Οι απελευθερωμένοι του Νίτσε

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣπαρακμή ΚΑΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ

Τα αλλοπρόσαλλα και φαιδρά της μαζικοπαραγωγικής, μαζικοκαταναλωτικής και Αστικής εποχής. Τα εγγενή χαρακτηριστικά της ανθρωπολογικής συρρίκνωσης του μεταμοντέρνου ατόμου.

Συγχώνευση ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας και μαζική δημοκρατία – μέρος α´.

Τραγουδιστές, ποδοσφαιριστές, χειρούργοι, τραπεζίτες, έπιλέγονται ώς πρότυπα ταύτισης ταυτόχρονα καί έξ ίσου μέ σκληρούς καί ένεργητικούς ή εύθραυστους καί μαζεμένους, πλούσιούς καί κομψούς ή περιθωριακούς άλλά ασυνήθιστους κι άλλιώτικους «τύπους». Εμφανίζεται έτσι τό παράδοξο ότι ή άτομικιστική θεμελιώδης στάση τών ανθρώπων μέσα στη μαζική δημοκρατία γεννά τήν αύτάρεσκη εντύπωση ότι καί ή ταύτιση μέ τό εκάστοτε προτιμώμενο πρόσωπο αποτελεί μιά πράξη μέσα στό πλαίσιο τής αναζήτησης τής πρωτοτυπίας καί τής ατομικής αυτοπραγμάτωσης. Ατομικιστική αυτοπεποίθηση καί έμπρακτη μαζικοποίηση, προσωπική ένταση καί διάλυση του Εγώ μέσα στήν όμαδα συμπορεύονται άρμονικά, όπως φαίνεται λ.χ. στό μαζικοδημοκρατικό φαινόμενο της λατρείας τών διαφόρων «στάρ». Ώστε ό μαζικοδημοκρατικός ατομικισμός διόλου δέν αποκλείει τήν έσωτερική έξάρτηση τού άτόμου άπό μιάν ομαδα ή τή συμμόρφωσή του μέ μιαν ομαδική συμπεριφορά. Τό άτομο ασχολείται βέβαια συνεχώς με τον εαυτό του και αποτιμά τις σχέσεις του με τούς άλλους άπό τή σκοπιά τής αυτοπραγμάτωσής του, συνάμα όμως εντείνεται η αναγκη του για αυτοεπιβεβαίωση η οποια μπορεί να ίκανοποιηθεί μονάχα μέ τήν αναγνώριση στό πλαίσιο τής εκάστοτε ενδιαφέρουσας ομάδας. Γι’ αυτό καί στήν καθημερινή ζωή της μαζικής δημοκρατίας μεγαλώνει συνεχώς ή σημασία τών «ψυχολογικών προβλημάτων» καθώς καί τών μεθόδων γιά τήν αντιμετώπισή τους.

Σέ φαινόμενα όπως ή λατρεία τών «στάρ» αποκαλύπτονται όχι μόνον οί άμφιρρέπειες τών μηχανισμών τής ταύτισης μέσα στή μαζική δημοκρατία, αλλά επίσης η έκταση και οι άμεσες συνέπειες τής κατάργησης του χωρισμού ανάμεσα σέ ίδιωτική καί δημόσια σφαίρα. Ο «στάρ» της τέχνης, τού άθλητισμού ή τής πολιτικής ζεί διαρκώς κάτω απο τα εν μέρει περίεργα ενμέρει ζηλόφθονα και εν μερει έκθαμβα μάτια τής μαζικοδημοκρατικής δημοσιότητας, ή ιδιωτική του ζωή άποτελεί ζήτημα γενικού ένδιαφέροντος και υλικό συζητήσεων πού προσφέρεται άφθονα άπό τά μέσα μαζικής ένημέρωσης’ γνωρίζοντας τήν έντονη ζήτηση γιά τέτοιου είδους πληροφορίες, οι «σταρ» δημοσιεύούν κι αύτοί όλο καί πιό φιλόπονα τά ήμερολόγια καί τά άπομνημονεύματά τους. Δέν είναι δύσκολο νά καταλάβουμε γιατί αυτά τά προϊόντα τής ελαφρής φιλολογίας, σέ άρμονική συνεργασία μέ τά είκονογραφημενα περιοδικά καί τόν σκανδαλοθηρικό τύπο, ένδυναμώνουν μέ τόν λίγο ή πολύ χυδαίο τρόπο τους έξισωτικά αίσθήματα καί άπό την άποψη αυτην προωθούν τον εκδημοκρατισμο: στην ιδιωτική σφαίρα όλοι έμφανίζονται σέ γενικές γραμμές ίσοι, έχουν τά ίδια πάθη, τίς ίδιες έπιθυμίες ή αδυναμίες, βιώνουν τήν ευτυχία καί τή δυστυχία μέ τόν ίδιο τρόπο, κοντολογής, όλοι είναι εξ ίσου «άνθρωποι». Τό ιδιωτικό στοιχείο δρα λοιπόν ενοποιητικά και εξισωτικά, ενώ το δημόσιο συνδέεται μέ τις διαβαθμίσεις των αξιωμάτων, τού γοήτρου ή τού πλούτου, οί όποιες συνήθως έρχονται σε αντίθεση μέ τό κοινό έξισωτικό αίσθημα. Η στροφή πρός τήν ιδιωτική σφαίρα συναρτάται βέβαια καί μέ τό ίδεώδες τής αυτοπραγμάτωσης, υλική προϋπόθεση του οποίου είναι τό κοινωνικό κράτος, έφ’ όσον αυτό απαλλάσσει τό άτομο από διάφορες μέριμνες καί του δίνει τή δυνατότητα ν’ άσχοληθεί μέ τόν εαυτό του καί μέ άλλους ώς πρόσωπα ιδιωτικά.

Το αστικό αίτημα τής δημοσιότητας μετατρέπεται τώρα στό δημοκρατικό αίτημα τής διαφάνειας, τό νόημα τής όποίας άπό πολλαπλές απόψεις έγκειται ακριβώς στήν άρση τού χωρισμού ανάμεσα σέ δημόσια και ιδιωτική σφαίρα. Όμως ή άρση αυτή δέν συντελείται απλώς μέ τή νίκη τού ιδιωτικού πάνω στα δημόσιο (μέ τήν αστική έννοια των όρων), παρά μάλλον μέ τή συγχώνεύση των δύο σφαιρών, έτσι ώστε οί δημόσιες υποθέσεις κρίνονται όλο καί περισσότερο άπό τή σκοπιά τόν ίδιωτικών ενδιαφερόντων τούτων ή έκείνων των ατόμων, ένώ τό ιδιωτικό στοιχείο όλο καί περισσότερο έρχεται στή δημοσιότητα χωρίς τις αστικές αναστολές, και μαλιστα επιδεικνύεται έσκεμμένα. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στήν άποκοπή άπό τούς αστικούς τρόπους καί τήν αστική συμπεριφορά, άπό τήν όλο καί μεγαλύτερη ευκολία, μέ την οποία ξένοι μεταξύ τους μιλούν στον ενικό, ίσαμε τις ερωτικές διαχύσεις καταμεσής του δρόμου. Αυτή η συχνά επιδεικτική απόρριψη των «συμβάσεων» πάει να υποδηλώσει ότι το άτομο βρίσκεται καθ’ οδόν προς την αυτοπραγμάτωση και έχει ξεπεράσει με πρόσχαρο αυθορμητισμό τις αρετές τις αυτοϋπέρβασης.

Η εξισωτική θεμελιώδης στάση, η οποία συμβάλλει κατ’ αυτόν τον τρόπο στην άρση του χωρισμού ανάμεσα σε ιδιωτική και δημόσια σφαίρα, συμπυκνώνεται και σε μιαν άλλη κατάσταση πραγμάτων, ίσως ακόμα σημαντικότερη για τη νοοτροπία και τον τρόπο ζωής της μαζικής δημοκρατίας. Η εναλλαξιμότητα των ατόμων και των ρόλων, η οποία καθιστά δυνατή και υποβαστάζει την κοινωνική ισότητα, φαίνεται τώρα να φτάνει σε σημείο όπου μπορεί να καταργήσει διαφορές θεωρούμενες ίσαμε τώρα ως δεδομένες από τη φύση. Αυτό αφορά πρώτα-πρώτα στη σχέση των δύο φύλων… Με δεδομένη την ατομικιστική πρόθεση της αυτοπραγμάτωσης, δεν είναι λοιπόν παράδοξο ότι στο πλαίσιο μιας κοινωνίας κατατμημένης σε άτομα η γενετήσια σχέση γίνεται πρότυπο παράδειγμα εναλλαξιμότητας των ατόμων και των ρόλων… Η αλλαγή αυτή ανταποκρίνεται, όπως άλλωστε και το ιδεώδες της αυτοπραγμάτωσης εν γένει, στη μετάβαση από το πρότυπο της συσσώρευσης στο πρότυπο της κατανάλωσης…

Το αίτημα κατάργησης του αυταρχισμού στον ειδικό αυτόν τομέα πηγάζει όμως και από ένα άλλο γεγονός, το οποίο είναι χαρακτηριστικό για την κοινωνική ζωή στη μαζική δημοκρατία και καινοφανές από ιστορική άποψη. Εννοούμε την κατ’ αρχήν κοινωνική ισοπέδωση των ηλικιών, η οποία ακριβώς όπως και η επιδιωκόμενη εξάλειψη των διαφορών ανάμεσα στα φύλα -και η συναφής αναβίωση μυστικιστικών αντιλήψεων για τον ανδρογυνισμό- πηγάζει αναγκαστικά από την εξέγερση του εξισωτισμού ενάντια στους βιολογικούς παράγοντες. Στην περίπτωση αυτήν υπάρχει όμως κι ένας ιδιαίτερος κοινωνικός λόγος που την ισότητα των ηλικιών τη μετατρέπει τελικά σε υπεροχή της νεότητας. Σε όλους τους προγενέστερους κοινωνικούς σχηματισμούς, η σχεδόν απόλυτη ή πάντως σχετική σταθερότητα των εργασιακών μεθόδων και του καταμερισμού της εργασίας είχε ως συνέπεια ότι η μακρά πείρα αποτελούσε πλεονέκτημα πρώτης γραμμής, το οποίο αξιοποιούσε κανείς προ παντός όταν μυούσε νέους στις παραδεδομένες τεχνικές της εργασίας. Το πλεονέκτημα τούτο οι πρεσβύτεροι το χάνουν στον βαθμό που η εξέλιξη στον τομέα της κοινωνικής εργασίας γίνεται τόσο γρήγορη, ώστε μονάχα όσοι μπαίνουν τελευταίοι σ’ αυτόν μπορούν να προσαρμοσθούν στην πιο πρόσφατη κατάσταση πραγμάτων.

Πάνω σ’ αυτήν τη βάση ανθεί η μαζικοδημοκρατική λατρεία της νεότητας και της νεανικότητας, με την οποία οι πρεσβύτεροι επιδιώκουν κατά το δυνατόν να συμπορευθούν, πασχίζοντας, με διαφορετική επιτυχία εκάστοτε, να παραμείνουν όσο γίνεται περισσότερο «fit», να παρακολουθούν όσο μπορούν τις εξελίξεις στη μόδα κτλ. και να επιδεικνύουν καλοπροαίτρετη κατανόηση για τα νέα ήθη. Με τη δραστική αλλαγή στη κοινωνική θέση της νεολαίας ανατιμώνται σημαντικά και μπαίνουν στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής ασχολίες που από τη φύση τους είναι υπόθεση των νέων ανθρώπων, όπως τα αθλήματα και το παιγνίδι, ενώ αντίστροφα η αρρώστια και ο θάνατος παραγκωνίζονται και, όταν επισυμβαίνουν, τα αντιπαρέρχεται κανείς με διακριτικότητα ή σιωπή.

Απόσπασμα από το Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία Εκδ. Θεμέλιο

Πηγή

Advertisements


Κατηγορίες:Δοκίμια, Κονδύλης Παναγιώτης, Φιλοσοφία

Ετικέτες: , ,

Αρέσει σε %d bloggers: