελπίδα κοιμώντουσαν αμφιβάλλοντες αν το επόμενο πρωί θα έφεραν στους ώμους τους την κεφαλή τους.

Κι΄ αυτά όλα διεπράχθησαν εναντίον λαού αθώου, λαού που δεν έδωσε κανένα

απολύτως σημείο εξέγερσης και μήτε καν όπλα είχε, διότι και αν μερικοί από αυτούς είχαν, τα αφαιρούσαν οι κρατούντες σύμφωνα με το διάταγμα περί αφοπλισμού.

Αυτά όλα οι επιζώντες μαρτυρούν από τη γενειά εκείνη, μακαρίζοντες την εποχή μας. Επιπλέον δε και ο Σπυρίδων Τρικούπης για την Ιστορία, να πως αφηγείται σε περίληψη:

(γ) «Από τα οδυνηρά συμβάντα της Σμύρνης φέρουμε το λόγο στα πιο οδυνηρά της

Κύπρου. Παρατρέχουμε σε άλλα άλλων μερών σε αποφυγή επανάληψης των δεινών, νομίζοντες ότι όσα διηγούμαστε είναι ικανά αυτά μόνα να δείξουν υπό ποίες τίγρεις διατελούσαν οι άθλιοι Χριστιανοί. Ο Κουτσιούκ Μεχμέτ συνεννοήθηκε με μυστικό συμβούλιο με μερικούς αγάδες και δεν άρκεσαν να θυσιασθούν οι τέσσερις μόνον Αρχιερείς και οι λίγοι έγκριτοι των χριστιανών, αλλά όσοι, είτε για την περιουσία τους, είτε για άλλη αιτία, είχαν επιρροή στους ομοεθνείς τους και

μπορούσαν να τους ωθήσουν σε επανάσταση. Σ’ αυτή τη βάση συνέταξαν μακρύ

κατάλογο προγραφής συμπεριλαμβάνοντες αναμφίβολα και όσους ο κάθε ένας μισούσε ή όσων επιθυμούσε να οικειοποιηθεί με μικρή τιμή την περιουσία».

Και συνεχίζοντας ακόμη προσθέτει ότι «η τρομερή αυτή κατάσταση διήρκεσε για διάστημα τριάκοντα ημερών».

Μόλις έφθασε το προαναφερθέν αυτοκρατικό διάταγμα, ο ηγεμώνας σενεκάλεσε

κοντά του τους τέσσερις Αρχιερείς και ζήτησε και πήρε από αυτούς ομήρους κληρικούς, τους οποίους και έθεσε υπό κράτηση στις φυλακές του Σεραγίου.

Συγχρόνως μετακάλεσε στη Λευκωσία και όλους τους προύχοντες των Οθωμανών και σε επήκοο όλων διάβασε τον αυτοκρατορικό ορισμό ή μάλλον την καταδικαστική απόφαση των προγραμμένων

Μεταξύ των προεστώτων αυτών οθωμανών ήταν ο Μετέσαγας Αλκαη- Βέης της

Λευκωσίας, Χουσείν-Αγάς Κιόρογλους, Γεννιτσάραγκας Λευκωσίας, Καρα- Μεχμέτης Σπαχής Αγίου Ιωάννου Μαλούντας, Ιμπραήμ Ιέραγας από Γρούταν της Πάφου, Αλή Βαϊρακτάρης της Πάφου, Ουστά Χασάνης Σκελαγασίς Λάρνακος, Καραμανιάς αδελφός του, Κιριττόγλου, Τηλερτόγλου, Φεζουλάς Τουρκστάνι, Μουσταφάς Τουφεξίπασις, Λεμησσού, Κοφτερός Τουφεξίπασις Λευκωσίας, Σουλεϊμάναγας Μουτεβελής των Βακουφίων Λαπήθου και Καραβά και ο Χατζή Ταχίραγας, τον οποίο κατά το 1838 ο Σουλτάνος Μαχμούτης με ειδικόν απεσταλένο δήμιο απέκοψε και μετέφερε στην Πόλη την κεφαλή του λόγω σοβαρής μήνυσης της συζύγου

του Οσμάν Πασά που δηλητηριάστηκε και πέθανε στην Κύπρο, η οποία ήταν οδαλίσκη του αυτοκρατορικού χαρεμίου και ευνοουμένη του Σουλτάνου».

Στις 9 Ιουλίου τα πάντα είχαν σκοτεινιάσει από το πρωί. Ο Κουτσιούκ Μεχμέτ αφού

έκλεισε τις πύλες της Λευκωσίας προχώρησε σε ένα όργιο αίματος παρόμοιο του οποίου δεν είχε γνωρίσει η Λευκωσία από την κατάληψη της από τους οθωμανούς το 1570.

Πρώτος σύρθηκε σε μια συκαμινιά και απαγχονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός γιατί ο Κουτσιούκ Μεχμέτ τον είχε διαβεβαιώσει ότι δεν θα τον αποκεφάλιζε κι έτσι τον σκότωσε κρεμμάζοντας τον… και τηρώντας ταυτόχρονα τον όρκο του.

Ο Αρχιεπίσκοπος με κανένα τρόπο δεν δέχθηκε τις παραινέσεις όσων έσπευσαν κοντά του για να δεχθεί βοήθεια και να καταφύγει στο εξωτερικό.

Ο Κηπιάδης περιγράφει ως εξής τη δραματική αυτή μέρα της Ιστορίας της Κύπρου:

Στις 9 Ιουλίου του ιδίου χρόνου (1821) ημέρα Σάββατο, ο ηγεμόνας διέταξε κι έκλεισαν τις πύλες της πόλης της Λευκωσίας και στην πλατεία του πάλαι ποτέ διάσημου ανακτόρου των Λουζινιανών Βασιλέων, έγινε το πιο φρικτό θέαμα από όσα η ταλαίπωρη Κύπρος είδε από την άλωση της από τους Τούρκους.

Πρώτος ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, τον οποίο προηγουμένως ο Ηγεμώνας με όρκο

είχε διαβεβαιώσει ότι θα τον αποκεφάλιζε και τον οποίο μάταια μερικοί παρακίνησαν να αποδράσει και να σώσει έτσι τον εαυτό του, απαγάγεται και απαγχονίζεται, κρεμασθείς από συκαμινιά που βρίσκεται έναντι της Πύλης του Σεραγίου.

Ταυτόχρονα στην ίδια περίπου θέση αποκόπτουν το κεφάλι του Γεωργίου Μασούρα από τη Λεμεσό, ο οποίος έφερε το ψηλό αξίωμα του Καππί Κεχαγιά στην Κωνσταντινούπολη (επιτετραμμένου της νήσου). Υστερα αποκεφάλισαν τους τρεις Μητροπολίτες Χρύσανθο Πάφου, Μελέτιο Κιτίου και Λαυρέντιο Κυρηνείας, τον δε αρχιδιάκονο του Αρχιεπισκόπου Μελέτιο απαγχόνισαν, αφού τον κρέμασαν σε πλάτανο απέναντι από τη συκαμινιά.

Επίσης αποκεφάλισαν και κάποιο Δημήτριο βοσκό από τον Αγιο Ιωάννη Μαλούντας τον οποίο έφεραν για τον σκοπό αυτό στη Λευκωσία, αφού τον έπεισαν με απειλές να μαρτυρήσει ότι δήθεν ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός έστειλε στα χωριά της νήσου επιστολές με τις οποίες διήγειρε σε προστασία τους Χριστιανούς και με τις οποίες τους παρότρυνε να είναι έτοιμοι να σφάξουν τους Οθωμανούς όταν θα δινόταν από τη Λευκωσία το σύνθημα με βολή κανονιού.

Κι έτσι μετά την κατάθεση αυτή τον καρατόμησαν κι αυτόν ώστε να μη ομολογήσει στη συνέχεια την αλήθεια.

Οι τελευταίες στιγμές του Αρχιεπισκόπου λίγο πριν τον κρεμάσουν ήταν δραματικές. Να πως τις περιγράφει ο Κηπιάδης: «Αλλά οι τελευταίες στιγμές του Αρχιεπισκόπου

Κυπριανού, όπως βεβαίωσαν όσοι γνωρίζουν, φάνηκαν πραγματικά στιγμές ακραιφνούς πίστης τις οποίες προπαρασκεύαζε σε τέτοιες περιστάσεις ακηλίδωτη

συνείδηση, καρδιά αγαθοποιός και μεγάλη, περιφρόνηση της πρόσκαιρης ζωής και

προσδοκία της μελλούσης και μακαρίας εκείνης την οποίαν ετοίμασε ο Θεός σε

όσους τον αγαπούν. Το πρωτόλειο αυτό θύμα παίρνοντας τη θηλειά της αγχόνης την οποία κρατούσε ο δήμιος, την ευλόγησε σταυροειδώς τρεις φορές και ύστερα με

φωνή βαρειά είπε: «Εκτέλεσε ήδη την εντολή του απεινούς κυρίου σου».

Για τις τελευταίες στιγμές του Αρχιεπισκόπου και των άλλων προκρίτων έγραψε και ο Τζων Καρν (Letters from the East) τις οποίες πριγράφει όμως όπως τις άκουσε, παρά όπως τις γνώρισε προσωπικά, γιατί μιλά για αποκεφαλισμό αντί για απαγχονισμό και διότι είχε φύγει από τη νήσο πριν επέλθει το μοιραίο έχοντας την ευκαιρία όπως προαναφέρθηκε να συνομιλήσει με τον Κυπριανό λίγες μέρες προηγουμένως: «Ο δόλιος Κυβερνήτης μετά από λίγο χρόνο καλούσε στη Λευκωσία τους θρησκευτικούς και άλλους αρχηγούς της νήσου».

Ο κλήρος υποψιαζόμενος παγίδα και αδυνατώντας να διασωθεί από την παρουσία

παντού στη νήσο στρατευμάτων του πασά της Αιγύπτου ήλπιζε, προσφέροντας ό,τι απέμενε από την περιουσία του, ότι θα ικανοποιούσε την απληστεία και θα κατεύναζε τη μανία του Κυβερνήτη.

Οταν την επομένη ο ποιμενάρχης και το αφοσιωμένο σε αυτόν ποίμνιο του συναθροίσθηκε στο Σεράγιο, ο κυβερνήτης αφού τοποθέτησε παντού φύλακες,

διέταξε την έναρξη σφαγής.

Ο Κυπριανός την ώρα αυτή της δοκιμασίας συμπεριφέρθηκε με ασύνηθες θάρρος και αξιοπρέπεια. Ρώτησε τον κυβερνήτη για ποιο έγκλημα οι κακότυχοι

αυτοί άνθρωποι ήσαν έξοχοι, ώστε να υποστούν τόσο τρομερή τύχη. Εάν τίποτε

άλλο από αίμα, μπορούσε να κορέσει τη σκληρότητα του Κυβερνήτη, ήταν έτοιμος να χύσει το δικό του προς σωτηρία των άλλων

Ο τούρκος απάντησε σύντομα και βάναυσα. Και του Αρχιεπισκόπου η αυτοθυσία εχρησίμευσε να επισπεύσει μάλλον την ιδία του καταστροφή. Ζήτησε λίγες στιγμές για προσευχή. Κατά το χρόνο αυτό το αγαπητό του ποίμνιο, κειτώταν γύρω του δολοφονημένο. Γονάτησε στο μέσο των νεκρών σωμάτων και ενεπιστεύθη το πνεύμα του στα χέρια του Υφίστου. Αποκεφαλίσθηκε και απέθανε χωρίς ψίθυρο.

Γεμάτοι από φρίκη για το θάνατο του σεβάσμιου Πρωθιεράρχου τους, πολλοί από τους ατυχείς Ελληνες, και των δύο φύλων, ζήτησαν άσυλο στους ναούς. Αλλά

το καταφύγιο τους γρήγορα παραβιάστηκε από τους θηριώδεις Τούρκους και το δάπεδο έγινε ποταμός αίμαατος. Και το θυσιαστήριο αυτό δεν επροστάτευσε από βιαιοπραγία (violation) όσους κατέφυγαν σ’ αυτό. Και οι τρομοκρατικές σκηνές της Χίου, άν και σε μικρότερο βαθμό, επαναλήφθηκαν στη Λευκωσία».

Η στιγμή του απαγχονισμού του Κυπριανού ήταν πραγματικά δραματική όπως

αναφέρεται πιο πάνω στις περιγραφές. Ομως αυτή τη στιγμή την πήρε ο εθνικός βάρδος της Κύπρου Βασίλης Μιχαηλίδης και την έκαμε ποίημα και αργότερα έγινε τραγούδι.

Ο Μιχαηλίδης έγραψε τον πιο κάτω διάλογο μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και του Κιόρογλου αρχικά (που τον προτρέπει να φύγει για να σωθεί) και αργότερα με τον Κουτσιούκ Μεχμέτ, στο ποίημά του «9η Ιουλίου» – «αποσπάσματα»:

Εν Έσσω μου Τζυπριανέ, ταμάξιν μου ζεμένον

Τα’ αμάξιν μου Τζυπριανέ, εν έσσω αντροσιασμένον.

Τζι’ αν θέλεις για να ποσπαστείς που σίουρην κρεμμάλλαν

Τζι’ αν θέλεις που το θάνατον να φύεις, να γλυτώσεις,

να πας με το χαρέμι μου, κρυφά, κρυφά στη Σκάλαν

Τα κουσουλάτα εν ανοιχτά, να πάεις να τρυπώσεις.

 

Ήρτεν του μουσελλίμ αγά φιρμάνιν που την Πόρταν

τζι εψές, άρπα τζι’ ανόρπιστα, εγίνιν μιτζιλίσιν

τζι’ έσιει πκιον εις το σιέριν του την μαύρην σας την σόρταν.

 

Μα μεν αρκείς Τζυπριανέ, μεν χάννεις τον τζιαιρόν σου

να πάεις, να φαραντζιηστείς, αν θέλεις το καλόν σου

αν σεύρ’ η μέρα το πορνόν, δαμέσα δα εν’ νάσαι

Ανου να πάμεν γλήορα τα’ αμάνιν καρτερά σε

 

Δεν θέλω Κιόρογλου εγιώ, να φύω που τη χώραν,

γιατί αν φύω, το κακόν εν να γινεί περίτου

Θέλω να μείνω Κιόρογλου, τζι’ ας πα να με σκοτώσουν

ας με σκοτώσουσιν εμέν, τζι οι άλλοι να γλυτώσουν

Δεν φεύκω Κιόρογλου, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου

εν να γενεί θανατικόν, εις τους ρωμιούς του τόπου

Να βάλω την συρτοθηλειάν εις τον λαιμόν του κόσμου;

Παρά το γαίμαν τους πολλούς, εν κάλλιον του Πισκόπου

 

Λυπούμαι σε Δεσπότη, να μεν σεύρει που το πορνόν,

ο ήλιος μες στην χώραν,

γιατί ευτύς εν να κοπεί η τζιεφαλή σου πρώτη

 

Ενας μουρούζης, έφυεν, έσιει τωρά μιαν ώραν

που κρεμμαλίστην του τεισιού, τζι εξέβην εις την στράταν

Τζιαι πα κατά τον Λάρνακαν, να μπει στα κουσουλάτα.

 

Εφέραν του τζι εφόρησεν μιαν αλλαήν, που τζείνες

τους Πίτσηλλους, συλλούριτζην, λιμίν, λιμίν σαλάταν

Τζιαι σέρτουρα, τζιαι μέρτουρα, στα πόθκια του ποδίνες

μεν τύσιει τζι αγρωνίσει τον, κανένας εις την στράταν.

 

Ευκαριστώ σου Κιόρογλου, πολλά ευκαριστώ σου

θωρώ σε με καλόν γάλα, πως είσαι βυζασμένος

Μα φύε, μεν σε δουν, τζιαι πουν, πως γίνεσαι προδότης

 

Πάλε αν μεν θέλεις πολλά νάσαι ξωμακρυσμένος

μάγκου μου πάμεν έσσω μου, να μεν μείνεις δαπάνω

 

Εγιώνι θέλω Κιόρογλου, να μείνω, τζι ας πεθάνω…

 

Λαλεί του Μουσελλίμ Αγά, είπα σου τζιαι λαλώ σου

πο τούτα ούλλα που λαλείς, εν καθηαρή η καρκιά μας

τζιαί πίστεψε, ει δε καν ου το κρίμα στο λαιμό σου

 

Μπορεί τζιαι ναν καμμιά δουλειά που γίνηκεν κρυφά μας

-Πίσκοπε γιω την γνώμην μου ποττέ δεν την αλλάσσω

τζι όσα τζι αν πεις μεν θαρρευτείς πως εν να σου πιστέψω

Εχω στον νουν μου Πίσκοπε, να σφάξω, να κρεμμάσω

τζι αν ημπορώ που τους Ρωμιούς την Τζύπρον να παστρέψω

Τζι ακόμα αν ημπόρηα τον κόσμον να γυρίσω

Εθεν να σφάξω τους Ρωμιούς ψησιήν να μεν αφήσω

 

Είπα σου το Κουτσιούκ Μεχμέτ, τζι άλλην φοράν ακόμα.

Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου

Κανένας δεν ευρέθηκε για να την ιξιλείψει

Κανένας γιατί σιέπει την που τά’ ψη ο Θεός μου

Η Ρωμιοσύνη εν να χαθεί όντας ο κόσμος λείψει.

 

Σφάξε μας ούλλους, τζι ας γενεί, το γαίμα μας αυλάτζιν,

κάμε τον κόσμον ματζιαιλιόν, τζιαι τους ρωμιούς τραούλια

αμμάξερε πως ίλαντρον, όντας στηθεί καβάτζιν

τριγύρω του πετάσσουνται τριακόσια παραπούλια

 

Το νυν, αντάν να τρώει την γην, τρώει την γην θαρκέται

μα πάντα τζείνον τρώεται, τζιαι τζείνον καταλιέται.

 

Είσαι πολλά πικράντερος, όμως αν θεν να σφάξεις

σφάξε τους λας που πολεμούν, αλλού αρματωμένοι.

Εμάς με σιέρκα όφκαιρα γιατί να μας πειράξεις;

πούμαστον δίχως άρματα τζι’ είμαστον νεπασμένοι;

Τότες ο Μουσσελίμ αγάς εψήλωσεν το δειν του

τζι’ είδεν τον με έναν δειν γλυτζύν τζι’ αννοίει τζιαι λαλεί του

-Ο,τι παθαίνει ο άδρωπος εν που την τζιεφαλήν του

του βρένιμου που το σπαθίν προσπάζεται η ζωή του

τζι εσού αν είσαι βρένιμος ποσπάζεις τη ζωή σου

-Μούλλωσε τζι’ εκατάλαβα πριχού να πεις το πειν σου

Μεν μάσιεσαι την θάλασσαν να την εξιντιλείσης

άδικα λόγια μέν χάννεις τζι αρκείς εις τη δουλειά σου

τον ήλιον με το φύσημα μπορείς να τον ισβήσεις;

Φώναξε του τζιελλάτη σου, σας την κρεμμασταρκάν σου

Ο Μουσελλίμμης τζι ούλλοι τους οι Τούρτζιοι ανταν ακούσαν

Στραοπελέτζιν πάνω τους ούλα που νάεν ρίψει

Εμειναν ούλοι τους βρυχτοί νους τα’ άλλου τζαι θωρούσαν

Καθένας που επάσκιζεν την αντροπήν να κρύψει

Ο Μουσελλίμης είδεν πιον πως χάννει αδίκως κόπους.

Ως Αρχιεπίσκοπος και ηγέτης του Κυπριακού Ελληνισμού, παρ’ όλον ότι είχεν την ευκαιρία να διαφίγει και να σόσει την ζωή του προτήμισε να παραμίνει και να υποστεί μαρτυρικό θάνατο. Όπως μας λέει ο Βασίλης Μιχαηλήδης στο ποίημα του: «Παρά το γαίμαν τους πολλούς εν κάλιων του Δεσπότη». Όχι όπως άλλους που όχι μόνο εδέχθηκαν να του φυγαδεύσουν, αλλά και παρότριναν τον Κυπριακών Ελληνισμόν εις εμφύλιον σπαραγμόν.

Καρτερούμεν μέραν νύχταν

Καρτερούμεν μέραν νύχταν, να φυσήσει ένας αέρας
σ’ τούντον τόπον πόν’ καμένος τζι εν θωρεί ποττέ δροσιάν,
για να φέξει καρτερούμεν το φως τζείνης της μέρας,
πον’ να φέρει στον καθέναν τζαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν.

Την Μανούλλαν μας για πάντα μιτσιοί μιάλοι καρτερούμεν
για να μας σφιχταγγαλιάσει τζαι να νεκραναστηθούμεν.

Η ζωή μας εν για τζείνην τζαι ζωή μας τζείνη ένι
τζαι πως τρώμεν δίχα τζείνης τζι είμαστιν βασταεροί
εν γιατί με τ’ όνομάν της είμαστιν ποσκολισμένοι
πον’ το βκάλλουν που τον νουν μας μήτε χρόνια με τζαιροί
ξυπνητοί τζαι τζοιμισμένοι εν για τζείνην η καρτκιά μας
που διπλοφακκά για να ρτει τζαι να μείνει δα κοντά μας.

Τα λαμπρά μας ούλλον τζι άφτουν τζι οι καμοί μας εν σιούσιν,
εν’ συμπούρκισμαν φουρτούνας των τζυμάτων του γιαλού
ετσ’ οι λας εν’ που παθθαίνουν όντας ξένοι τζυβερνούνσιν
έχουν μέσα τους φουρτούναν τζι αν τους έχουν προς καλού
τζι όσον τούτοι τζι αν καρδκιούνται που την Μάναν χωρισένοι
η αγάπη τους περίτου γίνεται δρακοντεμένη.

Πκοιος αντίκοψεν ποττέ του, τον αέρα για το τζύμμαν
τζι έκαμεν το για να αλλάξει φυσικόν τζαι να σταθεί;
Ομπροστά στον Πλάστην ούλλοι εν είμαστιν παρά φτύμμαν,
εν’ αβόλετον ο νόμος ο δικός Του να χαθεί
τζαι για τούτον μιτσιοί μιάλοι για την Μάναν λαχταρούσιν
εν’ η γέννα, εν’ το γάλαν, εν’ τα χνώτα που τραβούσιν.

Είντα γάλαν ήταν τότες τζείντο γάλαν που βυζάσαν
ας αμπλέψουν να το δούσιν, είμαστιν ούλλοι εμείς.

Αν περνούσιν μαύρα χρόνια σγοιαν τζαι τζείνα που περάσαν
‘Πο μας ένας έντζε βκαίνει που την στράταν της τιμής

Μητ’ επλάστρηκεν ποττέ του, τζι αν πλαστεί τζι ανοίξει στόμαν
νεκρόν εν να τον ξεράσει τζαι του τάφου του το χώμαν.

 

Για κάθε άνθρωπο πάνω και από τον πατέρα του και τη μητέρα του και όλους τους προγόνους του βρίσκεται η πατρίδα του.

 

Έλληνας γεννιέσαι δεν γίνεσαι.

Παρασκευάς Χαραλάμπους – Email:paraskevas171950@gmail.com

 

 

Η 9η Ιουλίου του 1821

1

Αντάν αρτζιέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζι εφυσούσαν

τζι αρκίνησεν εις την Τουρτζιάν να κρυφοσυνεφκιάζη

τζιαι που τες τέσσερεις μερκές τα νέφη εκουβαλούσαν,

ώστι να κάμουν τον τζιαιρόν ν’ αρτζιεύκη να στοιβάζη,

είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι η Τζιύπρου το κρυφόν της

μεσ’ στους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της.

τζι αντάν εφάνην η στραπή εις του Μοριά τα μέρη

τζι εξάπλωσεν τζι ακούστηκεν παντού η πουμπουρκά της,

τζι ούλλα ξηλαμπρατζιήσασιν τζιαι θάλασσα τζιαι ξέρη

είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι η Τζιύπρου τα κακά της.

2

Μιαν νύχταν, νύχταν σιανήν, τζιαιρόν Δευτερογιούνην,

νύχταν Παρασιευκόνυχταν, που τ’ άστρα μιλιούνια

ελάμπασιν που πανωθκιόν τζι εν έυρισκες ρουθούνιν

μέσα στης Χώρας τα στενά, στης Χώρας τα καντούνια,

σιανεμιά, εν άκουες δεντρούδιν να ταράξη

μήτε του σιύλλου λάξιμον, με πετεινόν να κράξη.

Ήτουν μια νύχτα μουλλωτή, μια νύχτα μουρρωμένη,

που θάρειες πως χώνεται που του Θεού την κρίσην.

Σε τέθκοιαν νύχταν σιανήν οι Τούρτζιοι βαδωμένοι

μεσ’ στο Σαράγιον είχασιν μιάλον μετζιηλίσιν.

3

Εγείραν τα μεσάνυχτα τζι επήρεν το ξιφώτιν,

τζι ο Κκιόρ-ογλους πούτουν καλή, πολλά καλ’ η ψυσιή του

εξέβην πώσσω του κρυφά τζι επήεν στον Δεσπότην,

τζι εξύπνησέν τον τζι έκατσεν κοντά του τζιαι λαλεί του:

«Εν’ έσσω μου, Τζιυπριανέ, τ’ αμάξιν μου ζεμένον,

τ’ αμάξιν μου, Τζιυπριανέ, εν’ έσσω αντροσιασμένον,

τζι αν θέλης για να ποσπαστής που σίουρην κρεμμάλλαν

τζι αν θέλης που τον θάνατον να φύης να γλυτώσης,

να πας με το χαρέμιν μου κρυφά κρυφά στην Σκάλαν,

τα κουσουλάτα εν’ αννοιχτά, να πάης να τρυπώσης.

4

Ήρτεν του Μουσελλίμ-αγά φερμάνιν που την Πόρταν

τζι εψές άρπα τζι ανόρπιστα εγίνην μετζιηλίσιν,

τζι έσιει πκιον εις το σιέριν του την μαύρην σας την σόρταν,

στο σιέριν του τον θάνατον, στο σιέριν του την κρίσην.

Να μεν αρκής, Τζιυπριανέ, να χάννης τον τζιαιρόν σου,

να πάης να φαραντζιστής αν θέλης το καλόν σου.

Πρέπει να πας, ει δε τζι αν ου, εχάθης δίχως άλλον,

αν σ’ εύρ’ η μέρα το πωρνόν δα μέσα δα, εν νάσαι

νεκρός εις την κρεμμασταρκάν είτε νεκρός στον πάλλον.

Ανου να πάμεν γλήορα, τ’ αμάξιν καρτερά σε!»

5

Έσιυψεν ο Τζιυπριανός τζι έμεινεν νάκκον ώραν

τζι εδκιαλοίστην νακκουρίν τζι αννοίει τζιαι λαλεί του:

«Δεν θέλω, Κκιόρ-ογλου, εγιώ να φύω που την Χώραν,

γιατί αν φύω, το κακόν εν’ να γινή περίτου.

Θέλω να μείνω, Κκιόρ-ογλου, τζι ας πα’ να με σκοτώσουν,

ας με σκοτώσουσιν εμέν τζι οι άλλοι να γλυτώσουν.

Δεν φεύκω, Κκιόρ-ογλου, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου

εν’ να γενή θανατικόν εις τους Ρωμιούς του τόπου.

Να βάλω την συρτοθηλειάν εις τον λαιμόν του κόσμου;

Παρά το γαίμαν τους πολλούς εν’ κάλλιον του πισκόπου.»

6

Λαλεί του πάλ’ ο Κκιόρ-ογλους: «Λυπούμαι σε, Δεσπότη,

να μεν σ’ εύρη που το πωρνόν ο ήλιος μεσ’ στην Χώραν,

γιατί ευτύς εν’ να κοπή η τζιεφαλή σου πρώτη.

Ενας Μουρούζης τζι έφυεν έσιει τωρά μιαν ώραν,

που κρεμαλλίστην του τεισιού τζι εξέβην εις την στράταν,

τζιαι πα’ κατά τον Λάρνακαν να μπη στα Κουσουλάτα.

Εφέραν του τζι εφόρησεν μιαν αλλαήν, ‘πο τζιείνες

τους Πίτσιλλους, συλλούριτζιην, λιμίν λιμίν, σαλάταν,

τζιαι σέρτουκα τζιαι μέρτουκα στα πόδκια του ποδίνες,

μεν τύσιη τζι αγρωνίση τον κανένας εις την στράταν.»

7

«Ευκαριστώ σου, Κκιόρ-ογλου,» λαλεί του ο Δεσπότης.

«Θωρώ σε με καλόν γάλαν πως είσαι βυζασμένος,

μα φύε, μεν σε δουν τζιαι πουν πως γένεσαι προδότης.»

Λαλεί τ’: «Αν μεν θέλης πολλά νάσαι ξωμακρυσμένος,

αμμάγγου πάμεν έσσω μου, να μεν μείνης δαπάνω.»

«Εγιώνη θέλω, Κκιόρ-ογλου, να μείνω τζι ας πεθάνω.»

Ο Κκιόρ-ογλους εμάσιετουν να κάμη καλωσύνην,

αμμά επήεν άδικα ο κόπος του χαμένος.

Περίτου ώραν δεν είσιεν τζι εν έπρεπεν να μείνη,

τζι έφυεν πκιον περίλυπος τζιαι παραπονημένος.

 

8

Η νύχτα πκιον αρκίνησεν περίτου ν’ αναρκώνη,

εγίνην η ανατολή κροκότσιηνη περίτου,

άρτζιεψεν πκιον το Σάββατον να πικροξημερώννη

τζι ακούστηκεν του ξύλενου σημάντρου η φωνή του.

Εξέβην ο Τζιυπριανός με τζιείνον τον καμόν του,

τζι επήεν εις την εκκλησ’ιάν τζιαι βάλλει τον σταυρόν του

τζι ήτουν όσον τζι εκάμασιν αρκήν της λειτουργίας,

τζι εστάθηκεν περίλυπος τζιαι σγιαν να δκιαλοίστην,

τζι επήεν τζι εγονάτισεν ομπρός της Παναίας

τζιαι κάτι εψουψούρισεν τζι ευτύς εκλαμουρίστην.

9

Έμεινεν, δεν ετάραξεν, ούλλα που να καρφώθην,

γονατιστός τζιαι πληξιμιός με σιέρκα σταυρωμένα,

αρτζιέψαν το κοινωνικόν τζιαι τότες εσηκώθην,

τζι εστάθηκεν τζι εφαίνουνταν τ’ αμμάδκια του κλαμένα,

τζιαι προσκυνά τρεις τέσσερεις φορές την Παναίαν,

εθάρρειες ποσιαιρετά τζιαι κόσμον τζι εκκλησίαν.

Εσυχχωρήθην με τους λας τζι έμπην μες στ’ άγιον Βήμαν,

εμπήκεν τζι εκοινώνησε τζι εξέβηκεν τζι εστάθην,

τζι έμοιαζεν ούλλα τον νεκρόν που βάλλουν εις το μνήμαν,

εθάρειες που πάνω του το γαίμαν πως εχάθην.

10

Εξέβην που την εκκλησιάν με την συναπαρτζιάν του,

τζιαι Τούρτζ’ ευτύς του Σαραγιού επλάστησαν ομπρός του.

Ευτύς έριψεν πάνω τους μιαν άρκαν αμμαδκιάν του

τζι εδήθηκεν το βρύδιν του τζι εφάνην ο θυμός του.

Εμειναν τζι εθωρούσαν τον ομπρός τους θυμωμένον

τζι εθάρειες το στόμαν τους πως ήτουν πουμωμένον.

Λαλεί τους: «Πκοιός σας έπεψεν πωρνόν-πωρνόν κοντά μου;

Πέτε μου το, συντύσιετε τζιαι μεν βαρυκωλιήτε,

αν εν τζι ελυπηθήκετε, εν πέτρα η καρδκιά μου,

πέτε μου, είντα θέλετε χωρίς να μ’ αντραπήτε.»

11

«Ήρταμεν να σε πκιάσωμεν, είμαστον προσταμένοι

από τον Μουσελλίμ-αγάν τον άρκονταν της χώρας.»

Λαλεί τους: «Με καλόν γάλαν αν είστε βυζασμένοι,

σταθήτε, καρτεράτε με πέντε λεφτά της ώρας.»

(τζιαι πκοιός ηξέρ’ ειντά ‘κρυφεν που μέσα στην καρδκιάν του.)

Εξέβην πάνω βκιαστικός τζι ενέην στον νοτάν του

τζι άψεν λαμπάδιν τζι έκρουσεν κάτι χαρκιά γραμμένα

τζι ύστερα στράφην τζι είπεν τους: «Ελάτ’, αντρειωμένοι,

τώρα πώχω τα πράγματα σγιαν θέλω τελειωμένα,

επάρτε με να πάμεντε σγιαν είστε προσταμένοι.

12

Επάρτε με να πάμεντε ν’ αδικοθανατήσω,

επάρτε με, σκοτώστε με χωρίς καμμιάν αιτίαν.»

τζι άλλοι δεξιά τζι άλλοι ζαβρά τζι άλλοι ομπρός τζιαι πίσω

ευτύς ετριυρκάσαν τον τζι επήραν τον τζι επήαν.

Ο Μουσελλίμης κάθεται με ούλλους τους αγάδες

μεσ’ στο Σαράγιον τζιαι λαλεί τους άλλους Δεσποτάδες:

«Άκουσα πως εσείς οι τρεις τζιαι ο μιλλέτ πασιής σας

τζι οι προεστοί του τόπου σας, ταρκοντολόϊν ούλον,

ετάξετε εις τους Ρωμιούς το μάλιν της ζωής σας,

να μεν αφήκετε Ρωμιόν εις τον ντοβλέττιν δούλον.»

13

Είπεν τζιαι δεν ετέλειωσεν ο άρκοντας το πείν του

τζι εφέραν τον Τζιυπριανόν οι Τούρτζιοι ομπροστά του.

Ενεψεν με το δίκλημαν, ένεψεν με το δείν του

‘νού που τους ασκερλήες του τζι επήρεν τον κοντά του,

τζι έκλινεν τζι είπεν του στο ‘φτιν: «Σε δκυο λεφτά της ώρας

να βαωθούν, να κλειδωθούν τζι οι τρεις πόρτες της Χώρας,

μεν πα τζιαι φύουν οι Ρωμιοί στα όρη τζιαι χωστούσιν·

αππεξωθκιόν του Σαραγιού να μεν εν παναύριν,

μεσ’ στο Σαράγιον ούλοι τους να διπλαρματωθούσιν,

τζιελλάτην τζιαι κρεμμασταρκάν να τά ‘σιετε χαζίριν.»

14

Τότες εστράφην τζιαι λαλεί του Αρχιεπισκόπου,

σιυφτός χαμαί δησόφρυδος τζιαι καραμουτσωμένος:

«Πασσ’ ‘πίσκοπε Τζιυπριανέ, μιλλέτ πασιή του τόπου,

εγύρεψα σε να σου πω πως είμαι προσταμένος

απού την Πόρταν τζιαι κρατώ στο σιέριν μου φερμάνιν,

πως έχω μιάλην προσταήν που το ψηλόν Διβάνιν

τ’ αρκοντολόϊν τους Ρωμιούς, τους μιάλους τούν’ του τόπου

να τους συνάξω μονομιάς τζιαι να τους ι-σκοτώσω,

να μεν χαρίσω μπροεστού ζωήν μήτε ‘πισκόπου

τζιαι ό,τι λοής θάνατον θελήσω να τους δώσω.»

15

Λαλεί του: «Μουσελλίμ-αγά, πού ‘σαι καλός ισλάμης,

αφό ‘σιεις εις το σιέριν σου του Διβανιού φερμάνιν

τζι αφό ‘σιεις έτσι προσταήν, μπορείς αλλοιώς να κάμης;

Κάμε σγιαν σε προστάσσουσιν που το ψηλόν Διβάνιν

τζιαι κάψε μας, για κρέμμασ’ μας, για κόψε το λαιμόν μας,

θέλομεν όμως να μας πεις είντα ‘ν’ το φταίσιμόν μας.»

«Εμάσιεστουν με τους Ρωμιούς τους άλλους να σμιχτείτε,

τους Τούρκους που τες τέσσερεις μερκές να πολεμάτε,

εμάσιεστουν εις τάρματα τζι εσείς να σηκωθείτε,

για να σμιχτείτε ούλλοι σας τζιαι την Τουρτζιάν να φάτε.»

16

«Εν τζι ήρταν, Μουσελλίμ-αγά, πάνω στον τόπον άλλοι

τζι εφέραν άρματα κρυφά τζι έννα μας καταγνώσεις.

Εδώκαμεν σου τ’ άρματα ούλοι, μιτσιοί τζιαι μιάλοι

ευτύς ότι εγύρεψες να μας ι-ξαρματώσης.

Είντα λοής εθέλαμεν εμείς ν’ αρματωθούμεν

τζιαι να σμιχτούμεν μ’ άλλους λας τζιαι να σας πολεμούμεν;

Τζιείνος που σου ψουψούρισεν τούτα τα λόγια ούλλα,

αν εν τζιαι τζιείνος Χριστιανός όμως εμάς μισά μας:

πυρομασιεί τον πάντα του π’ αππέσσω η αζούλλα,

εμάς ‘πο τούτα που λαλείς εν καθαρή η καρδκιά μας.»

17

«Να μεν αρνιέσαι, ‘πίσκοπε, τζι εσείς οι καλοήροι,

είσιετ’ αθθρώπους στα χωρκά, χαρκιά να δκιαμοιράζουν,

ν’ αρματωθούσιν οι Ρωμιοί ναν’ ούλοι τους χαζίρι

και με τον πρώτον λόον σου ν’ αρτζιέψουν να μας σφάζουν,

τζιαι δεν πιστεύκ’ ό,τι μου πει του καθενού το στόμα,

τζι έχω πο τζιείνα τα χαρκιά, έσιεις να πης ακόμα;»

Λαλεί του: «Μουσελλίμ-αγά, είπα σου τζιαι λαλώ σου:

‘πο τούτα ούλλα που λαλείς εν καθαρή η καρδκιά μας,

τζιαι πίστεψε, ει δε καν ου, το κρίμαν στον λαιμόν σου,

μπορεί τζιαι ναν καμμιά δουλειά που γίνηκεν κρυφά μας.»

18

«Πίσκοπε, ‘γιω την γνώμην μου ποττέ δεν την αλλάσσω,

τζι όσα τζι αν πης μεν θαρευτής πως εν να σου πιστέψω.

Εχω στον νουν μου, πίσκοπε, να σφάξω, να κρεμμάσω,

τζι αν ημπορώ που τους Ρωμιούς την Τζιύπρον να παστρέψω,

τζι ακόμα αν ημπόρεια τον κόσμον να γυρίσω,

έθεν να σφάξω τους Ρωμιούς, ψυσιήν να μεν αφήσω.»

«Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,

κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ι-ξηλείψη,

κανένας, γιατί σιέπει την που τα ‘ψη ο Θεός μου.

Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει!

19

Σφάξε μας ούλους τζι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάτζιν,

κάμε τον κόσμον ματζιελλειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια,

αμμά ξέρε πως ύλαντρον όντας κοπεί καβάτζιν

τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.

Το ‘νιν αντάν να τρώ’ την γην, τρώει την γην θαρκέται

μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται.

Είσαι πολλά πικράντερος, όμως αν θεν να σφάξης,

σφάξε τους λας που πολεμούν αλλού αρματωμένοι.

Εμάς με σιέρκα όφκαιρα γιατί να μας πειράξεις,

πού ‘μαστον δίχως άρματα, τζι είμαστον νεπαμένοι;»

20

Τότες ο Μουσελλίμ-αγάς εψήλωσεν το δειν του,

τζι είδεν τον μ’ έναν δειν γλυτζιύν, τζι αννοίει τζιαι λαλεί του:

«Ό,τι παθθαίν’ ο άθθρωπος εν που την τζιεφαλήν του,

του βρένιμου που το σπαθίν ποσπάζετ’ η ζωή του,

τζιαι σου, αν είσαι βρένιμος, ποσπάζεις την ζωή σου.»

«Μούλλωσε τζιαι κατάλαβα πριχού να πης το πειν σου,

μεν μάσιεσαι την θάλασσαν να την ι-ξηντιλήσεις.

Άδικα λόγια μεν χάννεις τζι αρκείς εις την δουλειάν σου.

Τον ήλιον με φύσημαν μπορείς να τον ι-σβήσεις;

Φώναξε του τζιελλάττη σου, σάσ’ την κρεμμασταρκάν σου!»

21

Ο Μουσελλίμης τζι ούλλοι τους οι Τούρτζ’ αντάν ακούσαν,

στραοπελέτζιν πάνω τους ούλλα που νάεν ρίψει:

Εμειναν ούλλοι τους βριχτοί ‘νου τ’ άλλου τζι εθωρούσαν,

καθένας τους επάσκιζεν την αντροπήν να κρύψη.

Ο Μουσελλίμης είδεν πκιον πως χάννει αδίκως κόπους,

έταξεν τζι εσηκώσασιν π’ ομπρός του τους πισκόπους,

τζι επήραν τους στην φυλακήν χωρίς να τους χωρίσουν.

Οι Τούρτζ’ ότι τζι εμείνασιν τσιμπίν τζι εδκιαλοούνταν,

είπαν να φέρουν μαρτυρκές για να το μαρτυρήσουν

τζι εφέραν έναν αγαθόν βοσκόν που την Μαλούνταν.

22

Λαλεί τ’ ο Μουσελλίμ-αγάς: «Δημήτρη, μεν φοάσαι

τζι εγιώ εσέναν έχω σε σγιαν άθθρωπον δικόν μου.

Είνταν που θέλεις; ζήτα μου τζιαι μεν ι-δκιαλοάσαι.»

«Θέλω, αφέντη, μανιχά να πάω στο χωρκόν μου,

έσιει π’ αφήτης μ’ έσιετε δα μέσα χαψωμένον,

έμεινεν το κοπάδιν μου στους κάμπους απλωμένον.

Άησ’ με μάγκου δκυο μέρες τζι έπαρ’ μου την ψυσιήν μου,

είντα ‘παθεν το μάλιν μου; θέλω τζι εγιώ να ξέρω,

τζιαι πάλ’ εγιώνη στρέφομαι, τζιαι θέμι στο στραφήν μου

μιαν τόκκαν τζιαι μιαν άτροφην κανίσιην να σου φέρω.

23

Δεν έχω, αφέντη, έσσω μου με μισταρκόν με δούλον,

τζι είπαν μου πως τα γίδκια μου ψοφούσιν που την πείναν.

Έσσω μου τζι έξω μ’ έναν γιον τον είχα ούλον-ούλον

τζι είμαι τζιαι τζιείνου δίχως του έσιει τώρα ‘ναν μήναν.

Μιαν Τζιερκατζιήν, που ήμαστον οι δκυο τζιείνος τζι εγιώνη

τζι επκιάνναμεν με τα βερκά πουλιά μέσ’ στο λαόνιν,

έταξα τον τον άχαρον να πα’ να παραλάσει,

τζι επήεν τζι εν εστράφην πκιον νάεν καεί η μέρα!

Ειπάν μου πως εφύασιν πο τζιεί που το Καρπάσιν

μια κοπή παίδκιοι τοπκιανοί τζιαι πως επήαν πέρα,

24

πέρα στους λας που πολεμούν τζιαι παν κατά την Πόλην.

Αν πολεμούν για το καλόν τζιαι πολεμά τζι ο γιος μου,

ας εν χαλάλιν του Θεού, αν μου τον φα’ το βόλιν,

τζι ας πα να μείνω δίχως του, να ζήσω μανιχός μου.

Ειδέ τζι αν ου, τζιαι μάχουνται να κάμουν άλλ’ αντ’ άλλα,

χαρράμιν τους που τον Θεόν της μάνας τους το γάλαν.

Έσιει π’ αφήτις έφυεν που λλόου μου ο γιος μου,

έμεινα μανιχούλλικος: μαντρίζω, ξημαντρίζω,

τζιοιμίζ’ ο κακομάζαλος τζιαι μπλίζω μανιχός μου

τζιαι μανιχός μου στέκομαι στον λάκκον τζιαι ποτίζω.

25

Μεσ’ σ’ τουν την χάψην ώσποσον, αφέντη, πκιον; κανεί με,

έκαμέν με δαμέσα δα η πλήξη πολοιφάιν,

γιατί το τρώω τρώει με, το πίννω καταλυεί με,

που τον καμόν μου τον πολλύν τούτ’ η καρδκιά μου ‘κάην.

Εξύπνουν που το χάραμαν, πούθεν να πα’ να μπλίσω,

τζιαι δεν εβάσταχνα ποττέ χωρίς να τραουδήσω,

τζι ούλλα τα πάντα θάρεια μιτά μου τραουδούσαν,

εβρύτζιζα που την φωνήν τον κόσμον νύχταν μέραν

τζι έπαιζα το πιδκιαύλιν μου, τζιαι τα βουά αδονούσαν,

το κλάμαν τζιαι το δάρκωμαν τα μμάδκια μων το ξέραν.»

26

«Εν να σ’ αφήσω», είπεν του, «να πας τζι εις το χωρκόν σου,

τζιαι το μιρίν σου ως που ζιής εν να σου το χαρίσω,

τζι εν να πκιερώσω, αν έσιης ρκος, ακόμα τζιαι το ρκος σου,

τζιαι μεσ’ στην φούχταν εκατόν χρουσά να σου μετρήσω.

Είπες πως οι Πισκόποι σας εθέλαν να σηκώσουν

τους Χριστιανούς κρυφά κρυφά, τους Τούρκους να σκοτώσουν.

Είπες πως οι Πισκόποι σας ως τζι εις τα κοπελλούδκια,

στους παίδκιους τζιαι στους γέροντες τζιαι στες γυναίκες κόμα

εδκιαμοιράζαν άρματα τζιαι βόλια τζιαι παρούδκια,

τζι ακούσαν τα τζι άλλοι τζι εγιώ που το δικόν σου στόμαν.»

27

«Εγιώ, αφέντη, μανιχά άκουσα να λαλούσιν,

πως ήρτεν ένας τοπκιανός καλόηρος που πέρα

τζι έφερεν κάμποσα χαρκιά πο τζιει που πολεμούσιν

τζι έδωκεν τα τζιαι χάθηκεν, δεν έμεινεν με μέραν,

τζιαι τζιείνα ούλλα τα χαρκιά πως ήταν του πολέμου.

Τα άλλα ούλλα που λαλείς εν τάκουσα ποττέ μου.»

«Είντα μας περιπαίζεις, βρε, είμαστον μισταρκοί σου;

Είπες το με το στόμαν σου μεσ’ σ’ τόσον παναύριν,

πε το, γιατί σκοτώννω σε, κόβκω την τζιεφαλήν σου.

Φέρτε μου τον τζιελλάττην δα, ναν δαχαμαί χαζίριν!»

28

«Όι, αφέντη, μεν κάμης πάνω μου μέναν γαίμαν.

Λυπήθου με τον άχαρον τζι εν κρίμαν τζι αμαρτία,

άησ’ με τζιαι λαλώ σου το: εν εν’, αφέντη, ψέμαν.

(Ο φόος φέρνει κόλασιν, λαλεί τζι η παροιμία)

Ας κάμω τα πικρά γλυτζιά τζιαι τα ζαβ’άς γισ’ώσω

τζι ας πω κατά που θέλετε, αφέντη, να γλυτώσω.

Τα είπες εν’ αληθινά, αφέντη, μαρτυρώ το,

είδα τζιαι με τα μμάδκια μου τζι άκουσα με τα φκια μου,

ούλλα γινήκαν τζι είδα τα, τζι είπα το τζιαι λαλώ το.

Θεέ μου τζιαι συγχώρα μου, εν καθαρή η καρδκιά μου.»

29

Είπεν τα τούτα ο βοσκός τζι ελούθηκεν το κλάμαν.

Οι Τούρτζιοι εψουψουρίσασιν τότες ανεμεσόν τους

τζιαι πα’ σε μιαν κόλλαν χαρτίν μαρτυρικόν εκάμαν,

(τζιαι πκοιός ήξερ’ ειντά γραφεν τζιειν το μαρτυρικόν τους)

τζιαι φέραν του το του φτωχού Δημήτρη τζι έπκιασέν το

τζι έντζισεν το δαχτύλιν του πάνω τζι εμούζωσέν το.

Ο Μουσελλίμης τότε πκιον εγλυκοσύντυσιέν του,

τζι είπεν του: «Πάψε, μεν κλαίης τζι εν να σε ξαπολύσω.»

Είδεν τον τζιαι με δειν γλυτζιύν τζι εχαμογέλασέν του

τζι ένεψεν τους τζι επήραν τον πο τζιει τα ώδε πίσω.

30

Τότες πκιον εσυντύχασιν ούλοι κάμποσην ώραν,

για τζιείνους πων να κόψουσιν τζι αννοίξαν το δεφτέριν

τζι είδασιν πόσοι εν π’ αλλού τζιαι πόσοι που την Χώραν

τζιαι πόσοι για συρτοθηλειάν τζιαι πόσοι για μασιαίριν.

τζι είσιεν πεντ’ έξι πούπασιν πως εν πολλοί τζι εν κρίμαν,

τζι ο Μουσελλίμης είπεν τους: «Εν ούλλοι για το μνήμαν»!

Ο ήλιος πκιον εστύλλωσεν, εγίνην μεσομέριν

τζι ακούστην εις τον μιναρέν ο χότζ’ας να φωνάζη

τζι επάψασιν την συντυσιάν τζι αφήκαν το δεφτέριν

τζι εσηκωθήκαν ούλοι τους τζι επήαν στο ναμάζι.

31

Είσιεν η μαύρη φυλακή η στενοκοπημένη,

που κάθουνταν οι τέσσερεις πισκόποι μανισιοί τους,

που την μερκάν του περβολιού μιαν πόρταν σιερένην

τζι ακούετουν η συντυσιά τζι η χαμηλή φωνή τους.

Ελάλεν ο Λαυρέντιος: «Α, τον ευλοημένον

τζιείνον τον Θεοφύλαχτον, ούλλα τον αππωμένον!

Έφερεν τζιείνα τα χαρκιά στραβά, χωρίς να ξέρη,

τζι εγέμωσεν που μιαν μερκάν ως άλλην το νησσίν μας,

τζι έδκιαν τα όπου τύχχαιννεν τζιαι μέραν μεσομέριν

τζι ήρτασιν τούτα τα κακά τώρα στην τζιεφαλήν μας.»

32

Λαλεί τους ο Μελέτιος: «Μισώ την αδικίαν

πως εβουλήθην άνθρωπος να κάμη καλωσύνην,

να τον κακολοήσωμεν πως ήταν η αιτία;

Ήτουν βουλή που τον Θεόν για να γενεί τζι εγίνην.

Τον Χάρον εν τζιαι βκάλλουν τον ποττέ πως εν φταισμένος,

πάντα λαλούν το φταίσιμον πως τόσιει ο πεθαμένος.»

Λαλεί τους ο Τζιυπριανός: «Εν λόγια παραπάνω,

έτσι τζι αλλοιώς ετέλειωσεν, εμείς εν να χαθούμεν,

ό,τι λοής τζι αν έτυχεν ξέρει ο Θεός που πάνω,

για τζιείνους πων να μείνουσιν τζιείνους τώρα να δούμεν.»

33

Τότες εκρώννοιξεν κρυφά του περβολιού η πόρτα

τζι εμπήκεν παίδκιος όμορφος μακρύς τζιαι στολισμένος

χαρούσιμος, τζι εφαίνετουν που γαίμαν τζιαι που σόρταν,

τζι ανέσαινεν τζι εφαίνετουν πως ήτουν ποσταμένος.

Εκράτεν παστρικόν ποξάν γεμάτον στην μασκάλην,

τζι επήεν στον Τζιυπριανόν τζι είπεν του γιάλι γιάλι:

«Έπεψεν με ο τζιύρης μου τώρα τζι ήρτα βουρώντα

τζι έφερα σου μιαν αλλαήν δικήν του να φορήσης,

ναπάμεν έσσω μας τωρά, κρυφά κρυφά, χωστώντα,

χάϊτε ντύθου γλήορα να πάμεν, μεν αρκήσης.»

 

34

«Γυιε μου, πκοιός εν ο τζιύρης σου; πες μου τζιαι μεν να ξέρω.»

«Ο τζιύρης μων ο Κκιόρ-ογλους, τζι είπεν μου να πασκίσω

νάρτω να σ’ εύρω γλήορα τζιαι ρούχα να σου φέρω,

τζιαι να σε πάρω έσσω μας ευτύς, να μεν σ’ αφήσω.

Ντύθου να πάμεν τζι ο Θεός ορπίζω ναν μιτά μας,

ο τζιύρης μου εν έσσω του τωρά τζιαι καρτερά μας.

Να ρέξουμεν χωστά-χωστά ‘που μέσα στο περβόλιν,

τζιαι που τον τοίχον ύστερα να ππέσουμεν στην στράταν

τζι αν τύσιη σγιαν πηαίννομεν τζιαι μπλάσει μας το κώλιν,

γρυ να μας πουν, μελίζω τους τζιαι κάμνω τους σαλάταν.»

35

«Να πάης, γιε μου, να του πης να κάμνη την δουλειάν του

τζι είμαι πολλά καλλύττερα, πολλά, δα μέσα πούμαι,

τζιαι πως την καλωσύνην του τζιαι την καλήν καρδκιάν του

ακόμα τζιαι κρεμμάμενος εν να την αθθυμούμαι.

Χ’αιρέτα μου τον που καρδκιάς τζιαι να του πεις ακόμα,

πως εν να τον ευκαριστώ νεκρός που κά ‘στο χώμα,

αν κάμει μιαν μιαλλύττερην πο τούτην καλωσύνην:

Στον τόπον μας πο δα τζιαι δα να κάμ’ ό,τι μπορήση

να μεν γινή μιαλλύτερον κακόν στην Ρωμιοσύνην.

Πε του τα τούτα, τζι ο Θεός να τον πολλοχρονίση.»

36

«Για τούτα ούλλα που λαλείς τζι εγιώ εν να πασκίσω

τζιαι μεσ’ στα φυλλοκάρδκια μου τα λόγια σου φυλάω,

τζιαι μόννω σου στην πίστην μου να μεν ταλησμονήσω,

μα δίχως σου στον τζιύρην μου αντρέπουμαι να πάω.»

Στην άλλην πόρταν μονομιάς κατσ’αρισμός ακούστην,

τζι είδασιν το μαντάλιν της που πανωθκιόν τζι εσούστην,

τζι αρκώθηκεν ο πέρκαλλος ο παίδκιος τζι έδοξέν του,

τζι η φούχτα του σιερβόλιασεν στην κόξαν το πιστόλιν,

εσκούλλισεν τον ο θυμός τζιαι πάλ’ ανάδοξέν του,

τζι έναν λιγγούριν έκαμεν τζι ευρέθην στο περβόλιν.

37

Η πόρτα τότες άννοιξεν τζι εκούμπησεν στον τοίχον,

τζι ένας εφέντης έμπηκεν αρκοντικά ντυμένος

τζι είπεν τους: «Ήρτα να σας δω, μιτά σας να συντύχω,

γιατ’ είμαι για το χάλιν σας πολλά μαραζωμένος.

Έφερά σας τζιαι νακκουρίν φαίν τζιαι πκιείν να φάτε,

γιατ’ εν να σας γυρέψουσιν τωρά τσιμπίν να πάτε.

Ετρεξα τζι είδα τωρά τρεις κρεμμασταρκές στημένες,

είχαν τες δκυο στον Πλάτανον τζιαι τζιείν’ την μιαν την άλλην

στην Συκαμιάν, τζι ήτουν τζι οι τρεις σγιαν χάροι κουρτισμένες

τζι έπληξ’ αππέσω μου πολλά τζιαι δεν μώμεινε χάλιν.

38

Ηρτα καταύτις να σας πω να παρηορηθείτε

τζι εν να πασκίσω σήμμερον να κάμ’ ό,τι μπορήσω

να ρίξω τες κρεμμασταρκές τζιαι σεις να ποσπαστήτε,

τζιαι τα χαρκιά που γράψασιν εγιώ ‘ν να τους τα σιήσω,

να κάμω τα πικρά γλυτζιά τζιαι τάρκα να μερώσω

τζιαι βουλετόν ταβούλετον για να σας ι-γλυτώσω.

Τέσσερεις στύλλοι σγιαν τζι εσάς, τζιεφάλια τουν του τόπου

δεν είναι κρίμαν τζι άδικον να πα’ να κρεμμαστείτε;

Πο ούλλα το γλυκόττερον εν η ζωή ταθρώπου,

ένας σας λόος μανιχά κανεί να ποσπαστείτε.»

39

Τότες Αρχιεπίσκοπος εποτυλίχτην πάνω

τζι είπεν του: «Τούρτζιε, βρίξε πκιον, κανεί να συντυχάννης

τζιαι δεν θέλω που λλόου σου ν’ ακούσω παραπάνω.

Πάψε τζι εν κρίμαν τζι άδικον τα λόγια σου να χάννης,

άνου να φύης γλήορα, να πας εις την δουλειάν σου,

τζι ο Χάρος εν γλυκόττερος απού την συντυσιάν σου.»

Ο Τούρκος ότι τζι άκουσεν εστάθην μουρρωμένος

τζι είδεν τζι επίστεψεν πως παν τα λόγια του χαμένα,

τζι έμεινεν σγιαν περίλυπος τζιαι σγιαν αντροπιασμένος·

τζι ύστερα ξέβην τζι έφυεν με δκυο σιείλη καμένα.

40

Ο Τούρκος ότι τζι έφυεν τζι εμείναν μανισιοί τους,

εγονατίσαν ούλλοι τους για να προσευκηθούσιν,

τζι ούλλοι εκλαμουριστήκασιν, τζιαι τζιείν’ η προσευκή τους

ήτουν που μέσα στην καρδκιάν την ώραν που πονούσιν.

Στην υστερκάν της προσευκής έτσι γονατισμένοι

είπαν κλαμένοι σιανά τζιαι με φωνήν κομμένην:

«Θεέ μου, τζιαι συχχώρησε τους λας που μας μισούσιν,

Θεέ μου, τζιαι ξησκλάβωσε την άχαρην φυλήν μας,

Θεέ μου, τζιαι στερέωννε τους λας που πολεμούσιν,

Θεέ μου, τζιαι συχχώρα μας τζιαι δέχτου την ψυσιήν μας!»

41

Οι άλλοι πού ‘τουν στην τζ’ιαμήν ότι τζι εποσπαστήκαν

εστάθηκαν τζι εκάμασιν τσιμπίν την συντυσιάν τους

τζι εις το Σαράγιον ούλοι τους εξανασυναχτήκαν

τζι αρτζιέψαν να τελειώσουσιν την άχαρην δουλειάν τους.

Για πείσμαν του Τζιυπριανού τζιαι για φοϊτσ’ασμόν του

φέρνουν τον αρκιδκιάκον του τζιαι τον γραμματικόν του

τζιαι βκάλαν τους κάτι δουλειές, δουλειές σαντανωμένες,

τζι επέψαν τζι εκρεμμάσαν τους αξάγκωνα δημμένους

στον Πλάτανον, πούταν οι δκυο κρεμμασταρκές στημένες,

τζι αφήκαν τους τζιει πάνω τζιει καταύτις κρεμμασμένους.

42

Ύστερα ‘πέψασιν καμμιάν δωδεκαρκάν αθθρώπους

του Σαραγιού, τζι ετάξαν τους να διπλαρματωθούσιν,

τζι εφέραν που την φυλακήν τους τέσσερεις Πισκόπους

τζι ήτουν ούλοι μονόβουλοι να τους το ξαναπούσιν

για τέλεια ύστερην φοράν πως πα’ η τζιεφαλή τους.

Ευτύς ο Μουσελλίμ-αγάς αννοίει τζιαι λαλεί τους:

«Τζ’ελλάττης τζιαι κρεμμασταρκά εν τζιαι τα δκυο χαζίριν,

η ώρα σας εκόντεψεν τζι εν καρτερώ περίτου,

έχω τζινούρκαν προσταήν τώρα που τον Βεζύρην.»

Τότες Αρχιεπίσκοπος αννοίει τζιαι λαλεί του:

43

«Σκοτώστε μας τζιαι γράψετε τζι εμάς τον σκοτωμόν μας.

Μα τούτοι ούλ’ οι σκοτωμοί εν ούλοι για κακόν σας,

εσείς θαρκέστ’ αννοίετε το μνήμαν το δικόν μας,

τζι εν το πεισκάζετε πως εν το μνήμαν το δικόν σας.

Εσείς σιειροττερεύκετε τα πράματα θωρώ τα,

στην Πόλην εκρεμμάσετε τον Πατριάρχην πρώτα

τζιαι ταπισών άλλους πολλούς πισκόπους τζιαι παπάες.

Σκοτώστε όσους θέλετε, αμμ’ αν να σας ι-βλάψει,

το γαίμαν που σιονώννετε που μας τους δεσποτάες

εν λάιν εις την λαπρατζιάν π’ αφταίννει να σας κάψει.»

44

Λαλεί τ’ ο Μουσελλίμ-αγάς: «Η ώρα εν περασμένη,

χαζίριν εδειλίνωσεν τζιαι πάει να νυχτώσει,

εν καρτερώ, γιατ’ η δουλειά τωράν αρκινημένη

τζι έχω τζιαι δκυο κρεμμάμενους τζιαι πρέπει να τελειώσει.

Eχω τον αρκιδκιάκον σου τζιαι τον γραμματικόν σου,

τζι εν να τους δεις τζιαι σου τωρά κρεμμάμενους ομπρός σου.

Αν έσιεις τίποτε να πεις για το καλόν σας, λάλε,

να ποσπαστούμεν γλήορα, γιατ’ εν να νυχτωθούμεν,

τζιαι παίρνω νάκκον πομονήν, ει δε καν ου, τζιαι πάλε…»

«Βρίξε τζι εμείς το πεθυμάς ευτύς να σου το πούμεν:

45

Βκιάστου τζιαι κάμε γλήορα τζιαι τέλειωσ’ την δουλειάν σου,

πρόσταξε τον τζ’ελλάττην σου να κόψη τον λαιμόν μας,

φερ’ το σπαθίν σου γλήορα τζιαι την συρτοθηλειάν σου,

έτο που σου το είπαμεν είνταν’ για το καλόν μας.»

Ο Μουσελλίμης μ’ έναν δειν σγιαν νάδειξεν φοέραν,

κι ό,τι λοής σγιαν ένεψεν τους λας που τους εφέραν

ούλ’ ενεκατωθήκασιν, τζι ευτύς με μιαν κατζίαν

αρπάξαν ούλλοι βκιαστικά τζιαι σγιαν τους θυμωμένους

τζι εδήσαν τους, μιαν σταλαμήν τζι επήραν τους τζι επήαν

τζι εστήσαν τους αππεξωθκιόν του Σαραγιού δημμένους.

46

Τότες ο Μουσελλίμ-αγάς είπεν εις τους αγάδες:

«Ο θάνατος εν χάκκιν του κάθε κακού αθθρώπου.

Πα’ να ποτζιεφαλίσωμεν τώρα τους δεσποτάδες

τζιαι το πωρνόν ν’ αρτζιέψωμεν τους μπροεστούς του τόπου,

τζιείνους που σγάφφαν της Τουρτζιάς κρυφά-κρυφά το μνήμαν.

Εν προσταή του Διβανιού τζιαι δεν έχουμεν κρίμαν.

Που την πελλάραν τους τραβούν τζιαι τούτοι τζι η φυλή τους

τζι ακόμα εν να πάθουσιν με τουν τον νουν περίτου,

οι ίδιοι τα κάμασιν ας τάβρ’ η τζιεφαλή τους.»

Σηκώννεται ο Κκιόρ-ογλούς τζι αννοίει τζιαι λαλεί του:

47

«Έσιεις ψυσιήν, Μεχμέτ-αγά, εις τον Θεόν να δώσεις,

όπκοιος τον όρκον του πατά, κολάζει την ψυσιήν του,

τον Πάσ’ πίσκοπον έμοσες να μεν τον ι-σκοτώσεις,

έμοσες του να μεν κόψης ποττέ την τζιεφαλήν του.»

«Δεν θέλω, Κκιόρ-ογλού, εγιώ παραγ’γ’ελιάν πο σέναν.

Ορκον αν τώμοσα εγιώ τζιείν’ εν δουλειά μου μέναν.

Αντάν του ορκωμόθηκα, εσού ‘ν είσιες χαπάριν,

αρνήθην τζι εν εδέχτηκεν την χάρην μου εμέναν,

είπεν μου: Μουσελλίμ-αγά, αν θεν να κάμης χάρην

να μεν πειράξεις τίποτε στον τόπον μας κανέναν.

48

Έτσι την χάρην δέχομαι, ει δε καν ου, λαλεί μου,

αν βουληθείς τζι έναν μιτσύν, μωρούδιν να πειράξεις,

να πάει πρώτα στο σπαθίν εμέν’ η τζιεφαλή μου,

τζιαι δεν θέλω την χάρην σου, εμέν’ πρώτα να σφάξεις.

Όμως θαρείς την γνώμην μου πως εν να την αλλάξω;

Τον όρκον που του έμοσα πάλ’ εν να τον φυλάξω.

Εμοσα του να μεν κόψω ποττέ την τζιεφαλήν του,

‘μμα ‘ν άλλον κόβκω τζιεφαλήν τζι εν άλλον το κρεμμάζω,

εν τζι έμοσα του τζι είπα του χαρίζω την ζωήν του,

το πνίω έσιει δκιαφοράν πολλήν απού το σφάζω.»

49

Τότες λαλεί ο Κκιόρ-ογλούς: «Τούτον τους δεσποτάες

φοούμαι μεν τζιαι φέρει μας νεκατωσιάν στην χώραν

μεν τζι αναδόξει τους Ρωμιούς τζι εν νά ‘χουμεν πελάες,

να βάλουμεν κώλια πολλά τζιαι θέμι που τα τώρα.

Μπορεί να δισπιρκάσουσιν τζιαι να νεκατωθούσιν,

σαν δουν τα κώλια μας πολλά, τοτ’ εν να φοηθούσιν.»

Λαλεί τους ο Μεττές-αγάς: «Αφήστε τες φοβέρες,

για τους πισκόπους την δουλειάν δεν πρέπει να βκιαστούμεν,

πρέπει να μείνη να δκιαβούν αλλό-πεντέξι μέρες,

να ξομακρίση η δουλειά τζιαι να δκιαλοϊστούμεν.

50

Να ξανανεκουτρέψομεν εις τους Ρωμιούς να δούμεν

μεν τζι έχουν τζι άλλα άρματα στα σπίδκια τους χωσμένα.

τζι ότι σκοπήσουμεν καλά τζιαι σιουραριστούμεν

νάμαστον τότες άνενοιας, νάμαστον νεπαμένοι.»

Επολοήθην τζιαι λαλεί ο Μουσελλίμης τότες:

«Κανέναν φόον δεν εχώ από τους Τζιυπριώτες.

Θωρούν εις την Καραμανιάν πως η Τουρτζιά ‘ν λιμπούριν,

τέλεια κοντά π’ ακούονται τζι οι σιύλλ’ αντάν να λάξουν,

με μιαν σφυρκάν πετάσσουνται ποδώθθ’ έναν λιγγούριν

τζι ούλους μέσα σε μιαν ώραν μπορούν να τους ι-σφάξουν.

 

51

Απού την άλλην έχουσιν κοντά τους το Μισίριν.

Αν πεις καράβκια; δεν έχουν, εν του αλέτρ’ αθρώποι.

Με τούτα ούλλα δεν μπορούν να κάμουσιν χαίριν

τζι εβάλαν τα που μιας αρκής στον νουν τους οι πισκόποι,

ει δε καν ου, εκάμναν μας τζιαι τούτοι το δικόν τους,

τζιαι πάλε τζιει που πολεμούν έχουν το μερτικόν τους.

Δα κάτω τούτοι εν πολλά, πολλά ξωμακρισμένοι,

περνούν μηνάδες τζι εν έχουν χαπάριν που τα ξένα

τζιαι θέμι εν που την Τουρτζιάν στενά τριυρκασμένοι.

Δα κάτω τούτ’ εν σαν ταρνιά πων χώρκα μαντρισμένα.

52

Αρκήσαμεν, ανούτε πκιον να πάμεντε τζι εν δείλις

τζιαι που καμμιάν νεκατωσιάν στην Τζιύπρον μεν φοάστε,

τζιαι δεν γίνεται τίποτες, εγιώ είμαι βεκκίλης,

για τούν’ την δουλειάν τίποτες να μεν-ι-δκιαλοάστε.»

Ούλλοι τότες συλλόβρωτοι ευτύς εσηκωθήκαν

τζι αππεξωθκιόν του Σαραγιού επήαν τζι εσταθήκαν.

Ητουν δεξ’ιά στον Πλάτανον οι δκυο οι κρεμμασμένοι

τζι ήτουν ζαβρά στην Συκαμνιάν κρεμμασταρκά χαζίριν,

τζι οι δεσποτάδες τζιει χαμαί αξάγκωνα δημμένοι

τζι ήτουν τζιαι το Μουσουρμανιόν τριγύρου παναΰριν.

 

53

Εφαίνουνταν περίλυποι οι Τούρτζ’ οι Τζιυπριώτες,

γιατ’ ήτουν ούλλοι τους βριχτοί τζιαι σγιαν δκιαλοϊσμένοι.

Επρόσταξεν χαρούσιμος ο Μεσελλίμης τότες,

τζι επήραν τον Τζιυπριανόν, δκυο-τρεις αρματωμένοι

πουκάτω που την Συκαμνιάν, κοντά στον θάνατόν του

τζι εφάκκαν η συρτοθηλειά πάνω στο μέτωπόν του.

Υστερα γονατίσασιν τους άλλους τρεις πισκόπους

κατά την δύσην τζιαι τους τρεις αράδαν, τζι ομπροστά τους

ήτουν οι τρεις τζ’ελλάττηδες ούλλα τους αρκαθρώπους

τζι ελάμνασιν πουπανωθκιόν τζι επαίζαν τα σπαθκιά τους.

 

54

Τότες, Αρχιεπίσκοπος εψήλωσεν το δειν του

στον ουρανόν, τζι εφάνησαν τα μμάδκια του κλαμένα,

εφάνην πως επόνησεν που μέσα στην ψυσιήν του,

τζι είπεν τα τούν’ τα δκυο λόγια με δκυο σιείλη καμένα:

«Θεέ, που νάκραν δεν έσιεις ποττέ στην καλωσύνην,

λυπήθου μας τζιαι δώσε πκιον χαράν στην Ρωμιοσύνην».

Τζι ετρέξασιν τα ‘δρώματα απού το πρόσωπόν του,

απού του ήλιου την πολλήν την καψερήν την αύραν

τζι εβάλαν την συρτοθηλειάν ευτύς εις τον λαιμόν του

τζιαι τζιει πκιον ετελειώσασιν τα κάστια που ταύραν.

 

55

Ύστερα οι τζ’ελλάττηδες με μιαν ψηλήν μανιέραν

εκόψασιν τους άλλους τρεις πού ‘τουν γονατισμένοι

τζιαι τον Δημήτρην τον βοσκόν, ευτύς που τον εφέραν,

τζι εστάθησαν με τα σπαθκιά τζι οι τρεις ματζιελλεμένοι.

Το γαίμαν εκολύμπωσεν χαμαί στην γην τζι εππέσαν

τζι ελαχταρούσαν τα κορμιά τζι οι τζιεφαλάδες μέσα.

Το ματζιελειόν που γίνηκεν τζι οι Τούρτζ’ ελυπηθήκαν,

δεν είσιεν πλάσμαν πων είπεν απού καρδκιάς: εν κρίμαν.

Ακούστην εις τον μιναρέν δείλις τζι εποσπαστήκαν,

τζι εφύασιν τζι αφήκαν τους δίχως θαφκιόν τζιαι μνήμαν.

56

Ύστερα πκιον που το κακόν ακούστην μεσ’ στην Χώραν,

τζιαι που το κλάμαν άρτζιεψεν η Χώρα πκιον να βράζει,

ύστερα που το βούττημαν του ήλιου νάκκον ώραν,

τέλεια πκιον, ότι τζι έκαμεν αρκήν να σουρουπκιάζει,

επήασιν δκυο μπροεστοί τζιαι τέσσερεις παπάδες

τζι είπαν του Μουσελλίμ-αγά: «Δώσ’ μας τους δεσποτάδες

τζιαι τον Δημήτρην για θαφκιόν, να μεν μείνουν τζι εν κρίμαν.»

τζι είπεν με κάμποσους θυμούς τζιαι κάμποσες φοβέρες:

«Φύετε τζι εν σας δκιω τωρά κανέναν για το μνήμαν,

θέλω να μείνουν τζιει χαμαί άθαφτοι τρεις ημέρες!»

 

ΠΗΓΗ

Advertisements


Κατηγορίες:Κύπρος, Λογοτεχνία

Ετικέτες: , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: