Η σχιζοφρενική σχέση Ελλάδας-Τουρκίας

samaras-erdoganτου Παντελή Σαββίδη

Την ώρα που ο αρχηγός του τουρκικού ναυτικού, εν είδη «μαχαλόμαγκα», απειλούσε την Ελλάδα και την Κύπρο με πόλεμο, οι υπουργοί οικονομίας της Τουρκίας και Ανάπτυξης της Ελλάδας, συμμετείχαν στη Σμύρνη σε φόρουμ για το πώς θα αναπτύξουν περισσότερο τις οικονομικές σχέσεις τους και θα ενοποιήσουν, οικονομικά, το Αιγαίο.

Μάλιστα, ο έλληνας υπουργός, ο οποίος δεν θα διαβάζει, προφανώς, εφημερίδες, την ώρα που οι τούρκοι παραβίαζαν τον ελληνικό εναέριο χώρο μιλούσε, σύμφωνα με δημοσιεύματα, για το πόσο σέβονται την Ελλάδα οι αξιωματούχοι της γειτονικής χώρας.

Κάτι δεν πάει καλά. Είτε η μεταβατική φάση που διέρχεται ο κόσμος ολόκληρος, δικαιολογεί οτιδήποτε, είτε οι σχέσεις των δύο χωρών χρειάζονται ψυχιατρική υποστήριξη.

Η Τουρκία, είναι μια χώρα με αναπτυξιακή δυναμική. Στηρίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες παντοιοτρόπως, (και εδώ χρειάζεται ψυχιατρική ερμηνεία της σχέσης των δύο χωρών διότι, διαφορετικά, μόνο ένας αμερικανικός μαζοχισμός θα εξηγούσε την επιμονή των ΗΠΑ για στρατηγική σχέση με μια χώρα που ποτέ δεν ανταποκρίθηκε στις συμμαχικές εκκλήσεις). Άρχισε, όμως, να εκδηλώνει και συμπτώματα αυτοκαταστροφής. Ακόμη και την ώρα που απειλούσε την Ελλάδα με πόλεμο, διατηρούσε μαζί της τις καλύτερες, συγκριτικά, σχέσεις.

Σε όλο αυτό το πλέγμα παράξενων σχέσεων προσθέστε και το ότι η Κίνα, σε πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις παραγόντων της, διαμήνυσε στην κυπριακή δημοκρατία πως έχει δίκαιο στην αντιπαράθεσή της με την Άγκυρα και θα πρέπει να προχωρήσει στη διερεύνηση των υποθαλάσσιων ενεργειακών κοιτασμάτων της, παρόλο που η χώρα αυτή έχει διεκδικήσεις στη δική της περιοχή που δεν θα περίμενε κανείς τέτοιου είδους υποστήριξη προς τις κυπριακές θέσεις.

Αλλά, η πολυπραγμοσύνη της Τουρκίας και η προσπάθειά της να ξεσηκώσει ή, απλώς, να υποστηρίξει τους μουσουλμάνους της κινεζικής επαρχίας Ξινγιανγκ, έχει ενοχλήσει το Πεκίνο. Η κινεζική ηγεσία έχει ενοχληθεί επίσης και από την μεσανατολική πολιτική της Τουρκίας.

Το ίδιο και η Ρωσία. Παρέχει αφειδώς την υποστήριξή της προς την Κύπρο, διότι όχι μόνο είναι σφόδρα ενοχλημένη από την τουρκική πολιτική αλλά και διότι δεν θα ήθελε μια ισχυροποίηση της γειτονικής της χώρας.

Όλες αυτές, μαζί και με το ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου, είναι εξελίξεις που ευνοούν την κυπριακή υπόθεση σε σχέση με την ΑΟΖ και τις έρευνες που διεξάγονται με άδεια της κυπριακής κυβέρνησης.

Την ευνοεί, επίσης, όχι μόνο η τριμερής με την Ελλάδα και την Αίγυπτο που άρχισε να δρομολογείται αλλά, και μια άλλη τριμερής στην περιοχή, Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.

Ύπουλη η θέση των ΗΠΑ

Η μόνη κάπως ύπουλη, και γι αυτό επικίνδυνη πολιτική, είναι η αμερικανική (για τη βρετανική δεν γίνεται λόγος, η αγγλική αντιπάθεια προς την Κύπρο έχει και αυτή, μάλλον, ψυχιατρικά χαρακτηριστικά. Η ιστορία και η πολιτική δεν επαρκούν για να την εξηγήσουν).

Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Κύπρο, ο κ. Τζών Κένινγκ, γνωστός στους Θεσσαλονικείς για τη σκληράδα του, από τη θητεία του στο Προξενείο των ΗΠΑ, ζήτησε από την Τουρκία, σε συνέντευξη τύπου που παραχώρησε στη Λευκωσία, να αποσύρει το πλοίο της (Barbaros), από την περιοχή, να αποσύρει, επίσης τη NAYTEX, (την οδηγία, δηλαδή, με την οποία η Άγκυρα δέσμευε περιοχές για ασκήσεις) και να επαναρχίσουν οι συνομιλίες. Μέχρι εδώ πολύ καλά. Status quo ante. Κατάσταση πριν τις τουρκικές προκλήσεις.

Το πονηρό και ύπουλο στις δηλώσεις του αμερικανού πρέσβη είναι ότι ζητά την συμπερίληψη στις συνομιλίες των δύο πλευρών του θέματος των υδρογονανθράκων. Αυτό, δηλαδή, που ζητά και η Τουρκία για να αποσύρει το πλοίο της και να σταματήσει τις προκλήσεις.

Και γιατί πρέπει να αποτελέσουν τα ενεργειακά αποθέματα μιας χώρας που υπέστη εισβολή αντικείμενο συνομιλιών; Δεν θα είναι θέμα κρατικής διαχείρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας; Από πού προκύπτει ότι οι ενεργειακοί πόροι ενός κράτους πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των δύο κοινοτήτων του;

Με ύφος αθώο που δεν καταλαβαίνει γιατί ο κόσμος απορεί πως οι ΗΠΑ, που υποτίθεται ότι είναι ο εγγυητής της διεθνούς ασφάλειας και νομιμότητας δεν παίρνουν σαφή θέση απέναντι στην τουρκική πρόκληση, ο αμερικανός πρέσβης εξέφρασε την απορία του: γιατί λέτε πως η αμερικανική θέση δεν είναι σαφής. Και διατύπωσε την προαναφερόμενη θέση.

Τα λάθη που δεν πρέπει να επαναληφθούν

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίθουν ανάλογης προκλητικής συμπεριφοράς της Άγκυρας, την οποία ακολούθησε η υποκριτική αμερικανική στάση και κατέληξαν στις υποχωρήσεις φοβικών ελληνικών κυβερνήσεων.

Η Τουρκία προσπάθησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 να αμφισβητήσει τη Συμφωνία της Λωζάννης. Το 1973 έθεσε θέμα υφαλοκρηπίδας με αφορμή έρευνες για ανεύρεση υδρογονανθράκων στο Αιγαίο, το 1974 εισέβαλε στην Κύπρο και το 1975 έθεσε και θέμα εναερίου χώρου.

Για πρώτη φορά ήρθε στο χείλος του πολέμου με την Ελλάδα το 1987 στη γνωστή κρίση στην οποία πρωταγωνίστησαν Παπανδρέου και Οζάλ η οποία εκτονώθηκε με τη Συμφωνία του Νταβός. Παρόλο που η εκτόνωση της κρίσης εμφανίστηκε σαν ελληνική επιτυχία, ο Ανδρέας Παπανδρέου υπέγραψε κοινό ανακοινωθέν με τον Οζάλ στο οποίο γινόταν αναφορά στη δημιουργία επιτροπής που θα συζητούσε «τον καθορισμό των τομέων που υπάρχουν προβλήματα για την εξέταση των δυνατοτήτων γεφύρωσης του χάσματος και για την κίνηση προς μόνιμες λύσεις.» Αποδοχή, δηλαδή, έστω προς συζήτηση, προβλημάτων πέραν της υφαλοκρηπίδας, όπως ήταν η ελληνική πάγια θέση. Σημειωτέον, ότι την κρίση του 1987 προκάλεσε η έξοδος του ερευνητικού σκάφους «Σισμίκ», για έρευνες στο Αιγαίο. Η Συμφωνία του Νταβός ανάγκασε την Ανδρέα Παπανδρέου να μιλήσει για «mea culpa”, «λάθος μου».

Του Νταβός, προηγήθηκε το 1976 η Συμφωνία της Βέρνης στην οποία οδήγησε η έξοδος πάλι ενός ερευνητικού σκάφους, του «Χόρα». Το Πρακτικό της Βέρνης μιλούσε για αποχή των δύο χωρών από έρευνες στην υφαλοκρηπίδα τους αλλά, είναι σαφές ότι ο περιορισμός αφορούσε την ελληνική πλευρά η οποία διενεργούσε έρευνες στη Θάσο. Και στις δύο περιπτώσεις η Τουρκία έβγαζε στο Αιγαίο ερευνητικό σκάφος, προσπαθούσε να δημιουργήσει τετελεσμένα και για να υποχωρήσει, ανάγκαζε σε αναδίπλωση την ελληνική πλευρά. Το Πρακτικό της Βέρνης ίσχυε για όσο διάστημα διεξάγονταν εκείνες, προφανώς, οι συνομιλίες αλλά, ορισμένοι καλοθελητές, θεωρούν ότι οι συνομιλίες συνεχίζονται και σήμερα άρα αυτοδεσμεύονται για μη διεξαγωγή ερευνών στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.

Τα Ίμια

Η επόμενη, μετά το 1987, μεγάλη κρίση, η οποία οδήγησε και πάλι τις δύο χώρες στα πρόθυρα πολέμου ήταν τα Ίμια (Φεβρουάριος 1996). Ό,τι και να λέει σήμερα η ελληνική πλευρά, στα Ίμια άρχισε να εφαρμόζεται η θεωρία των «γκρίζων ζωνών», με παρέμβαση των ΗΠΑ.

Η εφημερίδα «Καθημερινή» έφερε στη δημοσιότητα έγγραφο το οποίο δέσμευε τις δύο χώρες. Και καλά, η Ελλάδα έχανε κάτι με αυτήν τη δέσμευση, η Τουρκία τι έχανε;

Τι έλεγε, μεταξύ άλλων, το δημοσίευμα;

«Η Ελλάδα και η Τουρκία δεσμεύθηκαν να απομακρύνουν στρατιώτες, πλοία και σημαίες από τα Ιμια και πέριξ αυτών, αλλά και να μην επιστρέψουν στην περιοχή, σε μια συμφωνία που αποτυπώθηκε γραπτώς σε επίσημη επιστολή του Αμερικανού υπ. Εξωτερικών, Γουόρεν Κρίστοφερ, προς τους ομολόγους του της Ελλάδας και της Τουρκίας, με ημερομηνία 2 Φεβρουαρίου 1996. Με τον τρόπο αυτό, οι ΗΠΑ ανέλαβαν, πέραν του ρόλου μεσολαβητή, και αυτόν του εγγυητή των συμφωνηθέντων, καθώς ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, που διαχειρίσθηκε την κρίση, ανησυχούσε για τον κίνδυνο νέου επεισοδίου και πιθανής σύρραξης εάν η μία ή η άλλη πλευρά δεν τηρούσε τις προφορικές δεσμεύσεις της.

Ακολούθησαν οι Συμφωνίες της Μαδρίτης (Ιούλιος 1997) με την οποία η Ελλάδα αναγνώριζε πέρα από τα νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο και το ανακοινωθέν του Ελσίνκι (Δεκέμβριος 1999) όπου η Ελλάδα αποδέχθηκε την ύπαρξη συνοριακών διαφορών με την Τουρκία.

Υπήρξαν και άλλες υποχωρήσεις της Ελλάδας αλλά και αυτά που παρετέθησαν είναι αρκετά για την αποσαφήνιση της τουρκικής πολιτικής. Λάθη έγιναν πολλά και ένα φοβικό ψυχολογικό σύνδρομο διατρέχει την ελληνική πολιτική ηγεσία.

Δεν χρειάζεται και νέα υποχώρηση.

Ανιχνεύσεις

Advertisements


Κατηγορίες:Αρθρα, Ελλάδα, ΙΜΙΑ, Σαββίδης Παντελής, Τουρκία

Ετικέτες: , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: