Παναγιώτης Ήφαιστος: Το ισλαμικό «κράτος του αποκεφαλιστάν» και η υπερεξάπλωση των δυτικών δυνάμεων μέσα σε μία δίνη ασύμμετρων απειλών, συν τρία άρθρα περί αυτού

Η υπερεξάπλωση είναι μια γνωστή φράση στην στρατηγική θεωρία, όταν μια μεγάλη δύναμη, αλλά και ένα οποιοδήποτε άλλο κράτος, υιοθετεί επιλογές οι οποίες δημιουργούν ανεξέλεγκτες καταστάσεις, φθορά, κατασπατάληση μεγάλων πόρων και τελικά άτακτη υποχώρηση όπως έγινε με τις ΗΠΑ στο Βιετνάμ ή την ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν. Όμως, οι αρθρογράφοι William Greider  και Tom Engelhardt της Αμερικανικής έκδοσης “The Nation” των οποίων τα άρθρα αναπαράγουμε στο τέλος, αναφέρονται σε κατιτί διόλου άγνωστο στην ιστορία πλην πολύ πιο οξύ στην σύγχρονη εποχή όταν ακόμη και οι πλέον αδύναμοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν την τεχνολογία και την επικοινωνία και να αναιρέσουν πολλά πλεονεκτήματα του ισχυρού ή απλά να του προκαλέσουν ασήκωτο πολιτικό, οικονομικό και διπλωματικό κόστος. Εν μέρει,  το πρόβλημα οφείλεται σε έλλειμμα στην σύγχρονη δυτική πολιτική σκέψη για τους Ανατολικούς πολιτικούς πολιτισμούς. Είτε δεν τους κατανοούν σωστά είτε αυτοκτονικά δεν θέλουν να τους κατανοήσουν.

Αφορά τον πραγματικό χαρακτήρα της εμπλοκής των ΗΠΑ στην Μεταψυχροπολεμική εποχή Ανατολικά και Νότια της Μεσογείου. Αναφερόμαστε βέβαια στο επεμβατικό όργιο μετά το 1990 όταν πολλοί ημέτεροι νομικιστές επί δύο δεκαετίες θεωρούν «νομοπαραγωγή» που θα οδηγήσει σε κάποιου είδους υπερεθνικό διεθνές δίκαιο το οποίο, περίπου, θα αναιρεί το κρατοκεντρικό διεθνές σύστημα. Το θέμα αυτό, μεταξύ άλλων, το αναλύω στο δοκίμιό μου Τα κράτη επιδιώκουν να αποκτήσουν «ισχύ», η οποία είναι το κύριο «νόμισμα» στη διεθνή πολιτική (Waltz) http://t.co/xbzamRcMZQ.

Οι Δυτικοί, όντας ακόμη καβάλα στο αποικιοκρατικό τους καλάμι, δεν κατανοούν τον πολιτικό πολιτισμό, τις πολιτικές παραδόσεις, την μεταφυσική πίστη πέντε περίπου δισεκατομμυρίων ανθρώπων Ανατολικά, Βόρεια και Νότια της Μεσογείου. Κυρίως, για να χρησιμοποιήσω τους όρους του Παναγιώτη Κονδύλη, δεν κατανοούν το τι ακριβώς σημαίνει η εισροή του «ταραχοποιού πνεύματος» μέσα στην δημόσια σφαίρα δεκάδων «αρχαίων εθνών» που εγείρονται και αξιώνουν πολιτική κυριαρχία.

Τους συμπεριφέρονται ως και να είναι ακόμη αποικιακοί υποτελείς και με γραμμικές αντιλήψεις που ισοπεδώνουν μια κατά τα άλλα απέραντη πολιτική και πνευματική ποικιλομορφία μέσα στο απέραντο πλανητικό πεδίο που συμπεριλαμβάνει μακραίωνα σμιλευμένα έθνη, πολιτισμούς και πολιτικές παραδόσεις.

Ούτε επίσης και κατανοούν ότι με το επεμβατικό μεταψυχροπολεμικό πλιάτσικο που αποσταθεροποίησε τις κρατοκεντρικές λογικές με το να αποδυναμώνει ήδη εύθραυστες κρατικές οντότητες όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν, η Συρία, η Λιβύη κ.α., έδωσαν τροφή στους πιο ακραίους εξτρεμισμούς όπως αυτοί του «κράτους του αποκεφαλιστάν» που επιχειρεί να εδραιωθεί στο χαώδες τετράγωνο που εμπερικλείουν οι ανεξέλεγκτες περιοχές μεταξύ Ιράν, Τουρκίας, Συρίας και Τουρκίας. Πολύ συχνά κατά την διάρκεια της μεταψυχροπολεμικής εποχής οι δυτικοί πυροβολούσαν το πόδι τους αποσταθεροποιώντας ολόκληρες περιφέρειες από τις οποίες εξαρτάται η ασφάλειά τους και η ευημερία τους.

Οι κανίβαλοι του «κράτους του Αποκεφαλιστάν» είναι οι ίδιοι εξτρεμιστές τους οποίους οι γραμμικά σκεπτόμενοι λιλιπούτειοι σύγχρονοι ηγέτες των δυτικών κρατών δημιούργησαν  και τροφοδότησαν για να στηρίξουν τα καταχρηστικά ιμπεριαλιστικά τους παιχνίδια. [Ο όρος ιμπεριαλισμός εδώ δεν αναφέρεται στην μαρξιστική έννοια. Ιμπεριαλισμός ορίζεται ως η καταχρηστική και άνομη απόκτηση συντελεστών ισχύος εκτός της Επικράτειας ενός κράτους]

Ασφαλώς, πρέπει να είναι κανείς αιθεροβάμων για να μην βλέπει ότι τα στρατηγικά παίγνια των μεγάλων δυνάμεων δεν έχουν όρια στις μηχανορραφίες και συνομωσίες όταν σχεδιάζουν και εφαρμόζουν την στρατηγική τους. Το εμβληματικό έργο του John Mearsheimer, Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων (σελίδα facebook), εξάλλου, θεμελίωσε και τεκμηρίωσε σφαιρικά και βαθιά τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις σκέφτονται, λειτουργούν και δρουν.

Τα δύο αγγλικά άρθρα που ακολουθούν και η δική μας ανάλυση, όμως, δεν αναφέρονται σε αυτό αλλά στην μυωπική καταβύθιση των δυνάμεων αυτών στην άβυσσο των Ηφαιστείων των πρώην αποικιοκρατούμενων χωρών.

Αντί να μεριμνήσουν για κρατοκεντρικό ορθολογισμό που απαιτεί στέρεα κράτη με επίγνωση των εθνικών τους συμφερόντων και κυρίως του συμφέροντος επιβίωσής τους, με επιπολαιότητα τα αποσταθεροποιούν συχνά άνευ σκοπού ή προκαλώντας τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά των σκοπών που ήθελαν να εκπληρώσουν.

Όποιος έχει στοιχειώδη γνώση της κλασικής και σύγχρονης διεθνούς πολιτικής θα συμφωνήσει ότι η πολιτική εκείνη παράδοση της πολιτικής θεωρίας του διεθνούς συστήματος που προκαλεί εισροή ορθολογισμού, λογικής σκέψης και αποφάσεων που συντείνουν στην ισορροπία και στην σταθερότητα είναι η Θουκυδίδεια παράδοση. Ισχυρή κατά καιρούς στις ΗΠΑ και σε πολλά πανεπιστήμια τις Δύσης όπου εκπροσωπούνται από διαπρεπείς πολιτικούς στοχαστές όπως οι Carr, Morgenthau, Waltz, Gilpin, Mearsheimer et al.

Αυτή η ορθολογιστική πολιτική σκέψη, όμως, δεν κυριαρχεί πάντοτε. Άναρχα και ασυνάρτητα εφήμερα μίγματα ιδεολογικά προσανατολισμένων ρευμάτων σκέψεις προκαλούν εισροές ποταμών πολιτικών ανορθολογισμών, στρεβλώνουν μυαλά φορέων επιστημονικών τίτλων και ρυπαίνουν αναρίθμητα μυαλά φοιτητών και αναγνωστών. Αυτός ο ανορθολογισμός, εξάλλου, θα τον συναντήσει κανείς σε όλες τις ιστορικές στιγμές και ενίοτε, εκτός από αυτοτραυματισμούς, χρησιμεύει και ως «soft power» στο οπλοστάσιο των κρατών.

Παραμένει γεγονός, εν τούτοις, ότι όποιο κράτος μικρό ή μεγάλο θέλει να εκπληρώνει τα συμφέροντά του και όπως κινείται στην Οδύσσεια της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής να λειτουργεί ορθολογιστικά, θα πρέπει να υιοθετεί στρατηγικές που είναι συμβατές με τα αξιώματα του Παραδείγματος των διεθνών σχέσεων που βρίσκονται όλα στην περιγραφική και αξιολογικά ελεύθερη ανάλυση του Θουκυδίδη.

Αμέσως μετά παραθέτω παλαιότερο σημείωμά μου σε αναφορά με τις πυρκαγιές που είχαν ξεσπάσει στην Αθήνα το 2007. Αυτό που ουσιαστικά συμβαίνει με τις πολιτικές των δυτικών δυνάμεων Ανατολικά και Νότια της Μεσογείου είναι μια απερίσκεπτη «υπερεξάπλωση μέσα σε μια δίνη ασύμμετρων απειλών» που τα ίδια τα δυτικά κράτη δημιουργούν με απερισκεψία, πραγματικά ανερμήνευτη. Ολοένα μεγαλύτερες περιοχές καθίστανται «μαύρες στρατηγικές τρύπες» οι οποίες παγιδεύουν εκατομμύρια ανθρώπους και τους ίδιους τους δράστες του ιμπεριαλισμού όπως τον ορίσαμε πιο πάνω.

Σε αυτό το κρίσιμο ιστορικό σταυροδρόμι η Ελλάδα λικνίζεται επικίνδυνα σχοινοβατώντας μεταξύ βράχων και κρημνών ενώ ο προσανατολισμός που ακολουθεί οδηγεί προς έλη. Τα αίτια για αυτό τον ατυχή προσανατολισμό τα έχουμε αναλύσει ξανά και ξανά. Μεταξύ άλλων, εκτός από την απελπιστική μετριότητα αναρίθμητων που θρέφονται από σπάνιους κοινωνικούς πόρους για εκφέρουν γνώμες, ιδεολογήματα και θεωρήματα και όχι γνώση στο πεδίο της πολιτικής θεωρίας του διεθνούς συστήματος, τα αίτια κανείς μπορεί να τα αναζητήσει στα εμφυλιακά σύνδρομα που καταβύθισαν τους νεοέλληνες στο τέλμα των ψευτο-ιδεολογιών του Ψυχρού Πολέμου, την συνεπαγόμενη ξένη εξάρτηση, την διαφθορά της σκέψης με προσδοκίες κάποιου είδους πλανητικής ενότητας που ποτέ δεν υπήρξε και ποτέ δεν θα υπάρξει και μια απελπιστικά αυτοκτονική παράβλεψη του εθνικού συμφέροντος ως κεντρική έννοια για κάθε κράτος εάν θέλει να λειτουργεί ορθολογιστικά στο σύγχρονο διεθνές σύστημα.

Υστερόγραφο: Απόσπασμα από το κεφάλαιο 11 του βιβλίου μου Ο πόλεμος και τα αίτιά του. Τρομοκρατία και ηγεμονισμός οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. (σελίδα facebook). Υπογραμμίζω την καταπληκτική θεώρηση του Παναγιώτη Κονδύλη στο  μνημειώδες έργο του «Θεωρία του Πολέμου» για την διαλεκτική σχέση τεχνολογίας, ισχυρού και αδυνάμου, και την «πρόβλεψη» μια δεκαετία πριν για τα κτυπήματα στα αστικά κέντρα των ισχυρών κρατών. Η «διεθνής επέμβαση» η κατάχρηση της οποίας τις δύο τελευταίες δεκαετίες όξυνε τα προβλήματα του διεθνούς συστήματος είναι ένα ζήτημα που θα τίθεται ολοένα και περισσότερο ως το μέγα πρόβλημα της μεταψυχροπολεμικής εποχής.

[από το κεφάλαιο 11]

«…. Αυτών λεχθέντων και για να αποσυνδεθεί η συζήτηση από παράγοντες που είναι δύσκολο να προβλεφθεί πως θα διαμορφωθούν στο μέλλον, σημειώνω πως μεταξύ των σημερινών μεγάλων δυνάμεων, παραδόξως υπάρχει και μάλλον θα συνεχίσει να υπάρχει πυρηνική ισορροπία. Αυτό επιτρέπει να προβλεφθεί με κάποια βεβαιότητα πως μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων θα συνεχίσει να επιδεικνύεται αυτοσυγκράτηση όσον αφορά το ενδεχόμενο πολεμικής σύγκρουσης των δικών τους ένοπλων δυνάμεων. Όμως, δεν προδικάζει οτιδήποτε άλλο και κυρίως την αποκέντρωση της ισχύος όπως συνέβαινε κατά τη διάρκεια της πυρηνικής ισορροπίας ισχύος κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Ουσιαστικά, αν υπάρχει μια ευδιάκριτη και αναμφίβολη τάση στη μεταψυχροπολεμική εποχή είναι μια τέτοια αποκέντρωση της αστάθειας που πυροδότησε πλήθος περιφερειακών διενέξεων και μεγάλες ανακατανομές συνόρων και κυριαρχίας. Η συζήτηση αυτή μας φέρνει στο θέμα των σχέσεων μεταξύ ισχυρών δυνάμεων και μικρότερων δυνάμεων.

Επειδή και πάλιν οι ιδεαλιστικοί εξοβελισμοί στην φαντασία και στο υποθετικό δεν έχουν θέση σε μια σοβαρή συζήτηση, αποκλείονται, πρώτο, οι αλτρουιστικές συμπεριφορές και δεύτερο, η πιθανότητα ένα ισχυρό κράτος να μη καταχραστεί τη δύναμή του αν του προσφέρεται η δυνατότητα να κάνει κάτι τέτοιο.

Αν αυτή η θέση ευσταθεί, η συζήτηση του ηγεμονισμού και του πολέμου ή της σταθερότητας εντάσσεται στη λογική του κόστους-οφέλους εναλλακτικών εκατέρωθεν επιλογών. Για να το θέσω διαφορετικά, κανένα κράτος που ενεργεί σύμφωνα με τα συμφέροντά του δεν θα ενεργήσει με τρόπο που θα προκαλέσει στον εαυτό του μεγαλύτερο κόστος από το αναμενόμενο όφελος. Αυτή βεβαίως είναι μια κλασική αρχή της αποτρεπτικής στρατηγικής. Πρέπει να εξηγήσουμε επίσης, πως δεν αφορά μόνο εχθρικές σχέσεις με την έννοια της πολεμικής προετοιμασίας. Σε μια συμμαχία, για παράδειγμα, μικρότερα μέλη έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν διάφορους μοχλούς πίεσης για να επιτύχουν μια πιο ισόρροπη σχέση. Πιο κάτω, θα έχω την ευκαιρία να αναφερθώ σε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Η τελευταία θέση βάζει σε μια τάξη ένα εκ φύσεως περίπλοκο και σύνθετο θέμα. Μας επιτρέπει έτσι να εξετάσουμε το θέμα του ηγεμονισμού και του πολέμου υπό διαφορετικές οπτικές γωνίες. Καταρχήν είναι αναγκαίο να τονιστεί πως αν υπάρχουν μερικές ουσιώδεις διαφορές μεταξύ παρελθουσών διεθνών συστημάτων και του «σύγχρονου» αυτό συνίσταται σε μερικούς βασικούς παράγοντες. Θα αναφέρω μερικούς από αυτούς συσχετίζοντάς τους με το θέμα του κόστους-οφέλους.

Κατά πρώτον, στο σύγχρονο διεθνές σύστημα υπάρχουν πέραν των διακοσίων κρατών, μεσαίες δυνάμεις, μικρές και μεσαίες πυρηνικές δυνάμεις, πολυπληθή κράτη που είναι κοινωνικά, πολιτισμικά και γεωγραφικά δύσβατα για τους συντελεστές ισχύος μιας αναπτυγμένης μεγάλης δύναμης και μικρά ή μεσαία κράτη όπως το Βιετνάμ ή το Αφγανιστάν που απέδειξαν πως μπορούν να αντιπαραταχθούν ακόμη και με μια υπερδύναμη.

Δεύτερο, η τεχνολογία δεν είναι μόνο πλεονέκτημα για το ισχυρό κράτος αλλά και τρομερό όπλο ή και «εξισωτής ισχύος» ακόμη και για το πιο μικρό κράτος ή μια αυτονομημένη διεθνική ομάδα όπως είναι οι τρομοκρατικές ομάδες. Δεν θα επεκταθώ στις αυτονόητες περιπτώσεις πυρηνικής ισχύος ή δυνατοτήτων βιολογικού πολέμου που θα μπορούσαν να είναι φοβερά αποτρεπτικά όπλα στην κατοχή ακόμη και του πιο μικρού κράτους.

Αναφέρομαι ακόμη και σε άτομα ή ομάδες που μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη τεχνολογία για να μεταφέρουν το κόστος μιας αντιπαράθεσης στο έδαφος του ισχυρότερου. Η σύγκαιρη πραγματικότητα προσφέρει ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όταν το φθινόπωρο του 2001 μερικές δεκάδες καλά οργανωμένα άτομα χρησιμοποίησαν δύο αεροπλάνα για να μετατρέψουν το κέντρο της Νέας Υόρκης σε ερείπια και να αποστείλουν μερικούς φακέλους με βιολογικές ουσίες που αναστάτωσαν τον τρόπο ζωής μιας ολόκληρης ηπείρου.

Πριν εκατό χρόνια, η κατάληψη της Ινδίας ή του Πακιστάν από την Αγγλία και η εκμετάλλευσή της επί δεκαετίες δεν προκαλούσε κανένα πρόβλημα. Στον σύγχρονο τεχνολογικά αναπτυγμένο κόσμο πολιτικές που θα αύξαναν τους Οσάμα Μπιν Λάντεν [Αναφέρομαι στον Σαουδάραβα Ισλαμιστή που οι ΗΠΑ κατηγόρησαν ως οργανωτή των τρομοκρατικών κτυπημάτων κατά της Νέας Υόρκης τον Σεπτέμβριο 2001] ή ακόμη που θα προκαλούσαν ανάλογες αντιδράσεις από οργανωμένα κράτη, θα μπορούσαν να αλλάξουν την σχέση κόστους-οφέλους εναλλακτικών επιλογών με δραματικό τρόπο. Όπως σημειώνει ο Παναγιώτης Κονδύλης,

«Ως συνέχεια της πολιτικής, ο πόλεμος του μέλλοντος θα πάρει διάφορες μορφές προκειμένου να αποτυπώσει εχθρικές σχέσεις ποικίλων πολιτικών υποκειμένων. Μια ουσιώδης έποψη του γεγονότος ότι η υφήλιος ενοποιείται είναι και η ικανότητα όλων(ή πάντως αρκετών) να πλήττουν με στρατιωτικά μέσα όλους (ή πάντως αρκετούς). … Η επέμβαση», σημείωσε προφητικά ο Παναγιώτης Κονδύλης, «δεν εξάγεται μόνο υπό μορφή στρατιωτικών επιχειρήσεων αλλά και εισάγεται υπό μορφή τρομοκρατικών ενεργειών» (Θεωρία του Πολέμου, 1997, σ. 367-8,371, 376).

Το κόστος της τεχνολογίας αλλάζει την σχέση ισχυρού αδύναμου και με ένα πολύ διαφορετικό τρόπο. Πλήγματα που απαιτούν ασήμαντη ισχύ όπως δύο αεροπλάνα ή μερικούς φακέλους με βιολογικά όπλα που ταχυδρομούνται ή μερικούς ισχυρούς υπολογιστές που μπορούν να παρέμβουν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα μιας μεγάλης δύναμης μπορούν, όπως τονίστηκε μόλις, να προκαλέσουν τρομερή κοινωνική αναστάτωση ή ακόμη και κατάρρευση της οικονομίας.

Εάν πάρουμε το παράδειγμα του τρομοκρατικού κτυπήματος κατά των πύργων της Νέας Υόρκης στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, υποστηρίχθηκε πως προήλθε από μερικές ολιγάριθμες ομάδες που εξέφραζαν παράπονα για την μη επίλυση του Παλαιστινιακού ή το κυβερνητικό καθεστώς της χώρας τους που είναι φίλα διακείμενο με τις ΗΠΑ. Πως θα μπορούσε να διαμορφωθεί το διεθνές πολιτικό σκηνικό, για παράδειγμα, αν για να διασφαλιστούν οι ροές ενεργειακών πηγών ή άλλων πλουτοπαραγωγικών πόρων μια μεγάλη δύναμη αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει μαζική στρατιωτική ισχύ κατά ενός μεγάλου μουσουλμανικού κράτους. Η απάντηση είναι πως με ευχαρίστηση, όπως εξάλλου γίνεται μετά το εμπάργκο  πετρελαίου του 1973 από τα κράτη του OPEC οι ΗΠΑ βρίσκεται σε ένα συνεχές διακρατικό δούναι-λαβείν που διαρκώς εξελίσσεται με ποικίλους τρόπους».

Ασύμμετρες απειλές (Παρέμβαση 30.8.2007 – αναρτημένο ευρέως στο διαδίκτυο)

Η –λόγω πυρκαγιών– εισαγωγή του όρου «ασύμμετρη απειλή» στον ελληνικό δημόσιο διάλογο χαρακτηρίζεται από συχνές ασάφειες, ανακριβείς ορισμούς και άλματα συλλογισμών. Όχι για πρώτη φορά στον ευαίσθητο χώρο των διεθνών σχέσεων, ανακρίβειες και θεμελιώδεις συγχύσεις προκαλούν στον ελληνικό δημόσιο διάλογο εισροές ζημιογόνου πολιτικού ανορθολογισμού. Με συντομία, χωρίς να εξαντλώ το θέμα και χωρίς την παραμικρή πρόθεση να αναμιχθώ στην δια-παραταξιακή διαμάχη, θα αναφερθώ στις βασικές πτυχές του ζητήματος αυτού. Γράφοντας από την σκοπιά του διεθνολόγου, αποκλειστικός σκοπός του παρόντος είναι να διασαφηνισθούν οι κύριες και στοιχειώδεις πτυχές της έννοιας «ασύμμετρες απειλές».

Παρά το γεγονός ότι μετά τον Ψυχρό Πόλεμο οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ χρησιμοποίησαν τον όρο «ασύμμετρες απειλές» για να περιγράψουν ένα αριθμό προβλημάτων που αφορούν την δική τους εθνική ασφάλεια (διεθνική τρομοκρατία, περιβαλλοντολογικές καταστροφές, απόκτηση μέσων μαζικών καταστροφών από μη κρατικούς δρώντες, παράνομη διακίνηση όπλων, δολιοφθορείς των δικτυακών τόπων και δομών πληροφορικής, κτλ), οι «ασύμμετρες» δράσεις ούτε νέες είναι ούτε περιορίζονται σε μη κρατικούς δρώντες.

Οι ασύμμετρες απειλές είναι διαχρονικό φαινόμενο και στην σύγχρονη εποχή καθημερινό φαινόμενο με δράστες τόσο κρατικούς όσο και μη κρατικούς δρώντες. Λάθος δεν κάνουν αυτοί που επισημαίνουν την ύπαρξη τέτοιων απειλών αλλά όσοι, για κάποιους περίεργους λόγους, καλλιεργούν μια ψευτοσυνείδηση περί ενός αγγελικού κόσμου χωρίς διακρατικές αντιπαραθέσεις, χωρίς μυστικές υπηρεσίες, χωρίς διεθνικούς εγκληματίες, χωρίς αίτια πολέμου και χωρίς έλλειμμα διακρατικής συνεργασίας που θα καθιστούσε τους διεθνείς θεσμούς πιο χρήσιμους και πιο αποτελεσματικούς.

Εδώ, θα περιοριστώ μόνο σε δύο πτυχές: τους κύριους σκοπούς που εξυπηρετούνται από τις ασύμμετρες απειλές και τους φορείς και μεθόδους.

Πρώτον, οι σκοποί που επιδιώκουν να εκπληρώσουν οι δράστες ασύμμετρων απειλών, αν και κυμαινόμενοι και ποικιλόμορφοι, έχουν ως κύρια επιδίωξη την πρόκληση ζημιών δυσανάλογων με τα μέσα που χρησιμοποιούν. Μεταξύ άλλων, κύριοι στόχοι είναι το ηθικό της κοινωνίας, το γόητρο των κρατικών θεσμών, η αξιοπιστία της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, η κοινωνικοπολιτική συνοχή και η συσπείρωση ηγεσίας και λαού γύρω από θεμελιώδεις στρατηγικούς σκοπούς και προσανατολισμούς. Ο φορέας της ασύμμετρης απειλής στοχεύει τόσο στην συνολική ψυχολογική αποδυνάμωση των μελών της κοινωνίας-στόχου όσο και στην οργανωτική αποσύνθεση του κράτους. Βασικό κριτήριο που στοιχειοθετεί και τον ασύμμετρο χαρακτήρα είναι το γεγονός ότι εκτελούνται τακτικού χαρακτήρα δράσεις με σκοπό να προκληθούν εκτεταμένα και στρατηγικού χαρακτήρα αποτελέσματα. Σκοποί που εξυπηρετούνται είναι είτε ιδεολογικοί ενδοκρατικών δρώντων (πχ αναρχικοί) είτε διακρατικοί με κύριο στόχο τις ανακατανομές ισχύος και συμφερόντων με πρόκληση ανακατατάξεων στην διεθνή ιεραρχία ισχύος, αξιοπιστίας, συμφερόντων και συμμαχικών συγκλίσεων. Στην πρακτική των ηγεμονικών δυνάμεων οι υπηρεσίες των οποίων συχνά εμπλέκονται με τον πιο αόρατο τρόπο, στόχοι ασύμμετρων απειλών (πρακτόρων τους ή στρατευμένων ατόμων που δεν γνωρίζουν τον ηθικό αυτουργό ή δεν γνωρίζουν ότι αυτός τους υποκινεί) δυνατό να είναι τόσο (άσπονδα) «φίλια» όσο και εχθρικά κράτη. Ενδοκρατικοί μη κυβερνητικοί «ασύμμετροι δρώντες», εξάλλου, δυνατό άμεσα, εμμέσως ή εκ του αποτελέσματος να εκπληρώνουν τους σκοπούς ξένων κρατικών συμφερόντων που αποβλέπουν στην κατατριβή τρίτων κρατών και στις ανακατανομές ισχύος. Στην σύγχρονη εποχή που η κοινωνικοπολιτική συνοχή και κοσμοθεωρητική ευρωστία ενός κράτους είναι καίριας σημασίας για τις ανακατανομές συμφερόντων, κύριοι σκοποί που εξυπηρετούνται είναι η αποδόμηση των συλλογικών ταυτοτήτων κοινωνιών-στόχων με την ιστοριογραφική αποδόμηση, την καλλιέργεια άτοπων ή και ανόητων κοσμοπολίτικων ιδεολογημάτων που αποδυναμώνουν την πίστη-νομιμοφροσύνη στους θεσμούς του κράτους και την πρόκληση περιβαλλοντολογικών καταστροφών. Ασύμμετρες είναι και οι δράσεις υπόγειων δρώντων με κίβδηλη έξωθεν καλή μαρτυρία όταν αποδομούν τα μυαλά των ανθρώπων με ψευτο επιστημονικά προπαγανδιστικά θεωρήματα και ιδεολογήματα τα οποία υπονομεύουν την πίστη των πολιτών ενός κράτους στην εθνική του ανεξαρτησία κάνοντάς τους να πιστεύουν πως αυτοί και η πολιτεία τους είναι αναλώσιμα αγαθά. Ακόμη, η τεχνολογία και ιδιαίτερα η ηλεκτρονική, που καθιστά εύκολες και αόρατες τις ασύμμετρες απειλές των πιο περίεργων και πιο διεθνικά διαπλεκομένων δρώντων.

Ολοκληρώνοντας σημειώνω διαφωνίες αναλυτών στην βιβλιογραφία. Η πρωτογενής κλασική αντίληψη στην βιβλιογραφία είναι ότι υπάρχει ασύμμετρη απειλή όταν υπάρχει ασυμμετρία μέσων που χρησιμοποιούνται και αποτελεσμάτων που προκαλούνται. Κάποιοι άλλοι, μεταξύ άλλων επιφυλάξεων, αποδέχονται την ύπαρξη ασύμμετρης απειλής μόνο σε περιόδους ειρήνης και αποκλείουν δρώντες όπως οι αναρχικοί όταν δεν δημοσιοποιούν τους σκοπούς τους. Ο υπογράφων συντάσσεται με την πρώτη κλασικότερη ερμηνεία που αποδέχεται την ύπαρξη ασύμμετρης απειλής σε κάθε περίπτωση κεκαλυμμένης χρήσης μέσων που προκαλούν δυσανάλογα αποτελέσματα.

Απαιτείται, βεβαίως, να γίνεται διάκριση μεταξύ ερμηνειών του σημαντικού αυτού όρου σ’ ένα ακαδημαϊκό πλαίσιο που ορθώς γενικεύει για να τον καταστήσει συναφή σε ένα μεγαλύτερο φάσμα της ανθρώπινης πραγματικότητας και του προσδιορισμού του περιεχομένου του ή τις εκλογικεύσεις που συνοδεύουν την επίκληση ασύμμετρης απειλής ανάλογα με τις πολιτικές ανάγκες κάθε κυβέρνησης ή κράτους (για παράδειγμα: τις αιτιολογήσεις των ΗΠΑ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο ή την διεύρυνση του όρου στο πλαίσιο της ΕΕ και της Ατλαντικής Συμμαχίας)

Όσον αφορά τους επίκαιρους εμπρησμούς που προκάλεσαν τεράστιες ανθρώπινες, περιβαλλοντολογικές και οικονομικές καταστροφές, η έκταση, η πυκνότητα, ο συγχρονισμός στην εκδήλωσή τους και η σχέση τους με ζωτικά οικονομικά, ενεργειακά και πολιτισμικά αγαθά, προκαλεί εύλογους λογικούς συνειρμούς. Αναμφίβολα στον αχανή και αόρατο κόσμο των μη κρατικών δρώντων και των συχνά διαπλεκομένων με αυτούς υπηρεσιών διαφόρων κρατών είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστούν οι δράστες. Είναι ακόμη πιο δύσκολο να προσδιοριστούν οι αναλογίες μεταξύ «ντόπιων» ασύμμετρων δρώντων (οικοπεδοφάγοι ή πυρομανείς) με τις διεθνικούς ή διακρατικούς ασύμμετρους δρώντες. Γι’ αυτό βεβαίως ευθύνονται όσοι στο παρελθόν περίπου διέλυσαν τις ελληνικές υπηρεσίες πληροφοριών με το να δηλώνουν από τηλεοράσεως πως σ’ ένα «σύγχρονο κράτος» στον «σύγχρονο κόσμο όπου η κρατική κυριαρχία είναι ξεπερασμένη» οι μυστικές υπηρεσίες είναι περίπου είδος πολυτελείας και εργαλείο απαρχαιωμένων αντιλήψεων (Σημείωση: απάντηση πρώην πρωθυπουργού σε τηλεοπτική συνέντευξη όταν ρωτήθηκε πως είναι δυνατό να μας πάρουν τον Οτσαλάν μέσα από τα χέρια μας).

ΝΒ 2.9.2007. Αξιωματικός των ΕΔ μου έστειλε μήνυμα όπου ορθά επισημαίνει ότι η μεγαλύτερη ασύμμετρη απειλή είναι η βλακεία του εκάστοτε παθόντος. Το «μέσο» είναι ανύπαρκτα γραμμάρια μυαλού και κατά περίπτωση οι συνέπειες είναι απρόβλεπτες και δυνητικά ανυπολόγιστες. Συμφωνώ απόλυτα. Όπως σε κάθε ζήτημα διεθνών σχέσεων ο Θουκυδίδης παραθέτει τα λόγια του Περικλή όταν είπε: «περισσότερο φοβούμαι τα δικά μας σφάλματα , παρά των εχθρών τα σχέδια» Περικλής στο Θουκυδίδου Α144.

The Fatal Flaw in American Foreign Policy

http://www.thenation.com/blog/181487/fatal-flaw-american-foreign-policy

William Greider on September 4, 2014 – 2:49 PM ET

The New York Times used an incendiary phrase to describe the beheading of another American reporter in Syria. It was, the newspaper said, an “apparent murder.” The Timessimply repeats the assertion of President Obama, who denounced the event as “the brutal murder of an innocent American journalist.” Perhaps it was. But popular American outrage at the barbaric killing and political voices demanding forceful retaliation reveal profound national hypocrisy.

If killing an individual American the jihadists identify as an enemy is murder, then how should we describe the American drone attacks that single out Islamic leaders for execution? For that matter, how do we differentiate the clandestine raids staged by US Special Forces in foreign lands when those soldiers in black capture and kill human targets secretly selected by American intelligence?

The American definition of “murder” in the midst of war now seems to depend upon the technical methodology for the homicide, not the deliberate intentions of the killers. Beheading is barbaric. High-tech bombing picking off individual “bad guys” is okay. In fact, US leaders claim to be conscientiously selective, though the innocent bystanders killed by drones are dismissed as “collateral damage.”

The distinctions between us and them may satisfy American public opinion—but killing is killing. Either way, “bad guys” end up dead. The Islamic State forces seem to recognize the bloody irony. Indeed, they have taunted the American goliath with the comparison. The masked executioner who killed Stephen Sotloff by cutting off his head delivered his video message in English: “Just as your missiles continue to strike our people, our knife will continue to strike the necks of your people.”

Knives or bombs, either way the people are dead. The Islamist relish for gore is disgusting, of course, but it actually captures the profound contradiction that confronts the awesome military power of the United States. If Americans can clear their heads of American innocence, they might realize that our overwhelming advantages in armed force and technological wizardry has led our country into a trap. We are vulnerable because our presumption of unconquerable superiority leads us deeper and deeper into unwinnable military conflicts. Our adversaries in the Middle East and elsewhere seem to understand this.

Here is the fallacy of Goliath’s power. The singular technological might of US forces remains beyond question but has now been trumped by low-tech adversaries fighting Goliath with deadly persistence. When the Cold War ended two decades ago, American warriors claimed an obligation to police the world in defense of peace and democracy. If it chose, the United States could bomb the bejesus out of any troublemaker anywhere in the world. Usually, the threat alone was sufficient to avoid real conflict.

US military planners even encouraged the notion that we Americans could fight casualty-free wars by simply overwhelming smaller adversaries with relentless bombing campaigns. Remember the one that subdued Serbia in the late 1990s? Remember the “shock and awe” strategy that made for short, quick victory in Iraq? Or the easy conquest of the Taliban in Afghanistan? The armchair warriors are now demanding more of the same in Syria, Iraq or wherever (to his credit, President Obama is trying to tamp down political thirsts for yet another war in the Middle East).

But underdog nations and rogue armies have figured out a guerrilla strategy that uses small-gauge resistance in explosive ways—absorbing lots of losses itself (suicide bombers) but frustrating Goliath with effective, bloody surprises (roadside bombs that kill or maim our uniformed troops). The biggest surprise of all was the tragedy of 9/11—a profound shock that sowed deep fright in American culture and fueled rearmament as the US response. The enemy was dubbed “terrorism.” All available means were employed to crush it, wherever it might lurk.

America’s effectiveness was crippled from the start by this misperception. Portraying our enemies as a bunch of bearded freaks and fanatics driven by insane religious dogma effectively masked the geopolitical realities driving resistance and disorder. People have various reasons to take shots at the superpower and some are indeed crazed. But the United States is not an innocent in the world. One of the motives for resisting our power is a longing for self-determination, upholding nation and faith, culture and independence, seeking their own definitions of what matters most in life. Goliath rejects some of these longings and attempts to impose control over them. That is an important part of what feeds the conflict.

Goliath has all the best weapons. But this is what jihadists have figured out: the enemy does not have to win the war. They just have to keep bleeding Goliath one way or another till the superpower grows weary and wants out. To accomplish this, they keep baiting proud and powerful Goliath—creating upsets and horrors that persuade the superpower to wade still deeper into the big muddy. That was the futile script the United States pursued in Vietnam. It is the new battle cry we are hearing now from the armchair hawks.

Let’s bomb the Syrians until they cry uncle. If that doesn’t work, send in the soldiers in black and mercenaries working for killer corporations. If that doesn’t do it, then send thousands of the troops in uniform, more drones, more missiles, more armored personnel vehicles filled with young Americans who will provide fresh targets for the roadside bombs and suicide bombers.

This is the political question now bearing down on the US military.

Will its leaders have the courage to resist the pressure for big interventions? Will the political leaders resist the war hawks and avoid another bloody disaster? One can hope this round will be different, and I do hope that governing elites will resist the usual reflexes of go-to-war Goliath. The orthodox American policy is that if challenged, the United States must go to war to prove itself, to show the world it is still Superman and willing to shed blood and treasure to defend that franchise.

That seems so obviously wrong, we might think the nation is sure to resist a repeat of old tragedies. But there is one more powerful reason why the failed status quo of American power may endure. If the leaders of the country back off and accept a more rational and modest view of our world power, an ugly question will surface for resentful discussion. If those previous military adventures were mistaken, driven by hubris and wrong understandings, then why did all those young soldiers die? What purpose did their sacrifices have? Why were so many innocent others killed or maimed? This is the question American leaders cannot bring themselves to face.

Washington Created its Own Worst Nightmare—but it Could Still Create Something Worse

The calls for escalating military action against Islamic State (IS) ignore thirteen years of evidence that US intervention usually accomplishes the opposite of what Washington intends.

Tom Engelhardt , September 2, 2014  

http://www.thenation.com/article/181440/washington-created-its-own-worst-nightmare-it-could-still-create-something-worse

This article originally appeared at TomDispatch.com. To stay on top of important articles like these, sign up to receive the latest updates from TomDispatch.com.

Whatever your politics, you’re not likely to feel great about America right now. After all, there’s Ferguson (the whole world was watching!), an increasingly unpopular president, a Congress whose approval ratings make the president look like a rock star, rising poverty, weakening wages and a growing inequality gap, just to start what could be a long list. Abroad, from Libyaand Ukraine to Iraq and the South China Sea, nothing has been coming up roses for the US polls reflect a general American gloom, with 71 percent of the public claiming the country is “on the wrong track.” We have the look of a superpower down on our luck.

What Americans have needed is a little pick-me-up to make us feel better, to make us, in fact, feel distinctly good. Certainly, what official Washington has needed in tough times is a bona fide enemy so darn evil, so brutal, so barbaric, so inhuman that, by contrast, we might know just how exceptional, how truly necessary to this planet we really are.

In the nick of time, riding to the rescue comes something new under the sun: the Islamic State of Iraq and Syria (ISIS), recently renamed Islamic State (IS). It’s a group so extreme that even Al Qaeda rejected it; so brutal that it’s brought back crucifixionbeheadingwaterboarding and amputation; so fanatical that it’s ready to persecute any religious group within range of its weapons;, so grimly beyond morality that it’s made the beheading of an innocent American a global propaganda phenomenon. If you’ve got a label that’s really, really bad like genocide orethnic cleansing, you can probably apply it to ISIS’s actions.

It has also proven so effective that its relatively modest band of warrior jihadis has routed the Syrian and Iraqi armies, as well as the Kurdish peshmerga militia, taking control of a territory larger than Great Britain in the heart of the Middle East. Today, it rules over at least 4 million people, controls its own functioning oil fields and refineries (and so their revenues as well as infusions of money from looted banks, kidnapping ransoms and gulf-state patrons). Despite opposition, it still seems to be expanding and claims it has established a caliphate.

A Force So Evil You’ve Got to Do Something

Facing such pure evil, you may feel a chill of fear, even if you’re a top military or national security official, but in a way you’ve gotta feel good, too. It’s not everyday that you have an enemy your president can term a “cancer”; that your secretary of state can call the “face” of “ugly, savage, inexplicable, nihilistic, and valueless evil” that “must be destroyed”; that your secretary of defense can denounce as “barbaric” and lacking a “standard of decency, of responsible human behavior…. an imminent threat to every interest we have, whether it’s in Iraq or anywhere else”; that your chairman of the joint chiefs of staff can describe as “an organization that has an apocalyptic, end-of-days strategic vision and which will eventually have to be defeated”; and that a retired general and former commander of US forces inAfghanistan can brand a “scourge…beyond the pale of humanity [that]…must be eradicated.”

Talk about a feel-good feel-bad situation for the leadership of a superpower that’s seen better days! Such threatening evil calls for only one thing, of course: for the United States to step in. It calls for the Obama administration to dispatch the bombers and drones in a slowly expanding air war in Iraq and, sooner or later, possibly Syria. It falls on Washington’s shoulders to organize a new “coalition of the willing” from among various backers and opponents of the Assad regime in Syria, from among those who have armed and funded the extremist rebels in that country, from the ethnic/religious factions in the former Iraq and from various NATO countries. It calls for Washington to transform Iraq’s leadership (a process no longer termed “regime change”) and elevate a new man capable of reuniting the Shiites, the Sunnis and the Kurds, now at each other’s throats, into one nation capable of turning back the extremist tide. If not American “boots on the ground,” it calls for proxy ones of various sorts that the US military will naturally have a hand in training, arming, funding and advising. Facing such evil, what other options could there be?

If all of this sounds strangely familiar, it should. Minus a couple of invasions, the steps being considered or already in effect to deal with “the threat of ISIS” are a reasonable summary of the last thirteen years of what was once called the “Global War on Terror” and now has no name at all. New as ISIS may be, a little history is in order, since that group is, at least in part, America’s legacy in the Middle East.

Give Osama bin Laden some credit. After all, he helped set us on the path to ISIS. He and his ragged band had no way of creating the caliphate they dreamed of or much of anything else. But he did grasp that goading Washington into something that looked like a crusader’s war with the Muslim world might be an effective way of heading in that direction.

In other words, before Washington brings its military power fully to bear on the new “caliphate,” a modest review of the post-9/11 years might be appropriate. Let’s start at the moment when those towers in New York had just come down, thanks to a small group of mostly Saudi hijackers, and almost 3,000 people were dead in the rubble. At that time, it wasn’t hard to convince Americans that there could be nothing worse, in terms of pure evil, than Osama bin Laden and Al Qaeda.

Establishing an American Caliphate

Facing such unmatchable evil, the United States officially went to war as it might have against an enemy military power. Under the rubric of the “Global War on Terror,” the Bush administration launched the unmatchable power of the US military and its paramilitarized intelligence agencies against… well, what? Despite those dramatic videos of Al Qaeda training camps in Afghanistan, that organization had no military force worth the name, and despite what you’ve seen on Homeland, no sleeper cells in the United States either; nor did it have the ability to mount follow-up operations any time soon.

In other words, while the Bush administration talked about “draining the swamp” of terror groups in up to sixty countries, the US military was dispatched against what were essentially will-o’-the-wisps, largely representing Washington’s own conjured fears and fantasies. It was, that is, initially sent against bands of largely inconsequential Islamic extremists, scattered in tiny numbers in the tribal backlands of Afghanistan or Pakistan and, of course, the rudimentary armies of the Taliban.

It was, to use a word that George W. Bush let slip only once, something like a “crusade,” something close to a religious war, if not against Islam itself—American officials piously and repeatedly made that clear—then against the idea of a Muslim enemy, as well as against Al Qaeda and the Taliban in Afghanistan, Saddam Hussein in Iraq and later Muammar Qaddafi in Libya. In each case, Washington mustered a coalition of the willing, ranging from Arab and South or Central Asian states to European ones, sent in air power followed twice by full-scale invasions and occupations, mustered local politicians of our choice in major “nation-building” operations amid much self-promotional talk about democracy, and built up vast new military and security apparatuses, supplying them with billions of dollars in training and arms.

Looking back, it’s hard not to think of all of this as a kind of American jihadism, as well as an attempt to establish what might have been considered an American caliphate in the region (though Washington had far kinder descriptive terms for it). In the process, the United States effectively dismantled and destroyed state power in each of the three main countries in which it intervened, while ensuring the destabilization of neighboring countries and finally the region itself.

In that largely Muslim part of the world, the US left a grim record that we in this country generally tend to discount or forget when we decry the barbarism of others. We are now focused in horror on ISIS’s video of the murder of journalist James Foley, a propaganda document clearly designed to drive Washington over the edge and into more active opposition to that group.

We, however, ignore the virtual library of videos and other imagery the US generated, images widely viewed (or heard about and discussed) with no less horror in the Muslim world than ISIS’s imagery is in ours. As a start, there were the infamous “screen saver” images straight out of the Marquis de Sade from Abu Ghraib prison. There, Americans tortured and abused Iraqi prisoners, while creating their own iconic version of crucifixion imagery. Then there were the videos that no one (other than insiders) saw, but that everyone heard about. These, the CIA took of the repeated torture and abuse of Al Qaeda suspects in its “black sites.” In 2005, they were destroyed by an official of that agency, lest they be screened in an American court someday. There was also the Apache helicopter video released by WikiLeaks in which American pilots gunned down Iraqi civilians on the streets of Baghdad (including two Reuters correspondents), while on the soundtrack the crew is heard wisecracking. There was thevideo of US troops urinating on the bodies of dead Taliban fighters in Afghanistan. There were the trophy photos of body parts brought home by US soldiers. There were the snuff films of the victims of Washington’s drone assassination campaigns in the tribal backlands of the planet (or “bug splat,” as the drone pilots came to call the dead from those attacks) and similar footage from helicopter gunships. There was the bin Laden snuff film video from the raid on Abbottabad, Pakistan, of which President Obama reportedly watched a live feed. And that’sonly to begin to account for some of the imagery produced by the US since September 2001 from its various adventures in the Greater Middle East.

All in all, the invasions, the occupations, the drone campaigns in several lands, the deaths that ran into the hundreds of thousands, the uprooting of millions of people sent into external or internal exile, the expending of trillions of dollars added up to a bin Laden dreamscape. They would prove jihadist recruitment tools par excellence.

When the US was done, when it had set off the process that led to insurgencies, civil wars, the growth of extremist militias and the collapse of state structures, it had also guaranteed the rise of something new on Planet Earth: ISIS—as well as of other extremist outfits ranging from the Pakistani Taliban, now challenging the state in certain areas of that country, to Ansar al-Sharia in Libya and Al Qaeda in the Arabian Peninsula in Yemen.

Though the militants of ISIS would undoubtedly be horrified to think so, they are the spawn of Washington. Thirteen years of regional war, occupation and intervention played a major role in clearing the ground for them. They may be our worst nightmare (thus far), but they are also our legacy—and not just because so many of their leaders came from the Iraqi army we disbanded, had their beliefs and skills honed in the prisons we set up (Camp Bucca seems to have been the West Point of Iraqi extremism), and gained experience facing US counter-terror operations in the “surge” years of the occupation. In fact, just about everything done in the war on terror has facilitated their rise. After all, we dismantled the Iraqi army and rebuilt one that would flee at the first signs of ISIS’s fighters, abandoning vast stores of Washington’s weaponry to them. We essentially destroyed the Iraqi state, while fostering a Shia leader who would oppress enough Sunnis in enough ways to create a situation in which ISIS would be welcomed or tolerated throughout significant areas of the country.

The Escalation Follies

When you think about it, from the moment the first bombs began falling on Afghanistan in October 2001 to the present, not a single US military intervention has had anything like its intended effect. Each one has, in time, proven a disaster in its own special way, providing breeding grounds for extremism and producing yet another set of recruitment posters for yet another set of jihadist movements. Looked at in a clear-eyed way, this is what any American military intervention seems to offer such extremist outfits—and ISIS knows it.

Don’t consider its taunting video of James Foley’s execution the irrational act of madmen blindly calling down the destructive force of the planet’s last superpower on themselves. Quite the opposite. Behind it lay rational calculation. ISIS’s leaders surely understood that American air power would hurt them, but they knew as well that, as in an Asian martial art in which the force of an assailant is used against him, Washington’s full-scale involvement would also infuse their movement with greater power. (This was Osama bin Laden’s most original insight.)

It would give ISIS the ultimate enemy, which means the ultimate street cred in its world. It would bring with it the memories of all those past interventions, all those snuff videos and horrifying images. It would help inflame and so attract more members and fighters. It would give the ultimate raison d’être to a minority religious movement that might otherwise prove less than cohesive and, in the long run, quite vulnerable. It would give that movement global bragging rights into the distant future.

ISIS’s urge was undoubtedly to bait the Obama administration into a significant intervention. And in that, it may prove successful. We are now, after all, watching a familiar version of the escalation follies at work in Washington. Obama and his top officials are clearly on the up escalator. In the Oval Office is a visibly reluctant president, who undoubtedly desires neither to intervene in a major way in Iraq (from which he proudly withdrew American troops in 2011 with their “heads held high”), nor in Syria (a place where he avoided sending in the bombers and missiles back in 2013).

Unlike the previous president and his top officials, who were all confidence and overarching plans for creating a Pax Americana across the Greater Middle East, this one and his foreign policy team came into office intent on managing an inherited global situation. President Obama’s only plan, such as it was, was to get out of the Iraq War (along lines already established by the Bush administration). It was perhaps a telltale sign then that, in order to do so, he felt he had to “surge” American troops into Afghanistan. Five and a half years later, he and his key officials still seem essentially plan-less, a set of now-desperate managers engaged in a seat-of-the-pants struggle over a destabilizing Greater Middle East (and increasingly Africa and the borderlands of Europe as well).

Five and a half years later, the president is once again under pressure and being criticized byassorted neoconsMcCainites and, this time, it seems, the military high command evidently eager to be set loose yet one more time to take out barbarism globally—that is, to up the ante on a losing hand. As in 2009, so today, he’s slowly but surely giving ground. By now, the process of “mission creep”—a term strongly rejected by the Obama administration—is well underway.

It started slowly with the collapse of the US-trained and US-supplied Iraqi army in Mosul and other northern Iraqi cities in the face of attacks by ISIS. In mid-June, the aircraft carrier USSH.W. Bush with more than 100 planes was dispatched to the Persian Gulf and the presidentsent in hundreds of troops, including Special Forces advisers (though officially no “boots” were to be “on the ground”). He also agreed to drone and other air surveillance of the regions ISIS had taken, clearly preparation for future bombing campaigns. All of this was happening before the fate of the Yazidis—a small religious sect whose communities in northern Iraq were brutally destroyed by ISIS fighters—officially triggered the commencement of a limited bombing campaign suitable to a “humanitarian crisis.”

Please support our journalism. Get a digital subscription for just $9.50!

When ISIS, bolstered by US heavy weaponry captured from the Iraqi military, began to crush the Kurdish peshmerga militia, threatening the capital of the Kurdish region of Iraq and taking the enormous Mosul Dam, the bombing widened. More troops and advisers were sent in, and weaponry began to flow to the Kurds, with promises of all of the above further south once a new unity government was formed in Baghdad. The president explained this bombing expansion by citing the threat of ISIS blowing up the Mosul Dam and flooding downriver communities, thus supposedly endangering the US Embassy in distant Baghdad. (This was a lame cover story because ISIS would have had to flood parts of its own “caliphate” in the process.)

The beheading video then provided the pretext for the possible bombing of Syria to be put on the agenda. And once again a reluctant president, slowly giving way, has authorized drone surveillance flights over parts of Syria in preparation for possible bombing strikes that may not be long in coming.

The Incrementalism of the Reluctant

Consider this the incrementalism of the reluctant under the usual pressures of a militarized Washington eager to let loose the dogs of war. One place all of this is heading is into a morass of bizarre contradictions involving Syrian politics. Any bombing of that country will necessarily involve implicit, if not explicit, support for the murderous regime of Bashar al-Assad, as well as for the barely existing “moderate” rebels who oppose his regime and to whom Washington may now ship more arms. This, in turn, could mean indirectly delivering yet more weaponry to ISIS. Add everything up and at the moment Washington seems to be on the path that ISIS has laid out for it.

Americans prefer to believe that all problems have solutions. There may, however, be no obvious or at least immediate solution when it comes to ISIS, an organization based on exclusivity and divisiveness in a region that couldn’t be more divided. On the other hand, as a minority movement that has already alienated so many in the region, left to itself it might with time simply burn out or implode. We don’t know. We can’t know. But we do have reasonable evidence from the past thirteen years of what an escalating American military intervention is likely to do: not whatever it is that Washington wants it to do.

And keep one thing in mind: if the United States were truly capable of destroying or crushing ISIS, as our secretary of state and others are urging, that might prove to be anything but a boon. After all, it was easy enough to think, as Americans did after 9/11, that Al Qaeda was the worst the world of Islamic extremism had to offer. Osama bin Laden’s killing was presented to us as an ultimate triumph over Islamic terror. But ISIS lives and breathes and grows, and across the Greater Middle East Islamic extremist organizations are gaining membership and traction in ways that should illuminate just what the war on terror has really delivered. The fact that we can’t now imagine what might be worse than ISIS means nothing, given that no one in our world could imagine ISIS before it sprang into being.

The American record in these last thirteen years is a shameful one. Do it again should not be an option.

Advertisements


Κατηγορίες:Άρθρα, Αρθρα, Διεθνείς Σχέσεις, Ηφαιστος Παναγιώτης, ΗΠΑ, Θρησκεία, Ισραήλ, Ισλάμ

Ετικέτες: , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: