Υπάρχει το ασύντριφτο

simonopetra1Κώστας Ζουράρις

… ίσως πάλι η μέθη μας να μας επέβαλε 

την πειθώ του ακατόρθωτου.

Γ. Ρίτσος, Αγαμέμνων

Κάθε φορά που πρωτοαντικρίζω το Άγιον Όρος, ψηλαφητά προπονούμαι στο πολίτευμα της φρόνιμης μέθης. Όταν μπαίνω εκεί, αγκαλιά με τη σωματοψυχή του Ρίτσου καθώς θεολογεί, συνομολογώ ότι υπάρχει το ασύντριφτο. Μόλις όμως μου γνέφει ο γνόφος της ξενιτείας – γιατί όλοι είμαστε οι παρεπίδημοι του Όρους – τότε επιβάλλει την πειθώ του, επειδή η μέθη είναι συντεταγμένη. Το πολίτευμα της σώφρονος μανίας είναι συνταγματικό.

Κανείς δεν είδε ποτέ το Όρος θεοβάδιστο. Όλοι όμως ζούμε σε τόπο υλικό και σαρκωμένο, όλοι λιαζόμαστε στο περιβόλι της Παναγίας. Περιβόλι μας περιβάλλει κι αμέσως γνωρίζουμε το απέραντο πέρας, που μας ανακουφίζει: δεν είναι μετά τα φυσικά η πολιτεία τούτη της φιλοκαλίας. Είναι προσφυής η φύση που μας προσφέρεται σε έντευξη καθολική, δεν περιμένουμε στην αναμονή, μένουμε σε Μονή.

Μένουμε σε Μονή, τω καιρώ εκείνω. Εδώ. Πάντα μέσα στον καιρό. Πάντα συγκεκριμένοι, χοϊκοί, όπως η ανέσπερη ύλη του θυμιατού, πάντα υπαρκτοί μέσα στον χειροπιαστό μας τον καιρό, τον εκείνον, τον τωρινό και τον αυριανό μας θεληματικό καιρό. Εδώ, βίος κοινός, τω καιρώ εκείνω, ψηλαφεί την καθημερινή ύπαρξη των πραγμάτων και των όλων. Από δω, κι από κει, κι από τώρα. Μονοί, αλλά έθελουσίως κοινωνοί. Στη Μονή.

Το κοινόβιο είναι μεθοδολογία σύμπραξης, άρα στο περιβόλι της Παναγίας, κάθε μοναστήρι ασκεί ημερήσια και ολονύχτια πολιτειακή πραγματογνωμοσύνη.

Με το Άγιον Όρος, το Σον πολίτευμα εκγυμνάζει τα πολιτεύματα.

Οι θύραθεν πολιτείες δείχνουν ακυβέρνητες πολιτείες; Το Όρος ψιθυρίζει Κυβερνήτη. Έξω, το καθεστώς είναι μοναχικό κέρμα; Από μέσα, το Περιβόλι προτείνει συμπαντικό έρμα. Ολόγυρα, η μια τάξη παλεύει με την άλλη τάξη και με αιχμή το μίσος κάθε τάξη επιδιώκει απεγνωσμένα κάποια τάξη; Κέντρο – απόκεντρο, το Όρος είναι τάξη. Άτακτη τάξη, αφού δεν έρχεται από καμμιά τάξη. Αταξία αγάπης.

Γι’ αυτό και τόσο απλά, ο Άθως, είναι η μόνη παραγωγική τάξη μέσα στη μακροπερίοδο της πτώσης. Όταν οι απέξω κοινωνίες παράγουν κατά προσέγγισιν επιτυχίες και κατά συρροήν αποτυχίες, η αθωνική πολιτεία χτίζει αδιάλειπτα με αταξίες, την ποθητή έκπτωση της πτώσης.

Σιγά και ταπεινά, γιατί η ευχή προς τον πέλας, η προσευχή που γίνεται προσπέλαση, δεν έχει πέρας.

Με επιμονή, η Μονή τείνει και μας συντείνει προς την ατέλεστη τελειότητα και αυτό, που μας κερματίζει γίνεται το άλλο, που μας εγκεντρίζει.

Η Μονή είναι η μόνη βατή, εδώ και τώρα, πολιτική πρόταση, γιατί ξεφεύγει με την πράξη της από το άβατο της άσαρκης ουτοπίας. Το μοναστήρι είναι τόπος, που κείται ενθάδε, και δοκιμάζει εν θερμώ μέσα σε πυρίκαυστη νηνεμία τα όρια, που περιορίζουν τους κατά χάριν απεριόριστους.

Το περιβόλι της Παναγίας είναι ένσαρκη σχέση πολιτεύματος, και επειδή προσφέρει κάθε στιγμή την επιούσια παρουσία κοινωνίας, μπορεί να είναι μελέτη ζωής και προσκομιδή αρωγής, εκεί, εδώ, όπου σωριάζονται περιτρίμματα εξάρσεων και λείψανα επαναστάσεων.

Οι πλούσιοι της πτωχείας

Το κοινόβιο είναι πλησμονή κενώσεως. Η Μονή, με υπομονή αποπληθωρίζει την πληθώρα των πραγμάτων και των σχέσεων των εμπραγμάτων. Το ένδον πολίτευμα του Όρους τείνει να είναι άσχετο προς πράγμα, γιατί θέλει να είναι σχετικό προς όψιν. Το Περιβόλι μου είναι ένα προσόψι, που πασχίζει να γίνει πρόσωπο. Βλέμμα μέσα στο μειδίαμα του πέλας, προσπέλαση της λύπης μου μέσα στην χαρά σου. Κράμα κοινόβιας χαρμολύπης, εις μισγάγκειαν συμβολή των θελήσεων και της ανημποριάς μας.

Κι έτσι, μέσα στη Μονή, μόνοι μας και νηφάλιοι παραμερίζουμε τα προσκόμματα που κομματιάζουν την ερωτική μέθεξη στο κοινό μας περιούσιον. Περιουσία δεν μας χρειάζεται, χρειαζόμαστε τον Υπερούσιον, όλοι μαζί και καθένας ξεχωριστά. Γι’ αυτό κάθε καλόγερος ομνύει πτωχείαν. Κι ο καθένας, μοναχός, κοινωνώντας την ευχαριστία, αποφασίζει να γίνει ο πλούτος: διαλέγει την ακτημοσύνη.

Τα πράγματα, το πλήθος τους, οι σχέσεις με τα πράγματα κι ο πολλαπλασιασμός τους, δαιμονίζουν την παρθενία μου. Πρέπει να μένω στεγανός στον πλούτο, που με γονατίζει, ώστε να παραμένω διάτρητος πόρος για τον παντοκράτορα μανικό Έρωτα, που γονατίζει μπροστά μου. Ο καλόγερος προσπαθεί να γνωρίζει, όχι να νομίζει. Και διαπιστώνει νήφων, ότι όσοι σκοντάφτουν, νομίζουν ότι το νόμισμα υπάρχει. Το νόμισμα εμποδίζει το άγγιγμα. Κι αν δεν σ’ αγγίξω κι αν δεν αγγίξεις το άγγιγμά μου, αν δεν πιαστούμε χέρι-χέρι στον ευχαριστήριο τον χορό, θα σιγοσβήσω, φερέοικο φέρετρο, σε εξορίας ξενιτεία. Γι’ αυτό εξορίζουμε το νόμισμα.

Η νηφάλιος μέθη παραμερίζει το πρόσκομμα του ατομικού πλούτου, για να συνθέσει, απρόσκοπτη, την συλλογική περιουσία. Γνωρίζει ότι το κεφάλαιο, νεκροφόρο πλέγμα οδυρμών και δαιμόνων, αποκεφαλίζει τη σωματοψυχή και στήνει ακεφάλων κοινωνία. Ο μοναχός είδε, όπως και οι Καππαδόκες τρισήλιοι, ότι το κεφάλαιο τερατουργεί κυνηγούς κεφαλών, ενώ η αγάπη ψάχνει με ερωτική ταπείνωση την Κεφαλή της.

Η πτωχεία είναι η προγύμναση για τον καθημερινό εμπλουτισμό, ο τρόπος που επιτρέπει στην πτώση να ανιχνεύση την ανάσταση.

Η πτωχεία όμως είναι επανασυστατική και επαναστατική, μόνον όταν επιδιώκει ακτημοσύνη.

Ο καλόγερος έμαθε σιγά-σιγά μέσα στην άσκησή του και με το φως του πένθους του, ότι η επαφή με τον άλλον και η τριαδική κοινότητα, υποφέρουν ακόμη και μέσα στην κοινή συσσώρευση των πραγμάτων. Εμπόδια καταντούν τα αγαθά. Τα αγαθά δυσκολεύουν τους αγαθούς και εμποδίζουν την συνάντηση με τον Αγαθό.

Κι αν ακόμη ήν αυτοίς πάντα κοινά, και ο βίος και η τράπεζα και η αθλιότητα, ο μοναχός ψάχνει την οδό της κοινής απεμπλοκής από τα κοινά αγαθά. Η κοινοκτημοσύνη είναι ενδιάμεσος σταθμός, προς την ακτημοσύνη, που είναι κι αυτή ενδιάμεσος αναβαθμός. Διότι η στάση η μανική και η κίνηση η ακίνητη, είναι παραπέρα, πέρα από τα ενδιάμεσα, εκεί στα άμεσα.

Το μοναστήρι διαρκεί με την ακτημοσύνη των μοναχών του. Αρκεί τούτο το έμπρακτο μεροδούλι-μεροφάι για να μαθαίνουμε μέσα κι έξω, ότι η ακτημοσύνη είναι συνταγή πολιτειακή. Οι ακτήμονες δεν έχουν μεταξύ τους πολλαπλά σημεία τριβής, προσχήματα συρράξεων και προσκόμματα συγκλίσεων. Όταν δεν διεκδικώ κτήμα, το μόνο κτήμα που μπορώ να ελπίζω είναι ο άλλος. Αν τον κερδίσω. Κι αν με κερδίσει, γεύομαι κτήμα του. Οι μοναχοί ακτήμονες είναι απράγμονες, απαλλαγμένοι από τα πράγματα, για να πραγματώνουν τα κατά κόσμον απραγματοποίητα: να αδειάζουν, όλο να αδειάζουν από τα περιττά και να ασκούνται στην καθημερινή έντευξη των ταπεινών ανθρώπων, πρόγευση στην συμπαντική συνέντευξη.

Όχι ιδρωμένοι από την πολυπραγμοσύνη, αλλά χαρούμενα εντατικοί εν ιδρώτι καρδίας, οι ακτήμονες μοναχοί αποφεύγουν την νεύρωση του πλούτου και ασχολούνται με τα καίρια. Πολίται, χρη λέγειν τα καίρια…

Η ακτημοσύνη είναι το άριστο μέγεθος της πολιτικής.

Ο μοναχός είναι ακτήμων. Ο μοναχός είναι πολιτικής οδηγητής.

Παγγενηά: η διακριτική ορθοπραξία

Οι ακτήμονες πραγματοποιούν την διάλυση των πραγμάτων με την πρακτική επιμονή και με την μεθεκτική υπομονή.

Η κοινόβια Μονή προσπαθεί μέσα στην κάθε μέρα και σε όλες τις στιγμές να γίνει σαρκωμένο εργοτάξιο απραξίας. Με την πράξη, την ολόσωμη συμμετοχή του κοινού βίου στο πάγκοινο ξέφτισμα της πράξης, οι ακτήμονες κτίτορες της κοινής συντεχνίας, χτίζουν την αναπνοή τους μέσα στο Άχτιστο.

Με την πράξη, με την μοιρασιά της πράξης, με τη διαίρεση των αδιαιρέτων χαρισμάτων η Μονή προσπαθεί να μονιάσει τους μοναχούς προς Μόνον. 

Εσύ θα μπογιατίσεις, εγώ θα μαγειρέψω, ο άλλος θα ποτίσει, ο παραπέρα θα χαζεύει, κι όποιος πρέπει ας δουλεύει. Όλοι οι καλόγεροι μαζί κάνουν το κοινόβιο, όλοι οι ακτήμονες ξεχωριστά διαιρέσεις χαρισμάτων εισί. Το Μοναστήρι όμως είναι ένα, το δε αυτό Πνεύμα.

Το διακόνημα είναι η εκλογικευμένη αγγαρεία, όπου όλα τα μοναχικά χαρίσματα διαιρούν το αυτό πνεύμα της δουλειάς, της παγγενηάς, ώστε όλοι να εντρυφήσουν στην αδιαίρετη τρυφή. Αμέσως και αδιαλείπτως.

Όλοι οι καλόγηροι είναι συνδαιτημόνες στα διακονήματα, γιατί όλοι τους αγαπούν τα προεόρτια. Η κοινή μοιρασιά της δουλειάς στολίζει τον νάρθηκα της Ευχαριστίας, οι διακονίες είναι πρόγευση ευωχίας.

Άγαρμποι και ταλαντούχοι, οι ακτήμονες συνεισφέρουν το κατά δύναμιν κτήμα τους: εσύ την εργατικότητά σου, κι εγώ την τεμπελιά μου, ο αδελφός την εξυπνάδα του κι ο αδελφός την κουταμάρα του.

Διαιρέσεις προεορτίων είναι όλα αυτά και, από όλες αυτές τις αγγαρείες προΐεται αχωρίστως η αχώριστη χαρά της παγγενηάς. Οι μοναχοί μονιάζουν με την μετοχή: και διαιρέσεις διακονιών εισί και ο αυτός Κύριος.

Ο αυτός Κύριος, η αυτή κυριότης μας πάνω στις κοινές μας πράξεις. Τα διακονήματα επιμερίζουν την ευθύνη της κοινής μετοχής στην μεθεκτή συνουσία. Όλοι, υπεύθυνοι, διακονούμε από λίγο, ώστε κανείς μας να μην είναι εντελώς διακονιάρης των άλλων. Όλοι μαζί, υπεύθυνοι, γινόμαστε διακονιάρηδες, ώστε όλοι μαζί κι ο καθένας χώρια, να απαλλαγούμε από τη διακονία. Υπεύθυνοι για λίγο τώρα στην αγγαρεία, αΐδιοι ανεύθυνοι εκεί στην φιλοκαλία.

Όλοι πρέπει να είμαστε για λίγο σκουπιδιάρηδες, για να μην είναι κανείς συνέχεια σκουπιδιάρης: έτσι έψελνε ο Μάης του ’68 την ανοιξιάτική του επανάσταση.

Ο Μάης προσπαθούσε να μοιράσει τον χρόνο της πίκρας για να μετριάσει τουλάχιστον την πικρία του ενός.

Η Μονή μοιράζει μέσα στον χρόνο την πίκρα, ως προίκα για την απαλλαγή μας από τον χρόνο.

Περί απαλλαγής του πολέμου εκκλησιάζειν: του πολέμου με τα πράγματα, τα προσκόμματα, τα ολισθήματα.

Ο τρυφερός Μάης του ’68 ήταν αμυντικός. Η κοινοβιακή μονή είναι επιθετική. 

Δεν μετριάζει την επιτόπια αδικία. Πυρπολεί την πρόσκαιρη ανθρωποδικία, ερωτοτροπώντας υπεράχρονα με το εν ου εστί χρεία.

Η διακονία εδώ και τώρα, μέσα από την Μονή αρχίζει να είναι αχρείαστη.

Η παγγενηά είναι η επιθετική μέθοδος που μας οδηγεί στην άμεση δημοκρατία της τρυφής, η παγγενηά κι οι διακονίες της είναι τελετουργίες της άμεσης αναψυχής.

Παγκοινιά: η ιεραρχική απραξία

. . . δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση, την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της. . .

Γ. Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος

Η Μονή των ακτημόνων δείχνει ήρεμα την τρομερή της δύναμη για παραίτηση.

Οι μοναχοί είναι μοναχικοί κρίκοι χειλιών που ψέλνουν την παραίτησή τους, γίνονται διακριτικοί αντάρτες και δείχνουν αδιάκριτα την ανυπακοή τους στα συμφέροντα των άλλων και στα συμφέροντα των δοντιών τους.

Το κοινόβιο τείνει να ξεδοντιάσει στα συμφέροντα της ανάγκης.

Όλη η γενηά των μοναχών συμμετέχει στην αντάρτικη παγγενηά της ανυπακοής. Πάγκοινη είναι η τρομερή της δύναμη για παραίτηση. Όλοι τούτοι οι ρέμπελοι, οι άτακτοι συνομολογούν όμως αδιαλείπτως την ίση μετοχή τους στην κοινόβια αταξία τους. Οι άτακτοι της φιλοκαλικής ανυπακοής είναι τακτικοί καλόγεροι. Το κοινόβιο των ακτημόνων θεσπίζει αενάως μια τάξη αταξίας η παραίτηση είναι συντεταγένη.

Παραιτούμαι από τι;

Παραιτούμαι από την ανάγκη που έχω να τροχίσω τα δόντια μου πάνω στην ανημποριά ή την μακαριότητα του διπλανού μου.

Παραιτούμαι πώς;

Παραιτούμαι δίνοντας δίκιο στο άδικο του άλλου, του ομογάλακτου πέλας.

Οι κοινοβιάτες υποβάλλουν την παραίτηση του εγώ τους μέσα σ’ ένα πάγκοινο εμείς, που πλάθει πρόσωπα μονάκριβα.

Τον μοναχό δεν τον κάμει το σχήμα του. Τον γεννάει κάθε στιγμή η προπόνησή του, μόνο όταν τον κάνει ου νίκη ζητούντα αλλά αδελφών διόρθωσιν.

Καλόγερος στο κοινόβιο είναι μόνον αυτός που πετυχαίνει την ανυπακοή στην ανάγκη της νίκης.

Μόνον η αδιάλειπτη νίκη εις βάρος της νίκης μετατρέπει την άτακτη Σύναξη σε ευχαριστιακή κοινότητα.

Οι μοναχοί, για να πετυχαίνουν το κοινόβιό τους, πρέπει μέρα-νύχτα να νικούν σε παγκοινιά, να κατανικούν ο καθείς κι από κοινού τον πειρασμό της νίκης.

Η υπεροχή μου κινδυνεύει να με κάνει να νικήσω τον πλησίον ταλαίπωρο; Αποσύρομαι εθελουσίως. Εγώ, είμαι πιο δυνατός από την αδυναμία του διπλανού φτυστού μου; Εγώ παραιτούμαι. Ο ομογάλακτος φτυστός μου, δίπλα μου αναπνέει την παραίτησή μου. Ανακουφίζεται. Πετύχαμε την παγκοινιά, την κοινή νίκη κατά της νίκης.

Στο κοινόβιο των ακτημόνων λειτουργεί μέσα σε νηφάλιο πυρετό, ένα πολυκλαδικό φροντιστήριο πολιτικής αγωγής.

Μόνον που οι μοναχοί έχουν περάσει προ πολλού σε ανώτερες μορφές πάλης. Διότι το αποτέλεσμα της συμβολής των αντιθέσεων δεν είναι η σύνθεση, αλλά η παραίτηση.

Δεν υπάρχει πάλη των αντιθέτων λείπει η θέση, απουσιάζει η άρνηση, δεν τελειώνουν νομοτελειακά τα γεγονότα, με το άλμα από την παλιά ποσότητα της πάλης στην νέα ποιότητα της βιοπάλης.

Στην Μονή της εθελουσίας εξόδου, οι αντάρτες της είναι όλοι αρχηγοί των ομαδικών τους θελήσεων και πρωτοπαλίκαρα των ατομικών τους παραιτήσεων.

Εδώ, για τους εθελοντές της ελεύθερης γύμνιας, όλη η συμβίωση είναι η αυτόβουλη βουλή μου, που σιγοσβήνει γιορτινά μέσα στην αυτόβουλη συμβουλή σου. Κι επειδή δεν μας χωρίζει καμμιά τάξη υπεροχής, η πάλη μας είναι η ελεύθερη αταξία των θελήσεών μας.

Εδώ, οι πρωτοπόροι της θεόφτωχης ισότητας δεν καταντούν την πάλη τους σε καμμιά άρνηση της άρνησης. Οι αθλοφόροι της νήψης δεν ζητούν νέα σύνθεση που περατώνει την πάλη των αντιθέτων, γιατί δεν ζήτησαν ποτέ νίκη ενός των αντιθέτων.

Επιδιώκουν μέσα από την ατέρμονη πάλη τους την κοινή ισοπαλία, που κατηγορεί την πάλη για την υπεροπλία. 

Ξέρει καλά η αυτόβουλη σύναξη των πολλαπλών ελευθεριών, ότι η πολιτειακή σύνθεση πάντοτε συνθέτει νεκρά ρινίσματα που περιφέρονται μέσα από τη σύγκρουση των δύο φόβων.

Στην κατά κόσμον σύμπραξη, ο φόβος φυλάει τα έρημα, και το μόνον πιστόν εις συμμαχίαν είναι το αντίπαλον, το ισόπαλον δέος. Γι’ αυτό, η παλιά σύνεση του φόβου συμβουλεύει: ο προεπιβουλεύειν χρη ή αντεπιβουλεύειν. Καλύτερα να χτυπήσω πρώτος, παρά να αμυνθώ δεύτερος.

Μέσα σε τούτη την ισομοιρία του φόβου, η επαφή γίνεται εν φόβω κοινωνίας. Η κοινωνία είναι επίφοβη και μοιραία, η επικοινωνία καταντά φοβερή. Κι έτσι η πάλη των κοινωνιών, αιχμηρή ή άοπλη, παίρνει ένα νικημένο ερείπιο και δίνει ένα νικητή λείψανο. Ο φόβος του πλησίον και η ανάγκη των δοντιών μας, μας φτιάχνουν κοινωνούς ακοινώνητους. Κι ό,τι προκύψει είναι η περίτρομη σύνθεση, ψήγματα συγκροτημάτων φόβων, που αναμοχλεύουν τον αέναο φόβο τους. Ό,τι προκύψει από τις πληγές είναι η σύνθεση της νέκρας.

Η νέα, η πάντοτε κενή σύνθεση της φοβισμένης ανάγκης, πάντοτε μένει ακένωτη πληγή, πάντοτε δημιουργεί τω καιρώ εκείνω, νέα επίφοβη ανισορροπία του αμοιβαίου φόβου.

Ενώ, εδώ, τω καιρώ εκείνω, οι αδιάλλακτοι γυμνίτες του κοινοβίου φιλοκαλούν την παντοτινή συνδιαλλαγή, γιατί η πάλη τους, είναι αγώνισμα μεταξύ αφόβων.

Τί να φοβούνται οι απέριττοι; Να μην μου αρπάζει ο διπλανός τα περιττά; Αφού, θέλων, τα έχω απολακτίσει. Γιατί να φοβούνται οι κοινωνοί τον φόβο του αντικρινού; Τον φόβο τον γεννάει η επικαρπία του παραπανίσιου. Το μόνο παραπανίσιο στο μοναστήρι είναι ο συναγωνισμός στην παραίτηση. Το μόνο κέρδος που μπορούν να προσδοκούν οι θεοφόροι απράγμονες είναι η ανυπακοή τους στα συμφέροντα του φόβου τους. Το μόνο έπαθλο του μοναχού είναι να νικήσει την ανάγκη των δοντιών του.

Γι’ αυτό, εδώ, πάντα μέσα στον έμπρακτο καιρό της επικοινωνίας, οι μοναχοί ξεπερνούν νωχελικά την θνησιγενή σύνθεση, για να ακουμπήσουν στην ζωηφόρο παραίτηση.

Γι’ αυτό, εδώ, στον σαρκωμένο τόπο της έμπρακτης απραξίας, οι κοινοβιάτες σπουδάζουν και κατασκευάζουν το πολιτικό κατοικητήριο, όπου το πολίτευμα παίζεται και διακυβεύεται πάντοτε από τις ελεύθερες θελήσεις.

Κατ’ εικόνα του θέλοντος εθελουσίως.

Καθ’ ομοίωσιν της αγάπης, που είναι ελευθερία για τον άλλον.

Εδώ, και μέσα στον χρόνο, η κινητήρια ενέργεια για την πάλη παύει να είναι ο φόβος.

Στον τόπο του κοινοβίου και στον καιρό των προστριβών του κοινοβίου, η σύγκρουση είναι μίμηση αγάπης, η αντίθεση, αποτύπωμα μανικού έρωτα του μόνου προς μόνον, μέσα στην κοινή περιπέτεια του πολιτεύματος.

Η παραίτηση ιδρύει ες αεί την ελευθερία των πολιτών.

Η παραίτηση είναι η πολιτική δράση των τολμηρών.

Η παραίτηση αχρηστεύει την αγωνία.

Η παραίτηση διαιωνίζει την φιλία.  

Υπακοή: ευλόγησον, ευλογημένε!

. . . την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ’ τη σκλαβιά της.

Γ. Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος

Ποιος, όταν υπακούει, υπακούει σωστά;

Πώς, ο μόνος προς μόνον μπορεί και αλλοιώνει την υπακοή σε αβίαστη βία;

Η θύραθεν πολιτεία απανταχού της γης ποτέ δεν λύνει το αίνιγμα. Το δένει με την βία, με την βάναυση χρήση ή την ήπια κατάχρηση του Κράτους.

Η πρόσκαιρη ειρήνη της εκκλησίας του Δήμου είναι πάντοτε ενδημική υπονόμευση της ειρήνης, διότι τα μέτρα ειρηνεύσεως είναι πάντοτε εκεί, μια ισορροπία άμετρου τρόμου. Η συνταγή της πολιτικής είναι δειλή και δεινή: υπάρχει κάποια ευταξία μόνο όταν φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη. Το αντίπαλον δέος μόνον πιστόν εις συμμαχίαν. Κι αυτή η αμοιβαία έντρομη ισοπαλία μας φρονιμεύει, αμοιβαία νικημένους από την ισομοιρία του φόβου μας. Για πόσο καιρό; Για τόσο μόνον, όσο πιστεύουμε ότι ισχύει ακόμη η περίτρομη αμοιβαία ισορροπία του τρόμου. Μόλις νομίσουμε ή γελαστούμε ότι η απληστία μας είναι πιο δυνατή από τον φόβο μας, ξαναρχίζουμε έντρομοι να τυραννούμε τον πανικό του πλησίον. Και επιδεινώνουμε με μια νέα προσωρινή εκεχειρία, τα ενδημικά δεινά. 

Εξ ίσου γαρ δεδιότες προμηθία επ’ αλλήλους ερχόμεθα. Μέσα στην πολιτική, παντού εκεί στην αγοραία εκκλησία του Δήμου, κοινωνούμε πάντοτε εξ ίσου δεδιότες. Η μόνη ισότητα στην πολιτική κοινωνία είναι η ισότητα στο δέος.

Εδώ όμως μέσα στο κοινόβιο της αδιάλλακτης πτωχείας, πρυτανεύει η δέηση, που αποτάσσει το δέος. Εδώ, οι αθλοφόροι της ακτημοσύνης είναι εκρηκτικοί πρωτοπόροι ελευθερίας, διότι προπονούνται στην υπακοή.

Η υπακοή είναι η ανώτερη μορφή πάλης για την κατάκτηση της ανυπακοής. Ο εθελοντής υπάκουος είναι ο ελεύθερος αντάρτης.

Γιατί όμως η μοναστική πολιτεία πετυχαίνει εδώ και υλικά την ευρυθμία, ενώ η έξω κοινωνία κατακυλάει παντού και ιδεολογικά μέσα στη βία;

Γιατί στην έξω κοινωνία ακόμη και η συναίνεση, δεν είναι παρά μελλοντική διχοστασία, ενώ μέσα στη Μονή οι μοναχοί μονιάζουν με την υπακοή;

Η πολιτική συνταγή του μοναστηριού είναι απλή. Η υπακοή είναι μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας. Η υπακοή δεν αναγκάζει εμένα να υπακούω σ’ εσένα, δεν υποδουλώνει τον πλησίον στη δεσποτική νεύρωση του διπλανού του, διότι η υπακοή είναι απλός μιμητικός ομφάλιος λώρος.

Η υπακοή είναι ο τύπος, που μας δένει εμένα κι εσένα προς το ενοποιό μας πρότυπο.

Η υπακοή είναι σχέση αλληλοπεριχωρητική, που μας εξισώνει και μας προχωρεί προς.

Η υπακοή: τύπος προς Αρχέτυπον.

Τον εδώ μας τον καημό και την κοινή μας λάβρα, ο Αρχέτυπος άκουσε κι αμέσως υπάκουσε, λιώνοντας όλος μέσα στον ολοκληρωτικό του έρωτα. Έτσι κι ο παραλίγο πρότυπος, ο μοναχός, που όλο σκοντάφτει κι όλο τολμητίας των θόλων ορθώνεται και ξαναπέφτει: μιμείται ο κοινοβίτης την τέλεια απόπειρα, πάντοτε αυτός ατελής. Το κομποσκοίνι του είναι ο ομφάλιος λώρος, που τον τρέφει προς Αρχέτυπον και τον τρέπει προς τον πλησίον του φτυστό του αντίγραφο.

Γι’ αυτό λοιπόν μέσα στο κοινόβιο, η εξουσία δεν εξουσιάζει, η συνοίκηση μέσα σε ιεραρχία καθηκόντων και προσώπων δεν συνθλίβει τους ενοίκους. Γι’ αυτό και η υπακοή δεν υποδουλώνει τον υπάκουο.

Τί άλλωστε έκανε ο Πρωτομάστορας του κοινοβίου λόγου; Όλος ο ίδιος Δεσπότης, έγινε ερωτοχτυπημένος όλος δούλος των δούλων του. Έγινε υπάκουος δούλος της αγάπης του προς τους δούλους του, έγινε όλος δούλος, ολοκληρωτική υπακοή μανικού έρωτος. Και οι πριν δούλοι, μέσα σε ξέχειλη ερωτική απαρτία, πήραν τον Άπαρτο της εθελούσιας προσφοράς. Οι πριν δούλοι, τώρα δεσπόζουν γιατί ο Ανυπάκουος θέλησε να είναι υπάκουος εραστής.

Έτσι εξηγείται το μυστήριο της κοινοβιακής ισοπολιτείας μέσα στη Μονή, γι’ αυτό το λόγο, που παραπέμπει στον Λόγο, η υπακοή είναι εμπέδωση ισότητας μέσα σε ιεραρχία.

Το κοινόβιο είναι ένα ες αεί ρευστό τριαδικό σχήμα, όπου οι μεγαλόσχημοι στην Σύναξή τους κι ο ηγούμενος που ηγείται μέσα στην ιεραρχημένη ισότητα, αδιάλειπτα προσδένονται και προσδέονται στον πρώτο Λόγο του τριγώνου τους, στον Πρώτο Μόνο της τριάδας τους.

Η τριάδα είναι ρευστή, τείνει τεντωμένη μέσα στο ζώπυρο ερωτικό ρευστό της, προς την άκρατη σύγκραση των μερών της. Καλόγεροι, ηγούμενος, Αρχέτυπος ορίζουν το μανικό κράμα του φαύλου, του μέσου και του πάνυ ακριβούς.

Γι’ αυτό, εδώ στο κοινοβιακό πολίτευμα της υπεροπτικής πτωχείας, οι ξεπεσμένοι άγγελοι συναγωνίζονται στη μεταξύ τους υπακοή.

Η υπακοή είναι ένας ανένδοτος αγώνας. Ανένδοτος και ιεραρχημένος. Η υπακοή καταντά ένας ανένδοτος συναγωνισμός παραιτήσεων μεταξύ των ιεραρχημένων κοινωνών του κοινοβίου. Παραιτήσεων, όχι διεκδικήσεων. Υπακοή για να σβήσουμε το μη κοινό. Και είναι η υπακοή νοητή, όπως η απερινόητη τριάδα, που συνέχει την Μονή: έξω, η υπακοή είναι ο τρόπος, που εξασφαλίζει το προνόμιό μου απέναντι στην κατωτερότητά του. Τρόπος πολιτεύματος αλλά και τόπος της θύραθεν πολιτείας, γιατί η ανισότητα, που βασίζεται στην υπακοή του ανήμπορου προς το δυνατό, καταντά ο μόνιμος τόπος της ενθάδε παρεπιδημίας μας. Τόπος δουλικής υπακοής, τόπος Τυραννίας.

Μέσα στη Μονή, προσπαθούμε να περιορίσουμε τα διάκενα που μας χωρίζουν, εμάς μεταξύ μας και όλους μαζί ως Προς. Η υπακοή είναι ανένδοτη κατασκευή αλυσίδας παραιτήσεως. Παρατάμε τις προστριβές και αλυσοδεμένοι χορευτικά, προσερχόμαστε για να τρίψει την ψύξη μας ο Τρυφερός εν θερμασία.

Η υπακοή λοιπόν δεν είναι επιβολή, αλλά αρμογή Προς. Και τότε η υπακοή φανερώνεται σιγά-σιγά σαν ευχή Προς, προς την αρμονική Αρμογή.

Η υπακοή, στη Μονή, είναι μόνο Προσευχή.

Και τα επιτίμια;

Και οι εντολές του Πνευματικού; Η πρώτου ανδρός αρχή;

Βέβαια και υπάρχουν. Στο μοναστήρι, η μοναστική ισοπολιτεία τσακώνεται συχνά. Η αγγελική κοινωνία των παραλίγο αγαθών καβγαδίζει. Όλοι τους, εδώ, τρεκλίζουν, πέφτουν και τσακίζονται μέσα στις έριδες και στην οργή. Αλλά ο ομφάλιος λώρος της απρόσιτης τριάδας, τους βοηθά να ξανασηκωθούν. Ευλόγησον, ευλογημένε.

Στη σύγκρουση θα νικήσει όποιος πει πρώτος το ευλόγησον, που καταργεί τη σύγκρουση.

Το επιτίμιο δεν είναι κύρωση που επιβάλλει ένας απρόσωπος θεσμικός άρχων, για κάποιο παράπτωμα. Το επιτίμιο είναι η πράξη, που πιστοποιεί τον ελεύθερο διάλογο μεταξύ ελευθέρων εθελοντών της κοινόβιας αρμογής, της πάγκοινης ευχής Προς. Το επιτίμιο δεν ανήκει στο ποινικό δίκαιο της κατά κόσμον καταστολής. Δεν τιμωρεί, πιστοποιεί. Πιστοποιητικό είναι το επιτίμιο και το ζητά, θέλων, ο ίδιος ο μοναχός από τον καθηγούμενο Πνευματικό του, για να τους δέσει, υλικά και έμπρακτα η κοινή σύγκλιση προς την κοινή προσευχή. Το επιτίμιο είναι ο δεσμός των αδεσμεύτων.

Διότι και ο ηγούμενος, ο Πνευματικός, υπακούει. Ο πρώτος του κοινοβίου δεν συγκεντρώνει στα δόντια και στο βλέμμα του, την υλική ή άυλη βία.

Δεν είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος. Ο ηγούμενος υπακούει στην κοινή υποχρέωση για παραίτηση.

Δεν αποφασίζει και δεν δοκιμάζει. Συνομολογεί και συντρίβεται μέσα στην κοινή τριβή, που αίρει την ατομική υπακοή προς την πάγκοινη Τρυφή.

Ο Πνευματικός δεν εκδίδει διαταγή εκτελεστή, σιγοψάλλει ευχή παρακλητική. Παράκλητος προς εθελουσίως θέλοντα.

Κι αν ο εθελοντής κοινοβιάτης δεν θέλει να προσέξει την ευχή: αν η ευχή του πνευματικού μου μείνει έξω από την ακοή μου;

Τότε, η κοινή αλυσίδα, που μας πηγαίνει Προς, εξοβελίζοντας τα διάκενα, πάλι θα έχει σπάσει, και πάλι θα πρέπει να την κολλήσουμε ή να την ξαναφτιάξουμε. Τότε, η ανυπακοή δείχνει την κοινή μας πτώση, ηγουμένου και μοναχού. Ο ένας ξέπεσε γιατί δεν έπεισε παρακλητικά κι ο άλλος παράπεσε γιατί δεν υπάκουσε απελευθερωτικά.

Και μαζί πρέπει, με επιτίμιο ή απολυτίκιο της φιλονικίας να ξαναενώσουμε τα πριν διεστώτα. Να τα ξανακάνουμε καθεστώτα προσευχής Προς.

Γι’ αυτό και η ανώτερη μορφή πάλης μέσα στην υπακοή είναι η αγαπητική ανυπακοή. Μόνον: εάν δε ου δύνασαι, ερώτησον τον δυνάμενον διακρίναι.

Αν δύνασαι, λέει η Φιλοκαλία της μοναστικής ισοπολιτείας, αν δύνασαι, δεν έχεις ανάγκη υποταγής σε άνθρωπο.

Το άρτιο τρίγωνο της τριαδικής απαρτίας, θα το ψάλουν σε ερωτική μέθη, οι αβίαστοι πυρφόροι της Ελευθερίας, οι ελεύθεροι κοινόβιοι μοναχοί.

Ινατί γαρ η ελευθερία μου κρίνεται υπό άλλης συνειδήσεως;

Η υπακοή μου διαπιστώνει μέσα μου τον θάνατο της απληστίας, η υπακοή σου θανατώνει μέσα σου την νέκρωση του έρωτα.

Η υπακοή μου υπακούει στην υπακοή σου, γίνεται πανηγύρι ερωτικό και πέρα από την υπακοή καταργώντας κάθε βίαιη αρχή, ιερουργούμε μανικοί, την τρυφηλή μας αναρχία.

Νους ανόητος, σε τόπο αορασίας

«Παίρνω ένα καρφί και το βαρώ και μπαίνει εις τον τοίχο· τότε το βγάζω, τον λέγω: Αυτό λέγεται, λογιότατε, έργον, ότι χάλασε τον τοίχον».

Μακρυγιάννη: Οράματα και Θάματα

Τι είν’ αυτό, που το λένε αγάπη; τι είν’ αυτό; Τι είν’ αυτό;

Αυτό που το λένε αγάπη, αυτό, που πάει συνέχεια να γίνει αγάπη είναι η κοινωνική κακουχία, η γαρ κοινωνία φιλικόν. Η κατά κόσμον κοινωνία πασχίζει με μύρια όσα καλά και δεινά να εντρυφήσει στον μέσα θησαυρό της: να ενώσει τα χωρισμένα, να αγαπήσουν τα κακιωμένα, να γειάνουν τα χτικιασμένα, Ίνα ώσιν έν. Εν, μεθυστικής ομορφιάς.

Σ’ αυτήν την εντατική πορεία προς την εσχατιά, η κοινοβιακή μονή είναι η οργανωμένη πρωτοπορία.

Το κοινωνικό πλήρωμα είναι μοιραία χλιαρό, το διατρέχουν πλαδαροί συμβιβασμοί: και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι. Το κοινόβιο είναι καυτά, ριζοσπαστικό: Πολίται, χρη λέγειν τα καίρια. Κι επειδή εν αρχή ην ο Λόγος και ο άνθρωπος είναι ζώον Λόγον έχον, ο καίριος Λόγος είναι εγκαιροφλεγής, το κοινόβιο είναι πρωτοπορία κοινωνικής ορθοπραξίας.

Πώς;

Η μοναστική ακτημοσύνη της υπακοής είναι το πανεπιστήμιο, που κατασκευάζει ουσία, καταργώντας την περιουσία. Σπουδάζει στο καίριο, εγκαταλείποντας το περιττό. Αλλα τι είναι το περιττό;

Κανείς δεν μπορεί να ορίσει το περιττό. Όλοι είμαστε οι διακριτικοί της αδυναμίας μας και στον καθένα μέσα στην μικροκοινότητά του, του πρέπει ίσως κάποιο παραπανίσιο περιττό. Θνητοί είμαστε, δηλαδή ένα άθροισμα παραλείψεων, πάντα μπερδευόμαστε όταν ψάχνουμε αυτό που μας λείπει.

Όλοι όμως μπορούμε να ελπίζουμε το απέριττο, να είμαστε ευχή προς Καίριον, πρόσκαιρη προσευχή αθανασίας. Ο άνθρωπος πλησιάζει την καίρια Πείρα, μόνον όταν προσπαθεί να γίνεται απόπειρα.

Η κοινοβιακή μονή είναι απόπειρα ζωής.

Ζωής, όχι επιβίωσης.

Ζωής, εικοσιπέντε ώρες το εικοσιτετράωρο. Οι κοινοβίτες επιδιώκουν αγρυπνία, όχι υπνηλία. Επειδή οργανώνουν πανδαισία,  γι’ αυτό απορρίπτουν την διαιτησία των πραγμάτων.

Αυτό, τι μας χρειάζεται; Το πετάμε, αχρείαστο. Το άλλο, τι χρειάζεται; Ξέχασέ το, αχρείαστο. Κρατάμε μόνον το καίριο, το λιτό, το απέριττο, αυτό το χρειαζούμενο μέσα από τα αχρείαστα, αυτό που μας ενώνει ασυγχύτως και μας διακρίνει αδιαιρέτως με το Εν ού εστί χρεία: την περιπολία.

Το κοινοβιακό πολίτευμα είναι η διαρκής περίπολος της οργανωμένης πρωτοπορίας.

Εδώ και πάντοτε, οι Αθωνίτες, το κατάλαβαν γρήγορα. Την εδώ παρεπιδημία μας, την ορίζουν δύο θάνατοι, ο ένας στην αρχή της και ο άλλος στο τέλος της, αφού μόλις γεννηθούμε είμαστε, την επομένη κι ολας στιγμή, πιο κοντά στο θάνατο.

Επομένως, τι δέον ειδέναι κατά τον ορθόν λόγον; Τι είναι το κύριο και πώς γινόμαστε καίριοι μέσα στο άκυρο της ζωής μας και το πρόσκαιρο της διαβατάρικης πνοής μας;

Εδώ και υλικά γινόμαστε καίριοι μόλις με την πράξη μας αναγορευτούμε κύριοι της κοινής πορείας που μας αναβοσβήνει: μέσα στην ισόβια κάθειρξη, όπου μας καθηλώνει ο εναρκτήριος θάνατος κι ο άλλος ο ακροτελεύτιος, δεν έχουμε παρά να εργαστοϋμε την τελική μας ανυπακοή στο θάνατο. Και να γίνει ο καθένας μας με τη συμμετοχή του στην κοινότητα –, όχι σκορποχώρι, όχι ο καθένας και το μπαϊράκι του, όχι έκαστος και η μοναχική του νεύρωση –, ναι, να γίνει ο καθένας μας μέσα στο κοινόβιο, αυτό που αβίαστα μπορεί να είναι μέσα στην ειρκτή των δύο θανάτων: νικητής, παραγωγός χαριτωμένης αθανασίας. Ο καθένας, εν σαρκί περιπολών θεός.

Η περιπολία λοιπόν είναι καίρια μέθοδος. Όταν περιπολούμε ξέρουμε ότι είμαστε κύριοι της πρόσκαιρης ατυχίας μας, θεώνουμε ενδημικά τούς παρεπίδημους θανάτους.

Και η περίπολος, ξέρουμε εμείς του κοινοβίου, πρέπει νά ’ναι ανάλαφρη, γοργή, ακούραστη.

Πέτα στον δρόμο τη σαβούρα, μας βαραίνει. Πτωχεία. Μην κρατάς τίποτα επάνω σου, θα βρεις ό,τι μας χρειάζεται στο τέρμα. Ακτημοσύνη.

Κι όλα τ’ αλλά τα παρακατιανά, σκόρπισέ τα, μας κουράζουν. Όλα. Και γρήγορα, για να είμαστε γρήγοροι.

Στοιχείοις και συλλαβαίς και λέξεσι και γραφαίς και λόγοις χρώμεθα διά τας αισθήσεις. Μόλις όμως η σωματοψυχή μας, κοινοτικά, ταις νοεραίς ενεργείαις επί τα νοητά κινείται, περιτταί μετά των αισθητών αι αισθήσεις. Ναι και γρήγορα, εμείς εδώ γινόμαστε αναίσθητοι, αφού πάμε για τα σπουδαία. Αναίσθητοι για τα παρακατιανά αισθητά, νοεροί για τα υπεραισθητά νοητά.

Το κοινοβιακό πολίτευμα είναι το καλλιτεχνικό εργαστήρι όπου αδιαλείπτως σπουδάζουμε τις καλές τέχνες: Της απραξίας περί τα περιττά και της αγγαρείας περί τα απέριττα. Έξω είμαστε αδιάκριτα αδηφάγοι, εδώ μέσα μένουμε διακριτικά νηστικοί.

Η μοναστική πολιτεία είναι εφαρμοσμένη τεχνολογία λιτότητας και ισιότητας, δρομολογεί καθημερινά ενα υπερίδρυμα του ΙΚΑ, αποτελεί έμπρακτο υπερεγώ του ΕΣΥ.

Και δεν τελειώνει εκεί.

Οι μοναχοί διακονούν εδώ, παραμυθία εντοπία για τους μετεξεταστέους της ουτοπίας. Όλοι εκείνοι οι αλαφροΐσκιωτοι, που ονειρεύονται ισότητα και δρέπουν βαναυσότητα, που τους αποκοιμίζει η θεωρία και ξυπνούν μέσα στη θηριωδία, όλοι οι πτωχοί τω πολιτεύματι, μπορούν να μαθαίνουν στο Σχολείο του Όρους.

Εδώ μαθαίνουν το πρώτο και τελευταίο μάθημα της πολιτικής: να εμπιστεύονται μόνο στα χειροπιαστά, στα βρώσιμα, στα πόσιμα. Όχι στα εκτοπλάσματα της θεωρίας, όχι στα έπεα πτερόεντα της ιδεολογίας.

Θες ενότητα; Έλα να φάμε ψωμί. Θες συντροφικότητα; Πιες τώρα μαζί κρασί. Θες επανάσταση; Φάε και πιες, τώρα αμέσως από το κοινό το δισκοπότηρο, να δεις ανάσταση.

Το κοινόβιο είναι προπόνηση στο χειροπιαστό. Είναι συγκεκριμένη διάλυση της συγκεκριμένης πραγματικότητας, της καταπιεστικής πραγματικότητας, μέσα στην κοινή πράξη όλων των ίσων, φτυστών συντρόφων, μέσα σε παγγενηά ελευθερίας, με την παγκοινιά της υπάκουης αυτοθυσίας. Όλοι μαζί, χωρίς διακρίσεις, με μόνη διάκριση το μονάκριβο θησαυρό των προσώπων μας, που οφείλουν αβίαστα και μέσα στην κοινή χορωδία, να χορέψουν την ηδονή του Ζαλόγγου.

Μην χαζεύεις τα όνειρά σου. Σκύβε εδώ και μην μπερδεύεσαι. Καν ίδης τον νουν… ελκόμενον υπό τινος αοράτου δυνάμεως, μη πιστεύσης αυτώ, μηδέ αφής αυτόν έλκεσθαι, αλλά άγξον ευθύς αυτόν εις το έργο αυτού. Μη σε παραμυθιάζουν τα αόρατα, τα άσαρκα. Εδώ εσύ κι εγώ, εμείς, με τα χειροπιαστά μας. Άγξον ευθύς εις το έργον. Άσε την υπνοθεραπεία της θεωρίας. Πιάσε το έργο της κινησιοθεραπείας. Κι έλα να μεταλάβουμε μαζί, ψωμί, κρασί και λευτεριά. Εσύ κι εγώ, άμεσοι και τω καιρώ εκείνω τωρινοί. Όχι απρόσωποι, μέσα από αντιπροσώπους.

Το κοινόβιο είναι ενσαρκωμένη επιδημία άμεσης λαοκρατίας.

Και ψυχραιμία, παιδιά! Είμαστε σύντροφοι κι αδελφοί, δεν είμαστε χαζοχαρούμενοι νοσταλγοί.

Μη πόθει αγγέλους ιδείν ή δυνάμεις ή Χριστόν αισθητώς ίνα μη τέλειον φρενιτικός γένη.

Άσε τους αγγέλους νε ευαγγελίζονται χαρά μεγάλη και κύτταξε να γίνουμε εδώ εμείς άγγελοι, ο ένας για τον άλλο. Με την υπάκουη μίμηση. Με την ατέρμονη απογύμνωση. Με την κοινή ευχή Προς. Με την μετά νοός άνοια των περιττών. Προς.

Κι όλα τα φθαρτά ορατά, που μας γλυκοκυττάζουν, μη τα κυττάζεις. Εμείς μένουμε εδώ και σιγοσβήνουμε γύρω και μέσα μας όλα τα ορατά περιττά. Εδώ μένουμε σε τόπο υλικό και γειομένο, συνεχώς το περιβόλι μας το κάνουμε τόπο αορασίας, μέσα στην κοινή μας τριβή, με την ομόφωνή μας συντριβή, συντρίβουμε τα άτοπα απτά. Χειροπιαστά.

Τι κάνεις πάτερ; Εδώ μένω.

Σαν ταξιδιώτης που δεν έχει γυρισμό. Κακό μη πάθεις να προσέχω και να νοιάζομαι. Σε χρειάζομαι.

Εμμονή σε νοητή χρεία.

Διαμονή σε ανόητη αορασία. Σε χρειάζομαι.

Πολιτικής αρχέτυπο: νηπιάζοντι φρονήματι

Ο μοναχός μένει στη Μονή του κοινού βίου. Μέσα στη Μονή, με την τέτοια εμμονή, κάτι συμβαίνει. Σιγά-σιγά αναφαίνεται εδώ το ένδον πολίτευμα της μοναστικής πολιτείας: υπάρχει εδώ, μέσα στην μαύρη φανότητα του ράσου, ένα σύνταγμα χαράς.

Φαεινή αγαλλίαση συνέχει την αεικίνητη απραξία του κοινοβίου. Ο καλόγερος εδώ είναι ένα μαύρο θαυμαστικό που περιφέρεται άσκοπα και άοκνα, διακονώντας τον φτυστό του διπλανό, ψάλλοντας σε παγγενηά την αγγαρεία. Κι όλοι μαζί θαυμάζουν προκαταβολικά το κέφι της ερωτικής μετοχής στον Εφετό.

Είναι ανάλαφροι, εδώ στο κοινόβιο, απαλλαγμένοι από τα περιττά, ανάεροι παίζουν επί τέλους το μεγάλο παιχνίδι.

Τι κάνουν τα παιδιά απ’ το πρωί ώς το βράδυ; Τα παιδιά παίζουν. Παίζουν το παιχνίδι τους πάντοτε σοβαρά και αδιάλειπτα. Το παιχνίδι τους είναι η μόνη τους αλήθεια. Η σοβαρή. Γιατί δεν ξέρουν ότι παίζουν, μέχρι την στιγμή, που το βράδυ έρχεται η μητέρα και σταματάει το παιχνίδι μέσα στον ύπνο.

Οι κοινοβίτες παίζουν εν ου παικτοίς. Παίζουν ξέροντας, χαρούμενοι τα σοβαρά παιχνίδια της κατά χάριν μετοχής, παιχνιδίζουν με την θέωση, μέσα στη νηφάλια μέθη του ορθού Λόγου, που τους έκανε τόσο ξύπνιους, ώστε να μείνουν ακτήμονες, ίσοι και ελεύθεροι.

Γιατί να μην είναι χαρούμενα ελεύθεροι κι ωραίοι; Αφού μέρα-νύχτα ξέρουν ότι γλίτωσαν από τα οχληρά, αφού και την νύχτα την κάνουν μέρα με την αγρύπνια, για να δοξολογούν την απαλλαγή τους από τα περιττά.

Το πολίτευμα του Αγίου Όρους είναι η συντεταγμένη παιδική χαρά του ορθού Λόγου.

Γιατί να μην είναι κεφάτοι οι καλόγεροι, αφού γνωρίζουν ότι ή συλλογική τους ευφυΐα, τους οδήγησε στην μεγάλη Μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας;

Γιατί να μην παιδιαρίζουν φεγγοβολώντας χαρά οι μοναχοί, όταν γνωρίζουν – και όλοι μαζί το γνωρίζουν – ότι ξύπνιοι, με την υπερπροπόνησή τους, θα παίζουν επί τέλους εδώ, τον μεγάλο τελικό;

Πώς έφτασαν στον τελικό;

Μετά από σκληρά παιχνίδια. Απέκλεισαν τον έναν μετά τον άλλο, επίφοβους αντιπάλους. Την απληστία, τον φόβο, την δόξα. Πολλές φορές μάλιστα, στην ολονύχτια παράταση της συντριβής. Αλλά δεν λύγισαν κι όταν ακόμη λύγισαν. Τόλμησαν ακόμη κι όταν τους έλλειψε η τόλμη. Και προχώρησαν πέρα από τη φρόνιμη γνώμη του ορθού λογισμού, που καταδικάζει τέτοια αποκοτιά. Διεκδίκησαν τον ορθό λόγο, που είναι παρά γνώμην αλλόκοτος.

Και παρά δύναμιν Τολμηταί, και παρά γνώμην Κινδυνευταί, και επί τοις δεινοίς Ευέλπιδες. Οι μοναχοί μπορούν πια και παίζουν αδιάλειπτα τον μεγάλο τελικό.

Άφετε τα παιδία ελθείν πρός με.

Γιατί;

Διότι από παιδί κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Η μοναστική πολιτεία είναι ακριβώς γι’ αυτό, το χαριτωμένο περιβόλι της συνολικής λήθης και της συλλογικής Αλήθειας.

Διότι παίζοντας το αδιάλειπτο παιχνίδι της ζωής, μαθαίνουμε εδώ να είμαστε καίριοι, εκκωφαντικά αποτελεσματικοί μέχρι το τελικό παιχνίδι. Και να ξεχνούμε τα ενδιάμεσα παιχνίδια.

Διότι επιδιώκοντας το νικητήριο αποτέλεσμα, παίζουμε ένα παιχνίδι σκληρό, αλλά καθαρό. Καθαρίζουμε γύρω-γύρω ό,τι μας παρενοχλεί. Και καθαρίζουμε.

Κι επειδή γινόμαστε δια Χριστόν Σαλοί, κερδίζουμε ξεσαλωμένοι την νηφάλια νίκη του παιχνιδιού.

Το πρωτάθλημα δεν το κερδίζεις αλλιώς. Αν δεν βάλεις όλη την ψυχή σου, παίζοντας και την τελευταία πνοή σου. Μόνο ξεψυχώντας μπορείς να ελπίζεις ότι θα παίξεις στον Τελικό.

Γι’ αυτό το φρόνημα μέσα στην Κοινότητα, πρέπει να νηπιάζει και να είναι ξεσαλωμένο. Η κοινοκτημοσύνη της ζωής απαιτεί να γίνεσαι πανάκριβο, ανεπανάληπτο αστέρι, που τα δίνει όλα για την ομάδα, όλα για το παιχνίδι. Και γίνεσαι μεγάλο αστέρι, μόνον όταν σε ξετρελαίνει το παιχνίδι και ξαναμωραίνεσαι με την ηδονή, ότι θα παίξεις στον τελικό.

Και τότε πια κερδίζεις την ηπιότητα. Τα οχληρά, δεν πειράζει κι αν τόσο είναι οχληρά, αφού εσύ σκοπείς τα καίρια. Τα άτομα δεν ενοχλούν αρκεί να υπερέχει η ομάδα.

Εσύ την ομάδα σκέφτεσαι, εμείς το μυαλό μας μόνο στο παιχνίδι. Στον μεγάλο Τελικό. Γι’ αυτό και κλεινόμαστε από νωρίς, και προπόνηση στην προπόνηση μέσα στην χαρά, όλα τα παιδιά ετοιμάζουν το παιχνίδι.

Κι έτσι τα παιδιά, επειδή δεν αγαπάνε ούτε το χρήμα, ούτε την εξουσία, ούτε την δόξα, αλλά ποθούνε να παίξουν στον Τελικό, όλα τα παιδιά της ομάδας, με την άσκηση γίνονται Άσσοι.

Ημίθεοι του Τελικού, θεοί μετά το ωραίο παιχνίδι, όλα τα παιχνιδιάρικα αστέρια, έτσι παίζοντας, παιδιάς χάριν, παίζουν με την χάρη.

Στον μόνο προς Μόνον, στον Κωστή Μοσκώφ.

Αρχική δημοσίευση: Περιοδικό «Εποπτεία», Δεκέμβριος 1984, και μετά στο βιβλίο «Γελάς Ελλάς αποφράς», εκδ. Αρμός

Ευχαριστίες στον Βασίλη Μ. για την πληκτρογράφηση του κειμένου.

Πρώτη διαδικτυακή δημοσίευση: Αντίφωνο

Advertisements


Κατηγορίες:Δοκίμια, Ζουράρις Κώστας, Φιλοσοφία

Ετικέτες: ,

Αρέσει σε %d bloggers: