Η ΕΞΩΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΊΤΙΆ ΤΗΣ. Το ζήτημα του διεθνισμού, πατριωτισμού, εθνικισμού και η εθνική στρατηγική της Ελλάδας.

Π. Ήφαιστος

Από το κεφάλαιο 3 του βιβλίου «Η Εξωελληνική νοοτροπία και τα αίτιά της» (Εκδόσεις Ποιότητα 1996 – https://www.facebook.com/eksoelliniki.nootropia.ifestos)

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, εισήγαγε πολλούς όρους και πλήθος νεολογισμών στο σύγχρονο Ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο. Κατά την γνώμη μου, όσον αφορά την ελληνική εξωτερική πολιτική, ένας εύστοχος όρος / έννοια εκφράζεται με δύο λέξεις: «εξωελληνική νοοτροπία». Τον ανέφερε σε σχέση με την πολιτική στάση κορυφαίας πολιτικής προσωπικότητας, η οποία κατείχε υψηλή θέση στο ευρωπαϊκό θεσμικό σύστημα[1]. Ισως να πρόκειται για την πιο εύστοχη φραστική συντόμευση του προβλήματος εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας. Συνοψίζει το γεγονός ύπαρξης, κυρίως στο επίπεδο ορισμένων (εάν όχι πολλών) πολιτικών προσωπικοτήτων της Ελλάδας και της Κύπρου, διλημμάτων ή και φιλοσοφικών επιφυλάξεων ως προς το κατά πόσο το ελληνικό εθνικό συμφέρον προηγείται ή έπεται σκοπιμοτήτων και κριτηρίων διεθνιστικού ή άλλου χαρακτήρα.

Αυτές οι θολές φιλοσοφικές επιφυλάξεις και τα νεφελώδη διλήμματα, καθώς επίσης και οι συνεπακόλουθες συμπεριφορές και ενέργειες εκλαμβάνουν ως δεδομένη την ύπαρξη ελληνικής μειονεξίας, η οποία, πολιτικά, μεταφράζεται σε εισηγήσεις για υποχωρήσεις επί θεμάτων που αφορούν την ελληνική κρατική κυριαρχία, σε εξωραϊσμό του μιμητισμού ως υπέρτατη αξία, σε παροτρύνσεις για υποταγή σε ηγεμονικά κελεύσματα και σε υποδείξεις αδράνειας, του δήθεν μοιραία καταδικασμένου σε μαρασμό και δυστυχία, ελληνικού κράτους. Οι επιπτώσεις δεν είναι αμελητέες. Οι εξωελληνικές νοοτροπίες, επιδρούν αρνητικά στην διαμόρφωση γνώμης και άποψης επί κρισίμων εθνικών προβλημάτων,  επηρεάζουν ιεραρχήσεις ατομικών και συλλογικών προτιμήσεων και οδηγούν σε θέσεις και αποφάσεις που δεν βρίσκονται σ’ αρμονία με την διεθνή πραγματικότητα και τα Ελληνικά θεμιτά συμφέροντα, συμπεριλαμβανομένου και του συμφέροντος επιβίωσης του ελληνικού κράτους.

Η εξωελληνική νοοτροπία δεν είναι πάντοτε προφανής και ευδιάκριτη. Όπως κάθε διεθνιστική ιδεολογία ή δοξασία (διότι περί αυτού πρόκειται) η εξωελληνική νοοτροπία είναι μια νεφελώδης διεθνιστική προαίρεση, η οποία κρύβεται πίσω από  ευχολόγια για καλύτερους κόσμους και που αιτιολογείται με επίκληση νέων – και έντεχνα ωραιοποιημένων – αναφορών για την διεθνή τάξη πραγμάτων. Εν ονόματι αυτών των εξωπραγματικών ή ουτοπικών εκλογικεύσεων και αιτιάσεων, η Ελλάδα, εν μέρει ή εν όλω, είναι «αναπόφευκτα», αναλώσιμη. Βεβαίως,  μόνον ανόητοι θα ομολογούσαν πως έχουν ως στόχο να καταστήσουν την Ελλάδα «αναλώσιμο αγαθό». Γι’ αυτό, η εξωελληνική νοοτροπία δεν μπορεί να εκτιμηθεί παρά μόνον με κριτήρια όπως η έμφαση που δίνει κάποιος για ορισμένα θεμελιώδη και ουσιώδη, οι λεπτές αποχρώσεις των ιεραρχήσεων όταν κινδυνεύει η κρατική μας κυριαρχία, η ευαισθησία που επιδεικνύεται ως προς αυτά τα ουσιώδη και θεμελιώδη και οι συγκεκριμένες θέσεις που υιοθετούνται, ιδιαίτερα σε κρίσιμες στιγμές που κινδυνεύουν ζωτικά εθνικά συμφέροντα και η ακεραιότητα του ελληνικού κράτους[2]. Ασφαλώς, αποχρώσεις και αποκλίσεις επί ιδεολογικών και φιλοσοφικών θεμάτων είναι σύνηθες φαινόμενο σ’ όλες τις κοινωνίες. Αυτό που δεν είναι σύνηθες, είναι το φαινόμενο πολιτών μιας χώρας, οι οποίοι επιδεικνύουν ετοιμότητα υποχώρησης σε θέματα που αφορούν την εδαφική και κυριαρχική ακεραιότητα του κράτους στο οποίο ανήκουν. Υποχωρήσεις ως προς αυτά τα θέματα δεν μπορούν να γίνονται ποτέ και από κανένα. Ουσιαστικά, η ιστορία διδάσκει πως τα κράτη συζητούν και διαπραγματεύονται παραχωρήσεις εδάφους και κυριαρχίας μόνον μετά από μια μεγάλη στρατιωτική ήττα. Γι’ αυτό, η προαίρεση για «διάλογο» και υποχωρήσεις σε θέματα εθνικής κυριαρχίας είναι εκτός λογικής και εκτός διακρατικής πρακτικής.

Βεβαίως, μερικοί ανώνυμοι Έλληνες πολίτες, ίσως να παρασύρονται προς την μια ή την άλλη εξωελληνική συμπεριφορά. Ίσως, επίσης, μερικοί να είναι φυγόπονοι ή τρομοκρατημένοι από δοξασίες και ανοησίες με τις οποίες καθημερινά βομβαρδίζονται μέσα από τις στήλες μερικών «διαπλεκομένων» μέσων μαζικής επικοινωνίας. Όμως, στην συντριπτική του πλειοψηφία, την κρίσιμη στιγμή, ο ανώνυμος Έλληνας αποστασιοποιείται από τυχόν «εξωελληνικές νοοτροπίες» που θεμιτά  ή αθέμιτα πιθανώς να ελέγχουν τις ελληνικές εξουσιαστικές δομές. Ο ελληνικός λαός, όπως η ιστορία των Ελλήνων δείχνει, δεν φαίνεται να έχει διλήμματα ως προς θεμελιώδη  ζωτικά του συμφέροντα, τις απειλές και τους κινδύνους.

Παραδοσιακά, η «εξωελληνική νοοτροπία» φαίνεται να κυριαρχεί στον χώρο των πολιτικών ελίτ, των διανοουμένων και των πανεπιστημιακών των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών. Οι ρίζες της νοοτροπίας αυτής βρίσκονται στην κομμουνιστική διεθνιστική ιδεολογία αλλά και στον δυτικόστροφο νεοφιλελευθερισμό «πιπινελλικών»[3] – και όχι μόνον – καταβολών (βλ. πιο κάτω).

Την εξωελλενική νοοτροπία δεν την προωθούν μόνον οι ξένες πρεσβείες αλλά και γηγενείς δυνάμεις. Στον χώρο των διανοουμένων,  αλλά, ακατανόητα και στον χώρο της αστικής τάξης, το «εξωελληνικό φρόνημα» προωθείται και καλλιεργείται ως σύνεση και φρονιμάδα. Ανάλογα και αντίστοιχα, επίσης, το ελληνικό φρόνημα και η ελληνική εθνική συνείδηση, με άμεσο τρόπο ή με υπονοούμενα και νεφελώδεις αναφορές, στιγματίζονται ως επικίνδυνα, τυχοδιωκτικά, εθνικιστικά, και ακόμη φασιστικά φαινόμενα[4].

Στα ΜΜΕ, ιδιαίτερα τα θεωρούμενα ως κεντροαριστερά[5], η εξωελληνική νοοτροπία κυριαρχεί σχεδόν πλήρως.  Στα μέσα μαζικής επιμοινωνίας, το «εξωελληνικό», μερικές φορές αποκτά χαρακτήρα επιδημίας. Ο βαθμός και η έκταση καλλιέργειας του «εξωελληνικού» αφήνει τον προσεκτικό θεατή ή αναγνώστη άφωνο, και με την εντύπωση πως στον στίβο των φρονημάτων η χώρα βρίσκεται υπό καθεστώς ξένης «ιδεολογικής κατοχής».  Ουσιαστικά, ένας πιο δόκιμος τίτλος του παρόντος κεφαλαίου, πιθανώς να ήταν: «η εξωελληνική νοοτροπία και η άλωση της ελληνικής διανόησης». Εξάλλου, οι ύβρεις, η λάσπη, ακόμη και οι έμμεσες απειλές βρίσκονται στην ημερησία διάταξη για όσους διανοούμενους αποτολμήσουν να αμφισβητήσουν την εξωελληνική νοοτροπία. Τα επιχειρήματα, ασφαλώς, είναι είδος σε ανεπάρκεια. Στις γραμμές που ακολουθούν, πάντως, θα αποφύγω να αναφερθώ σε ονόματα. Τα ονόματα είναι εξάλλου γνωστά και γι’ αυτό περιττεύει η τιμητική αναφορά τους. Παγίως, εκτιμώ πως, ιδιαίτερα με άτομα που είναι ανεπίδεκτα πολιτισμένου διαλόγου ή και απροκάλυπτης φασιστικής νοοτροπίας, οι προσωπικές αντιδικίες  είναι αχρείαστες και ασφαλώς περιττές.

[1] Όπως είναι γνωστό, η δήλωση αυτή του Ανδρέα Παπανδρέου στηλίτευε την θέση κορυφαίας πολιτικής προσωπικότητας σε συγκεκριμένα Βαλκανικά ζητήματα.

[2] Η κρίση των Ιμίων του Ιανουαρίου 1996, πιθανώς να παρέχει την προσφορότερη περίπτωση εκτίμησης αυτών των ζητημάτων. Εξόχως αποκαλυπτικό για θέσεις, ενέργειες, νοοτροπίες και συμπεριφορές όσον αφορά τα κρατικά μας σύμβολα και την ακεραιότητα της ελληνικής επικράτειας κατά την διάρκεια της κρίσης, είναι το βιβλίο του ναυάρχου Χρήστου Λυμπέρη, ΑΓΕΕΘΑ κατά την διάρκεια της κρίσης. Βλ. Εθνική Στρατηγική και Χειρισμός Κρίσεων (εκδ. Ποιότητα, Αθήνα, 1997). Ακόμη πιο συγκλονιστικά και αποκαλυπτικά είναι αυτά που δεν γράφονται σε βιβλία αλλά είναι γνωστά σ’ όσους συμμετείχαν ή συζήτησαν με άλλους που συμμετείχαν στον κλειστό πυρήνα της εξουσίας εκείνες τις κρίσιμες μέρες του Γενάρη του 1996. Κατά την διάρκεια της κρίσης, υπουργός ανυπομονούσε «να φυσήξει άνεμος που θα «σήκωνε» την ελληνική σημαία από το νησάκι των Ιμίων «για να τελειώνουμε». Άλλος κορυφαίος  πολιτικός ανήρ χαρακτήριζε την πίστη και την αφοσίωση στο σύμβολο της κρατικής μας κυριαρχίας ως «συναισθηματισμό».

[3] Η αναφορά αυτή δεν αφορά τόσο τον Παναγιώτη Πιπινέλλη όσο τους διαδόχους του, ιδιαίτερα στον χώρο της διπλωματίας. Κατά την γνώμη μου, ο Παναγιώτης Πιπινέλλης ήταν ένας εξέχων διπλωμάτης και διακεκριμένος γνώστης της διεθνούς πολιτικής. Ακόμη και εάν κάποιος, όπως ο υπογράφων,  διαφωνεί με την πολιτική του φιλοσοφία και τις πολιτικές του επιλογές μετά το 1967, δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει πως με κριτήριο τις πολιτικές επιλογές των νικητών του εμφυλίου πολέμου και με δεδομένη την κατάσταση της Ελλάδας αμέσως μετά τον πόλεμο, οι διπλωματικές του επιλογές ήταν ορθολογικές και επιτυχημένες. Όμως, μισό αιώνα μετά, στα πρόθυρα του εικοστού πρώτου αιώνα, με την Ελλάδα σε πολύ διαφορετική κατάσταση και το διεθνές σύστημα τελείως διαφορετικό, αποτελεί παραλογισμό να υιοθετούνται τα δόγματά του ως κριτήρια διπλωματικής συμπεριφοράς. Όπως θα υποστηρίξω στην συνέχεια, οι συνειδητές εξαρτησιακές επιλογές της δεκαετίας του 1940 μετατράπηκαν στην συνέχεια, τόσο στα αριστερά και στα δεξιά της ελληνικής πολιτικής σκηνής σε εξαρτησιακά σύνδρομα που τρέφουν τις εξωελληνικές νοοτροπίες.

[4] Δεν χρειάζεται να τονίσω πως αυτοί που χυδαιολογούν με τέτοιες αυθαίρετες και αθεμελίωτες γενικεύσεις συνήθως, είναι είτε ανόητοι είτε συνειδητά προσπαθούν να κρύψουν αυτό που βλέπουν στον καθρέπτη τους κάθε πρωί, δηλαδή τις δικές τους, φασιστικού χαρακτήρα πολιτικές πεποιθήσεις.

[5] Η έννοια αυτή είναι σχετικής αξίας. Την τελευταία δεκαετία παρατηρείται μεγάλη ρευστότητα μεταξύ ρευμάτων, παρατάξεων και ιδεολογιών. Όπως θα υποστηρίξω πιο κάτω, οι πλέον συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας, είναι αυτές που λαθραία κληρονόμησαν την μεγάλη πατριωτική και προοδευτική παράταξη που έχει τις ρίζες της στην Ελληνική επανάσταση, τον Βενιζέλο, τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Advertisements


Κατηγορίες:Διεθνείς Σχέσεις, Δοκίμια, Ηφαιστος Παναγιώτης, Πολιτική

Ετικέτες: ,

Αρέσει σε %d bloggers: