Η ομιλία του καθηγητή Ιωάννη Μάζη κατά τον εορτασμό της Ημέρας των Ενόπλων Δυνάμεων, 21 Νοεμβρίου 2014

mazis

Ιωάννης Μάζης

ΠΕΡΙ ΣΤΡΑΤΟΥ

Εορτασμός της Ημέρας των Ενόπλων Δυνάμεων

21 Νοεμβρίου 2014

(Υπό Καθηγητού Ιωάννου Θ. Μάζη, Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών, Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών)

Στο πεδίο της ανθρώπινης κοινωνίας «Ισχύς» σημαίνει, κατά την θρυλική ρήση του Max Weber, «κάθε δυνατότητα επιβολής, εντός μιας κοινωνικής σχέσεως, της ιδίας βουλήσεως εις βάρος μιας άλλης, ακόμη και παρά την εμφάνιση αντιστάσεως αλλά και ανεξαρτήτως του πόθεν απορρέει αυτή η δυνατότητα».

Ο Bertrand Russell γράφει ότι «η σημασία της Ισχύος για την Πολιτική είναι αντίστοιχη της σημασίας της Ενεργείας για την Φυσική», ενώ ο Karl Deutsch συνέκρινε «τον ρόλο της Iσχύος στην Διεθνή Πολιτική με το ρόλο του Χρήματος στην Οικονομία».

Mεταφερόμενοι στο πεδίο της Διεθνούς Πολιτικής, συναντούμε την περιγραφή – του φαινομένου της Ισχύος από τον πατέρα της Σχολής του Πολιτικού Ρεαλισμού Hans J. Morgenthau, ο οποίος περιέγραψε την Ισχύ ως την ικανότητα επιβολής μιας πολιτικής βουλήσεως.

Ο Morgenthau αναγνωρίζει στην επιδίωξη της ισχύος ένα βασικό κίνητρο, το οποίο θεωρεί τυπικό, αλλά και ουσιαστικό, για την πολιτική δράση, όπως ακριβώς η επιδίωξη του κέρδους είναι τυπικό αλλά και ουσιαστικό κίνητρο της οικονομικής δράσεως. Σημειωτέον ότι η διαδικασία της διεθνούς πολιτικής είναι μία κατάσταση πολλαπλώς δυναμική, μηδέποτε τετελεσμένη υπό την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά διαρκώς χαρακτηριζόμενη από την διαπάλη και διαμάχη μεταξύ ανταγωνιζομένων συμφερόντων – και των βουλήσεων που υποκρύπτονται πίσω από τα συμφέροντα αυτά.

Συνεπώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω, η φύση και το περιεχόμενο της Διεθνούς Πολιτικής δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μία συνεχής αναμέτρηση πολιτικών βουλήσεων: προτάσεων, υποδείξεων, αξιώσεων, αντιπροτάσεων, άρα βουλήσεων που ζητούν επιμόνως να επιβληθούν, διότι από την επιβολή της μιας ή της άλλης, εν όλω ή εν μέρει, εξαρτάται η εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων.

Η μία πολιτική βούληση στρεφόμενη εναντίον της άλλης: αυτή είναι η ουσία της Διεθνούς Πολιτικής, από την σκοπιά του Πολιτικού Ρεαλισμού, που έχει απόλυτη επίγνωση του άναρχου χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος και της απουσίας μιας διεθνούς εννόμου τάξεως, και δεν αφήνεται να παρασυρθεί από ιδεαλιστικές, ανιστόρητες ή εξωπραγματικές προσεγγίσεις περί δήθεν «διεθνούς κοινωνίας», «τέλους ιστορίας», «υπερβάσεως των εθνών-κρατών / υπερβάσεως των των ανταγωνισμών ισχύος» κλπ. Παραμένει πάντοτε ισχυρή, 2.500 χρόνια μετέπειτα, η διαπίστωση του θείου Πλάτωνος: «Αυτό το οποίον οι περισσότεροι των ανθρώπων αποκαλούν ειρήνη, είναι μόνον κατ’ όνομα ειρήνη, εις την πραγματικότητα είναι διαρκής πόλεμος ακήρυκτος μεταξύ όλων των κρατών, συμφώνως άλλωστε προς τους νόμους της φύσεως.»

Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ο Mοργκεντάου συνέδεσε ευθέως την Ισχύ με το συμφέρον, και εν προκειμένω με το Eθνικό Συμφέρον ενός εκάστου Κράτους, δοθέντος ότι τα Κράτη αποτελούν τους βασικούς δρώντες του διεθνούς συστήματος, τουλάχιστον από του έτος 1648 και εντεύθεν, δηλαδή από την εποχή της συνομολογήσεως της Ειρήνης της Βεστφαλίας και του Οσναμπρύκ η οποία εθεωρήθη ως η απαρχή του συγχρόνου διεθνούς συστήματος.

Τα Εθνικά Κράτη αποτελούν επί τρεισήμισυ αιώνες τις βασικές συνιστώσες, τους θεμελιώδεις παίκτες του διεθνούς συστήματος, παρ’ όλες τις διακρινόμενες τάσεις κατά την διάρκεια των τελευταίων, ιδίως, δύο δεκαετιών να αναθεωρηθεί και να απαξιωθεί αυτή η θεμελιώδης αρχή της Εθνικής Κυριαρχίας. Τάσεις, οι οποίες προδήλως εμφανίζονται, επί των ημερών μας, από την πλευρά των οιονεί Hγεμονικών Παγκοσμίων Δυνάμεων – αλλά και από την πλευρά διαφόρων επιδόξων Περιφερειακών και δευτερεουσών Δυνάμεων του διεθνούς συστήματος.

Έχει παρατηρηθεί ότι τα Κράτη κατά την διπλωματική τους συμπεριφορά τείνουν πάντοτε να επιδιώκουν, διά της ικανοποιήσεως των συγκεκριμένων συμφερόντων τους, την βελτίωση – ή, πάντως, τουλάχιστον την σταθεροποίηση – της θέσεως ισχύος τους, ενώ σε κάθε περίπτωση τείνουν να παρεμποδίζουν ή να αποτρέπουν την επιδείνωση της θέσεώς τους. Είναι αξίωμα ιερό και απαράβατο της Ιστορίας και της Διεθνούς Πολιτικής ότι εθελουσία, αυτόβουλη και άνευ ανταλλάγματος παραίτηση από την «ιδία ισχύ» αποτελεί για πολιτικούς εθνοκρατικούς δρώντες – πολιτικά υποκείμενα – του διεθνούς συστήματος  συμπεριφορά τόσον ανορθολογική και μή τυπική, όσο και η εθελούσια, αυτόβουλη και άνευ ανταλλάγματος παραίτηση από το «ίδιον κέρδος» προκειμένου περί παικτών του χώρου της Οικονομίας.

Προς αποφυγή παρερμηνειών πρέπει να διευκρινισθεί ότι ο σύγχρονος ρεαλιστής ερευνητής του διεθνούς γίγνεσθαι αντιλαμβάνεται, βεβαίως, την έννοια του Συμφέροντος, όπως και την έννοια της Ισχύος, κατά τρόπον πολυ-λειτουργικό, δηλαδή σε καμμία περίπτωση δεν περιορίζει τις έννοιες αυτές στο στενά θεωρούμενο στρατιωτικό πεδίο αλλά, απ’ εναντίας, τις ερμηνεύει κατά τρόπον ώστε να συμπεριλαμβάνονται σε αυτές πολιτικοδιπλωματικές, οικονομικές, ανθρωπογεωγραφικές και πολιτισμικές παράμετροι.

Η Ισχύς, ως ικανότητα επιβολής της ιδίας βουλήσεως, του ιδίου συμφέροντος, εις βάρος άλλων, μπορεί να επιτευχθεί με διαφόρους τρόπους. Το φάσμα των σχετικών δυνατοτήτων είναι τεράστιο και εκτείνεται από την τεχνηέντως σχεδιασθείσα και εφαρμοσθείσα επικοινωνιακή/προπαγανδιστική επίθεση μέχρι τον ανηλεή Ψυχολογικό Πόλεμο, και από την διακριτική επίκληση ασκήσεως της υφισταμένης οικονομικής, διπλωματικής ή και στρατιωτικής Ισχύος μέχρι την πλήρη εξολόθρευση πάσης αντιστάσεως διά της χρήσεως στρατιωτικών μέσων.

Έτσι φθάνουμε στο κρισιμώτερο σημείο, ήτοι εκείνο της χρήσεως βίας ή της απειλής χρήσεως βίας, άρα της Στρατιωτικής Ισχύος, υπό την σκληρή μάλιστα μορφή της. Είναι γεγονός ότι η επίκληση της Ισχύος ενός Κράτους εκ μέρους του ιδίου, και μάλιστα της στρατιωτικής ισχύος του, αποτελεί το ύστατο μέσο, την ultima racio, ασκήσεως της Ισχύος.

Εν τούτοις, είναι αυτό ακριβώς το τελευταίο, το ύστατο μέσο, το οποίον έχει «εξαιρετική σημασία, ιδίως για την σφαίρα της Διεθνούς Πολιτικής και της Διπλωματίας, η οποία από νομικής/δικαϊκής απόψεως είναι, ως γνωστόν, ατελής. Διότι, όταν οξύνεται η διένεξη και ο ανταγωνισμός συμφερόντων μεταξύ δύο Κρατών / Πόλων Ισχύος του συστήματος, τότε η χρήση βίας, πραγματική η απειλουμένη, εκ μέρους ενός Κράτους εναντίον ενός άλλου, αποτελεί εκείνη την έσχατη ζώνη κλιμακώσεως, στην οποία πλέον διακυβεύονται όχι μόνον η ζωή και ο θάνατος των ανθρώπων, αλλά και αυτή ακόμη η ύπαρξη των  πολιτικοκοινωνικών συστημάτων».

Συνεπώς, «οιαδήποτε ανάλυσις Συσχετισμού Ισχύος, και συνακολούθως, οιαδήποτε συμπεριφορά οιουδήποτε Κράτους / δρώντος του διεθνούς συστήματος, που δεν λαμβάνει επαρκώς υπ’όψιν το σημείο αυτό και δεν πράττει αναλόγως, είναι μακροπροθέσμως καταδικασμένη σε σοβαρή μείωση της αξιοπιστίας του, και τελικώς σε ζημία των Εθνικών Συμφερόντων του».

Εν εσχάτη αναλύσει, η Στρατιωτική Ισχύς είναι εκείνη η οποία εγγυάται την ειρήνη, όπως ακριβώς το έθεσε ο μέγας Θουκυδίδης: «Εκ πολέμου γαρ μάλλον η ειρήνη βεβαιούται». Εξ ου και κατά Πλάτωνα «καλώς διακυβερνωμένη πολιτεία» («ευ πολιτευομένη»), «είναι εκείνη η οποία έχει οργανωθεί κατά τρόπον ώστε να νικά εις τον πόλεμονώστε πολέμω νικάν»)».

Το φαινόμενον του Πολέμου συνδέεται αρρήκτως με την εμφάνιση και ανάπτυξη του Πολιτισμού, και δη του Δυτικού Πολιτισμού, αρχής γενομένης από του Ελληνικού Πολιτισμού, όπως κατέδειξε και ο κορυφαίος Βρεττανός ιστορικός του 20ού αιώνος Michael Howard.

Κατ’ ακολουθίαν, οι Ένοπλες Δυνάμεις, το εργαλείο διεξαγωγής του πολέμου, είναι κατ’ εξοχήν πολιτισμικό φαινόμενο. Η οντότητα των Ενόπλων Δυνάμεων βασίζεται επί οργανωτικών αρχών, τις οποίες μάλιστα απαρεγκλίτως τηρούν άπαντες οι Στρατοί, ασχέτως τόπου, χρόνου, εποχής, εθνικότητας, κρατούντος πολιτικού συστήματος κ.λ.π. και οι οποίες αρχές, καθ’ όσον αφορά στην δομή και οργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων, ισχύουν εξ ίσου και απολύτως τόσον γιά τον Στρατό των αρχαίων Αθηνών όσον και για τις Ένοπλες Δυνάμεις της συγχρόνου Ελβετίας, τόσον για τον Στρατό του Βασιλείου της Πρωσσίας ή την «Βέρμαχτ» του Γερμανικού Ράϊχ όσον και για τον «Ερυθρό Στρατό» της πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ ή τον «Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό» της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, τόσον για τις Ένοπλες Δυνάμεις των πάλαι ποτέ Δυτικών Αποικιοκρατικών Δυνάμεων όσον και για τις Ένοπλες Δυνάμεις που συνεκρότησαν οι πρώην αποικιοκρατούμενοι Λαοί, ευθύς μετά την απόκτηση της ανεξαρτησίας των. Και η εκπλήσσουσα, τω όντι, ομοιότης δομών και οργανώσεως μεταξύ τόσον διαφορετικών Ενόπλων Δυνάμεων της ανθρώπινης Ιστορίας οφείλεται σε μιαν απλή αλήθεια: Η πράξη απέδειξε ότι η Στρατιωτική Οργάνωση είναι ορθολογική.

Περαιτέρω, η οντότητα των Ενόπλων Δυνάμεων εδράζεται και επί ηθικών αρχών, τις οποίες μάλιστα εθέσπισαν και εφήρμοσαν πρώτοι οι πρόγονοί μας. Σημειωτέον ότι οι Έλληνες υπήρξαν από αρχαιοτάτων χρόνων λαός πολεμικός. Είναι δε εξόχως ενδιαφέρον ότι ελάτρευαν τόσον τον θεό Άρη (θεόν του πολέμου γενικώς) όσον και την θεάν Αθηνά Παλλάδαν, ήγουν την ένοπλον Αθηνά (θεάν του δικαίου πολέμου). Εν προκειμένω δυνάμεθα να διακρίνομε τις απαρχές της μετέπειτα θέσεως του κορυφαίου θεολόγου της Μεσαιωνικής Δύσεως και Αγίου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Θωμά Ακινάτη περί «δικαίου πολέμου», η οποία επρόκειτο να καταστεί κτήμα κοινόν του Δυτικού Πολιτισμού, και όχι μόνον.

Επί τη βάσει των ανωτέρω εκτεθέντων καθίσταται ευχερώς αντιληπτό ότι κρίσιμος συντελεστήςκαι συνάμα κριτήριο ισχύος – ενός Κράτους είναι:

  • Η ποσότητα, η ποιότητα, η έκταση και η τρωτότητα των ιδίων στρατιωτικών μέσων. Εν προκειμένω, είναι αυτονόητο ότι έχει ιδιαίτερη σημασία το εάν και κατά πόσον υφίσταται ικανότητα/δυνατότητα, από τεχνολογικής και οικονομικής επόψεως, προς αυτάρκεια / ιδίαν παραγωγή και συντήρηση οπλικών συστημάτων, δεδομένου ότι σε αντίθετη περίπτωση οδηγούμεθα σε καθεστώς εξαρτήσεως υπό τρίτων, γεγονός με ποικίλες στρατηγικές και πολιτικές συνέπειες και επιπτώσεις.
  • Ο βαθμός συνοχής του στρατεύματος από πάσης απόψεως, πρωτίστως δε ανθρωπολογικής και ψυχικής.
  • Ο βαθμός πρακτικής χρήσεως των δυνητικώς υφισταμένων μέσων στρατιωτικής ισχύος του Κράτους προς επίτευξιν των ακολουθουμένων Εθνικών Συμφερόντων, κάτι το οποίο ευθέως εξαρτάται από την ηγεμονική ιδεολογία του συγκεκριμένου Κράτους.
  • Ο βαθμός αξιοπιστίας ενός Κράτους στο πλαίσιο του διεθνούς συστήματος (κρισιμώτατη παράμετρος – σε ευθεία συνάρτηση προς το προηγούμενον).
  • Η Ηγεσία, η προσωπική ικανότητα και το προσωπικό χάρισμα των συγκεκριμένων ατόμων που συναπαρτίζουν την στρατιωτική ελίτ ενός Κράτους. Τουτέστιν, του Σώματος των Αξιωματικών.

Εξ άλλου, καλόν είναι να διασκεδάσουμε την σύγχυση, η οποία συχνότατα παρατηρείται μεταξύ επιδιωκομένων συμφερόντων, αφ’ ενός, και κανονιστικών/ αξιακών/ ιδεολογικών «ενδύσεων» αυτών των συμφερόντων, αφ’ ετέρου: Θα ώφειλε να είναι πασίδηλον ότι σε κάθε εποχή κάθε παίκτης του διακρατικού συστήματος επιχειρεί να «ενδύσει» ιδεολογικώς τα υπηρετούμενα υπό του ιδίου συμφέροντα και να παράσχει στους επιδιωκομένους σκοπούς του την καταλληλότερη δυνατή ιδεολογική / κανονιστική / «ηθική», ούτως ειπείν, νομιμοποίηση. Τούτο, όμως, επ’ ουδενί επιτρέπεται να παραπλανά τον σοβαρό πολιτικό ιθύνοντα ή διπλωμάτη ή πνευματικό ταγό ή στρατιωτικό ηγήτορα ως προς τα πραγματικά διακυβεύματα και τις κατά τον Θουκυδίδη «αληθέστατες αιτίες», που υποκρύπτονται πίσω από τις «ες το φανερόν λεγόμενες».

Συναφώς, επικρατεί συχνά η πλάνη ότι αρκεί ή θα αρκούσε η εκ μέρους όλων των αντισυμβαλλομένων μερών του διεθνούς συστήματος  διακήρυξη πίστεως στα αυτά ιδεώδη και στις αυτές αξίες ή η υιοθέτηση, εκ μέρους όλων, των ιδίων πολιτικοκοινωνικών προτύπων, ιδεολογικών προτιμήσεων κλπ, προκειμένου να παύσει, αίφνης, να υφίσταται οιοσδήποτε ανταγωνισμός συμφέροντος μεταξύ των!  Και, συνεπώς, προς τί χρειαζόμαστε τις Ένοπλες Δυνάμεις;

Βεβαίως, πρόκειται περί πλάνης, η οποία δεν αντέχει σε καμμία σοβαρή κριτική ούτε σε ιστορική εξέταση: Η ραγδαία εξάπλωση του Χριστιανισμού, φερ’ ειπείν, σε ένα ευρύτατο φάσμα χωρών, λαών και πολιτισμών ουδόλως επέφερε την διακηρυσσόμενη κατίσχυση «της αιωνίας ειρήνης, συναλληλίας και αγάπης μεταξύ των ανθρώπων», αλλά, απ’ εναντίας, παρέσχε πολλές φορές πρώτης τάξεως «νομιμοποιητικό» άλλοθι για αγριωτάτους πολέμους, απηνείς διώξεις αντιπάλων κ.ο.κ. Το αυτό συνέβη, εξ άλλου, τόσο στην περίπτωση του φαινομένου της Δημοκρατίας όσο και στην περίπτωση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού. Η επικράτηση δημοκρατικών ιδεωδών ουδόλως απέτρεψε κράτη τα οποία ώμνυαν στα ιδεώδη αυτά από το να διεξαγάγουν πολέμους, και μάλιστα με ιδιαίτερη ένταση και προθυμία.

Και βεβαίως, το ίδιο συνέβη και προκειμένου περί άλλων ιδεολογιών ή πολιτικών συστημάτων. Η «Γαλλική Επανάσταση», ιδίως η δεύτερη, ριζοσπαστική, φάση της, η Τρομοκρατία, σημαδεύθηκε από μίαν ασύλληπτη -για τα δεδομένα της εποχής εκείνης- όξυνση του πολεμοχαρούς πνεύματος και μια εξαγωγή της Επαναστάσεως διά του πολέμου σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αντίστοιχα φαινόμενα συνόδευσαν, ως γνωστόν, και την «Οκτωβριανή Επανάσταση» του 1917  στην πάλαι ποτέ τσαρική Ρωσσία. Αξιοσημείωτο είναι δε, εν προκειμένω, ότι η πολιτικοϊδεολογική συγγένεια δεν κατέστη δυνατή ή έστω επαρκής για να αποτρέψει την εκδήλωση, και δη κατά τρόπον τραχύ και ασυνθηκολόγητο, του ανταγωνισμού συμφερόντων μεταξύ π.χ. της ΕΣΣΔ και της Κίνας, ή μεταξύ της πάλαι ποτέ Ο.Σ.Δ. της Γιουγκοσλαβίας και της Λ.Δ. της Αλβανίας.

Αλλά και από την άλλην πλευρά, είναι γνωστό ότι η μεγάλη υπερατλαντική Δημοκρατία, με ηγεμονική θέση στο διεθνές σύστημα, δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, έχει στο ενεργητικό της περισσότερες από 235 πολεμικές επιχειρήσεις και εμπλοκές παντός είδους στο εγγύτερο και απώτερο στρατηγικό περιβάλλον της – καί όλα αυτά, ενώ μετρά μόλις 230 έτη ανεξάρτητης κρατικής υπάρξεως. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, διακεκριμένοι Αμερικανοί συντηρητικοί-ρεαλιστές αναλυτές κάνουν λόγο περί του «Μύθου των φιλειρηνικών Δημοκρατιών».

Μέσω των ανωτέρω παρατηρήσεων προσεγγίσαμε την αδιάψευστη αλήθεια της Ιστορίας, ότι δηλαδή: οι επιμέρους εθνικο-κρατικοί δρώντες του διεθνούς συστήματος, ακολουθούν την επιδίωξη συγκεκριμένων συμφερόντων τους, υπακούοντας στις άτεγκτες επιταγές της Γεωπολιτικής – ασχέτως ιδεολογικο-κανονιστικής ενδύσεως και δήθεν «νομιμοποιήσεως». Εξ αυτού του λόγου παρατηρούμε μία διαχρονικώς και διεποχικώς αναλλοίωτη – ή πάντως σταθερή – συμπεριφορά ορισμένων Κρατών ως προς την υπεράσπιση των Εθνικών Συμφερόντων τους, συμφώνως προς τα μακροδεδομένα της Γεωπολιτικής, παρά τις κατά καιρούς (ενίοτε θεαματικές) διαφοροποιήσεις ή μεταβολές καθ’ όσον αφορά στην πολιτική, την ιδεολογία, την κοινωνία κλπ. Και, προκειμένου να εξυπηρετούν τα εθνικά συμφέροντά των, τα Κράτη προβαίνουν στην σώρευση, βελτιστοποίηση και άσκηση Στρατιωτικής Ισχύος.

Κατά τρόπο περίεργο, όμως, ένας πανάρχαιος θεσμός, όπως ο Στρατός, ο οποίος προσείλκυσε την προσοχή των κορυφαίων του Ευρωπαϊκού Πνεύματος – από τον Πλάτωνα, τον Αισχύλο, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη και τον Ξενοφώντα μέχρι τον Μακιαβέλλι, τον Τολστόϊ, τον Κλάουζεβιτς και τον Παναγιώτη Κονδύλη – αποτελεί «περιθωρειακή προσέγγιση» σε διαφόρους και διαφορετικούς κύκλους της σύγχρονης «κριτικής», λεγομένης «διανοήσεως».

Ωστόσο, οι λιγοστοί επιστήμονες που επιμένουν να ασχολούνται και με ζητήματα Στρατιωτικής Ισχύος συχνότατα αντιμετωπίζονται, από ορισμένες πλευρές, ιδίως στην Ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα, ως «γραφικοί», όταν φυσικά δεν συναντούν απροκάλυπτη εχθρότητα οφειλομένη σε ένα μείγμα αγνοίας, αλαζονείας και ιδεοληψίας.

Η απάντηση στο ερώτημα περί των αιτίων αυτής της στάσεως απαιτεί την συνεκτίμηση πλειάδος παραμέτρων. Μια πρώτη απόπειρα απαντήσεως εστιάζει, δικαίως, στην επικράτηση μιας τάσεως του συρμού, που συχνά – και μάλλον ελλιπώς και καταχρηστικώς – αυτοαποκαλείται, με επηρμένην αυταρέσκεια, «Νέα Ιστορία» και η οποία με δυσκολία κρύβει την δυσανεξία της τόσο προς την Έθνο-Κρατική οντολογική διάσταση και, κατ’ επέκταση, προς αυτό που η ίδια μυκτηρίζει ως «εθνοκεντρική αφήγηση», όσο και προς όλα εκείνα τα αξιακά στοιχεία που παραδοσιακά απορρέουν και τονίζονται -και- μέσω της στρατιωτικής πραγματικότητος:

1) φιλοπατρία : δηλαδή φυσιολογική έκφραση του αισθήματος του αυτού συν-ανήκειν, του ομοιογενούς αυτοπροσδιορισμού και ετεροπροσδιορισμού των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών στο αυτό σύνολο αντιλήψεως οφέλους και κινδύνου ή απειλών

2) συναλληλία και συντροφικότητα,

3) γενναιότητα,

4) άσκηση στην υπέρβαση του «εγώ» χάριν του «εμείς», κατά τον ημέτερο Μακρυγιάννη, αυταπάρνηση κ.ο.κ. – το «υπέρ πατρίδος μάχεσθαι και θνήσκειν».

Στην πραγματικότητα, οι εκπρόσωποι της αυτοαποκαλουμένης «Νέας Ιστορίας» αντιμετωπίζουν τον πολυσύνθετο, πολυ-αιτιακό, πολυσχιδή και, συνάμα, τραγικό (καθ’ ότι Σισύφειο) χαρακτήρα της Στρατιωτικής Ιστορίας, της Πολεμολογίας, της Στρατηγικής ου μην αλλά και της Γεωπολιτικής με έκδηλη αμηχανία, απορρέουσα από την ιδικήν των αδυναμίαν ερμηνείας φαινομένων που, κατά την πολιτικοθεολογική τους θεώρηση του κόσμου, απλώς …δεν θα έπρεπε να υπάρχουν! (Για τον όρο «Πολιτική Θεολογία» παραπέμπω στον Paul Gottfried).

Φαίνεται ότι αδυνατούν να αντιληφθούν το βάσιμον της ρήσεως του Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρόνστάϊν, κατά κόσμον Τρότσκυ: «Μπορεί εσύ να μην ενδιαφέρεσαι για τον πόλεμο, αλλά ο πόλεμος ενδιαφέρεται για σένα»!

Και όμως! Στην «όμορφη και παράξενη Πατρίδα» μας, οι Ένοπλες Δυνάμεις   –   η Ιστορία τους, η Ηγεσία τους, το Ελληνικό Πολεμικό ήθος, η στρατιωτική τέχνη και τεχνολογία, η στρατηγική κουλτούρα, τα επιχειρησιακά δόγματα και οι τακτικές   –  πάντα ταύτα απουσιάζουν από σύστημα της εθνικής Παιδείας μας.

Το πράγμα ασφαλώς ξενίζει, λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψιν ότι η οντολογία και η ανθρωπολογία του πολεμικού φαινομένου απετέλεσε μόνιμο και σταθερό σημείο αναφοράς σχεδόν όλων των αρχαίων ελληνικών ιστορικών, φιλοσοφικών και λογοτεχνικών κειμένων.

Προσέτι, οι σύγχρονοι εκφραστές της Αποδόμησης, και του Ιστορικού Αναθεωρητισμού δεν προβληματίζονται ιδιαιτέρως για το γεγονός ότι όλοι, ή σχεδόν όλοι, οι κορυφαίοι κλασσικοί Έλληνες συγγραφείς, στοχαστές, ιστορικοί, ποιητές, φιλόσοφοι ή πολιτικοί ταγοί είχαν διανύσει ικανό χρόνο της ζωής τους στην στρατιωτική προσφορά, είχαν υπηρετήσει στην φάλαγγα «κατά ξηράν» ή επί της τριήρους «κατά θάλατταν», είχαν δε συμμετάσχει σε εκστρατείες και πολέμους, τουλάχιστον δύο, ενίοτε και τρεις και τέσσερεις φορές διαρκούντος του βίου τους.

Ο Σωκράτης επολέμησε σε τρείς εκστρατείες κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου ως απλός στρατιώτης: στην Ποτίδαια, το Δήλιον της Βοιωτίας και στην Αμφίπολη όπου έσωσε τη ζωή του Αλκιβιάδη και έδειξε απίστευτη αντοχή στις κακουχίες, όπως περιγράφει ο ίδιος ο Αλκιβιάδης στο πλατωνικό Συμπόσιο. Και ετραυματίσθηκε. Ο κορυφαίος τραγωδός Αισχύλος επολέμησε γενναία στο Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα, στη ναυμαχία του Αρτεμισίου και στις Πλαταιές. Μάλιστα δε εις το επιτύμβιο του τάφου του, κατόπιν επιθυμίας του, δεν ανεγράφη  «ποιητής» αλλά «Μαραθωνομάχος»! Ο πατέρας της Ιστορίας και της Γεωγραφίας Ηρόδοτος επολέμησε στην Αλικαρνασσό. Ο Θουκυδίδης συμμετέσχε εις τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, και μάλιστα ως Στρατηγός εις την ατυχή για τους Αθηναίους εκστρατεία της Αμφιπόλεως, η οποία και οδήγησε στον εξοστρακισμό του, συνεπεία του οποίου ο πρώτος και αξεπέραστος, μέχρι τις ημέρες μας, θεωρητικός της επιστήμης της Στρατηγικής της ανθρωπότητος αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής του στην συγγραφή και την γεωπολιτική και γεωστρατηγική ανάλυση της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο Ξενοφών πολέμησε, ως απλός στρατιώτης αρχικά και ως Ηγήτορας μετέπειτα, στην Μικρά Ασία (κατά την «Κύρου ανάβασιν»).

Το Στρατιωτικό Ιδεώδες τιμήθηκε από τους Επτά Σοφούς, τέσσαρες των οποίων ήσαν πολεμιστές: Πιττακός, Βίας, Κλεόβουλος και Περίανδρος. Την Πολεμική Αρετή επαίνεσαν όλοι οι λαμπροί ποιητές και λογοτέχνες της αρχαίας Ελλάδος: ο Τυρταίος με τα φλογερά εμβατήριά του, ο Σιμωνίδης με τα μνημειώδη επιγράμματά του, ο Αλκαίος με τους υπέροχους ύμνους του και ο μέγας Πίνδαρος με τους συγκλονιστικούς παιάνες του.

Η ιδιότης του Στρατιώτη ήτο όλως τιμητική για τον αρχαίο Έλληνα Άνθρωπο. Ο «φεύγων την στράτευσιν», «ο φυγόστρατος» εθεωρείτο «άτιμος» και εστερείτο των πολιτικών δικαιωμάτων του, υφίστατο δε την κοινή χλεύη και κατακραυγή. Η βαρυτέρα προσβολή για τον Έλληνα της αρχαιότητος ήτο η λεγομένη «γραφή αστρατείας», ήτοι η καταγγελία  του φυγοστράτου εις τον δικαστή της εποχής.        

Ας σταθούμε άλλωστε, για μια στιγμή στις δύο λέξεις «Πο-λίτης  και  Οπ-λίτης»: η άρρηκτη εσώτερη σχέση τους υπερβαίνει κατά παρασάγγας αυτό που ηχεί ως απλός αναγραμματισμός.

Η γένεση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας δεν νοείται χωρίς την εμφάνιση της Φάλαγγος των Οπλιτών, η οποία, πάλι, οφείλει ευθέως να συσχετισθεί με την Σεισάχθεια του Σόλωνος.

Όπως άλλωστε, κατά τους νεωτέρους χρόνους, από της Γαλλικής Επαναστάσεως και εντεύθεν, ιδίως δε από εποχής Ναπολέοντος, η γέννηση της Δημοκρατίας ευθέως συνεβάδισε προς την εμφάνιση ενός εντυπωσιακού Εθνικού Στρατού, συγκειμένου εξ οπλιτών-πολιτών.

«Aux armes, citoyens, Formez vos bataillons!», προέτρεπε ο πολεμικός θούριος τον οποίον συνέθεσε ο Claude Joseph Rouget de Lisle, ένας ταπεινός μηχανικός εκ Μασσαλίας – η χιλιοτραγουδισμένη Μασσαλιώτιδα. Οι συμμαχικοί δυναστικοί στρατοί των ανακτοβουλίων της Ευρώπης αιφνιδιάσθηκαν οδυνηρά το έτος 1793, όταν βρέθηκαν ξαφνικά απέναντι σε μία εθνική πανστρατιά Γάλλων πολιτών-οπλιτών. Εξ ου και η θέσις περί «εκδημοκρατισμού του πολέμου» όπως διετυπώθη ως συνέχεια της σκέψεως του αείμνηστου ιστορικού και φιλοσόφου της Χαϊδελβέργης Παναγιώτη Κονδύλη περί «Μαζικής Δημοκρατίας» («Massendemokratie»).  

Εν τούτοις, πλείστα όσα ακαδημαϊκά curricula, παραδόσεις, πανεπιστημιακά συγγράμματα ου μην αλλά και σχολικά εγχειρίδια, ακόμη και όταν πραγματεύονται, υποτίθεται, τον αιώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας και αποκαταστάσεως (από την Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση του 1821 μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους και την Μικρασιατική Εκστρατεία, ή τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την Τριπλή Κατοχή της Πατρίδος και την Εθνική Αντίσταση), εστιάζουν σε – αναντιλέκτως, ενδιαφέροντα – ζητήματα Κοινωνικής Ιστορίας, Οικονομικής Ιστορίας κ.λ.π. – ή, τα τελευταία χρόνια, σε θέματα προσφιλή, όσο και αμφιλεγόμενα, της ούτω καλουμένης «Νέας Ιστορίας» (στις επιμέρους εθνικές, εθνοτικές και κοινωνικές «μειονότητες» και «διαφορετικότητες») παρά στον Στρατό, στην Στρατιωτική Ιστορία, την Στρατιωτική Οργάνωση, την Στρατηγική ή την Πολεμική Τέχνη.

Ειρήσθω εν παρόδω ότι είναι διάχυτη εν προκειμένω η τάση υπερτονισμού των εμφυλίων πολέμων, ερίδων και ταραχών, παραλλήλως προς την πλήρη εξαφάνιση των εθνικών στρατιωτικών επιτευγμάτων και πολεμικών θριάμβων, στο πλαίσιο της αποδομήσεως του λεγομένου εθνικού φαντασιακού, της λεγομένης εθνικής αφήγησης και της (ούτως ή άλλως, θεωρουμένης ως κατασκευασμένης) εθνικής ταυτότητος  –  και της αντικαταστάσεώς των από άλλες αφηγήσεις και ταυτότητες.

Σαφώς σοφώτερος ενίων συγχρόνων, ο διαπρεπής φιλόσοφος John Stuart Mill έγραψε κάποτε: «Ο Πόλεμος είναι άσχημο πράγμα, πλην όμως όχι το ασχημότερο των πραγμάτων. Το πεσμένο και παρηκμασμένο ηθικό, το συντετριμένο και εκφυλισμένο πατριωτικό συναίσθημα που μας κάνει να θαρρούμε ότι τίποτε δεν αξίζει τον πόλεμο, αυτό είναι πολύ χειρότερο.»

Ακούγεται μάλλον βάσιμη η παρατήρησις του Χάνσον ότι «εθελοτυφλώντας ενώπιον του Πολέμου, η εποχή μας επιτρέπει στον εαυτό της να ερμηνεύει τον πόλεμο ως αποτυχία επικοινωνίας ή απουσία αυτής, απουσία διπλωματίας ή διαλόγου» – ωσάν οι κατά καιρούς επιτιθέμενοι να ήσαν «παρασυρθέντες έφηβοι» μη έχοντες επίγνωση των πράξεών τους.

Φυσικά, όταν κανείς έχει παντελή άγνοια του στρατιωτικού φαινομένου, δύναται να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι τάχα διαφορές και προβλήματα μεταξύ κρατών ουδόλως διαφέρουν από εκείνα μεταξύ των ατόμων εντός μιας δικαιοκρατικής κοινωνίας και, άρα, δύνανται να επιλυθούν πάντοτε ειρηνικώς και κατά τρόπον πεπολιτισμένο.

Ή, πάλι, ότι διαφορές γεωπολιτικού δυναμικού μεταξύ των εθνών είτε γεωπολιτισμικές αντιμαχίες, διαχρονικώς σταθερές, ανθεκτικές στον χρόνο και στις αλλεπάλληλες μεταβολές πολιτικών μορφωμάτων και στις μεταμφιέσεις μέσω ιδεολογικών ψιμυθίων, δύνανται να συρρικνωθούν ερμηνευτικώς. Να συρρικνωθούν και να αποδοθούν στην κυριαρχία εσφαλμένων, τάχα, στερεοτύπων περί του «Άλλου», του «Διαφορετικού» καθώς και σε έναν (γενικώς και αορίστως δαιμονοποιημένο) «πατριωτισμό».

Δράττομαι της ευκαιρίας, για να διασκεδάσω και μιαν ακόμη παρεξήγηση, η οποία εμφιλοχωρεί στην παραφιλολογία και στην αστική μυθολογία των ημερών μας: Προδήλως, η έμφασις στην Στρατιωτική Ισχύ δεν σημαίνει ούτε συνεπάγεται τον μηδενισμό της σημασίας της Διπλωματίας και των αρχών του Διεθνούς Δικαίου. Αυτονοήτως, αποτελεί βαρύτατο σφάλμα για οιοδήποτε Κράτος να υποτιμά την αξίαν των τελευταίων αυτών.

Υπ’ αυτήν την έννοια, η πολιτική ισχύς και επενέργεια των διπλωματικών Συνθηκών δεν είναι σταθερά, αλλ’ εξαρτάται από τον (μεταβλητό) βαθμό εντάσεως της περιφρουρήσεώς των, εκ μέρους των Κρατών που εξεπόνησαν και υπέγραψαν αυτά τα διπλωματικά ΣύμφωναΕμείς οι Έλληνες διαθέτουμε, άλλωστε, πικράν ιδίαν πείραν: Αρκεί να αναλογισθούμε το πόσον ετίμησαν οι συνομολογήσαντες Σύμμαχοί μας την Συνθήκη των Σεβρών  (1920), την οποίαν ουδέ καν εκύρωσαν εις τα Κοινοβούλιά τους – και η οποία έμελλε να αποδειχθεί, εντός βραχυτάτου μόνον χρονικού διαστήματος, περισσότερον εύθραυστη και από την περιλάλητη πορσελάνη του Παρισινού προαστείου, κατά την προφητικήν ρήσιν του Κλεμανσώ.

Κυρίες και κύριοι, στην περίπτωση του Ελληνικού Στρατού δεν πρόκειται «απλώς» περί ενός «εργαλείου πολιτικής». Δεν πρόκειται «απλώς» περί ενός Στρατού λειτουργούντος ως εκτελεστικού βραχίονος της νομίμου Αρχής εις τα πεδία της Εθνικής Αμύνης και Ασφαλείας.  Ιδιαιτέρως ο Ελληνικός Στρατός υπήρξε ιστορικώς, ως εκ της φύσεως, προελεύσεως και συνθέσεώς του, ένας εκ των πλέον γνησίων εκπροσώπων του Έθνους.

Η ιστορική, μοναδική και ανεκτίμητη προσφορά του Ελληνικού Στρατού δεν είναι «απλώς» ότι υπεράσπισε, οσάκις επέστη ανάγκη, την εθνική κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Πατρίδας ή, πολλώ μάλλον, την τιμή της Πατρίδας. Ούτε ότι υπερεδιπλασίασε την Πατρίδα εδαφικώς, όπως τον καιρόν των Βαλκανικών Πολέμων. Διότι την Ελλάδα δεν την εδιπλασίασε η «Διπλωματία» αλλά ο ένδοξος Στρατός της, υπό την εμπνευσμένη Ηγεσία του Στρατηλάτου Διαδόχου και μετέπειτα Βασιλέως Κωνσταντίνου και ενός αρίστου Σώματος Αξιωματικών, και διά της ισχύος των Ελληνικών Όπλων καθώς και διά της θυσίας ποταμών σεπτού Ελληνικού αίματος που έχυσε ο Ελληνικός Στρατός υπέρ Πίστεως και Πατρίδος.

Αλλ’ η μεγίστη διαχρονικώς συμβολή του Ε.Σ. είναι ότι εξ αρχής υπήρξε και πάντοτε παραμένει η γνησιώτερη έκφραση της εθνικής κοινωνικής συνοχής – καταλύτης και θεματοφύλακάς της. Με τον εξόχως υψηλό βαθμό διαταξικής συνθέσεως και κοινωνικής κινητικότητος, που παρουσιάζει από της ιδρύσεώς του, ο Ε.Σ. υπήρξε και παραμένει ο πλέον αυθεντικός, κοινωνικά δημοκρατικός θεσμός της Ελλάδος, το ασφαλές θεμέλιον της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας.

Και τελειώνοντας να παραδεχθούμε ότι πράγματι, εάν «το Έθνος είναι ένα καθημερινόν δημοψήφισμα», κατά την περίφημον ρήσιν του Ερνέστου Ρενάν, τότε ο Στρατός είναι η καθημερινή πραγμάτωσις της Εθνικής Ενότητας.

Σας ευχαριστώ.

 

 

 

Advertisements


Κατηγορίες:Μάζης Ιωάννης, Ομιλίες

Ετικέτες: , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: