Π. Κονδύλης, Η μονοδιάστατη και η πολυδιάστατη ερμηνεία του Διαφωτισμού

melaxolia_kondylhsα´

Από τη σχηματική και αποσπασματική παρουσίαση της ζωής και του έργου ορισμένων βασικών εκπροσώπων της διαφωτιστικής σκέψης, όπως τη συναντούμε στην Geschichte der Philosophie του Karl Vorländer, είναι σχεδόν αδύνατο να αποκομίσουμε μια συνολική εικόνα του Διαφωτισμού και της εποχής του που να ικανοποιεί τις σημερινές γνώσεις και απαιτήσεις μας’ είναι όμως δυνατό να διακρίνουμε με μεγάλη ακρίβεια στις σελίδες της μια γενική θεώρηση του Διαφωτισμού που υπήρξε χαρακτηριστική για ορισμένη ερμηνευτική κατεύθυνση και διατηρεί ακόμη κάποια επίκαιρα στοιχεία. Σύμφωνα μ’ αυτήν, ο Διαφωτισμός χαρακτηρίζεται αφ’ ενός από τη διάδοση εμπειριστικών και αισθησιοκρατικών τάσεων, αφ’ ετέρου από την προγραμματική πρόταξη της αξίωσης του ανθρώπινου λόγου να υπερνικήσει το πρόβλημα του κόσμου με τις δικές του δυνάμεις και να διαπλάσει τον ανθρώπινο βίο όπως αυτός κρίνει ορθότερο. Όμως ένας Λόγος που εξαρτάται γνωστικά από την αισθητή εμπειρία, δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια της σκέψης της απλής διάνοιας, ενώ ο εμπειρισμός και η αισθησιοκρατία ως τέτοιες κινδυνεύουν να εκφυλιστούν σε έναν χονδροειδή υλισμό.

Η αποδοχή ενός Διαφωτισμού με κύριο γνώρισμα τη διάνοια συνεπάγεται ότι αντινοησιαρχικά ρεύματα όπως η φιλοσοφία του αισθήματος δεν επιτρέπεται να συγκαταλέγονται στον Διαφωτισμό με την αυστηρή έννοια του όρου’ και το εξαγόμενο πάλι συμπέρασμα από την αποδοχή μιας θεμελιώδους αντίφασης μεταξύ της αξίωσης του αυτόνομου Λόγου και της εμμονής στην αισθητή εμπειρία είναι ότι για την υπέρβαση της απαιτείται μια φιλοσοφική σύνθεση, όπως εκείνη που επιχειρήθηκε από τον Kant. Η εξέταση του Διαφωτισμού sub specie philosophiae kantianae, με την τελευταία να παρουσιάζεται ως τελείωση του, σημαίνει βεβαίως ότι εισάγουμε λάθρα τελολογικές αντιλήψεις σε μια εξέλιξη που καθ’ εαυτήν υπήρξε ανοιχτή, και ότι πραγματευόμαστε κατά τρόπο αντίστοιχο το υλικό της ιστορίας των ιδεών’ πρό πάντων όμως σημαίνει ότι κατανοούμε κανονιστικά τη φύση του Διαφωτισμού, με την έννοια ότι τον συρρικνώνουμε, προκειμένου να παραμείνει «γνήσιος», σε εκείνους τους κανόνες που έθεσε και υπερασπίστηκε ο Kant με τη διπλή απομάκρυνση του αφ’ ενός από τον εμπειρισμό και τον σκεπτικισμό, αφ’ ετέρου από τον δογματισμό και την παραδοσιακή οντολογία.

Η κανονιστική θεώρηση του Διαφωτισμού είναι επί πλέον υποχρεωμένη να παραδεχτεί άμεσα ή έμμεσα τον ορισμό του Kant για το περιεχόμενο του Διαφωτισμού ως «εξόδου του ανθρώπου από την ανηλικότητα του, της οποίας υπαίτιος είναι ο ίδιος». Και τούτο, γιατί οι εκπρόσωποι της είναι φιλόσοφοι και ερευνητές που κατανοούν το διανοητικό τους εγχείρημα ως περαιτέρω εξέλιξη της πρωτεύουσας κατ’ αυτούς πρακτικοηθικής αποστολής «του» Διαφωτισμού. Ιδίως στη Γερμανία μετά το 1945, παρά τις όποιες αποχρώσεις, επιφυλάξεις ή αντιρρήσεις, η θεώρηση αυτή υποστηρίζεται με μια έμφαση που συνήθως απουσιάζει από ανάλογες τάσεις στις αγγλοσαξωνικές χώρες ή τη Γαλλία. Αυτό το φαινόμενο εξηγεί γιατί οι μεγάλες ωθήσεις, όσες ανάγκασαν την έρευνα των τελευταίων να αναθεωρήσει τις μονοδιάστατες ερμηνείες του Διαφωτισμού, δεν εκπορεύθηκαν από τη Γερμανία. Πάντως το γεγονός αυτό είναι ψυχολογικά καθ’ όλα κατανοητό: εκπηδά από τις τραυματικές εμπειρίες του εθνικοσοσιαλισμού και συμβαδίζει με την επιθυμία να επικρατήσει στη χώρα αυτή το διαφωτιστικό ιδεώδες ως συστατικό στοιχείο μιας φιλελεύθερης ή δημοκρατικής συνείδησης ικανής να υποβαστάξει ένα αντίστοιχα διαμορφωμένο κρατικό θεσμικό οικοδόμημα. Εξ άλλου, το παρασκήνιο της ιστορίας των ιδεών ενισχύει ex negativo την τάση συγκερασμού της ιστορικής εικόνας του Διαφωτισμού με τις επικαιρικές διαφωτιστικές προθέσεις.

Γιατί μολονότι κατά τον 19ο και 20ο αι. μεγάλα τμήματα της θύραθεν αστικής τάξης και οι σοσιαλιστές στο σύνολο τους έκαναν λόγο για τον Διαφωτισμό με την κανονιστική έννοια του όρου και θετικά (κι όταν ακόμη με τον όρο αυτόν εννοούσαν εκάστοτε κάτι ολότελα διαφορετικό ή εξήραν διαφορετικές όψεις του), από την άλλη πλευρά είναι γεγονός ότι ήδη τον 18ο αι. η αποκρυστάλλωση του αισθήματος της εθνικής ταυτότητας στη Γερμανία -και μάλιστα όχι μόνο σε κύκλους «αντιδραστικών»- συνοδεύτηκε επανειλημμένα από την επιδεικτική περιχαράκωση απέναντι στην υποτιθέμενη ρηχότητα του δυτικού-διαφωτιστικού πνεύματος. Η στάση αυτή επιβίωσε τον 19ο αι. σε διάφορες εκδοχές και μάλιστα επανήλθε ενδυναμωμένη στο προσκήνιο τον 20ο αι., ιδίως κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και φυσικά μετά τις Βερσαλλίες, εξέλιξη που εκδηλώθηκε σε αισθητίζοντες κύκλους διανοουμένων όπως επίσης και στη ριζοσπαστική Δεξιά. Παρέλκει να αποδείξουμε εδώ ότι η επίδραση της στην επιστημονική διερεύνηση του Διαφωτισμού στη Γερμανία υπήρξε ενδεχομένως ακόμη πιο μοιραία και από εκείνην της μονοδιάστατης κανονιστικής αντίληψης.

β´

Οπωσδήποτε, αυτή η κοινωνικοπολιτικά υποκινούμενη έριδα για τη φύση του Διαφωτισμού δεν αποτελεί σε καμμιά περίπτωση αποκλειστικά γερμανικό φαινόμενο. Γενικά, η συζήτηση γύρω από τον Διαφωτισμό, όταν αυτός άνηκε ήδη στο παρελθόν και μπορούσε επομένως να εξεταστεί αναδρομικά ή με κριτήριο τις εικαζόμενες συνέπειες του, διεξήχθη εξ αρχής υπό τη σκιά κοινωνικοπολιτικών βλέψεων και αναγκών, και μάλιστα στο πλαίσιο της μεγάλης θεωρητικής διαμάχης που ξέσπασε με αφορμή τη Γαλλική Επανάσταση και αντικείμενο την προϊστορία ή την εξελικτική πορεία της. Φυσικά, οι πρωταγωνιστές ή οι θιασώτες της Επανάστασης δεν την κατανόησαν ούτε την παρουσίασαν ως ένα ακόμα επεισόδιο της συνήθους πολιτικής πορισμού ισχύος, αλλά αντίθετα ως μια ριζοσπαστική πολιτική και ηθικοπνευματική καμπή στην ιστορία της ανθρωπότητας’ υπ’ αυτό το πρίσμα, η Επανάσταση ήταν η έμπρακτη επαλήθευση όλων των ιδεών και των οραμάτων του Διαφωτισμού. Όμως και οι πολέμιοι της Επανάστασης υπέθεσαν εξ ίσου φυσικά έναν οργανικό δεσμό μεταξύ εκείνης και του Διαφωτισμού – αν και με αντεστραμμένο πρόσημο: στα δικά τους μάτια η Επανάσταση αποτελούσε το βδελυρό αλλά αναπόδραστο γέννημα της μακράς υπονόμευσης των αξιών του χριστιανισμού και των νομοκατεστημένων τάξεων από μια μειονότητα διανοουμένων διψασμενων για ισχύ, που εν τέλει κατόρθωσαν να παρασύρουν τις μάζες και επικαλούμενοι γενικά και αφηρημένα ιδεώδη να εγκαθιδρύσουν το τρομοκρατικό καθεστώς τους.

Παρά την αγεφύρωτη διάσταση στην τελική τους αποτίμηση, και οι δύο αυτές θέσεις έχουν κοινές κάποιες ουσιώδεις παραδοχές, οι οποίες έγιναν έτσι κοινό κτήμα και σφράγισαν επί μακρόν τις τρέχουσες απόψεις για τον Διαφωτισμό, ακόμη και της επιστήμης άμεσα ή έμμεσα.

Πρώτον, Επανάσταση και Διαφωτισμός αποτέλεσαν αντικείμενο συνεξέτασης, ήτοι η πρώτη θεωρήθηκε παράγωγο των ιδεών του δεύτερου, πράγμα που με τη σειρά του διευκόλυνε τη συρρίκνωση του Διαφωτισμού σ’ εκείνα πάνω-κάτω τα στοιχεία που στάθηκαν σημαντικά για την ιδεολογία της Επανάστασης, και άνοιξε τον δρόμο σε μια ενοποιητική θεώρηση του υπ’ αυτήν ακριβώς την έποψη. Καθώς όμως η Επανάσταση είχε έρθει στο προσκήνιο με την αξίωση να εφαρμόσει εμπράκτως σε κοινωνική κλίμακα ορισμένους κανόνες και αξίες, ήταν επόμενο -δεύτερον- η πεμπτουσία του Διαφωτισμού να εντοπιστεί στη συνειδητή κανονιστική του τοποθέτηση, πράγμα που πάλι σήμαινε ότι η αυτοκατανόηση των εκπροσώπων και οπαδών του και η εκ του αρνητικού ομογνωμία των εχθρών του Διαφωτισμού και της Επανάστασης ως προς την αυτοκατανόηση αυτή λαμβανόταν στην ονομαστική της αξία. Τρίτον, ο Διαφωτισμός φάνηκε ότι ακολουθεί νοησιαρχική κατεύθυνση, με την έννοια ότι οι κανόνες και οι αξίες του αποτελούσαν θέσμια του αυτόνομου Λόγου, τα οποία δεν λογοδοτούσαν (αναγκαία) στην εμπειρία, αλλά ατένιζαν αφ’ υψηλού, κυρίαρχα ή επιπόλαια (ανάλογα με την εκτίμηση), τη χαοτική ποικιλία των εμπειρικών συμβεβηκότων’ η κοινωνική ενσάρκωση αυτού του Λόγου και αυτής της νόησης που με αυτοπεποίθηση επιζητούσε να βελτιώσει τον κόσμο δεν ήταν παρά ο διανοούμενος – από τον φιλόσοφο ως τον στρατευμένο δημοσιογράφο.

Πάνω σ’ αυτή τη σύζευξη κανονιστικότητας και ορθολογισμού/νοησιαρχίας δεν εδραζόταν μόνο η υπερήφανη αυτοπεποίθηση πολλών διαφωτιστών, αλλά και η κριτική που τους άσκησαν οι πολέμιοι τους, ιδίως μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης. Προ πάντων η αντεπαναστατική πτέρυγα του ρομαντισμού κατηγόρησε τον Διαφωτισμό ότι αγωνίζεται υπέρ εσφαλμένων κανόνων και αξιών, επειδή ακριβώς εργάζεται με την ψυχρή νόηση και περιφρονεί τη φωνή της καρδιάς και του αισθήματος, όπου φανερώνεται η πραγματική φύση του ανθρώπου’ γιατί μόνο το αίσθημα ριζώνει στο συγκεκριμένο, στον κόσμο δηλ. της ιστορίας και της παράδοσης που χρέος μας είναι να διαφυλάξουμε, ενώ ο καθαρός Λόγος αρέσκεται σε αφαιρέσεις γενικευτικές και εν τέλει ξένες ή και εχθρικές προς τον άνθρωπο.

Τούτη η συντηρητική-ρομαντική κριτική του Διαφωτισμού μπόρεσε να αποκτήσει περιωπή επιστημονικής θεώρησης του βαθύτερου χαρακτήρα του Διαφωτισμού, απλώς και μόνο επειδή παρουσιάστηκε ως αντίβαρο στη θετική, αλλά και μονοδιάστατη συγχρόνως, θεώρηση του Διαφωτισμού. Η διάδοση της είχε ως συνέπεια να επιδιωχθεί η αναγωγή του Διαφωτισμού ως όλου στο γεωμετρικό πνεύμα ή και στον καρτεσιανό τρόπο σκέψης, πρό πάντων όμως να παραγνωριστούν φαινόμενα της ιστορίας των ιδεών όπως η φιλοσοφία του αισθήματος και μάλιστα ο ρουσσωισμός ή το κίνημαΘύελλα και Ορμή, και να μην εκτιμηθούν ως συστατικά τμήματα του Διαφωτισμού, αλλά ως πρόδρομοι της αντίδρασης εναντίον του.

Τούτη η ρομαντική θεώρηση και κριτική του Διαφωτισμού παρουσιάστηκε σε πολλές ελεύθερες παραλλαγές και οι επιδράσεις της συναντώνται και σε μεταγενέστερες εποχές, όταν οι κοινωνικές της καταβολές και τα κοινωνικά της κίνητρα περιέπεσαν στη λήθη’ γι’ αυτό και οι αδαείς στην ιστορία των ιδεών εκπλήσσονται σήμερα με τη διαπίστωση, ότι οι αιτιάσεις του Adorno και του Horkheimer κατά του Διαφωτισμού ως αποθέωσης του εργαλειακού Λόγου μαζί με όλες τις ηθικές και πολιτισμικές συνέπειές τους συνιστούν κατά βάση μεταμφίεση αυτής της παλαιορομαντικής-συντηρητικής θεώρησης σε μια νεορομαντική-προοδευτική εννοιολογία και γλώσσα. Όμως για να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε το φαινόμενο αυτής της διατήρησης των βασικών μοτίβων ενός θεωρητικού ρεύματος παρά την άλλαγή των κανονιστικών βλέψεων, πρέπει να γνωρίζουμε τις μακροχρόνιες και δαιδαλώδεις περιπέτειες της παλαιοσυντηρητικής κριτικής του καπιταλισμού και του πολιτισμού στην όψιμη διασταύρωση της με ανάλογες σοσιαλιστικές θέσεις.

γ´

Τα πρώτα μεγάλα συνθετικά έργα για τη σκέψη του Διαφωτισμού αναπαρήγαν σε ποικίλες παραλλαγές τις εν τω μεταξύ εκλαϊκευμένες μονοδιάστατες ερμηνείες. Ο Hazard ανασυνέθεσε τό θετικό πρόγραμμα του Διαφωτισμού από τήν έποψη της κριτικής των διαφωτιστών στόν κατεστημένο χριστιανισμό και αποπειράθηκε έτσι να καταδείξει ότι το πρόγραμμα αύτό ως όλον προέκυψε από την αξίωση του αυτόνομου Λόγου για καθολικότητα. Κατά την αποψή του, οι αιτίες για την πρακτική αποτυχία του διαφωτιστικού προγράμματος οφείλονταν όχι λίγο στην παραγνώριση του αισθήματος, άποψη που βεβαίως σήμαινε ότι η φιλοσοφία του αισθήματος δεν ανήκε στόν Διαφωτισμό stricto sensu. Ο Hazard ωστόσο δεν κατέβαλε καμμιά προσπάθεια να εξηγήσει το γεγονός που ο ίδιος διαπίστωσε, ότι δηλ. τα φαινόμενα που κατά την ανάλυσή του προκάλεσαν την κρίση του Διαφωτισμού, συχνότατα προηγήθηκαν της υποτιθέμενης ακμής του τελευταίου. Κατά το μέτρο αυτό, η θεματική και λογική κατάταξη του ύλικού, που απέβλεπε να τονίσει την εντύπωση ότι η κρίση του Διαφωτισμού ήταν η όψιμη συνέπεια της κατανόησης της ανεπάρκειας και των ατελειών του, αντέφασκε με την ιστορική διαδοχή των γεγονότων, και έτσι στοιχεία σκέψης που στην πραγματικότητα ήταν λογικά και χρονικά συναφή, εμφανίζονται λογικά ετερογενή και χρονικά απομακρυσμένα. Όμως η συνεπής εξήγηση του τεκμηριωμένου γεγονότος της λογικής και χρονικής συνάφειας αυτών των στοιχείων αντί του τεχνητού διαχωρισμού τους θα απαιτούσε μιά ουσιωδώς διαφορετική συνολική ερμηνεία του Διαφωτισμού. Όμοιες ενστάσεις μπορούν να προβληθούν εναντίον του κατά δεκαπέντε έτη αρχαιότερου έργου του Cassirer, ο οποίος ακολουθώντας τον Dilthey δεν αποδέχεται μεν τη ρομαντική μομφή περί ανιστορικής νοησιαρχίας του Διαφωτισμού, αντ’ αυτού όμως αποπειράται να συμπιέσει όλη την ιστορική πολυμέρεια των ιδεών του σε ό,τι εκείνος αποκαλεί τύπο σκέψης του Διαφωτισμού. Ο τελευταίος αντιστοιχεί υποτίθεται τον μεθοδικό τρόπο εργασίας των μαθηματικών φυσικών επιστημών, ή και εκπηγάζει από αυτόν, και δηλώνει σε σημαντικό βαθμό τη διάπλαση της εμπειρίας από την κυρίαρχη νόηση, όπως τούτο καταδεικνύεται στην κεντρική έννοια του νόμου. Σ’ αυτή την προοπτική, ο Kant προβάλλει ως ο στοχαστής εκείνος που αποπεράτωσε τον Διαφωτισμό, ήτοι ως εκείνος που όχι μόνο εφάρμοσε τον διαφωτιστικό τύπο σκέψης σε όλο το εύρος της φιλοσοφικής ερωτηματοθεσίας, αλλά και που τον θεμελίωσε γνωσιοθεωρητικά, εξηγώντας και καθιστώντας εύλογη την επιστημολογική του αναγκαιότητα.

Τώρα ο Cassirer ορίζει αυτόν τον τύπο σκέψης, ως τυπικό εκπρόσωπο του οποίου θεωρεί τον Newton, κατά τρόπο που η πατρότητα του να μπορεί να αποδοθεί εξ ίσου καλά και στον Galilei για παράδειγμα, ενώ μοιραία μένει άδηλο σε τι έγκειται η ειδοποιός διαφορά του Διαφωτισμού, καθώς και το ξεχωριστό μυστικό της πελώριας επίδρασης που άσκησε ο Newton τον 18ο αι., εκτός αυτού ο συγγραφέας δεν είναι σε θέση να ακολουθήσει με συνέπεια τον ερμηνευτικό μίτο του σε όλα τα πεδία της διαφωτιστικής σκέψης που διερευνά και να καταδείξει με τρόπο λογικά και ιστορικά ικανοποιητικό τη συγκεκριμένη τους φυσιογνωμία ανάγοντας την στις συλλογιστικές προϋποθέσεις που αποδέχεται. Έχοντας επιβάλλει οικειοθελώς στον εαυτό του τον καταναγκασμό να ερμηνεύσει τον Διαφωτισμό ως ενιαίο όλο, συχνά παρατρέχει σιωπηρώς κείμενα και γεγονότα ή τα θέτει επί προκρούστειας κλίνης. Θύματα του πέφτουν κυρίως οι υλιστικές τάσεις, τις οποίες ο Cassirer ξεγράφει, ως μεμονωμένα φαινόμενα χωρίς τυπική σημασία. Πρόκειται βέβαια για κατανοητή στάση, αν αναλογιστούμε τον καταστατικό ρόλο που είχε για τη γέννεση και τον χαρακτήρα του νεοκαντιανισμού ο αγώνας του κατά του υλισμού’ από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να αποκτήσουμε αντικειμενική εικόνα του Διαφωτισμού, αν δεν είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε γιατί ο υλισμός έρχεται προγραμματικά στο προσκήνιο για πρώτη φορά στην ιστορία των ιδεών των Νέων Χρόνων ακριβώς κατά τον 18ο αι. Εν ολίγοις, ο Cassirer ταυτολογεί εξοβελίζοντας όλα όσα δεν συμφωνούν με τον θεμελιώδη κατά τους ισχυρισμούς του τύπο σκέψης του Διαφωτισμού, και τελολογεί όταν περιγράφει την εξέλιξη του Διαφωτισμού με το βλέμμα στραμμένο στη δήθεν τελείωση του από το έργο του Kant.

Οι σύντομες αυτές παρατηρήσεις πάνω σε δύο βασικά έργα της βιβλιογραφίας του Διαφωτισμού πρέπει να κατέστησαν ευκρινείς τις ουσιώδεις ελλείψεις των μονοδιάστατων ερμηνειών. Στην αμφισβήτηση και αναθεώρηση τους οδήγησαν σε γενικές γραμμές οι ίδιοι λόγοι που ενέπνευσαν και τη νεορομαντική -και μονοδιάστατη πάντα στη σύλληψή της- ενασχόληση των Adorno και Horkheimer με τον Διαφωτισμό. Οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και η ανάδυση εκείνου του φαινομένου που ονομάστηκε στην εποχή του ολοκληρωτισμός και σε κάποιες τουλάχιστον εκδοχές του επικράτησε και ασκήθηκε (και) εν ονόματι διαφωτιστικών αρχικά ιδεωδών και αξιών, πρέπει να διέδωσαν το αίσθημα ότι η εποχή που είχε αναγράψει στα λάβαρα της τα συνθήματα του διαφωτιστικού ουμανισμού και που σύμφωνα με τη δική της αυτοκατανόηση εργαζόταν για την πραγμάτωση τους, είχε φθάσει ήδη στο πέρας της – πολλώ μάλλον: ότι η πρακτική αποτυχία των προσπαθειών που είχαν τις καταβολές και την απαρχή τους στο πρόγραμμα του Διαφωτισμού, ήδη λόγω του εύρους της δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε σε συμπτώσεις ούτε σε υποκειμενικά κακές προθέσεις, αλλά στις ίδιες τις θεμελιώδεις θέσεις του Διαφωτίσμού.

Όπως είναι εύλογο, πρόθυμοι να αποδεχτούν τέτοιες υποθέσεις υπήρξαν στην αρχή περισσότερο συντηρητικοί και αστοί φιλελεύθεροι ερευνητές και ιστορικοί (όπως λ.χ. οι Becker και Crocker), που εν μέρει θεωρούσαν τον εαυτό τους φύλακα της χριστιανικής-ουμανιστικής κληρονομιάς και είχαν επί πλέον την έφεση να προσγράφουν την πλάνη του ολοκληρωτισμού στον εκριζοσπαστισμό των δυτικών-φιλελεύθερων ιδεών από τους άθεους διαφωτιστές. Παρόμοιες αποστάσεις από τον Διαφωτισμό πήραν βαθμηδόν και άνθρωποι που από την προσωπική τους τριβή με σύγχρονα πολιτικά κινήματα ή από δικούς τους αναλογισμούς πάνω στην παράδοξη δυναμική των κοινωνικών και ιδεολογικών παραγόντων εξεπλάγησαν δυσάρεστα από το φαινόμενο της μετατροπής της διαφωτιστικής ιδεολογίας σε χειροπιαστές μορφές κυριαρχίας. Πάντως, έστω κι έτσι η επιστήμη ξεκίνησε να αναζητά σκοτεινές πλευρές, άδηλα σημεία, ανομολόγητες προϋποθέσεις ή συνεπαγωγές, εσωτερικές αντιφάσεις ή ιστορικές παραλληλότητες’ το ουσιωδώς νέο και γόνιμο σε αυτή την τοποθέτηση ήταν ότι οι ερευνητές δεν ενδιαφέρονταν πλέον τόσο πολύ για ταξινομήσεις και περιοδολογήσεις, αλλά πολύ εντονότερα για την πολυδιάστατη σύλληψη ενός αντικειμένου του οποίου αναγνώριζαν πλέον τον πολυδιάστατο χαρακτήρα.

δ´

Βεβαίως από μόνη της η επανεκτίμηση του προγράμματος και των ιστορικών επιδράσεων του Διαφωτισμού σε καμμιά περίπτωση δεν αρκούσε για να συνθέσει μια επιστημονικά αξιόπιστη συνολική εικόνα του. Σ’ αυτήν ήρθαν να προστεθούν σημαντικές εξελίξεις στις ερευνητικές μεθόδους της ιστορίας των ιδεών καθώς και ρηξικέλευθες θεωρήσεις των μηχανισμών διαμόρφωσης και λειτουργίας των φιλοσοφικών και επιστημονικών θεωριών. Η εμβριθέστερη μελέτη της ιστορίας των φυσικών επιστημών, που συνιστά ένα από τα μεγάλα γεγονότα στο χώρο της ιστορίας των ιδεών κατά τις τελευταίες δεκαετίες και οδήγησε συχνά στην εξιστορίκευση ή σχετίκευση της απόλυτης αντικειμενικότητας που αξίωναν για τον εαυτό τους οι λεγόμενες θετικές ή ακριβείς επιστήμες, ήταν επόμενο να οδηγήσει στο συμπέρασμα, για παράδειγμα, ότι η ερμηνεία της φύσης από τον Newton δεν ήταν αποτέλεσμα μιας εφαρμογής ορισμένων μεθόδων πάνω σε νέα φυσικά δεδομένα που έλαβε χώρα σε ιστορικό κενό, αλλά αντίθετα μια σύνθεση που μεταξύ άλλων δεν χρωστούσε λίγα στην παράδοση του ερμητισμού’ εξάλλου, η τεράστια επιρροή της πάνω σ’ όλη την πνευματική ζωή του 18ου αι. ερειδόταν, όπως γνωρίζουμε σήμερα, σε παράγοντες που είχαν να κάνουν περισσότερο με πολιτικές και θεολογικές παρά με ειδικά φυσικοεπιστημονικές αντιλήψεις. Υπ’ αυτές τις συνθήκες βεβαίως δεν μπορούσε να γίνει πλέον λόγος για έναν τύπο σκέψης «του» Διαφωτισμού, του οποίου παραδειγματικός εκπρόσωπος υπήρξε το επιστημονικό επίτευγμα του Newton, ιδίως εν όψει του γεγονότος ότι οι διαφωτιστές στη μεγάλη τους πλειοψηφία επεδίωξαν να υποβαθμίσουν την αμιγώς μαθηματική συνιστώσα στο έργο του Newton όπως και εν γένει τα μαθηματικά, επειδή έβλεπαν σ’ αυτά μια νεκρανάσταση νοησιαρχικών αφαιρέσεων.

Σ’ αυτή τη συνάφεια, η ένδελεχέστερη διερεύνηση της ιστορίας της επιστήμης προσέφερε μιάν άλλη ούσιαστική υπηρεσία στη μελέτη του Διαφωτισμού. Διότι έφερε στό φώς την κεντρική σημασία τής ανάπτυξης των βιολογικών επιστημών γιά τον κόσμο των ιδεών του Διαφωτισμού (Roger), και έτσι μας υποχρέωσε να επανεξετάσουμε τις τρέχουσες απόψεις ως πρός την καταγωγή του υλισμού του 18ου αι. από τον καρτεσιανό δήθεν μηχανικισμό• έτσι προχωρήσαμε κατ’ ανάγκην στη γενική διαπίστωση, ότι η αντίληψη του Διαφωτισμού για τη φύση, που αποτέλεσε τη θεωρητική βάση του αγώνα ενάντια στη θεολογική διδασκαλία της Δημιουργίας, αποκρυσταλλώθηκε κάτω από προϋποθέσεις κατά πολύ διαφορετικές από τη μηχανικιστική κοσμοεικόνα του Galilei, του Descartes ή του Hobbes, με των οποίων την αρωγή ο ορθολογισμός των Νέων Χρόνων κέρδισε την πρώτη μεγάλη μάχη του κατά της έως τότε κρατούσας ερμηνείας του κόσμου.

Η αναδίφηση της εξέλιξης των κοινωνικών επιστημών την εποχή του Διαφωτισμού έφερε κι εκείνη στο φώς στοιχεία και γεγονότα που διέλυσαν τελεσίδικα τον ρομαντικό θρύλο για την ανιστορική τοποθέτηση του δήθεν νοησιαρχούμενου Διαφωτισμού ο οποίος μολονότι είχε αμφισβητηθεί από τον Dilthey στον καιρό του, εξακολουθούσε να ζει. Οι ανανεωμένες αναγνώσεις ή και η έκ νέου ανακάλυψη κειμένων όπως λ.χ. εκείνα της σκωτικής σχολής, τούτη τη φορά από την έποψη των ερωτημάτων που έθεσαν οι σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες, έδειξε ότι ο Διαφωτισμός όχι μόνο είχε αφήσει πίσω του την παλαιά αυλική ιστοριογραφία, αλλά και αυτήν την πολιτική ιστοριογραφία (Ηume, Gibbon), και ότι κατόρθωσε να ιδρύσει την ιστορικά θεμελιωμένη κοινωνιολογία. Η διάνοιξη του ιστορικού κόσμου με τις ιστορικές ρίζες και την ιστορική ποικιλία του υπήρξε δίχως άλλο ένα πνευματικό επίτευγμα του 18ου αι. που απέδωσε πλήρως ώριμους καρπούς μόνο κατά τη διάρκεια των δύο επόμενων αιώνων. Μέ τη σειρά της, η διαπίστωση αυτή οδήγησε αναγκαία στο συμπέρασμα, ότι οι ιστορικές κατασκευές που ομνύουν πίστη στην ευθύγραμμη πρόοδο, στις οποίες μέχρι πρότινος συρρίκνωνε κανείς απλοϊκά την ιστορική σκέψη του Διαφωτισμού, αποτελούσαν μια μόνο όψη ή εκδοχή του πραγματικού φάσματος των ιστορικών τοποθετήσεων και των προσπαθειών γενικής ερμηνείας.

Ένα άλλο, κατά κανένα τρόπο υποδεέστερο ή ασημαντότερο μέρος του ίδιου φάσματος, το συνέθεταν σχετεκιστικές και σκεπτικιστικές θέσεις, που όχι μόνο ήταν αντίθετες αλλά συχνότατα και πολέμιες τών πρώτων. Ο σχετικισμός και ο πεσσιμισμός αναγνωρίστηκαν ως οργανικά συστατικά στοιχεία της ιστοριογραφίας του Διαφωτισμού (Vyeverberg), και αν αυτό το φαινόμενο δεν έξηγήθηκε αμέσως ή δεν εξηγήθηκε πάντοτε πειστικά και με σαφήνεια, πάντως η υπόδειξή του αποτέλεσε έναν πρόσθετο βαρύνοντα λόγο ώστε να αναζητηθεί μιά συνολική εικόνα του Διαφωτισμού πλουσιότερη σε αποχρώσεις και περιεχόμενο.

Η ίδια ανάγκη έν μέρει προξενήθηκε και εν μέρει ενισχύθηκε από την αυξανόμενη αλληλοδιείσδυση των μεθόδων των επιστημονικών κλάδων. Διόλου τυχαία ερευνητές, που κατά την ειδικότητα τους ήταν φιλόλογοι, συνέβαλαν εξαιρετικά στην αναθεώρηση των μονοδιάστατων ερμηνειών του Διαφωτισμού (Dieckmann). Ένα χαρακτηριστικό του ίδιου του Διαφωτισμού ήταν ότι έκανε ρευστά τα όρια μεταξύ φιλοσοφίας λογοτεχνίας και επιστήμης ως διαφορετικών ειδών του γραπτού λόγου και σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις τα απάλειψε. Η έρευνα του Διαφωτισμού αξιοποίησε τη διαπίστωση αυτή θέτοντας ως μέλημα της την παράλληλη ανάγνωση φιλοσοφικών, λογοτεχνικών και κοινωνικοεπιστημονικών ή φυσικοεπιστημονικων κειμένων, συνεξετάζοντάς τα δηλ. με βάση το κοινό τους περιεχόμενο και φέρνοντας στο φώς τις κοινές κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις που τα υποστρώνουν. Με αυτόν τον τρόπο κανόνας των σχετικά λίγων ονομαστών στοχαστών που επί μακρόν θεωρούνταν κλασσικοί εκπρόσωποι του διαφωτιστικού πνεύματος και αποτελούσαν το προτιμητέο ή και το αποκλειστικό θέμα των επιστημονικών πραγματεύσεων, εμπλουτίστηκε εξαιρετικά και η παλαιότερη ιεραρχική του συγκρότηση καταλύθηκε, εν μέρει τουλάχιστον• ύποπτα ή διαβόητα έργα αξιολογήθηκαν εκ νέου και κατανοήθηκαν διαφορετικά, ενώ η καλύτερη γνώση της ιστορίας της συγγραφής των ήδη ικανοποιητικά γνωστών και καθιερωμένων θάμπωσε ένα μέρος από την πρώτη τους λάμψη. Η διεύρυνση του υλικού και η αποσύνθεση του παλαιού κανόνα μας επέτρεψαν με τη σειρά τους όχι μόνο να ρίξουμε μια ματιά στις έως τότε κρυφές γωνίες της διαφωτιστικής σκέψης, αλλά και να κατανοήσουμε βαθύτερα και διεισδυτικότερα τους μεγάλους κοινούς τόπους γύρω από τους οποίους περιστράφηκε η σκέψη αυτή και όπου αναζήτησε την έσχατη κοσμοθεωρητική της θεμελίωση, όπως είναι λ.χ. οι κοινοί τόποι της φύσης ή της ευτυχίας’ οι υποδειγματικές ερευνητικές συμβολές τών Ehrard και Mauzi, που πραγματεύονται τα θέματα αυτά, έγιναν δυνατές ακριβώς πάνω στη βάση των μεθοδολογικών προϋποθέσεων που περιγράψαμε. Χρήσιμη συνδρομή προσέφερε εδώ η προηγμένη εν τώ μεταξύ κοινωνιολογική διερεύνηση του βίου των συγγραφέων, της εκδοτικής παραγωγής, του αναγνωστικού κοινού κλπ. κατά τον 18ο αι., που έριξε φώς στις συγκεκριμένες συνθήκες και ανάγκες, υπό τήν επήρεια των οποίων αποκρυσταλλώθηκε η σκέψη του Διαφωτισμού με όλη της την πολυμέρεια.

ε´

Οι μονοδιάστατες ερμηνείες του Διαφωτισμού ερείδονται άμεσα ή έμμεσα στην πεποίθηση, ότι οι προγραμματικές αποφάνσεις του ίδιου του Διαφωτισμού περιέχουν πράγματι τον μεγάλο κοινό παρονομαστή, στον οποίο συνοψίζονται τόσο το καθοριστικό γενικό του μέλημα όσο και οι ιδιαίτερες θέσεις και έννοιες που το συγκεκριμενοποιούν. Και ήταν επόμενο να εντοπίσουν αυτόν τον κοινό παρονομαστή στην έννοια του Λόγου• διότι ο Διαφωτισμός παρουσιάστηκε όντως, και δή ως Διαφωτισμός, με την αξίωση να παραμερίσει ολοσχερώς την Αποκάλυψη και την αυθεντία χάριν της αυτόνομης δράσης του ανθρώπινου Λόγου ή τουλάχιστον να τις υποβάλει στη βάσανο και τη βελτιωτική επίδραση του Λόγου. Ωστόσο, ήδη η προγραμματική (και συνήθης) αντιπαράταξη Λόγου και Αποκάλυψης ή αυθεντίας μας επιτρέπει να διακρίνουμε ότι η επίκληση του Λόγου από μέρους του Διαφωτισμού έχει χαρακτήρα αμιγώς πολεμικό ή αρνητικό, πράγμα που συνεπάγεται πάλι ότι μια ενιαία θεώρηση του διαφωτιστικού κινήματος θα μπορούσε να επιχειρηθεί μόνο από την έποψη της οριοθέτησης του απέναντι στον εκκλησιαστικό-θεολογικό εχθρό, μολονότι ο τελευταίος δεν πολεμήθηκε από όλους τους διαφωτιστές με την ίδια έμφαση και τα ίδια επιχειρήματα.

Όμως η πολεμική-αρνητική συναίνεση στην επίκληση του Λόγου κατά της Αποκάλυψης και της αυθεντίας, μέσα στον ίδιο τον Διαφωτισμό δεν μετατράπηκε σε θετική συναίνεση ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο του ίδιου αυτού Λόγου• οί ορισμοί της έννοιας του Λόγου καθώς και της έννοιας της φύσης που προτάθηκαν εκάστοτε από διάφορους στοχαστές και ρεύματα απέχουν κατά πολύ ο ένας από τον άλλο ή μάλιστα είναι διαμετρικά αντίθετοι μεταξύ τους, ώστε δεν γίνεται να συνθέσουμε από αυτούς έναν θετικό ενιαίο ορισμό του Διαφωτισμού υπό την αιγίδα του Λόγου, μολονότι όλες οι πλευρές τον επικαλούνται. Και όταν ζητούμε την υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου ορισμού της έννοιας του Λόγου και τη χρήση του ως μέτρου και γνώμονα, απλώς γνωστοποιούμε την προθυμία μας να ταυτιστούμε με την αυτοκατανόηση ορισμένης πτέρυγας του διαφωτιστικού κινήματος και να θυσιάσουμε την περιγραφική προσέγγιση προς όφελος κανονιστικών επιδιώξεων.

Η συρρίκνωση του Διαφωτισμού στην έννοια του Λόγου συνεπάγεται μια επιπρόσθετη οπτική απάτη, με ιδιαιτέρως λυπηρά επακόλουθα για την έως τώρα έρευνα. Η επίκληση του Λόγου και η παρακίνηση των ανθρώπων να κάνουν χρήση του τηρώντας τις αρχές και τα διδάγματα του, όπως απορρέουν από τη χρήση αυτή, ονομάζεται κοινώς ορθολογισμός, και με αυτή την έννοια η εποχή του Διαφωτισμού αποκλήθηκε εποχή του ορθολογισμού. Όμως συχνότατα ο ορθολογισμός ρίχτηκε μαζί με τη νοησιαρχία στο ίδιο καζάνι’ έτσι δημιουργήθηκε σύγχυση μεταξύ του περιεχομένου του Λόγου και της γνωσιοθεωρητικής του διάρθρωσης και νομίστηκε ότι η ομολογία πίστεως προς τον Λόγο είναι το ίδιο πράγμα με την ομολογία πίστεως προς τη νόηση ως ύψιστη και πολυτιμότερη ανθρώπινη ικανότητα.

Στην προοπτική της ιστορίας των ιδεών, αυτή η σύγχυση έλκει την καταγωγή της από τη ρομαντική-συντηρητική πολεμική κατά του Διαφωτισμού και των επαναστατικών του επενεργειών. Συντηρητικοί (ρομαντικοί) μέμφθηκαν τον Διαφωτισμό ότι στο όνομα του Λόγου ύποστηρίζει οικουμενικούς κανόνες καθώς και μιά οικουμενική εικόνα περί ανθρώπου, δίχως να λαμβάνει ύπ’ όψιν του τις συγκεκριμένες γεωγραφικές, ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες• άρα αυτός ο κανονιστικός οικουμενισμός δεν μπορεί να εκπηγάζει παρά μόνο από εκείνη την ανθρώπινη ιδιότητα που είναι η λιγότερο ευαίσθητη στην αισθητή πραγματικότητα και τείνει περισσότερο από όλες τις άλλες να γεννά και να υφαίνει αφαιρέσεις: τη νόηση. Η ρομαντική-συντηρητική αντίθεση στο περιεχόμενο του στραμμένου ενάντια στην Αποκάλυψη και τήν αυθεντία διαφωτιστικού Λόγου, αρθρώθηκε έτσι (και) με την απόρριψη της αφηρημένης νοησιαρχίας ή με τη συρρίκνωση του διαφωτιστικού ορθολογισμού (ως πεμπτουσίας ορισμένων θέσεων και κανόνων) στη νοησιαρχία (ως μορφή και μέθοδο σκέψης)• με αυτόν τον τρόπο οι υποτιθέμενες εμπράγματες πλάνες του Διαφωτισμού προβλήθηκαν ως αναγκαίο αποτέλεσμα του εσφαλμένου τρόπου και τής εσφαλμένης μεθόδου της σκέψης του. Αυτή η ρομαντική-συντηρητική ανακριβολογία δέν θα είχε κάνει σχολή αν οι διαφωτιστές δεν ήταν πράγματι υποχρεωμένοι να μετέρχονται αποκλειστικά οικουμενικές και κατά το μέτρο αυτό αφηρημένες διατυπώσεις, προκειμένου να ορίσουν θετικά το περιεχόμενο ή τους κανόνες του Λόγου. Από την πλευρά της ιστορίας των ιδεών, όπως ήδη παρατηρήσαμε, η διαφωτιστική έννοια τού Λόγου είναι (τυπικά) ενιαία μόνο ως πολεμική αρνητική έννοια κατά της Αποκάλυψης και της αυθεντίας, ενώ παρουσιάζεται κατακερματισμένη και πολύσημη μόλις λάβουμε ως γνώμονα τους ποικίλους ορισμούς που προσέδιδαν στο περιεχόμενό της τα διάφορα διαφωτιστικά ρεύματα.

Ώστε το ζητούμενο είναι ένα σημείο θεώρησης που να μάς επιτρέπει να εξηγήσουμε ικανοποιητικά την πληθωρικά μαρτυρούμενη και στις μέρες μας αναγνωρισμένη πλέον αντιφατική πολυμέρεια των διαφωτιστικών θέσεων, δίχως συγχρόνως να ταυτίζουμε τη διαφωτιστική επίκληση του Λόγου, ήτοι τον διαφωτιστικό ορθολογισμό, με τη νοησιαρχία’ διότι η νοησιαρχική συρρίκνωση του διαφωτιστικού ορθολογισμού είναι ασύμβατη με την κρίσιμη διαπίστωση της πολυμέρειας των ιδεών του Διαφωτισμού.

Τέτοιο σημείο θεώρησης μπορεί να μας εξασφαλίσει μόνο μιά ανάλυση προσανατολισμένη στη διεργασία τής αποκατάστασης τών αισθητών. Βεβαίως, η αποκατάσταση των αισθητών δεν άποτελει καθ’ εαυτήν επινόηση ή επίτευγμα τού Διαφωτισμού , άλλά κεντρική θέση τού όρθολογισμού τών Νέων Χρόνων εν γένει , τού οποίου οργανικό τμήμα καί νευραλγική φάση είναι ό Διαφωτισμός• ως τέτοια στρέφεται εναντίον της κεντρικής αντίληψης της αρχαίας και της χριστιανικής μεταφυσικής, σύμφωνα με την οποία ο αίσθητός-υλικός κόσμος είναι οντολογικά υποδεέστερος σε σύγκριση με τη σφαίρα τού καθαρού (ύπερβατικού) πνεύματος, ήτοι ελλιπώς διαρθρωμένος, ασταθής, απρόβλεπτος και συνεπώς δεν μπορεί να συλληφθεί με μέσα καθαρά ορθολογικά όπως εκείνη. Αντίθετα, η μαθηματική φυσική επιστήμη του 17ου αί. ζήτησε να αποδείξει ότι η φύση συνιστά ένα τέλεια διαρθρωμένο όλον που ως τέτοιο είναι και οφείλει να είναι αντάξιο της ανθρώπινης ορθολογικής διανοητικής προσπάθειας, αποτελώντας στην ουσία το μόνο δυνατό ή σοβαρό αντικείμενό της.

Η αποκατάσταση των αίσθητών στους Νέους Χρόνους δεν εξαντλείται όμως μόνο σ’ αυτή την οντολογική (και γνωστική) ανατίμηση του υλικού κόσμου στην ολότητά του• συγχρόνως έχει μιά άμεσα πρακτική-κανονιστική διάσταση, καθώς είναι δυνατόν να μεταφραστεί στο αίτημα μιάς αυτόνομης ηθικής, που έρχεται σε σύγκρουση με την ετερονομία του χριστιανικού-ασκητικού βίου. Η οντολογική και αντιασκητική αποκατάσταση των αισθητών συμβαδίζει πλέον στο πλαίσιο του κοσμοθεωρητικού πλέγματος του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων με το πρωτείο της ανθρωπολογίας, το οποίο αντικαθιστά το πρωτείο της θεολογίας. Άπό την άποψη της οντολογικής ανατίμησης του υλικού κόσμου, το πρωτείο αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος επιλέγει πλέον αυτόν τον κόσμο ως κύριο πεδίο της δραστηριότητάς του και αποπειράται να κυριαρχήσει επάνω του διαμέσου της επιστήμης και της τεχνικής• φυσικά, για να ανυψωθεί ο άνθρωπος στή θέση του κυρίαρχου, είναι απαραίτητο να παραμεριστεί το πρωτείο της θεολογίας, για την οποία η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον Θεό είναι αδιανόητη. Από την άποψη της αποκατάστασης των αίσθητών με την αντιασκητική έννοια του όρου, το πρωτείο της ανθρωπολογίας σημαίνει πάλι ότι ο άνθρωπος γίνεται όλο και πιό έντονα αντιληπτός ως φυσικό ον, του οποίου το πνεύμα ή η ψυχή ριζώνει στο βιολογικό του υπόστρωμα και εκτός αυτού (συν)καθορίζεται από εξωτερικούς αισθητούς παράγοντες. Η αντίθεση μεταξύ της αντίληψης ότι ο άνθρωπος είναι κύριος της φύσης (περιλαμβανομένης και της δικής του) και της αντίληψης ότι ο άνθρωπος είναι φύση, η αντίθεση δηλ. μεταξύ κανονιστικού και αιτιώδους, έκρινε ουσιαστικά τον χαρακτήρα και την εξέλιξη του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων έν γένει.

ζ´

Με τον Διαφωτισμό, η αποκατάσταση των αισθητών φτάνει σε μια έως τότε άγνωστη και αδιανόητη κορύφωση. Στο φυσικόεπιστημονικό-κοσμολογικό επίπεδο αναγνωρίζεται βαθμηδόν στην ύλη αυτοκίνηση, στο γνωσιοθεωρητικό επίπεδο επικρατούν ως επί το πολύ εμπειριστικές ή αισθησιοκρατικές τάσεις, στο επίπεδο της φυσικής φιλοσοφίας η αντιασκητική στροφή είναι πλέον απαραγνώριστη και λαμβάνει μάλιστα επιθετικό χαρακτήρα, στο επίπεδο της κοινωνικής θεωρίας οι υλικοί παράγοντες, από τη γεωγραφία ως την οικονομία, εκτιμώνται πλέον περισσότερο από ποτέ άλλοτε και η διαμόρφωση και λειτουργία τους κατανοείται πλέον συγκεκριμένα. Ωστόσο, οι ριζοσπαστικές μορφές της αποκατάστασης των αισθητών εντός του όλου πνευματικού φάσματος του Διαφωτισμού παραμένουν ποσοτικά μάλλον αμελητέες’ όμως η πραγματική επιρροή φτάνει πολύ μακρύτερα. Γιατί τα έσχατα οντολογικά και ηθικοφιλοσοφικά επακόλουθα μιας συνεπούς αποκατάστασης των αισθητών σε όλα τα επίπεδα απηχούνται κάθε στιγμή σε όλες τις φιλοσοφικές παρατάξεις, οι οποίες δρούν και αντιδρούν ακριβώς στην προοπτική αυτών των συνεπειών, αφού με τον θεωρητικό λόγο τους προωθούν την αποκατάσταση των αισθητών κατά τρόπο και μορφή σύμφωνη με την εκάστοτε οντολογική και κανονιστική θεμελιώδη τους απόφαση. Άν η ενότητα του Διαφωτισμού εδράζεται στο γενικό του εγχείρημα να αποκαταστήσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα αισθητά σε όλα τα παραπάνω επίπεδα ενάντια στις προτεραιότητες της θεολογικής μεταφυσικής, η πολυμέρεια του περιεχομένου του εκπηγάζει από την πληθώρα των διαφορετικών τοποθετήσεών του στο ερώτημα πως και σε ποιό μέτρο πρέπει αυτό να γίνει.

Θα κατανοήσουμε γιατί το ερώτημα αυτό απέκτησε τόσο επείγοντα χαραχτήρα ειδικά τον 18ο αί. ώστε να επισύρει εύλογα πλήθος απαντήσεις, αν αναλογιστούμε τη λειτουργία της έννοιας του πνεύματος στην προηγούμενη φιλοσοφική (και θεολογική) παράδοση – λειτουργία που για πρώτη φορά αμφισβητήθηκε τόσο έντονα και μαζικά την εποχή του Διαφωτισμού. Γιατί το πνεύμα δεν αποτελούσε μόνο το ανώτατο στρώμα του Είναι, αλλά ήταν συνάμα φορέας και εγγυητής του Κανονιστικού – τόσο ως Θεός που ως ens realissimum ήταν συγχρόνως και η πεμπτουσία όλων των κανόνων, όσο και ως ανθρώπινο πνεύμα που του αναγνωριζόταν η αρμοδιότητα να δαμάζει την αισθητή διάσταση του ανθρώπου και να την ποδηγετεί σύμφωνα με κανονιστικές επιταγές. Σε μιά εποχή όπου ο Θεός δεν ήταν ακόμη νεκρός, ήταν επόμενο η υπονόμευση του πνεύματος από την αποκατάσταση, πόσο μάλλον από την οντολογική αυτονόμηση των αισθητών, να εκλαμβάνεται ως υπονόμευση εν γένει του κανονιστικού και του ηθικού στοιχείου. Αυτή η εντύπωση θα ενοχλούσε ενδεχομένως λιγότερο τη μεγάλη πλειονότητα των διαφωτιστών που επηρεάστηκαν από αυτήν, αν δεν έθετε ένα αποτελεσματικό όπλο στη διάθεση του θεολογικού αντιπάλου, ο οποίος βεβαίως παρουσίαζε την αποκοπή από την παραδοσιακή ιεραρχία των αξιών ως μηδενιστική αποκοπή από κάθε αξία. Στις συγκεκριμένες συνθήκες του 18ου αι. όλες πρακτικά οι πτέρυγες του Διαφωτισμού ήταν υποχρεωμένες να αντικρούσουν την υποψία του αθεϊσμού ή του μηδενισμού, αν ήθελαν να εξασφαλίσουν ευήκοον ούς στην κοινωνία. Ώστε ο αγώνας στο εσωτερικό του Διαφωτισμού για τη μορφή και το μέτρο της αποκατάστασης των αίσθητών αποτελεί συγχρόνως και διαμάχη γιά το ποιά είναι η καλύτερη στρατηγική και τακτική κατανίκησης ή έστω εξουδετέρωσης του θεολογικού αντιπάλου.

Η πολυμέρεια τού Διαφωτισμού, που οφείλει τη γένεση και τα κίνητρα της στούς παράγοντες αυτούς, εκτείνεται από θέσεις που κάνουν μεγαλύτερες ή μικρές παραχωρήσεις στη νοησιαρχία προκειμένου να διασφαλίσουν καλύτερα το πνεύμα ως φορέα τού Κανονιστικού, ως τον απροκάλυπτο μηδενισμό, ήτοι ως τον συνεπή αξιολογικό σχετικισμό και τον αποχαιρετισμό όχι μόνο στούς θεολογικούς κανόνες, άλλά και σε κάθε κανονιστική και αξιολογική σκέψη. Εκκινώντας από αυτή τη διαπίστωση -και με δεδομένη την εμμονή μας ενάντια στις μονοδιάστατες ερμηνείες που εκπορεύονται πάντοτε έμμεσα η άμεσα από μια κανονιστική έννοια το Διαφωτισμού- οφείλουμε να κάνουμε εδώ μιά διπλή διάκριση. Κατά πρώτον, πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ του Διαφωτισμού με την έννοια των πνευματικών ρευμάτων που επιζητούν να άντικαταστήσουν τη θεολογική με μιά όσο το δυνατόν θύραθεν και εμμενή ερμηνεία του κόσμου, και του Διαφωτισμού με την έννοια ορισμένων κανόνων και άξιών που δεν προβάλλονται μόνο κατά της θεολογίας άλλά και κατά του σκεπτικισμού και μηδενισμού που εκπορεύεται από τους κόλπους του ίδιου του Διαφωτισμού• γιατί η ομολογία πίστεως σε μια εμμενή ερμηνεία του κόσμου δεν σημαίνει απαραίτητα και ομολογία πίστεως σε ορισμένη κλίμακα αξιών, εκτός κι άν εκλάβουμε κανονιστικά την έννοια της φύσης ή του ανθρώπου όπως το έκανε η μεγάλη πλειονότητα των διαφωτιστών.

Από την άλλη πλευρά, πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στον Διαφωτισμό με αυτή τη διπλή έννοια και στήν εποχή του. Δεν ήταν όλα Διαφωτισμός, όσα διαδραματίστηκαν στην πνευματική Ευρώπη το τελευταίο τρίτο τού 17ου αί. έως περίπου το 1789, το αντίθετο μάλιστα: πάρα πολλά στρέφονταν κατά του Διαφωτισμού, και πάρα πολλά δεν ήταν παρά μια αμέριμνη συνέχιση της σκέψης αιωνόβιων πνευματικών παραδόσεων ή και συνηθειών. Ο Διαφωτισμός εκδιπλώθηκε στο πλαίσιο της εποχής του και υπό τους όρους που εκείνη υπαγόρευε από την άλλη μεριά, ό,τι ονομάζουμε επόχή του Διαφωτισμού δεν θα ήταν αυτό που ήταν δίχως τη γένεση και την επίδραση του Διαφωτισμού. Αυτό το βλέπουμε για παράδειγμα στην επιρροή των διαφωτιστικών ιδεών πάνω στις μεταρρυθμιστικές απόπειρες στον χώρο της θεολογίας’ γιατί δεν ήταν μόνο το (κύριο) ρεύμα του Διαφωτισμού αναγκασμένο να υπολογίζει τον θεολογικό αντίπαλο, αλλά και η ίδια η θεολογία δεν μπορούσε πλέον να ανταπεξέλθει δίχως μιά (αρνητική, επιφυλακτική ή θετική) τοποθέτηση προς τον Διαφωτισμό.

η´

Άν δούμε αυτόν τον τεράστιο σε μορφές και περιεχόμενο πλούτο των αποχρώσεων που χαρακτηρίζει όλα αυτά τα επίπεδα, τότε ο λόγος γιά τήν πολυμέρεια του Διαφωτισμού αποκτά το συγκεκριμένο του νόημα, ανεξάρτητα από τη διάκριση των επί μέρους βασικών του εννοιών. Ωστόσο μπορούμε να συγκρατήσουμε τη διαπίστωση, ότι η διανοητικά χαλαρότερη μεν αλλά ποσοτικά κατά πολύ υπέρτερη και επί πλέον δημοφιλέστερη κύρια τάση τού Διαφωτισμού είχε εμπειριστικό προσανατολισμό, ενώ συγχρόνως προσπαθούσε να διαφυλάξει το πνεύμα και τις βασικές οντολογικές μορφές του (ήτοι εκείνες του Θεού και του ανθρώπινου Λόγου) σε εκάστοτε διαφορετικό μέτρο και ερμηνεία• οι θιασώτες της ευελπιστούσαν ότι θα αποσείσουν με αυτόν τον τρόπο την υποψία του μηδενισμού – τόσο επειδή οι ίδιοι δρούσαν έν όνόματι αξιών και κανόνων και ήταν εύλογο να αποτάσσονται από αληθή πεποίθηση τόν μηδενισμό, όσο και γιατί το τελευταίο ήταν τακτικά αναγκαίο στον αγώνα τους κατά του θεολογικού αντιπάλου. Στό ένα άκρο του φάσματος τών ιδεών του Διαφωτισμού, όπου κυριαρχεί αυτό το βασικό ρεύμα, συναντούμε νοησιαρχικές τάσεις που βεβαίως δεν είχαν σκοπό να υπερασπίσουν τη νοησιαρχία με την έννοια της παλαιάς οντολογίας, αλλά προσπαθούσαν πάνω στη βάση τών κοσμοθεωρητικών προοπτικών των Νέων Χρόνων να θεμελιώσουν την αυτονομία του ανθρώπινου πνεύματος εκείθεν κάθε αισθητής εμπειρίας και παρά τον αναγκαίο χαραχτήρα της τελευταίας• ηθικοφιλοσοφικά το ζητούμενο ήταν να μετατραπεί αυτή η αύτονομία της νόησης και του Λόγου σε μιά ηθική δίχως χρησιμοθηρικό άρα, τελικά, δίχως σχετικιστικό χαρακτήρα.

Στό άλλο άκρο του φάσματος βρίσκονται οι ποικίλες παραλλαγές του υλισμού που, μολονότι από ποσοτικής πλευράς βαραίνουν έξ ίσου λίγο με τις νοησιαρχικές τάσεις, δεν αποτελούν διόλου παραδοξότητες, όπως τις αποκάλεσε ο Cassirer. Διότι αποκαλύπτουν (πρό πάντων με τη μηδενιστική μετεξέλιξή τους στόν La Mettrie και τον de Sade) τις έσχατες οντολογικές και ήθικοφιλοσοφικές συνέπειες εκείνης ακριβώς της εμφαντικής αποκατάστασης των αισθητών, στην οποία και το κύριο ρεύμα του Διαφωτισμού έβλεπε τη θεμελιώδη κοσμοθεωρητική του αφετηρία αλλά συγχρόνως και το οξύτερο κοσμοθεωρητικό του όπλο. Από την άλλη πλευρά πρέπει να τονιστεί ότι και ο υλισμός μπορεί να θεωρηθεί τελείωση ή φιλοσοφικά αναγκαία έκβαση του Διαφωτισμού τόσο λίγο όσο λ.χ. ο καντιανισμός. Συνιστά μια από τος πολλές λογικά νόμιμες θέσεις που είχαν πραγματικούς ή δυνητικούς υποστηρικτές και οι οποίες προήλθαν από τον αντιθεολογικό κατά κύριο λόγο προσανατολισμό του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων γενικά και του Διαφωτισμού ειδικότερα – ήτοι από την αποκατάσταση των αισθητών με τη διπλή έννοια που περιγράψαμε.

Η πολυδιάστατη κατανόηση του Διαφωτισμού στο πλαίσιο της αποκατάστασης των αισθητών μας επιτρέπει επί πλέον να αποφύγουμε την παλαιά και πάντοτε διαδεδομένη σύγχυση μεταξύ διαφωτιστικού ορθολογισμού και νοησιαρχίας καθώς και τις εσφαλμένες αντιπαραθέσεις (λ.χ. Rousseau κατά Διαφωτισμού) και περιοδολογήσεις που προκύπτουν από αυτήν. Η διαφωτιστική αποκατάσταση των αίσθητών ήρθε στό προσκήνιο ως αντίθεση όχι μόνο πρός ό,τι θεωρήθηκε σχολαστική νοησιαρχία, αλλά και πρός τον καρτεσιανό μαθηματικισμό και απαγωγισμό• στον ταυτόχρονο αγώνα κατά τής νοησιαρχίας της σχολαστικής συλλογιστικής και των μαθηματικών του 18ου αι. ανατιμήθηκαν τόσο το έμπειριστικό-πειραματικό τμήμα της φυσικής επιστήμης όσο και οι βιολογικές και ιστορικές επιστήμες. Παράλληλα, η έμπειριστική γνωσιοθεωρία με τη γενετική της θεώρηση κατέλυσε την παραδοσιακή έννοια της καθαρής νόησης, ώστε ο Λόγος να μην έκλαμβάνεται πλέον ως το ανώτατο συστατικό μιάς έξ αρχής παγιωμένης διαστρωμάτωσης της ψυχής, αλλά ως ύψιστη εξελικτική βαθμίδα ενός πνεύματος που δημιουργείται βαθμηδόν και έξαρτάται πάντοτε από τις αισθήσεις. Ο αντινοησιαρχικός στόν γενικό προσανατολισμό του Διαφωτισμός μπορούσε παρά ταύτα να θεωρεί με ελαφρά συνείδηση τον εαυτό του ορθολογικό, επειδή δεν εξαρτούσε τη δική του έννοια του Λόγου από το όντολογικό καθεστώς της νόησης, άλλά τον συσχέτιζε με ορισμένο περιεχόμενο από το οποίο απέρρεαν ευθέως κανονιστικές συνέπειες. «Συμπεριφέρομαι έλλογα» σήμαινε στην τρέχουσα γλώσσα του Διαφωτισμού «ζώ κατά φύσιν» – δηλ. σύμφωνα με επιταγές οι όποιες είναι ενδιάθετες στην (ανθρώπινη) φύση και δεν αποτελούν προϊόν υπαγόρευσης κάποιας Αποκάλυψης ή αύθεντίας.

Όπως η φύση ως πολεμική έννοια στράφηκε κατά του υπερφυσικού, έτσι και η όμολογία πίστεως στον Λόγο ισοδυναμούσε με απόρριψη του έτεροκαθορισμού της ανθρώπινης δράσης από υπερφυσιοκρατικές διδασκαλίες. Καί όπως η φύση εμπεριείχε τα αισθητά σε όλες τις διαστάσεις τους, δίχως γι’ αυτό να παύει να επιτάσσει μιά έλλογη συμπεριφορά, έτσι και ο ανθρώπινος Λόγος περιέκλειε όλη την ύπαρξη του ανθρώπου• δεν έδρευε μόνο στη νόηση, άλλά ρίζωνε σε πολύ βαθύτερα στρώμματα και όφειλε να καθοδηγεί τον άνθρωπο με ασφάλεια φυσικού ενστίκτου, υπό φυσιολογικές τουλάχιστον ή ιδεωδεις συνθήκες. Αυτή ακριβώς η πεποίθηση σχηματίζει τον μεγάλο κοινό παρονομαστή των λοιπών ρευμάτων του Διαφωτισμού και της φιλοσοφίας του αισθήματος ή του ρουσσωισμού, που συχνά αντιμετωπίστηκαν ως ανταρσία κατά του Διαφωτισμού, ως πρόδρομοι του ρομαντισμού κλπ. Διότι η φιλοσοφία του αισθήματος διατράνωσε ακριβώς το ρίζωμα του ήθικοκανονιστικά κατανοούμενου έλλογου στοιχείου στην (ανθρώπινη) φύση, ενώ αν κατηγόρησε τους αντιπάλους της για νοησιαρχία το έκανε απλώς καί μόνο επειδή στις γραμμές του Διαφωτισμού η νοησιαρχία εν γένει γινόταν αντιληπτή ως μομφή. Και αντίστροφα: κανείς πολέμιος της φιλοσοφίας του αισθήματος ή του ρουσσωισμού δέν υποπτεύθηκε τα ρεύματα αυτά ως νοησιαρχικά με τη μεταγενέστερη μειωτική έννοια του όρου, μολονότι πολλοί αμφέβαλλαν αν το διαφωτιστικό πρόγραμμα ήταν ικανό να συμφιλιώσει μεταξύ τους τη φύση και τον πολιτισμό υπό τις προϋποθέσεις της φιλοσοφίας του αίσθήματος. Η οργανική συνάφεια της φιλοσοφίας του αισθήματος και του Διαφωτισμού ως Διαφωτισμού καταδεικνύεται στα απλά γεγονότα, ότι η πρώτη έκδιπλώθηκε ταυτόχρονα με το κίνημα του Διαφωτισμού και ότι ένας από τους εκπροσώπους της, ο Shaftesbury, άνηκε στους συγγραφείς του 18ου αι. με τη μεγαλύτερη δημοτικότητα και επιρροή• ο Rousseau από την πλευρά του εμφανίστηκε σε εποχή όπου πάμπολλα κλασσικά έργα της διαφωτιστικής σκέψης δέν είχαν ακόμη δημοσιευτεί. Ήδη μέ βάση τα χρονολογικά δεδομένα μοιάζει ανεπίτρεπτο να κάνουμε λόγο για εποχή κυριαρχίας του ξηρού διαφωτιστικού ορθολογισμού, την όποια διαδέχτηκε δήθεν μιά έποχή αίσθήματος ως διαμαρτυρία εναντίον του.

θ´

Η αποκατάσταση των αίσθητών πυροδότησε τη σύγκρουση μεταξύ του αιτιώδους και του κανονιστικού στοιχείου. Λογικά αυτή η σύγκρουση μπορούσε να ξεπεραστεί και μάλιστα είτε με την απαλοιφή του κανονιστικού (αυτό έκαναν οι μηδενιστές) είτε με τον κατ’ αρχήν διαχωρισμό τού Είναι από το Δέον και των αισθητών από τον Λόγο (αυτή την οδό ακολούθησε ο Kant). Όμως το κύριο ρεύμα του Διαφωτισμού δεν μπορούσε και δεν επιθυμούσε να αποδεχτεί καμμία από αυτές τις δύο συνεπείς λύσεις: δίχως το κανονιστικό στοιχείο δεν θα είχε τα μέσα να στηρίξει την αξίωση του να ηγηθεί της κοινωνίας, ενώ η δυαρχία πάλι όχι μόνο θα είχε ως συνέπεια τη νεκρανάσταση της νοησιαρχίας, αλλά θα αχρήστευε επί πλέον ως πηγή κανόνων και την (ανθρώπινη) φύση, που μόλις είχε ανακαλυφθεί και πάλι, και έτσι θα καθιστούσε ενδεχομένως δυνατή ή και αναγκαία την έκ νέου καταφυγή στο υπερφυσικό για τη θεμελίωση της ηθικής. Άν όμως η αποδοχή και προάσπιση του κανονιστικού στοιχείου (όπως το όριζε ο Διαφωτισμός) ήταν έντελώς απαραίτητη στον αγώνα κατά του θεολογικού αντιπάλου και της ηθικής ή της κοινωνικής οργάνωσης που εκείνος υποστήριζε, έξ ίσου αδύνατη ήταν στον ίδιο αυτόν αγώνα η παραίτηση από την αιτιώδη εξήγηση τών φαινομένων τής φύσης και της κοινωνίας• διότι, βεβαίως, όσοι ζήτησαν να ερευνήσουν και να εφαρμόσουν τους νόμους της αιτιότητας, το έκαναν με την πρόθεση να καταστήσουν αδύνατες ή περιττές τις αυθαίρετες και απρόβλεπτες επεμβάσεις τού Θεού στο κοσμικό γίγνεσθαι. Η δομή της κυρίαρχης στον Διαφωτισμό έννοιας της φύσης, η οποία έχει μία αιτιώδη και μια κανονιστική πλευρά, εικονογραφεί αυτή τη διπλή αναγκαιότητα στη σκέψη του κύριου ρεύματος του Διαφωτισμού. Ωστόσο η διαπλοκή Είναι και Δέοντος ή αιτιώδους και κανονιστικού στοιχείου δέν ήταν δυνατό να θεωρηθεί τετελεσμένο γεγονός, αλλά έκλαμβανόταν είτε ως οντολογική αφετηρία και δυνατότητα είτε ως αίτημα του οποίου η μελλοντική πραγμάτωση έμοιαζε εξασφαλισμένη λόγω άκριβώς της «φύσης τών πραγμάτων»• πάντως, ό,τι επικρατούσε hic et nunc ήταν μιά «κακή» πραγματικότητα, υπήρχε δηλ. ένα χάσμα μεταξύ Είναι και Δέοντος το οποίο ήταν άνάγκη να υπερβαθεί.

Ούτως έχόντων των πραγμάτων και ανάλογα με τη συγκεκριμένη κατάσταση και τις εκάστοτε πολεμικές ανάγκες, στο προσκήνιο ερχόταν πότε η αίτιώδης και πότε η κανονιστική εκδοχή, πράγμα που γέννησε νέες αντιφάσεις και νέες στρατηγικές γεφύρωσής τους. Αυτό έγινε εμφανές στο πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας, όπου η θέση για τον άνθρωπο ως φυσικό ον υποστηρίχτηκε εμφαντικά προκειμένου να ανασκευαστεί η διδασκαλία του προπατορικού αμαρτήματος και να υποστηριχτεί συγχρόνως ο αντιασκητικός χαρακτήρας της διαφωτιστικής ηθικής, εγχείρημα όμως που ενείχε τον κίνδυνο μαζί με την πάλαι ποτέ κυρίαρχη και υπεράνω της απλής φύσης νόηση να καταποντιστεί και η ελευθερία της βουλήσεως αρα και η ηθική αυτοδιάθεση του ανθρώπου• για τον λόγο αυτόν, οι απόπειρες να θεμελιωθεί η ηθική στην έννοια της φιλαυτίας (όπως την εννοούσε ο Διαφωτισμός) και με τον τρόπο αυτόν να γεφυρωθεί μέσα στον άνθρωπο το φυσικό και το έλλογο στοιχείο, έμειναν προβληματικές από λογικής πλευράς και αμφιταλαντεύονταν μονίμως ανάμεσα στα δύο σκέλη του διλήμματος αυτού. Αλλά και στο πεδίο της φιλοσοφίας της ιστορίας η σύγκρουση αιτιώδους και κανονιστικού στοιχείου έκανε αισθητή την παρουσία του ως αντίθεση ανάμεσα στη διαπίστωση ότι τα ήθη, οι νόμοι και οι κανόνες κάθε λαού και πολιτισμού εξαρτώνται από τις υλικές συνθήκες και συνεπώς η εγκυρότητα τους είναι σχετική, και στην προσδοκία ότι μπορούμε να επηρεάσουμε πράγματι τους κανόνες αυτούς εμπνεόμενοι από οικουμενικές αξίες ή και να τους ενοποιήσουμε στο πέρας της ιστορικής εξέλιξης. Η αδιάκοπη αμφιταλάντευση μεταξύ αιτιώδους και κανονιστικού στοιχείου κάτω από την πίεση της κοσμοθεωρητικά επιτακτικής αποκατάστασης των αισθητών αποτελεί έναν πρόσθετο σημαντικό λόγο για την πολυμέρεια του περιεχομένου του Διαφωτισμού και την ανεπάρκεια των μονοδιάστατων ερμηνειών του.

ι´

Στην προοπτική που με αυτόν τον τρόπο διανοίξαμε, είναι ανάγκη να επαναξιολογηθούν και οι σχέσεις του Διαφωτισμού προς την Επανάσταση. Τόσο η επαναστατική όσο και η αντεπαναστατική πλευρά συνήθιζε να συναγάγει από μιά υποστασιωμένη και μονοδιάστατη θεώρηση του Διαφωτισμού μια έξ ίσου υποστασιωμένη και μονοδιάστατη Επανάσταση, ώσάν να αποτελούσε «ή» Επανάσταση μια λίγο-πολύ πιστή εφαρμογή του προγράμματος «τού» Διαφωτισμού. Στήν πραγματικότητα, η Επανάσταση συνιστά ένα έξ ίσου πολυστρώματο καί πολυμερές γεγονός όπως και ο ίδιος ο Διαφωτισμός, και δεν υπάρχει κάποια κοινή συνισταμένη των διαφωτιστικών ιδεών που θα συνέπιπτε με την κοινή συνισταμένη του κοινωνικού περιεχομένου και προγράμματος της Επανάστασης’ ό,τι η ιστορία έχει να επιδείξει είναι απλώς κάποιες λιγότερο ή περισσότερο σταθερές διασταυρώσεις ορισμένων διαφωτιστικών ιδεών και ορισμένων επαναστατικών ρευμάτων – διασταυρώσεις άλλωστε που δεν ήταν έκ των προτέρων δεδομένες ως οιονεί προγραμματικές τοποθετήσεις, αλλά σχηματίστηκαν πρώτα κατά την πορεία της Επανάστασης από ποικίλες παρακαμπτηρίους. Η άποψη ότι η Επανάσταση υπήρξε αστική επειδή αν κριθεί από το κοινωνικό της αποτέλεσμα ωφέλησε την αστική τάξη, ερείδεται σε μιά εν τέλει τελολογική θεώρηση των κοινωνικών διεργασιών και δεν μπορεί να κάνει κατανοητό ούτε το στοιχειακό κίνημα των αγροτών, έξ αίτιας του οποίου η αστική τάξη υποχρεώθηκε να μοιραστεί τη νίκη της στη Γαλλία με τους αγρότες, ούτε την αναγκαιότητα των εντελώς αδιανόητων προ του 1789 πολιτικών μορφών που διαδέχτηκαν το ancient regime και το συνέτριψαν βίαια.

Αν ήταν ορθές οι κοινωνικοπολιτικές απόψεις της αστικής πτέρυγας του Διαφωτισμού, τότε η Επανάσταση ενδεχομένως να περατωνόταν τη νύχτα της 4ης Αύγούστου 1789, αφού σ’ αυτές δεν υπήρχε θέση για έναν Robespierre, έναν Babeuf ή έναν Ναπολέοντα. In tοtο ο Διαφωτισμός υπήρξε με τη σειρά του έξ ίσου λίγο αστικός όσο και η ίδια η Επανάσταση, και μπορεί να αποδειχτεί ότι οι πλέον ριζοσπαστικές, δηλ. οι πιο υλιστικές μορφές πού εξέλαβε, ήταν άκρως ύποπτες στη μεγάλη μάζα της αστικής τάξης και στούς προσκείμενους σ’ εκείνην «philοsophes» και ότι εκείνοι τις απέρριπταν για λόγους τόσο αρχής όσο και τακτικής• στην εκστρατεία πάλι εναντίον των μηδενιστών υλιστών συμμετείχαν ασμένως και επισήμως και οι κανονιστικού προσανατολισμού υλιστές. Αν διατηρήσουμε πρό οφθαλμών την ετερογενή συνολική εικόνα που περιγράψαμε, πρέπει να συμπεράνουμε ότι κατά την επαναστατική περίοδο έγινε μάλλον επιλεκτική χρήση διαφωτιστικών ιδεών και σε εκείνες τις ερμηνείες που υπαγόρευαν οι εκάστοτε συνθήκες του αγώνα και οι εκάστοτε αποβλέψεις των ερμηνευτών. Η πολυμέρεια του Διαφωτισμού διασταυρώθηκε με την πολυμέρεια της Επανάστασης• όμως καθοριστική για τις εξελίξεις δεν υπήρξε εδώ η λογική των κειμένων και των ιδεών, άλλά η λογική τού αγώνα.

Η πολυδιάστατη ερμηνεία που στρέφεται γύρω από τον άξονα του κύριου μελήματος του Διαφωτισμού, ήτοι της αποκατάστασης των αισθητών, μας επιτρέπει τέλος να συλλάβουμε αντικειμενικά και σε όλο τους το εύρος τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις του Διαφωτισμού στην ιστορία των ιδεών. Η αποκατάσταση των αισθητών περατώθηκε με την κατάλυση αρχικά της νόησης και έπειτα (τής αυτονομίας) του πνεύματος εν γένει και αυτό πάλι καταγράφηκε στο πρωτείο της βούλησης και της πράξης έναντι της σκέψης και της θεωρίας όπως εκφράστηκε από τους Marx, Nietzsche, Freud, τους πραγματιστές κ.ά., με διαφορετικό εκάστοτε τρόπο. Η έννοια της ιδεολογίας ως «ψευδούς» συνείδησης μπόρεσε να διαμορφωθεί μόνο πάνω στη βάση της διαφωτιστικής αντίληψης γιά τον υλικό επικαθορισμό και τον πρακτικό-εργάλειακό προσανατολισμό του ανθρώπινου πνεύματος, ενώ η ανακάλυψη του πολιτισμού ως όλου από τη διαφωτιστική ιστοριογραφία και κοινωνιολογία άνοιξε τον δρόμο στη σύγχρονη κοινωνική και ιστορική επιστήμη. Ως γνωστόν, το επακόλουθο όλων αυτών ήταν νά παραμεριστεί το πρόβλημα της αλήθειας στην απόλυτη μορφή του και συγχρόνως να οξυνθεί η τυπικά διαφωτιστική σύγκρουση μεταξύ αιτιώδους και κανονιστικού• πρό πάντων οι απόπειρες θεμελίωσης της θεωρίας των αξιών και της ηθικής φιλοσοφίας ήταν επόμενο να υποστούν τίς συνέπειες, καθώς ήταν υποχρεωμένες να κινούνται διαρκώς ανάμεσα στη Σκύλλα ενός όλο και πιό κενόλογου ιδεαλισμού και τη Χάρυβδη ενός όλο και πιό πιεστικού και αφόρητου σχετικισμού.

Βεβαίως, μιά ανάλυση της κληρονομιάς του Διαφωτισμού στο πεδίο της ιστορίας των ιδεών υπ’ αυτό το πρίσμα δεν οφείλει μόνο να υπερβεί τον θρύλο τού νοησιαρχούμενου Διαφωτισμού, αλλά και την κανονιστική θεώρηση του Διαφωτισμού που συρρικνώνει τον Διαφωτισμό σε κανονιστικές-χειραφετητικές θέσεις. Μοιάζει ωστόσο απίθανο, ότι οι κανονιστικές συντμήσεις του Διαφωτισμού θα πάψουν μελλοντικά να κυριαρχούν στην ευρεία σκηνή, ανεξαρτήτως του τι προωθεί σήμερα την επιστημονική έρευνα. Και τούτο, επειδή είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός των φιλοσόφων και των διανοουμένων που κατανοούν και προβάλλουν τη δική τους κανονιστική και αξιολογική σκέψη ως συνέχιση ενός μονοδιάστατα ερμηνευόμενου Διαφωτισμού, τον οποίο επικαλούνται συνήθως ως έσχατη νομιμοποίηση του εγχειρήματός τους, ενώ οι αντίπαλοί τους απλώς αντιστρέφουν τα πρόσημα. Ή έριδα γιά τον χαραχτήρα και τις συνέπειες του Διαφωτισμού επομένως θα συνεχιστεί. Άπό τη φύση της η φιλοσοφική σκέψη δεν είναι λιγότερο πολιτική και πολεμική από την ίδια την πολιτική σκέψη. Και όπως ακριβώς ο Διαφωτισμός, έτσι και η ερμηνεία του δεν μπορεί παρά να τελεί υπό τον αστερισμό της πολιτικής και της πολεμικής.

Παναγιώτης Κονδύλης, από το ‘Μελαγχολία και Πολεμική’ Εκδ. Θεμέλιο

Πηγή

Advertisements


Κατηγορίες:Δοκίμια, Κονδύλης Παναγιώτης, Φιλοσοφία

Ετικέτες: , ,

Αρέσει σε %d bloggers: