Ο ασύμμετρος οικονομικός πόλεμος στην Ευρωζώνη

unnamed (2)του Σταύρου Λυγερού

Η ραγδαία επέκταση του ευρωσκεπτικισμού, την οποία κατέγραψαν οι ευρωεκλογές, είναι το αλάνθαστο σημάδι ότι η Ευρωζώνη δεν έχει καθόλου αφήσει πίσω την υπαρξιακή κρίση της. Είναι αξιοσημείωτο, μάλιστα, ότι ο νέος ευρωσκεπτικισμός είναι πολύ διαφορετικός από τον παραδοσιακό ευρωσκεπτικισμό των Βρετανών. Βρίσκει εύφορο έδαφος σε χώρες-μέλη, οι οποίες μέχρι πρότινος εμφάνιζαν τεράστια ποσοστά ευρωπαϊσμού.

Ενδεικτικό του κλίματος είναι το διάβημα του Ιταλού πρωθυπουργού και του Γάλλου προέδρου που συζητήθηκε στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής. Οι δύο ηγέτες ζητούν το Σύμφωνο Σταθερότητας να αναγνωσθεί πιο «ευέλικτα» με σκοπό να χαλαρώσει η πολιτική της λιτότητας και να τροφοδοτηθεί η ανάπτυξη με ένα πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Τα όρια του 3% για το έλλειμμα και του 60% για το δημόσιο χρέος, άλλωστε, έχουν προ πολλού και μαζικά παραβιασθεί.

Ο λόγος που ο Ρέντσι και ο Ολάντ πιέζουν προς αυτή την κατεύθυνση είναι η επιδείνωση των οικονομικών-κοινωνικών συνθηκών στη νότια Ευρώπη με τις επιπτώσεις που αυτές έχουν στο πολιτικό επίπεδο. Η κυβέρνηση Μέρκελ, όμως, δεν έχει τέτοια προβλήματα. Γι’ αυτό και εμφανίζεται ανελαστική, επικαλούμενη την τήρηση των κανόνων. Συνολικά, όμως, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών είναι ένα σαφές μήνυμα ότι η συνέχιση της λιτότητας υπονομεύει τη βάση ύπαρξης του ευρώ.

Η κρίση απέδειξε ότι οι συνεκτικοί δεσμοί στην ΕΕ είναι πιο αβαθείς απ’ όσο θεωρούνταν. Αρνητικά στερεότυπα μεταξύ των ευρωπαϊκών εθνών, που πολλοί πίστευαν ότι είχαν οριστικά πεταχτεί στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας, επανήλθαν και κυριάρχησαν σε ελάχιστο χρόνο. Αυτό εξηγείται, επειδή η διαδικασία ενοποίησης δρομολογήθηκε και αναπτύχθηκε σε συνθήκες σχετικά ήρεμων υδάτων και οικοδομήθηκε υπό την επήρεια του άρρητου ιδεολογήματος ότι οι συνθήκες θα ήταν πάντα έτσι.

Στην πολιτική και στην οικονομία, όμως, ισχύει ό,τι και στη ζωή. Εκτός από νηνεμίες υπάρχουν και τρικυμίες. Στις δεύτερες δοκιμάζονται οι συνεκτικοί δεσμοί. Ο τρόπος, άλλωστε, με τον οποίον θεμελιώθηκε και λειτούργησε το κοινό νόμισμα ήταν ένα είδος ωρολογιακής βόμβας. Οι αρχιτέκτονες του ευρώ έβαλαν το κάρο μπροστά από το άλογο. Νομισματική ένωση χωρίς δημοσιονομική ένωση είναι αντίφαση. Και βεβαίως δημοσιονομική ένωση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κάποια μορφή πολιτικής ένωσης. Με άλλα λόγια, το ευρώ θεμελιώθηκε στην άμμο.

Η Γερμανία, μάλιστα, φρόντισε να το σχεδιάσει με βάση τις δικές της προδιαγραφές. Απαγορεύθηκε η διάσωση χωρών-μελών και απαγορεύθηκε στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να παίξει τον ρόλο του ύστατου δανειστή που σε συνθήκες κρίσης παίζει κάθε κεντρική τράπεζα. Τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν ο οικονομικός ουρανός ήταν ανέφελος, οι άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποδέχθηκαν τις γερμανικές απαιτήσεις με εγκληματική επιπολαιότητα. Τα αποτελέσματα τα βιώνουμε σήμερα.

Όταν ο ελληνικός κρίκος υπέστη ρήγμα, η Ευρωζώνη είχε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει το πρόβλημα ως ευκαιρία για διορθωτικές παρεμβάσεις με σκοπό να ενισχυθεί το ενοποιητικό εγχείρημα. Αντ’ αυτού, όμως, οι άρχουσες γερμανικές ελίτ παλινδρόμησαν στον οικονομικό εθνικισμό. Ηθικολογούν ασυστόλως μιλώντας για μερμήγκια και τζιτζίκια.Το γεγονός, όμως, ότι περισσότερο ή λιγότερο οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας βουλιάζουν στον φαύλο κύκλο της ύφεσης καταδεικνύει ότι πέρα από τις τοπικές αιτίες υπάρχει και μία κοινή αιτία. Κι αυτή είναι ο τρόπος που λειτούργησε το κοινό νόμισμα.

Όλα δείχνουν, μάλιστα ότι ούτε και τώρα η Ευρωζώνη θα αντιδράσει ως πραγματική ένωση. Το πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υιοθέτησε κάποιες διατυπώσεις που φαίνεται εν μέρει να ικανοποιούν το αίτημα των Ρέντσι και Ολάντ, αλλά μένει να αποδειχθεί εάν αυτές οι διατυπώσεις θα οδηγήσουν πραγματικά σε αλλαγή πολιτικής. Πριν δύο χρόνια, οι Μόντι και Ολάντ είχαν ασκήσει πιέσεις και στην τότε σύνοδο κορυφής η Μέρκελ είχε κάνει ένα βήμα. Στη συνέχεια, όμως, αφυδάτωσε εκείνες τις αποφάσεις.

Η Γερμανία και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα έχουν οχυρωθεί πίσω από την πολιτική της μονοδιάστατης λιτότητας, η οποία ισοδυναμεί μ’ ένα είδος ασύμμετρου οικονομικού πολέμου εναντίον των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Η πολιτική αυτή εξυπηρετεί βραχυμεσοπρόθεσμα τα στενά γερμανικά συμφέροντα και γι’ αυτό επικροτείται από τη γερμανική κοινή γνώμη. Με ευρωπαϊκά κριτήρια, όμως, είναι καταστροφική. Το Βερολίνο πατάει σε δύο βάρκες. Θέλει τα πλεονεκτήματα που του παρέχει η ύπαρξη του ευρώ, αλλά όχι και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η ύπαρξή του.

Η Γερμανία τα καταφέρνει όχι μόνο, λόγω της οικονομικής ισχύος της. Τα καταφέρνει και επειδή απέναντί της δεν έχει ένα πολιτικό μέτωπο αποφασισμένων ηγετών. Η ανυπαρξία αυτού του μετώπου οφείλεται σε δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι οι κοινωνίες του ευρωπαϊκού Νότου, που είναι τα μεγάλα θύματα του ασύμμετρου πολέμου, προς το παρόν αντιδρούν μόνο εκλογικά. Οι άλλες αντιδράσεις τους είναι υποτονικές, επειδή η μακρά περίοδος ευημερίας έχει αμβλύνει τα αντανακλαστικά τους και επειδή έχουν ακόμα αρκετά να χάσουν.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η ευρωπαϊκή ολιγαρχία του χρήματος χρησιμοποιεί τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη λιτότητα για να μετακυλήσει το κόστος της κρίσης στις μικρομεσαίες τάξεις. Γι’ αυτό και οι άρχουσες ελίτ στον ευρωπαϊκό νότο ταυτίζονται με την πολιτική της λιτότητας. Χρησιμοποιούν την κρίση όχι τόσο για να προωθήσουν επιβεβλημένες μεταρρυθμίσεις όσο για να προωθήσουν μέτρα με ταξικό πρόσημο. Επιπροσθέτως, είναι τόσο ιδεολογικά ταυτισμένες με το ευρωπαϊκό οικοδόμημα που αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν ότι η γερμανική ηγεμονία και η πολιτική της λιτότητας ουσιαστικά ναρκοθετεί το ενοποιητικό εγχείρημα. Με τη συμπεριφορά τους επιβεβαιώνουν όχι μόνο τις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες τους, αλλά και την τάση τους να βλέπουν τα δένδρα κι όχι το δάσος.

Οι οργανικοί δεσμοί που έχουν αναπτυχθεί και παγιωθεί στην Ευρωζώνη έχουν δέσει μεταξύ τους τις άρχουσες ελίτ των χωρών-μελών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορούν να δουν τον εαυτό τους εκτός αυτού του πλαισίου. Το ευρώ, άλλωστε, δεν οργανώνει μόνο τα γερμανικά εξαγωγικά συμφέροντα. Οργανώνει και τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών τραπεζών. Η κατάσταση αυτή επέτρεψε στη Γερμανία να γίνει αφεντικό, δηλαδή να επηρεάζει τις κοινοτικές αποφάσεις ώστε να εξυπηρετούνται και τα εθνικά της συμφέροντα. Το επιτυγχάνει, επειδή χρησιμοποιεί σαν όχημα αντιλήψεις, διαδικασίες και σχήματα που της εξασφαλίζουν την υποστήριξη της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας του χρήματος.

Δημοσιεύθηκε στις 10-7-2014 στα Επίκαιρα

Advertisements


Κατηγορίες:Ευρώπη, Λυγερός Σταύρος, Οικονομία

Ετικέτες: , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: