Γιάννης Βαρουφάκης, Γιατί η Οικονομική δεν είναι επιστήμη

varoufakisΦανταστείτε αγαπητοί αναγνώστες τί θα σκεφτόσασταν εάν γινόσασταν μάρτυρες μιας σφοδρής επαγγελματικής διαμάχης μεταξύ ιατρών-καρδιολόγων σαν αυτή που θα σας περιγράψω αμέσως: Η διαμάχη ξέσπασε πάνω από το κρεββάτι ενός νεαρού καρδιοπαθούς, του Μάκη. Ο Κος Στιγλίδης, καθηγητής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Stanford και με διεθνή αναγνώριση μεταξύ των απανταχού καρδιολόγων (φημολογείται μάλιστα ότι είναι από τους επικρατέστερους υποψηφίους για το Νόμπελ Ιατρικής), εκδίδει μια ανακοίνωση με την οποία κατακεραυνώνει τους συναδέλφους του για τον τρόπο που χειρίστηκαν την περίπτωση όχι μόνο του νεαρού Μάκη, αλλά και πολλών άλλων ασθενών. Την καταγγελία αυτή ο κ. Στιγλίδης την επισφραγίζει με την κοινοποίηση της παραίτησής του από το εν λόγω νοσοκομείο καθώς και με μια σειρά διαλέξεων στις οποίες αναλύει διεξοδικά γιατί η πρακτική που ακολουθεί η καρδιολογική κλινική είναι επικίνδυνη για τους ασθενείς.

Οι καταγγελίες του κ. Στιγλίδη παίρνουν μεγάλη έκταση στον τύπο και, συνοπτικά, εστιάζουν σε τρία βασικά σημεία: Πρώτον, αν και ο Μάκης ήταν ένα υγιέστατο, δωδεκάχρονο αγόρι (περί το 1993), επειδή η οικογένειά τους είχε μια προϊστορία καρδιοπαθειών οι συνετοί γονείς του συμβουλέυτηκαν τους ιατρούς της καρδιολογικής κλινικής. Οι γιατροί σύστησαν στους γονείς του Μάκη να του δίνουν κάθε μέρα, πρωΐ-βράδυ, ένα μπλε χάπι το οποίο θα τον προφύλαττε, υποτίθεται, από μελλοντικά προβλήματα με την καρδιά του. Ο κ. Στιγλίδης ισχυρίζεται ότι αυτό το χάπι δεν ταίριαζε στη φυσιολογία του Μάκη, με αποτέλεσμα, αντί να αποσωβήσει την καρδιοπάθεια, δημιούργησε εκ του μη όντος οξεία καρδιακή αρρυθμία. Εκεί που σε κάποιον άλλον ασθενή θα βοηθούσαν, στην περίπτωση του Μάκη (και άλλων νέων όπως ο Μάκης) τα μπλε χάπια ήταν καταστροφικά2.

Δεύτερον, ο καθηγητής Κος Στιγλίδης αναφέρει ότι, όταν κάποια στιγμή (περί τα 1997/98) οι γονείς του Μάκη τον πήγαν στο νοσοκομείο με έντονες τις ενδείξεις της καρδιακής αρρυθμίας, οι θεράποντες ιατροί προέβησαν σε εσφαλμένη διάγνωση και του χορήγησαν φάρμακα τα οποία χειροτέρευσαν κατά πολύ την κατάστασή του. Αντί να περιορίσουν το πρόβλημα της αρρυμίας με τη σωστή φαρμακευτική αγωγή, πρόβλημα για το οποίο βέβαια ευθύνονταν οι ίδιοι, τελικά το μεγένθυναν και οδήγησαν τον οργανισμό του Μάκη στα πρόθυρα του θανάτου3. Ευτυχώς ο οργανισμός του αποδείχτηκε ισχυρός και, παρόλα τα ακατάλληλα φάρμακα που του είχαν χορηγηθεί ανά τα έτη (αλλά και μέσα στην κλινική), η κατάσταση του Μάκη άρχισε να βελτιώνεται, αν και είναι εμφανές ότι και θα του πάρει χρόνια να συνέλθει και είναι σχεδόν σίγουρο ότι κάποιο «κουσούρι» θα του μείνει.

Τρίτον, καταγγέλει ο Κος Στιγλίδης, αν και κατέβαλε απεγνωσμένες προσπάθειες ο ίδιος να πείσει τη διοίκηση του νοσοκομείου ότι η ακολουθούμενη αγωγή είναι καταστροφική για την υγεία του Μάκη, και παρόλο το κύρος που διαθέτει στο ιατρικό στερέωμα, δεν κατάφερε τελικά τίποτα. Οι διοικούντες τον απέφευγαν, οι παροτρύνσεις του για σύγκλιση ιατρικού συμβουλίου για το ζήτημα αυτό έπεφταν στο κενό και, γενικά, ένιωθε ότι δεν του δινόταν η ευκαιρία να εκθέσει τις απόψεις του4.

Πέρασαν δύο χρόνια από την παραίτηση του Κου Στιγλίδη και ο Μάκης βγήκε από το νοσοκομείο. Η υγεία του βελτιώνεται σταθερά αν και δεν έχει τη δυνατότητα να παίζει ποδόσφαιρο όπως παλιά, ούτε διαθέτει το σφρίγος που τον χαρακτήριζε πριν αρχίσει να παίρνει τα μπλε χάπια. Ο Κος Στιγλίδης συνεχίζει την ερευνητική και κλινική του δραστηριότητα, όπως πάντα καταξιωμένος και φημισμένος καρδιολόγος, αλλά ταυτόχρονα δεν δείχνει να ξεχνάει την άσχημη εμπειρία του στην καρδιολογική κλινική από την οποία παραιτήθηκε προ διετίας. Παραμένει ακόμα οξύς στην κριτική του εναντίον της κλινικής όπου και όποτε του δοθεί η ευκαιρία. Σε ένα πρόσφατο άρθρο του μάλιστα, σε γνωστό Αμερικανικό περιοδικό, επανέλαβε τις παραπάνω κατηγορίες αλλά προχώρησε και λίγο περισσότερο σημειώνοντας ότι, αν και πολύ γνωστή και πλούσια, η κλινική αυτή δεν κατάφερε ποτέ να αποτελέσει πόλο έλξης των αριστούχων των Ιατρικών Σχολών, οι οποίοι προτιμούν να κάνουν καριέρα αλλού. Αναρωτιέται στο άρθρο του ο Κος Στιγλίδης: «Μήπως για όλα αυτά που παρατήρησα εκ των έσω φταίει το ότι προσλαμβάνονται αποκλειστικά δευτεροκλασάτοι απόφοιτοι;» και «Γιατί οι άριστοι της ιατρικής επιστήμης δεν είναι, τέλος πάντων, αυτοί που στελεχώνουν τις καλές καρδιολογικές κλινικές;»

Ο αρχισυντάκτης του περιοδικού, στο πλαίσιο πολιτικής ίσων αποστάσεων από αντιμαχόμενα μέρη επιστημονικών κοινοτήτων, προσκάλεσε έναν άλλο γνωστό καρδιολόγο, τον Κο Δομπούρση, να γράψει τον αντίλογο ο οποίος και δημοσιεύτηκε δίπλα-δίπλα με το άρθρο του Κου Στιγλίδη. [Παρεπιπτόντως, ο Κος Δομπούρσης, παρόλο που φημίζεται και αυτός στους κύκλους των καρδιολόγων, δεν έχει την «επιφάνεια» του Στιγλίδη. Ο τελευταίος υπερτερεί σαφώς σε δημοσιεύσεις (και ως προς τον αριθμό, και ως προς την ποιότητα, αλλά και ως προς τη διεθνή αναγνώριση των δημοσιεύσεων αυτών).] Δύο είναι τα βασικά επιχειρήματα του Κου Δομπούρση στην προσπάθειά του να εξουδετερώσει την κριτική του Στιγλίδη. Πρώτο του, και βασικό, επιχείρημα είναι ότι ο Μάκης βελτιώνεται καθημερινά. «Είναι εμφανές λοιπόν», γράφει ο Κος Δομπούσρης, «ότι η θεραπευτική αγωγή την οποία ενέκριναν οι ιατροί της κλινικής ήταν η κατάλληλη.» Όσον αφορά τη γενικότερη κριτική του Στιγλίδη ότι η κλινική δεν μπορεί να προσλάβει τους άριστους εκ των αποφοίτων των Ιατρικών Σχολών, η απάντησή του έχει ως εξής: «Όποιος αριστεύει στην Ιατρική σημαίνει ότι παρα-είναι άρτια θεωρητικά καταρτισμένος/η. Για αυτό το λόγο δεν μας κάνει στις κλινικές. Εκεί χρειαζόμαστε κάτι σαν καλο-εκπαιδευμένους επαρχιώτες κτηνιάτρους – να είναι καλά εκπαιδευμένοι αλλά όχι δα κορυφές.» Κλείνοντας το άρθρο του ο Κος Δομπούρσης δείνει συγχαρητήρια στους ιατρούς της κλινικής, παροτρύνοντάς τους να πράττουν στο μέλλον ακριβώς όπως έπραξαν και στην περίπτωση του Μάκη.

Η παραπάνω περίπτωση είναι βέβαια κύημα της φαντασίας μου. Δεν θα μπορούσε ποτέ να διεξαχθεί ένας τέτοιος διάλογος μεταξύ ιατρών. Μόνο εμείς οι οικονομολόγοι μπορούμε να πέσουμε τόσο χαμηλά. Το ότι ο ασθενής δεν απέθανε δεν θα χρησιμοποιείτο από κανέναν αυτοσεβούμενο ιατρό ως απόδειξη ότι η θεραπεία ήταν η ενδεδειγμένη. Πόσο μάλιστα να χρησιμοποιηθεί ένα τέτοιο επιχείρημα εναντίον ενός τόσο συγκροτημένου κατηγορητηρίου, όπως αυτό του Καθηγητή Στιγλίδη, ενός εξέχοντα επιστήμονα, κορυφή του συγκεκριμένου κλάδου. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ο αντίλογος θα περιείχε εντελώς διαφορετικά επιχειρήματα. Π.χ. θα γινόταν μια προσπάθεια απόκρουσης των καταγγελιών Στιγλίδη μια προς μια. Θα παρουσιάζονταν στοιχεία που θα αποδείκνυαν πως η αρχική παροχή των μπλε χαπιών δεν ήταν εσφαλμένη, ότι η διάγνωση εντός της κλινικής ήταν σωστή και, τέλος, ότι οι αντιρρήσεις του Κου Στιγλίδη, αν και αβάσιμες, συζητήθηκαν εκτενώς και ανοικτά.

Και όμως τίποτα από τα παραπάνω δεν διακρίνει ο καλόπιστος αναγνώστης στην επιστολή-απάντηση του R. Dornbusch στην πραγματική περίπτωση των καταγγελιών Stiglitz εναντίον του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Η οικονομική επιστήμη, αντίθετα με την ιατρική, νοσεί βαριά. Η πρώτη ένδειξη της ασθένειας που την μαστίζει διαφαίνεται από το φαινόμενο ενός όχι τυχαίου οικονομολόγου, όπως ο Rudiger Dornbsuch, να απαντά στον Stiglitz με επιχειρήματα τα οποία ένας πραγματικός επιστήμονας (π.χ. ένας ιατρός, φυσικός, μηχανολόγος) ούτε που θα διανοείτο να χρησιμοποιήσει. Δεν κακίζω τον Dornbsuch. Από μια άποψη πρέπει να του είμαστε ευγνώμονες γιατί μας δίνει τη δυνατότητα να διακρίνουμε τα συμπτώματα της ύπουλης ασθένειας από την οποία πάσχουμε (συχνά χωρίς να το ξέρουμε) όλοι εμείς οι οικονομολόγοι.

Είτε έχει δίκιο ο Κος Dornbuschείτε όχι, η παρέμβασή του είναι σημαντική και μπορεί να μας βοηθήσει στη διάγνωση. Στο βαθμό που η σωστή διάγνωση κακό δεν κάνει (αν και δεν εξασφαλίζει τη θεραπεία), πρέπει να τον ευχαριστήσουμε για το άρθρο του. Υπάρχουν δύο περιπτώσεις. Η μια είναι ο Κος Dornbuschνα έχει δίκιο. Η άλλη είναι να έχει άδικο. Εάν έχει δίκιο, και ο Stiglitz είναι ένας χαιρέκακος τσαρλατάνος του οποίου η άποψη για τα μεγάλα θέματα της οικονομίας δεν πρέπει καν να ζητείται από τους υπεύθυνους χάραξης της οικονομικής πολιτικής μιαςχώρας ή του ΔΝΤ, τότε προκύπτει το εξής απλό ερώτημα: Πώς η οικονομική επιστήμη ανέδειξε έναν τέτοιον άνθρωπο, τον Stiglitz, ως σημαντικότατο οικονομολόγο που ακόμα και ο Dornbusch παραδέχεται ότι του αξίζει να θεωρείται υποψήφιος για το Νόμπελ οικονομικών; Και πώς αυτό το άτομο, που όλοι τον αναγωρίζουν ως ειδικό επιστήμονα πάνω σε θέματα μακρο-οικονομικής πολιτικής, είναι το ίδιο άτομο το οποίο καλά θα κάνουν οι κυβέρνησεις και το ΔΝΤ να αγνοούν όσον αφορά τη μακρο-οικονομική πολιτική; Μπορείτε να φανταστείτε ένα πανεπιστημιακό ιατρό ολκής να ισχυρίζεται ότι οι κορυφαίες των καρδιολογικών κλινικών καλά θα κάνουν να αποφεύγουν τόσο τους αριστούχους απόφοιτους της Ιατρικής όσο και τους καλύτερους των καθηγητών τους; Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αμέσως θα αναρωτιόμασταν τί δεν πάει καλά στην Ιατρική Επιστήμη. Ακόμα και ο Εισαγγελέας θα ενδιαφερόταν.

Η άλλη περίπτωση είναι να σφάλει ο Κος Dornbusch και να έχει δίκιο ο Κος Stiglitz. Γεννάται τότε το ερώτημα, που σωστά θέτει ο Dornsbusch στον αντίλογό του: Μπορεί τόσοι επαγγελματίες οικονομολόγοι στο ΔΝΤ να σφάλουν όλοι, και κατ’ εξακολούθηση, και τόσα χρόνια να μη το παίρνουν χαμπάρι; Τόσο κακοί επιστήμονες είναι (κι ας μη ήταν άριστοι); Σε αυτή την περίπτωση η ασθένεια της οικονομικής παίρνει τη μορφή πανδημίας η οποία έχει ξεκληρίσει τους καλώς σκεπτόμενους οικονομολόγους ή, ακόμα χειρότερα, μας έχει εξαφανίσει τη φαιά ουσία, με εξαίρεση εκείνη του Stiglitz και μερικών άλλων που βρίσκονται σε καραντίνα μακρυά από τα μολυσμένα κέντρα εξουσίας. Πώς επέτρεψαν κάτι τέτοιο οι Μεγάλοι Ιερείς της οικονομικής επιστήμης (συμπεριλαμβανομένου και Stiglitz);

Συνοπτικά, η διαμάχη Stiglitz-Dornbusch φανερώνει το πόσο σοβαρά η οικονομική επιστήμη έχει χτυπηθεί από μια κρυφή, ανελέητη ασθένεια. Υπάρχει γιατριά; Νομίζω πως όχι. Αυτό είναι όμως μια άλλη, πικρή ιστορία.

Σημειώσεις

1 Ο Μάκης βέβαια στην περίπτωση του Joseph Stiglitz είναι οι χώρες της ΝΑ Ασίας, και ιδιαίτερα η Ν. Κορέα και η Ινδονησία.
2 Τα «μπλε χάπια» αντιστοιχούν στην πολιτική απελεύθέρωσης των χρηματαγορών (και, ιδιαίτερα, των δανειοληπτικών κανόνων) η οποία επιβλήθηκε στην Ν. Κορέα, την Ινδονησία και την Ταϋλάνδη από το ΔΝΤ το 1993 (μετά από ασφυκτικές Αμερικανικές πιέσεις). Βασικοί επωφελούμενοι της απελευθέρωσης ήταν οι ξένες (δυτικές) τράπεζες οι οποίες κατέβαλαν τεράστια προσπάθεια στο να πείσουν τον ιδιωτικό τομέα στις χώρες αυτές να δανειστεί υπέρογκα ποσά.
3 Η άποψη του Stigliτz είναι ότι με την πρώτη πτώση των χρηματαγορών (και του εθνικού νομίσματος) στις χώρες της ΝΑ Ασίας, το ΔΝΤ επέβαλε την ίδια θεραπεία που είχε επιβάλει στις χώρες της Λατινικής Αμερικής πριν από δύο χρόνια. Σε εκείνη την περίπτωση (λόγω του διογκωμένου κρατικού ελλείματος) η πολιτική του ΔΝΤ ήταν σωστή. Όμως η επιβολή της ίδιας θεραπείας σε χώρες που το πρόβλημα δεν ήταν ο δημόσιος αλλά ο ιδιωτικός τομέας, ήταν εγκληματικά ακατάλληλη.
4 Ο παραλληλισμός αφορά την παντελή απουσία ενός βήματος ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των ίδιων των ιθυνόντων στο ΔΝΤ και την έλλειψη ενδιαφέροντος από την πλευρά των διευθυντικών στελεχών του ΔΝΤ για διάλογο με εκείνους, όπως ο Stiglitz, που διαφωνούν με την επικρατούσα άποψη.

* Ο κ. Γιάννης Βαρουφάκης διδάσκει οικονομική θεωρία και πολιτική οικονομία στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 είναι υπουργός οικονομικών

http://www.econ.uoa.gr/UA/files/1326459653..doc

Advertisements


Κατηγορίες:Αρθρα, Βαρουφάκης Γιάννης, Ελλάδα, Κρίση, Οικονομία

Ετικέτες: ,

Αρέσει σε %d bloggers: