Η συνεισφορά του Θουκυδίδη στις διεθνείς σχέσεις και στις στρατηγικές σπουδές

Αθανάσιος Πλατιάς, αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.  Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 2006

Ο Θουκυδίδης θεωρείται ο «πατέρας» του πολιτικού ρεαλισμού, της κυρίαρχης σχολής σκέψης στις διεθνείς σχέσεις και τις στρατηγικές σπουδές. Είναι εξαιρετικά συνηθισμένο οι σύγχρονοι θεωρητικοί των διεθνών σχέσεων να αρχίζουν τα βιβλία τους με αναφορές στο Θουκυδίδη και να καταπιάνονται με τα επιχειρήματά του, ακόμα και όταν διαφωνούν με αυτά. Είναι επίσης συνηθισμένο πολιτικοί που λειτούργησαν με βάση τις αρχές του πολιτικού ρεαλισμού, όπως οι Αμερικανοί υπουργοί Εξωτερικών George Marshall και Henry Kissinger, να νιώθουν την ανάγκη να ανατρέξουν στο Θουκυδίδη για να δικαιολογήσουν τη πολιτική τους πρακτική. Το πόσο ενδιαφέρει το έργο του Θουκυδίδη φαίνεται επίσης από τη συνεχώς αυξανόμενη σχετική ξενόγλωσση βιβλιογραφία.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο Θουκυδίδης είναι ένας «γνωστός-άγνωστος». Είναι γνωστός γιατί το έργο του για τον Πελοποννησιακό πόλεμο διδάσκεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και είναι ταυτόχρονα «άγνωστος» γιατί η έμφαση που δίνεται στη μετάφρασή του κειμένου, στο συντακτικό και στη γραμματική συνήθως αποπροσανατολίζει από τη σε βάθος κατανόηση του κειμένου. Κατ’ αναλογία, η υπάρχουσα ελληνική βιβλιογραφία σχετικά με το Θουκυδίδη προέρχεται κυρίως από φιλολόγους και ιστορικούς.

Το έργο του Θουκυδίδη παραμένει διαχρονικό και επίκαιρο και η Ιστορία του Πελοποννησιακού πόλεμου μας βοηθάει να κατανοήσουμε τη «δυναμική» της παγκόσμιας ιστορίας και να αποκωδικοποιήσουμε τη σύγχρονη διεθνή πολιτική.


Του Αθανάσιου Πλατιά

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο φιλόδοξος στόχος που έθεσε για το έργο του ο Θουκυδίδης (δηλαδή να μπορεί να προβλέπει αυτά «που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον» και να μείνει η Ιστορία του αιώνιο κτήμα) επιτεύχθηκε απόλυτα.

Η διαχρονικότητα και η επικαιρότητα της ιστορίας του Πελοποννησιακού πολέμου ενός έργου που γράφτηκε πριν από είκοσι-τέσσερις αιώνες έχει επανειλημμένα επισημανθεί από πολλούς αναλυτές. Αναφορές υπάρχουν στο έργο του Thomas Hobbes τον 17ο αιώνα, ενώ πιο πρόσφατα ο Louis J. Halleπαρατήρησε ότι «ο Θουκυδίδης, όπως ο ίδιος είχε προβλέψει, έγραψε όχι μόνο την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου, αλλά και την ιστορία των Ναπολεόντειων πολέμων, του Πρώτου Παγκόσμιου πολέμου, του Δευτέρου Παγκόσμιου πολέμου και του Ψυχρού Πολέμου».

Πράγματι, τα βασικά προβλήματα της διεθνούς πολιτικής (π.χ. διακρατικός ανταγωνισμός, συμμαχίες, αποτροπή, «θεωρία του ντόμινο», καταναγκασμός, κατευνασμός, δίλημμα ασφαλείας, ισορροπία δυνάμεων, κ.λ.π.), παρά τις δραματικές τεχνολογικές αλλαγές παραμένουν αναλλοίωτα ανά τους αιώνες. Έτσι, είναι εύλογο ότι ο Θουκυδίδης θεωρείται επίκαιρος για τους στρατηγικούς αναλυτές που προσπαθούν να κατανοήσουν, για παράδειγμα, τη λογική του ανταγωνισμού μεταξύ μιας χερσαίας και μιας ναυτικής δύναμης (π.χ. Αθήνα-Σπάρτη, Ρώμη-Καρχηδόνα, Αγγλία-Γερμανία, Η.Π.Α.-Σοβιετική Ένωση), τους πολιτικούς επιστήμονες να κατανοήσουν τη λογική του ιμπεριαλισμού ή τους φιλοσόφους που προσπαθούν να κατανοήσουν τη σχέση μεταξύ φύσεως (ή ισχύος) και νόμου (ή ηθικής).

Η ανάλυση του Θουκυδίδη μας είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για να εξηγήσουμε το παρελθόν, να κατανοήσουμε το παρόν και να διαβλέψουμε πιθανές εξελίξεις για το μέλλον. Ένα παράδειγμα είναι αρκετό για να θεμελιώσω τον ισχυρισμό μου: αναφορικά με το ζήτημα του πολέμου, που αποτελεί το θεμελιώδες πρόβλημα στη θεωρία των διεθνών σχέσεων, ο Θουκυδίδης μας έχει προσφέρει ένα μεγάλης εμβέλειας αναλυτικό εργαλείο, καθώς ήταν ο πρώτος που συσχέτισε το ζήτημα του πολέμου με την αλλαγή στο συσχετισμό ισχύος (balance of power). Αυτή η ανάλυση έχει αποδειχτεί ιδιαίτερα χρήσιμη, για να εξηγήσει κανείς πολέμους μεταξύ μεγάλων δυνάμεων για τη πρωτοκαθεδρία στο διεθνές σύστημα (ηγεμονικούς πολέμους), και γενικότερα την άνοδο και τη πτώση των μεγάλων δυνάμεων.

Το έργο του Θουκυδίδη επιτρέπει τη «θεωρητική αφαίρεση», αφού βρίθει γενικών κρίσεων και εκτιμήσεων, πάνω στις οποίες στηρίζεται η διατύπωση επιμέρους υποθέσεων. Αξίζει να σταχυολογήσει κανείς ορισμένες από αυτές:

 

• «Στην αρχή κάθε πολέμου οι άνθρωποι δείχνουν μεγαλύτερο ενθουσιασμό» (Β 8).

• «Η κυριαρχία στη θάλασσα είναι τεράστιο πλεονέκτημα» (Α 143).

• «Ο πόλεμος γίνεται λιγότερο με όπλα και περισσότερο με χρήματα» (Α 83).

«Δεν υπάρχει ισχυρότερος δεσμός μεταξύ πόλεων ή ιδιωτών από το κοινό συμφέρον» (Α 124).

«Στο πόλεμο οι ευκαιρίες δε περιμένουν» (Α 142).

• «Τα του πολέμου είναι άδηλα» (Β11).

«Όσο γίνεται μακρύτερος ο πόλεμος, τόσο η έκβασή του καταντάει να εξαρτάται από τυχαία περιστατικά» (Α 78).

Μια κατηγορία «γενικών κρίσεων» αποτελούν οι κανόνες πρακτικής φιλοσοφίας που έχουν το χαρακτήρα «συνταγών επιτυχίας». Οι συμβουλές αυτές έχουν διαχρονική αξία. Παραθέτω μερικές από αυτές:

«Δύο στοιχεία είναι βλαβερά όταν πρέπει να λάβει κανείς μια ορθή απόφαση: η βιασύνη και ο θυμός».

«Ζει ασφαλέστερα εκείνος ο οποίος δε δημιουργεί στον εαυτό του αιτία μετάνοιας επειδή ευνόησε τους αντιπάλους του».

«Ακολουθούν τη πιο σωστή πολιτική όσοι απέναντι των ίσων δεν υποχωρούν, απέναντι των ισχυρότερων συμπεριφέρονται με φρόνηση και απέναντι των κατωτέρων είναι μετριοπαθείς».

«Στο πόλεμο η σωφροσύνη και η αφθονία χρημάτων είναι οι κύριοι συντελεστές της επιτυχίας».

«Οι φρόνιμοι είναι πρόθυμοι να βάλουν τέρμα στο πόλεμο όταν έχουν την υπεροχή».

«Δε πρέπει όπως το έχουμε συνήθεια, να δεχόμαστε συμμάχους τους οποίους πρέπει να βοηθούμε αν βρεθούν στην ανάγκη, αλλά οι οποίοι καμιά δε μπορούν να μας δίνουν βοήθεια σε ώρα δικής μας ανάγκης».

«Φρόνιμοι είναι εκείνοι που ξέρουν ότι ο πόλεμος δε περιορίζεται στα όρια που εκείνοι θέλουν να του επιβάλλουν, αλλά ότι η τύχη οδηγεί τη πορεία του».

«Φρόνιμοι είναι όσοι προστατεύουν τις επιτυχίες τους από το αμφίβολο της τύχης».

 

Οι συχνές αναφορές του Θουκυδίδη σε «γενικές κρίσεις» και «κανόνες επιτυχίας» έχουν καταντήσει την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου κείμενο ιδανικό για να διδαχθεί κανείς από την ιστορία και να αναζητήσει «ιστορικούς παραλληλισμούς». Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι το έργο του Θουκυδίδη έχει γίνει τα τελευταία χρόνια ένα ιδιαίτερα δημοφιλές «διδακτικό εργαλείο», κυρίως στον αγγλοσαξονικό χώρο. Αυτό φαίνεται από: α) την εκτεταμένη αναφορά της ιστορίας του Πελοποννησιακού πολέμου στα κυριότερα θεωρητικά εγχειρίδια των διεθνών σχέσεων και των στρατηγικών σπουδών, β) τη δημοσίευση επιλεγμένων αποσπασμάτων στα εισαγωγικά εγχειρίδια και τις ανθολογίες κειμένων για τις διεθνείς σχέσεις και τη στρατηγική, και γ) την εκτενή ανάλυση του έργου του Θουκυδίδη σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο στα πανεπιστήμια και τις στρατιωτικές σχολές.

Ένα παράδειγμα αρκεί για να φανεί η χρησιμότητα του έργου του Θουκυδίδη στην ανάλυση των σχέσεων πολιτικής και στρατηγικής. Όταν ο ναύαρχος Stansfield Turner (κάτω από την εμπειρία του αδιεξόδου στο οποίο είχαν περιέλθει οι Η.Π.Α. στο Βιετνάμ) αποφάσισε να συμπεριληφθεί η ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου στη διδακτέα ύλη της Αμερικάνικης Ναυτικής Σχολής Πολέμου από τον Αύγουστο του 1972, «για πολλούς σπουδαστές ήταν ένα άγνωστο βιβλίο για ένα φαινομενικά άσχετο πόλεμο από ένα συγγραφέα του οπίου το όνομα ήταν αδύνατο και να προφέρει κανείς». Όμως για τον Turnerήταν η ουσία της προσέγγισής του, το «καλύτερο παράδειγμα για το πώς μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει τη μελέτη στρατηγικών περιπτώσεων για να διδάξει σύγχρονα στρατηγικά προβλήματα».

Η γέννηση του πολιτικού ρεαλισμού στηρίχθηκε στην μεγάλη συνεισφορά του Θουκυδίδη στην επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων. Ο Πολιτικός Ρεαλισμός αποτελεί αναμφίβολα την κυρίαρχη προσέγγιση στη μελέτη των διεθνών σχέσεων. Η κυριαρχία αυτή είναι έκδηλη τόσο στο πανεπιστημιακό όσο και στο πολιτικό χώρο, δηλαδή τόσο στη θεωρία όσο και στη πρακτική της διεθνούς πολιτικής. Σύμφωνα με μια σχετικά πρόσφατη μελέτη πάνω από το 90% των αναλύσεων που τίθενται σε εμπειρική δοκιμασία στο ακαδημαϊκό χώρο αντλούν από τη ρεαλιστική σχολή σκέψης. Όσον αφορά στο πολιτικό πεδίο, ηγέτες όπως ο Ρισελιέ, ο Μέττερνιχ, ο Μπίσμαρκ, ο Ρούσβελτ, ο Τσώρτσιλ, ο Ντε Γκωλ και ο Κίσσιγκερ έχουν ταυτιστεί σε μεγάλο βαθμό με την πρακτική εφαρμογή του πολιτικού ρεαλισμού στην εξωτερική πολιτική.

Πατέρας του πολιτικού ρεαλισμού θεωρείται ο Θουκυδίδης. Η Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου θεωρείται η «Βίβλος» των ρεαλιστών. Όπως απεφάνθη ο Martin Wight, η ιστορία του πολέμου μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης αποτελεί «ένα από τα εξέχοντα βιβλία για τη σχέση πολιτικής και ισχύος». ΟRobert Gilpin χαρακτηρίζει το Θουκυδίδη ως τον πρώτο πολιτικό επιστήμονα και τον πρώτο ρεαλιστή που έδωσε έμφαση στην ανάλυση του συσχετισμού ισχύος. Με ανάλογο τρόπο έχουν εκφρασθεί για τη γέννηση του πολιτικού ρεαλισμού στο έργο του Θουκυδίδη και αρκετοί άλλοι από τους σημαντικότερους σύγχρονους θεωρητικούς των διεθνών σχέσεων, όπως για παράδειγμα ο Hans Morgenthau, ο Kenneth Waltz, ο Robert Keohane, ο Joseph Nye, ο Robert Jervisκαι ο Hedley Bull.

Μια βασική παράμετρος της ανάλυσης των Διεθνών Σχέσεων είναι η φύση του διεθνούς συστήματος. Κατά συνέπεια, σημείο εκκίνησης του πολιτικού ρεαλισμού είναι το γεγονός ότι στο διεθνές σύστημα παρατηρείται μια έλλειψη οργανωμένης τάξης κατά το πρότυπο της εσωτερικής οργάνωσης των κρατών. Σε αντίθεση με το πρότυπο της εσωτερικής διακυβέρνησης, στο διεθνές σύστημα δεν υπάρχει κεντρική εξουσία που να επιβάλλει τη τάξη. Με άλλα λόγια, το διεθνές σύστημα είναι άναρχο.

Το κεντρικό επιχείρημα της πιο πάνω ανάλυσης, δηλαδή η ύπαρξη έντονου διακρατικού ανταγωνισμού σε συνθήκες διεθνούς αναρχίας, διαπνέει όλο το έργο του Θουκυδίδη. Την ιστορική αναδρομή, για παράδειγμα, που κάνει ο Θουκυδίδης από την εποχή που τελείωσε ο πόλεμος κατά των Περσών μέχρι τη έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου, μας παρουσιάζει ένα άκρως ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα όπου όλοι πολεμούσαν (ή προετοιμάζονταν να πολεμήσουν) εναντίον όλων:

Όταν, με τον κοινό αγώνα, απόκρουσαν τους βαρβάρους οι Έλληνες, όσοι είχαν συμπολεμήσει και είχαν αποτινάξει το ζυγό του Μεγάλου Βασιλέως, σχημάτισαν δυο παρατάξεις γύρω από τους Αθηναίους και τους Λακεδαιμονίους, που είχαν αποδειχθεί οι σπουδαιότεροι απ’ όλους, οι πρώτοι στη θάλασσα, οι δεύτεροι στη στεριά. Η μεταξύ τους συμμαχία κράτησε λίγα μόνο χρόνια και Λακεδαιμόνιοι και Αθηναίοι πολέμησαν μεταξύ τους με τη βοήθεια ο καθένας, των συμμάχων του. Και οι άλλοι Έλληνες, όσοι είχαν διαφορές μεταξύ τους, άρχισαν να στρέφονται προς τον έναν από τους δυο. Έτσι, από τα Μηδικά έως σήμερα και χωρίς διακοπές, πότε κάνοντας σπουδές, πότε πολεμώντας είτε μεταξύ τους είτε με τους

συμμάχους τους που αποστατούσαν, προετοίμασαν καλά τη στρατιωτική τους δύναμη και αποκτήσαν μεγαλύτερη πείρα με τους κινδύνους του πολέμου.

Σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα, ο πόλεμος, τον οποίο ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει ως «δάσκαλο της βίας» είναι πάντοτε πιθανός και έτσι τα κράτη αναγκάζονται συνεχώς να προετοιμάζονται για αυτό το ενδεχόμενο. Όπως λέει ο ίδιος ο ιστορικός, τα κράτη αναγκάσθηκαν να αποκτήσουν «μεγάλη πείρα με τους κινδύνους του πολέμου». Σε συνθήκες αναρχίας, λοιπόν,τα πάντα επιτρέπονται, αφού κυριαρχεί ο νόμος της φύσης (ή της ισχύος): «ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμη του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του». Σε ένα τέτοιο σύστημα κάθε κρατική οντότητα πρέπει από μόνη της να μεριμνήσει πρώτα απ’ όλα για την επιβίωσή της.

Κάθε ρεαλιστική θεώρηση του διεθνούς συστήματος ξεκινάει από την ανάλυση του συσχετισμού δυνάμεων στο σύστημα αυτό (κυρίως μεταξύ των ισχυρότερων δρώντων). Ο Θουκυδίδης από την πρώτη κιόλας παράγραφο της Ιστορίας του Πελοποννησιακού πολέμου, μας πληροφορεί για το συσχετισμό δυνάμεων στο διεθνές σύστημα της Αρχαίας Ελλάδας: «Όταν άρχισε ο πόλεμος, οι δύο αντίπαλοι ήσαν στην αρχή της δύναμής τους, ήσαν καλά προετοιμασμένοι, και όλοι οι Έλληνες έπαιρναν ή ήσαν έτοιμοι να πάρουν το μέρος του ενός ή του άλλου». Με άλλα λόγια, ο Θουκυδίδης περιγράφει ένα -κατά βάση-διπολικό διεθνές σύστημα, επικεντρώνοντας την ανάλυση του στους δύο μεγάλους πρωταγωνιστές και τις συμμαχίες τους. Ο ιστορικός αφιερώνει μεγάλο μέρος του πρώτου του βιβλίου στη λεπτομερή εξέταση του συσχετισμού δυνάμεων. Ο Θουκυδίδης, λοιπόν, όπως θα έκαναν οι σύγχρονοι ρεαλιστές, προσδιορίζει το διεθνές σύστημα με βάση τον αριθμό των μεγάλων δυνάμεων και τον μεταξύ τους συσχετισμό ισχύος.

Κάθε ανάλυση του διεθνούς συστήματος πρέπει, επίσης, να προσδιορίζει τους κύριους δρώντες. Ο Θουκυδίδης, στην Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου, επικεντρώνει τη προσοχή του, όπως θα έκαναν οι σύγχρονοι ρεαλιστές, στη πόλη-κράτος, και έτσι το έργο του θεωρείται κλασικό παράδειγμα της κρατό-κεντρικής προσέγγισης των διεθνών σχέσεων. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος διεξάγεται μεταξύ κρατών και συνασπισμών κρατών και συνεπώς η έμφαση δίνεται στην ανάλυση αυτών των πολιτικών οντοτήτων: Κέρκυρα, Κόρινθος, Αθήνα, Σπάρτη, Πλαταιές, Μυτιλήνη. Θήβα κ.ο.κ.. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλοι μη κρατικοί δρώντες στον Πελοποννησιακό πόλεμο, όπως για παράδειγμα το μαντείο των Δελφών. Όμως, η σημασία αυτών των δρώντων είναι περιορισμένη, αφού διαδραματίζουν έναν υποτυπώδη ρόλο στα πολιτικά δρώμενα.

Γίνεται, λοιπόν, φανερό, ότι στο έργο του Θουκυδίδη βρίσκει κανείς όλα εκείνα τα στοιχεία που χρησιμοποιούν οι ρεαλιστές για να ορίσουν ένα σύστημα: α) διάταξη του συστήματος (ιεραρχικό ή άναρχο), β) συσχετισμός δυνάμεων, και γ) προσδιορισμός του χαρακτήρα των κύριων δρώντων. Ο Θουκυδίδης ξεκινάει την ανάλυσή του από την περιγραφή ενός άναρχου και ανταγωνιστικού διεθνούς συστήματος, εξηγεί πως δημιουργήθηκε ο διπολισμός, αναλύει τον υπάρχοντα συσχετισμό ισχύος και προσδιορίζει ότι οι κύριοι δρώντες είναι οι πόλεις-κράτη και οι συνασπισμοί αυτών των κρατών. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι οι δομικοί ρεαλιστές από τον Thomas Hobbes μέχρι τον Kenneth Waltz, βρίσκουν την αφετηρία της προσέγγισής τους στο έργο του Θουκυδίδη.

Κρίσιμες είναι οι έννοιες της απειλής και της ασφάλειας που τα κράτη επιδιώκουν. Συνέπεια της έλλειψης ρυθμιστικής εξουσίας στο διεθνές σύστημα και της συνακόλουθης επικράτησης μιας διεθνούς αναρχίας είναι η δημιουργία αισθήματος ανασφάλειας και φόβου ανάμεσα στις μονάδες τους συστήματος. Ο φόβος αυτός και το ζήτημα της αντιμετώπισης απειλών γίνεται έτσι κυρίαρχο κίνητρο στρατηγικής συμπεριφοράς. Συγκεκριμένα, η περσική απειλή αναγκάζει την Αθήνα να δημιουργήσει την αυτοκρατορία της για να κατοχυρώσει την ασφάλειά της:

Δεν την αποκτήσαμε δια της βίας αλλά όταν εσείς δεν θελήσατε να συνεχίσετε τον αγώνα εναντίον των όσων βαρβάρων είχαν μείνει, οι σύμμαχοι ήρθαν σε μας και μας ζήτησαν να γίνουμε αρχηγοί τους. Ασκώντας την αρχηγεία αυτή, αναπτύξαμε, από την ανάγκη των πραγμάτων, την ηγεμονία μας στο σημείο που βρίσκεται σήμερα, στην αρχή από φόβο, έπειτα για την τιμή και αργότερα για το συμφέρον μας. Και από τότε, επειδή δεν αισθανόμαστε ασφαλείς, εξαιτίας της έχθρας πολλών -μερικοί μάλιστα από τους συμμάχους μας είχαν κιόλας αποστατήσει και τους είχαμε αποτάξει- δεν μπορούσαμε πια να χαλαρώσουμε την επιβολή μας χωρίς να εκτεθούμε σε κίνδυνο, γιατί όσοι θα αποστατούσαν από μας θα γίνονταν σύμμαχοί σας. Κανείς δεν πρέπει να φθονεί εκείνον που προσπαθεί να κατοχυρώσει τα συμφέροντά του, όταν έχει να αντιμετωπίσει μεγάλους κινδύνους.

Ο φόβος όμως παίζει καθοριστικό ρόλο και στη διαμόρφωση της στρατηγικής συμπεριφοράς της Σπάρτης. Η Σπάρτη νιώθει να απειλείται από την αύξηση της δύναμης της Αθήνας και έτσι καταφεύγει σε «παρεμποδιστικό πόλεμο»:

Οι Λακεδαιμόνιοι ψήφισαν ότι έπρεπε να γίνει πόλεμος επειδή φοβόντουσαν ότι οι Αθηναίοι θ’ αυξήσουν ακόμη περισσότερο τη δύναμή τους, γιατί έβλεπαν ότι είχαν κιόλας υποτάξει το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας.

Αυτό αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα αυτού που σήμερα αποκαλείται «δίλημμα ασφαλείας», δηλαδή η κατάσταση που προκύπτει όταν τα μέτρα που αυξάνουν την ασφάλεια ενός κράτους ταυτόχρονα μειώνουν την ασφάλεια των άλλων. Όπως λοιπόν φάνηκε, η απειλή της Περσίας εξώθησε τους Αθηναίους να εγκαθιδρύσουν την αυτοκρατορία τους. Η αυτοκρατορία παρείχε ασφάλεια για την Αθήνα, αλλά σύντομα αποδείχθηκε απειλή για τη Σπάρτη και τους συμμάχους της. Αυτή η δυναμική της αμοιβαίας ανασφάλειας μπορεί να οδηγήσει σε πόλεμο. Αν πάλι οι Αθηναίοι δεν λάμβαναν τα αναγκαία μέτρα για να αυξήσουν την ασφάλειά τους, κινδύνευαν οι ίδιοι να υποστούν τις συνέπειες της αδυναμίας τους: «Δηλώνουμε ότι ασκούμε την ηγεμονία μας στην Ελλάδα για να μη γίνουμε εμείς υπήκοοι άλλων», διακήρυξε ο Εύφημος Αθηναίος πρέσβης στη Σικελία.

Ο φόβος, λοιπόν, αποτελεί ένα πρωταγωνιστικό κίνητρο στρατηγικής συμπεριφοράς. Στη περίπτωση της Μυτιλήνης, ο φόβος υποδούλωσης οδήγησε τους Μυτιληναίους να αλλάξουν στρατόπεδο και να αναζητήσουν ασφάλεια στην πελοποννησιακή συμμαχία. Η δημηγορία των Μυτιληναίων στη συνέλευση των Σπαρτιατών εστιάζεται στο ζήτημα του φόβου με δύο τρόπους:

 

Α) Αμοιβαίος φόβος: σύμφωνα με τους Μυτιληναίους ο φόβος είναι η πιο «ασφαλής βάση» για τη σύναψη συμμαχίας. Από τότε όμως που άλλαξε ο συσχετισμός δυνάμεων και οι Αθηναίοι έπαψαν πλέον να φοβούνται τους Μυτιληναίους, ο δεσμός αυτός χάθηκε. Αυτό οδήγησε τους Μυτιληναίους σε αποστασία, αφού πλέον κινδύνευαν να υποδουλωθούν από τους Αθηναίους.

Ο αμοιβαίος φόβος είναι η μόνη ασφαλής βάση μιας συμμαχίας γιατί, αν θέλει κανείς να τη παραβιάσει, τον συγκρατεί η σκέψη ότι δεν είναι αρκετά ισχυρός για να επιβληθεί.

 

Β ) Φόβος επιβίωσης: από τη στιγμή που η Μυτιλήνη επιλέγει τη στρατηγική της αποστασίας από την αθηναϊκή συμμαχία, μια στρατηγική η οποία συνεπάγεται υψηλό ρίσκο, η μόνη της ελπίδα να αποφύγει την καταστροφή είναι η συμμαχία με τη Σπάρτη. Ικετεύουν λοιπόν οι Μυτιληναίοι τους Σπαρτιάτες να συμπεριφερθούν όπως το ζητούν οι…φόβοι τους.

Σεβαστείτε, λοιπόν, τόσο τις ελπίδες που στηρίζουν οι Έλληνες επάνω σας, όσο και τον Ολύμπιο Δία μέσα στο ιερό του οποίου καθόμαστε τώρα, σχεδόν σαν ικέτες. Βοηθήστε τους μυτιληναίους συμμαχώντας μαζί τους. Μη μας εγκαταλείψετε τη στιγμή που κινδυνεύουμε τη ζωή μας σε αγώνα που θα ωφελήσει όλους, αν πετύχουμε. Αν αποτύχουμε, όμως, επειδή δε θα έχετε πεισθεί να μας βοηθήσετε, τότε όλοι οι Έλληνες θα υποστούν τις συνέπειες της αποτυχίας μας. Φανείτε άντρες όπως σας θέλουν οι Έλληνες και όπως σας ζητούν οι φόβοι μας.

Το άναρχο διεθνές σύστημα, λοιπόν, δημιουργεί ανασφάλεια και συνεπώς πρωταρχικός στόχος των κρατών είναι να μεγιστοποιήσουν την ασφάλεια τους.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή του Θουκυδίδη στην ανάπτυξη μιας κεντρικής έννοιας του πολιτικού ρεαλισμού, αυτής της του κρατικού συμφέροντος. Εκτός από το φόβο, η μεγιστοποίηση του συμφέροντος αποτελεί βασικό κίνητρο της στρατηγικής συμπεριφοράς των κρατών.

Αναπτύξαμε, από την ανάγκη των πραγμάτων, την ηγεμονία μας στο σημείο που βρίσκεται σήμερα, στην αρχή από φόβο έπειτα από τη τιμή και αργότερα για το συμφέρον μας.

Η Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου περιέχει πάμπολλες αναφορές στις προσπάθειες των πρωταγωνιστών να μεγιστοποιήσουν το συμφέρον τους. Πόσο όμως μ ακριά μ πορεί να φτάσει ένα κράτος στη αναζήτηση τρόπων εξυπηρέτησης των συμφερόντων του;

    «Για μια πολιτεία που ασκεί ηγεμονία, τίποτε δεν είναι παράλογο αν είναι συμφέρον», ισχυρίζονται οι Αθηναίοι.

Πρώτα απ’ όλα έρχεται το συμφέρον επιβίωσης. Το άναρχο διεθνές σύστημα «τιμωρεί» όσα κράτη δε μεριμνούν για την αυτοπροστασία τους.

Εκτός από την επιβίωση, οι πολιτείες πρέπει να μεριμνήσουν για τη διατήρηση της εδαφικής τους ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας τους. Διαφορετικά κινδυνεύουν να χάσουν και τα δύο. Ο Θουκυδίδης, για παράδειγμα, περιγράφει με λεπτομέρεια τη διαδικασία με την οποία οι Αθηναίοι στερούσαν από άλλες πολιτείες την ελευθερία τους.

Τα συμφέροντα κάθε πολιτείας δε περιορίζονται μόνο στην κατοχύρωση της ασφάλειάς τους. Σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα οι πολιτείες είναι αναγκασμένες να διατηρήσουν τη σχετική τους θέση στη κατανομή ισχύος. Αν η σχετική τους θέση χειροτερεύσει και αυτή των αντιπάλων τους καλυτερεύσει, τότε ενδέχεται να κινδυνεύσει η ασφάλεια τους. Οι πολιτείες, λοιπόν, έχουν κάθε κίνητρο να εμποδίσουν τη σχετική αναβάθμιση των αντιπάλων τους στη διεθνή κατανομή ισχύος. Αυτό, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, αποτέλεσε την «πραγματική αλλά ανομολόγητη αιτία» του Πελοποννησιακού πολέμου, δηλαδή το ότι «η μεγάλη ανάπτυξη της Αθήνας φόβισε τους Λακεδαιμονίους και τους ανάγκασε να πολεμήσουν». Με άλλα λόγια, το βασικό κίνητρο της στρατηγικής συμπεριφοράς της Σπάρτης ήταν η προστασία της σχετικής της θέσης στο διεθνές σύστημα. Αν η Σπάρτη δεν αντιδρούσε, η Αθήνα -η οποία αναπτυσσόταν με γρηγορότερο ρυθμό- θα την ξεπερνούσε και θα της αφαιρούσε την πρωτοκαθεδρία στο διακρατικό σύστημα της Αρχαίας Ελλάδας.

Η Σπάρτη είχε, θεωρητικά, δύο επιλογές: είτε να προσπαθήσει να αυξήσει το δικό της ρυθμό ανάπτυξης ώστε να ξεπεράσει αυτόν της Αθήνας, είτε να σταματήσει την ανάπτυξη της Αθηναϊκής ισχύος. Καθώς η πρώτη επιλογή ήταν ανέφικτη, η Σπάρτη κατέφυγε στη δεύτερη. Η τοποθέτηση του Σπαρτιάτη εφόρου Σθενελαΐδα είναι άκρως αποκαλυπτική: «Ψηφίστε πόλεμο. Μην αφήσετε τους Αθηναίους να γίνουν ισχυρότεροι» προέτρεψε τους συμπολίτες του.

Τέλος, οι πολιτείες έχουν κάθε συμφέρον να προσπαθήσουν να καλυτερεύσουν τη θέση τους στο διεθνές σύστημα, αυξάνοντας την ισχύ τους σε σχέση με αυτή των αντιπάλων τους (relative gain). Η λογική της επέκτασης, της αύξησης της δύναμης της πολιτείας, παρουσιάζεται ανάγλυφα στη δημηγορία του Αλκιβιάδη, στην οποία προτρέπει τους Αθηναίους να κατακτήσουν τη Σικελία, ώστε να αποκτήσουν την πρωτοκαθεδρία στο διεθνές σύστημα:

Δεν μπορούμε να καθορίζουμε αυστηρά, σαν να ήταν διαχείριση, τα όρια της ηγεμονίας μας, αλλά είμαστε αναγκασμένοι, αφού βρισκόμαστε σε αυτήν την θέση, ν’ απειλούμε μερικούς ή να μην υποχωρούμε έναντι άλλων, αφού ο κίνδυνος για μας να υπαχθούμε στην ηγεμονία άλλων, αν δεν την ασκούμε εμείς στους άλλους. […] Όταν θα κατακτήσουμε τα μέρη εκείνα, τότε, όπως είναι πολύ πιθανό, θα γίνομε κύριοι όλης της Ελλάδας. […] Αν η πολιτεία μας μένει αδρανής, θ’ αρχίσει να φθείρεται και η επίδοσή της σε άλλα θα αρχίσει να χάνεται, ενώ αν αγωνίζεται, τότε θα πλουτίσει την πείρα της, θα ενισχύσει την παράδοσή της να υπερασπίζεται περισσότερο με έργα παρά με λόγια. Με μια λέξη, θεωρώ ότι μια πολιτεία που δεν γνωρίζει την αδράνεια, θα καταστραφεί γρήγορα αν παραιτηθεί από τη δράση.

Η διαδικασία με την οποία καθορίζει κάθε κράτος το συμφέρον του ποικίλλει από κράτος σε κράτος ανάλογα με τις εσωτερικές του δομές (π.χ. εσωτερικός συσχετισμός δυνάμεων). Όμως, όλα τα κράτη πρέπει, πρώτα από όλα, να δίνουν έμφαση στην κατοχύρωση των συμφερόντων ασφαλείας (δηλαδή επιβίωση, εδαφική ακεραιότητα και ανεξαρτησία).

Το άναρχο διεθνές σύστημα περιορίζει τις επιλογές των κρατών και «τιμωρεί» όσα κράτη θέτουν υπέρμετρα φιλόδοξους στόχους, που ξεπερνούν τα μέσα που διαθέτουν. Για παράδειγμα, αυτό συνέβη στους Αθηναίους, οι οποίοι, ακολουθώντας τις επεκτατικές φιλοδοξίες του Αλκιβιάδη (αντί τις συνετές συστάσεις του Περικλή, που προειδοποιούσε για τον κίνδυνο υπερεξάπλωσης), ενεπλάκησαν στην καταστροφική εκστρατεία στη Σικελία, η οποία τελικά τους οδήγησε σε ήττα στον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Συνεπώς, επειδή τα κράτη είναι «ευαίσθητα στο κόστος», είναι αναγκασμένα να συμπεριφέρονται με τρόπο ορθολογικό. Αυτό σημαίνει ότι, στα σημαντικά για την ασφάλειά τους θέματα (π.χ. πόλεμος, επέκταση), τα κράτη πρέπει να είναι σε θέση να υπολογίζουν τη σχέση κόστους/οφέλους ( costbenefit analysis) και να επιλέγουν τη στρατηγική εκείνη που μεγιστοποιεί το συμφέρον τους. Μια τέτοια ορθολογική προσέγγιση όπου αναλύεται το κόστος και το όφελος του πολέμου υπό το πρίσμα των κρατικών συμφερόντων, προσφέρεται από τον Ερμοκράτη, ηγέτη των Συρακουσών:

Κανείς δεν παρασύρεται σε πόλεμο επειδή δεν ξέρει τι συμφορές σημαίνει αυτό, και κανείς πάλι δεν αποφεύγει τον πόλεμο από φόβο, όταν νομίζει ότι το αποτέλεσμα του θα τον ωφελήσει. Ο πόλεμος ξεσπάει όταν άλλοι θεωρούν ότι το κέρδος είναι μεγαλύτερο από τις συμφορές και όταν άλλοι είναι έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουν τους κινδύνους του, παρά να υποστούν μιαν άμεση ζημία.

Η μέχρι τώρα ανάλυση, λοιπόν, μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι τα κράτη στο άναρχο διεθνές σύστημα έχουν κάθε κίνητρο να προσπαθούν να μεγιστοποιούν το συμφέρον τους και να συμπεριφέρονται ορθολογικά σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα.

Εν κατακλείδι και συμπερασματικά καταλήγω στις εξής τρεις επισημάνσεις. Πρώτον, η προσέγγιση του μνημειώδους αυτού έργου από θεωρητικής σκοπιά βοηθάει τον μελετητή να εκτιμήσει ακόμη περισσότερο την αξία της ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου και την διαχρονική συνεισφορά της καθώς αυτή είναι πάντα επίκαιρη. Δεύτερο, η μελέτη του έργου του Θουκυδίδη μας παρέχει τα εργαλεία που χρειαζόμαστε για να αναλύσουμε σε βάθος και με νηφαλιότητα τη διεθνή πολιτική. Τρίτον, ο Θουκυδίδης μας βοηθάει να κατανοήσουμε τη λογική της στρατηγικής συμπεριφοράς των κρατών στο διεθνές σύστημα και κυρίως της λογική του πολέμου και τη ειρήνης.

 ΠΗΓΗ

Advertisements


Κατηγορίες:Αρθρα, Ελλάδα, Ιστορία, Πλατιάς Αθανάσιος

Ετικέτες: ,

Αρέσει σε %d bloggers: