Τακτικός θρίαμβος, στρατηγικό Βατερλώ

tsipras-pappas-sakellaridisτου Γιώργου Καραμπελιά

Θρίαμβος της τακτικής, καθολική ήττα της στρατηγικής. Αυτό μπορεί να είναι το συμπέρασμα του ενός σχεδόν μήνα που πέρασε. Ήττα μιας στρατηγικής που διαθέτει μόνον τακτική, όταν θα έπρεπε πριν απ’ όλα να είναι στρατηγική και η τακτική να απορρέει αποκλειστικά από αυτήν.

Ο Τσίπρας και η παρέα των νεο-γιάπηδων που τον περιστοιχίζουν αποδείχτηκαν μάστορες στην πολιτική τακτική. Ενστερνίστηκαν τη γραμμή του Αλαβάνου, μιας ψευδούς «επαναστατικότητας», που μετέβαλε τον υπνώττοντα καθωσπρεπισμό του Συνασπισμού του Κωνσταντόπουλου στη συμμαχία Εξαρχείων και Κολωνακίου του ΣΥΡΙΖΑ, και εν τέλει άφησαν στα αζήτητα και τον ίδιο τον εμπνευστή της γραμμής, τον Αλέκο Αλαβάνο. Έπιασαν στο φτερό το τραίνο του ΣΥΡΙΖΑ και, όταν άρχισε η κρίση, εξαπατώντας τον Θεοδωράκη, ακύρωσαν το εγχείρημα της ΣΠΙΘΑΣ και κατόρθωσαν να καρπωθούν την δυναμική των πλατειών και του αντιμνημονιακού κινήματος. Μετά το δεύτερο μνημόνιο, μπροστά στις εκλογές του 2012, αντιλαμβανόμενοι πως το ΠΑΣΟΚ κατευθυνόταν στα τάρταρα της καταισχύνης και της ιστορικής εξαφάνισης εμφανίστηκαν ως «κυβερνώσα αριστερά», επιχειρώντας να ενσωματώσουν τις Πασοκικές δυνάμεις, έστω και αν ήταν μια παρέα ανίδεων. Το colpo grosso φάνηκε να αποδίδει και η παρέα μεταβλήθηκε σε αξιωματική αντιπολίτευση!

Αν στη συνέχεια έμεναν πιστοί στη ρητορική των συνιστωσών και των Εξαρχείων, θα αποδεικνύονταν απλώς ένας πρόσκαιρος πυρετός της ελληνικής κοινωνίας και θα την πατούσαν όπως η Χρυσή Αυγή, που πίστεψε στην ίδια τη ρητορική της και προσπάθησε να οργανώσει στα γρήγορα- γρήγορα… ένα πραξικόπημα, στηριγμένη στους ματατζήδες και τους αποστράτους. Ή, όπως ο Αλέκος Αλαβάνος, ο οποίος απεδείχθη ικανός να εγκαινιάσει μια νέα στρατηγική, χρησιμοποίησης του αποσταθεροποιητικού δυναμικού της εξέγερσης των βορείων προαστίων, που παρήγαγε τον Δεκέμβρη και τον… ΣΥΡΙΖΑ, ως σύμπτωση Κολωνακίου και Εξαρχείων, αλλά δεν μπορούσε να δει πως αυτή τη συμμαχία ήταν μόνο μία απλή βάση εκκίνησης. Εξ ου και η ήττα του στις εκλογές του 2009 και η αδυναμία του να τη μεταβάλει σε εφαλτήριο ενός come back, παρότι διέθετε τις ταξικές και πολιτικές προδιαγραφές για κάτι τέτοιο – εξέφρασε ο ίδιος για πρώτη φορά το new look ενός παλιού μέλους της ΚΝΕ, μεταμφιεσμένου σε… εξηνταοκτάρη, σαράντα χρόνια μετά το… 68.

Μια νέα γενιά σε αναζήτηση εξουσίας…

Η ομάδα του Τσίπρα, εξαιτίας και του νεαρού της ηλικίας της, μπορούσε να εκφράσει αυθεντικότερα αυτή τη νέα ριζοσπαστικότητα των ανώτερων μεσοστρωμάτων, όντας έτοιμη να την χειριστεί εργαλειακά. Η Ελλάδα είχε ανάγκη από μια νέα γενιά killers, ανάλογη με εκείνη των νεαρών χρηματιστών της Wall Street στη δεκαετία του 1990, ή των νεαρών ολιγαρχών και πολιτικών που αναδύθηκαν στις μετακομμουνιστικές κοινωνίες και οι οποίοι δεν ορρωδούσαν μπροστά σε οποιαδήποτε κίνηση για να φτάσουν στον σκοπό τους. Η γενιά των γιάπηδων του 1990 και του 2000 διέθετε και διαθέτει αυτά τα χαρακτηριστικά. Έχει μεγαλώσει σε έναν απο-ιδεολογικοποιημένο κόσμο, όπου το μόνο που απαιτείται από τις γάτες «είναι να πιάνουν ποντίκια», σε αντίθεση με την παλαιότερη γενιά της Αριστεράς, ακόμα και των καταγόμενων από το ΚΚΕ ή το ΚΚΕεσωτ., η οποία μπόρεσε μεν να ανοίξει τον δρόμο προς αυτή την αποϊδεολογικοποιημένη γενιά, αλλά δεν διέθετε την απαραίτητη ταχύτητα και τον κυνισμό που απαιτούσαν οι νέες συνθήκες. Στη δεκαετία του 1990 και στις αρχές του 2000, μια τέτοια γενιά προσπάθησε να εκφραστεί ακόμα και στο χρηματιστήριο, κάτω από τη σκέπη του σημιτισμού ή γύρω από τους νεαρούς καριερίστες του opengov, που συνωθούνταν γύρω από τον Γιώργο Παπανδρέου.

Ωστόσο, η διάλυση του ελληνικού χρηματιστηρίου και η κρίση του 2009 ήρθε να μεταθέσει το κέντρο βάρους έκφρασης της «γενιάς» στο πολιτικό πεδίο και μάλιστα στο αντιμνημονιακό! Αυτό είχε διαγραφεί ήδη από το 2006-2007, όταν ο νεόκοπος ΣΥΡΙΖΑ προωθούσε μια ψευδο-εξεγερσιακή γραμμή φοιτητικών και νεανικών μεσοστρωματικών κύκλων, που κορυφώθηκε τον Δεκέμβρη του 2008, με όλο το μηδενιστικό δυναμικό του, και του οποίου ακρότατη έκφραση αποτέλεσαν οι νέες, ανοικτά μηδενιστικές, τρομοκρατικές ομάδες που γέννησε αυτή η «εξέγερση».

Μια νέα γενιά, καταπιεσμένη από τη μακρόχρονη ηγεμονία της γενιάς της μεταπολίτευσης, έψαχνε τον δρόμο της προς την εξουσία. Και στον βαθμό που η γενιά της μεταπολίτευσης διαιωνιζόταν στην εξουσία και συνέχιζε σκανδαλωδώς να κλείνει τον δρόμο στους νεώτερους για δεκαετίες ολόκληρες, μπλοκάροντας πλέον όλους τους μηχανισμούς κοινωνικής ανόδου, τόσο στο ακαδημαϊκό όσο και στο πολιτικό πεδίο, εντεινόταν η δυσαρέσκεια των γόνων των μεσαίων ακόμα και των ανώτερων στρωμάτων που εύρισκαν την πόρτα κλειστή. Έτσι μπορούν να εξηγηθούν «παράδοξα», από πρώτη άποψη, φαινόμενα, όπως η κυριαρχία των αριστεριστών σε σχολές υψηλού κοινωνικού standing, όπως οι Πολυτεχνικές, και η στροφή ενός σημαντικού μέρους γόνων των βορείων προαστίων ακόμα και προς τους αντιεξουσιαστές και την τρομοκρατία. Και πάντως, το προφίλ που εισήγαγε ο ΣΥΡΙΖΑ, ως μια συνάντηση αριστερισμού και Συνασπισμού, ανταποκρινόταν σε αυτή τη νέα πραγματικότητα: φιλοευρωπαϊκή, αριστερή «εναλλακτική παγκοσμιοποίηση», ευρωπορείες, μεγαλύτερη άνεση μεταξύ Αγγλίας, Νέας Υόρκης, Κολεγίου και Χάρβαρντ και «επιστροφή» σε έναν εθνομηδενιστικό «μαρξισμό» αλά Χομπσμπάουμ, ή της πλάκας, αλά Ζίζεκ.

Έχοντας ωριμάσει μέσα στους μαιάνδρους και τις ίντριγκες της κομματικής μικροεξουσίας, αυτή η νέα γενιά διεκδικούσε την εξουσία από την απερχόμενη και φθαρμένη έως το μεδούλι γενιά της μεταπολίτευσης, η οποία, ελέω … Γκορμπατσώφ και παγκοσμιοποίησης, δεν «απεχώρησε», όπως προδιαγραφόταν το 1989, αλλά έκανε ένα ύστατο come back το 1993, για να επιβιώσει σερνόμενη έως τον ΓΑΠ και τον Σαμαρά. Όσοι έχουμε ζήσει το 1989-1993, θυμόμαστε πολύ καλά τους «νεαρούς λύκους» της πρώην ΚΝΕ και του ΠΑΣΟΚ, από τον Ανδρουλάκη έως τους Γεωργιλέδες και τους Κωστόπουλους, και τους Οικολόγους, που επιχείρησαν τότε να «πάρουν την εξουσία» στην Αριστερά, για να ηττηθούν και να ενσωματωθούν στην κυρίαρχη μεταπολιτευτική αφήγηση υπό τον… Σημίτη. Η κατάληψη της εξουσίας ανεβλήθη για μια εικοσαετία, στη διάρκεια της οποίας η μεταπολίτευση εφθάρη μέχρι το μεδούλι. Αυτή η νέα γενιά για να διεκδικήσει την εξουσία έπρεπε να μεταβληθεί σε μια γενιά «ριζοσπαστική» και μπόρεσε να μετασχηματίσει τον γέρικο Συνασπισμό στον αμφισβητησιακό ΣΥΡΙΖΑ. Πολύ χαρακτηριστικά, εξάλλου, τα διάφορα ηλικιακά και κοινωνικά στρώματα της Αριστεράς της μεταπολίτευσης, υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν τα ίδια τους τα… παιδιά σε αυτή την ψευδο-ριζοσπαστικοποίηση. Ποιός δεν εξεπλάγη βλέποντας τους παλιούς «ρεβιζιονιστές» της ΚΝΕ και του ΚΚ Εσωτερικού, που στις δεκαετίες του 1970 και 1980 κατακεραύνωναν κάθε παρέκκλιση από τον κομματικό καθωσπρεπισμό και τον γκρίζο μαρξισμό τους, να τρέχουν πίσω από τους πιτσιρικάδες γιους και κόρες τους, μετά τα μέσα της δεκαετίας του 90, και σταδιακώς να μεταβάλλονται σε καθυστερημένους «εξηνταοκτάρηδες», στα γεράματα. Όταν όμως σαλπίζεις την «ανανέωση», αυτή κάποια στιγμή θα πραγματωθεί αναπόφευκτα, από τους ίδιους τους εκπροσώπους της, παραμερίζοντας την «παλιά γενιά». Έτσι, συνέβη κάτι το πρωτόφαντο: σε ένα κόμμα με στελεχιακό δυναμικό γερασμένο και μεταπολιτευτικό –αρκεί να δει κανείς την ηλικία των περισσότερων υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ–, να ηγείται μια νεώτερη γενιά, με επικεφαλής τον πολύ νεαρότερο Τσίπρα! Μόνο που αυτή η νεώτερη γενιά, τους μαρξισμούς και τους ηθικούς ενδοιασμούς τους έχει για οδοντόκρεμα. Ενδιαφέρεται για ένα και μοναδικό πράγμα… την εξουσία. Η στρατηγική είναι τίποτε, είναι μια αυταπάτη στην καλύτερη περίπτωση, η εξουσία, δηλαδή η τακτική, είναι το παν. Έτσι, πρώτα έχασε το παιγνίδι ο Αλαβάνος, που δεν κατάλαβε από πού του ήρθε! Μα από την ίδια την αγραβάτωτη παρουσία του στο Προεδρικό Μέγαρο και τον ακατάσχετο εκθειασμό του… Δεκέμβρη, όπου πρωτοστατούσαν τα ίδια τα παιδιά των παλιών στελεχών της Αριστεράς, σέρνοντας από τη μύτη τους πατεράδες και τις μανάδες τους. Αναπόφευκτα, λοιπόν, είχε έρθει η ώρα της… «νεολαίας». Η εργαλειακή αντίληψη της διαγράφεται εξάλλου με τις πιο αδρές γραμμές στη νέα τρομοκρατία που αναδείχτηκε από τον Δεκέμβρη. Μια τρομοκρατία που διακηρύσσει ανοιχτά ότι αδιαφορεί για τις ιδεολογίες και θέλει απλώς να καλύψει την ανάγκη της για καταστροφικότητα, εξ ου και η ανοικτή διαπλοκή της με τους ποινικούς νονούς. Είναι χαρακτηριστικό πώς την πάτησε αυτοεξευτελιζόμενος ο Χριστόδουλος Ξηρός.

…με κάθε τίμημα

Γιατί λοιπόν στο επίπεδο της πολιτικής διαχείρισης να μη τα βρούμε με τους Αμερικανούς και τη Γιάννα Αγγελοπούλου, γιατί να μη χρησιμοποιήσουμε τον πράκτορα του Δημοκρατικού Κόμματος (τουλάχιστον), Όλιβερ Στόουν, και τον κλόουν της «μαρξιστικής» φιλοσοφίας, Σλαβόι Ζίζεκ, για να κάνουμε δημόσιες σχέσεις στην Ευρώπη, γιατί να μη μασήσουμε και λίγους Ποδέμος; Γιατί να μη φτιάξουμε μια υπόγεια στενή σχέση με τον Καραμανλή, ήδη από το 2012 (αν όχι και νωρίτερα), σχέση που είχε ήδη θετικά αποτελέσματα στη συμμαχία με τους ΑΝΕΛ και τον πρόεδρο Προκόπη, καθώς και με τον ΓΑΠ και το περιβάλλον του, ή έστω τους παλιούς του συνεργάτες, όπως τον Βαρουφάκη, τον Κοτζιά, την Κατσέλη, την Παναρίτη και τόσους άλλους; Αφού η πολιτική είναι μια βρώμικη δουλειά, την κάνει καλύτερα όποιος δεν έχει καμιά ιδεολογική ή ηθική αναστολή. Τι και αν ο Φώτης Κουβέλης μεταβλήθηκε σε στυμμένη λεμονόκουπα, την ώρα που πίστευε πως βαδίζει προς τον προεδρικό θώκο, τι και αν γκρινιάζει ο αναπόφευκτος Μανόλης Γλέζος;

Ακόμα και ο Καραμπελιάς και το ΑΡΔΗΝ, που καταγγέλλουν συστηματικά μια πολιτική χωρίς αρχές, ακόμα και αυτοί, παρότι έχουν πλήρη συνείδηση των τεκταινομένων, και πολλών άλλων ακόμα (που δεν μπορούν να δημοσιοποιήσουν ή και αγνοούν), είναι υποχρεωμένοι να στηρίζουν την ελληνική κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση, να συμφωνούν με πολλές κινήσεις του υπουργού Εξωτερικών, ή του υπουργού Άμυνας, να επικροτούν και τη σχέση με τον Καραμανλή, με τους ΑΝΕΛ, ή με το «πατριωτικό» ΠΑΣΟΚ, ακόμα και με διαφόρους «ψεκασμένους», ως ανάχωμα στον εθνομηδενισμό του κόμματος, ή ακόμα και να δέχονται τις υπόγειες συμφωνίες με τους Αμερικανούς και διάφορα υπερατλαντικά λόμπυ –ο νοών νοείτω– απέναντι στους Γερμανούς και τον Σόιμπλε. Ακόμα και εμείς στηρίζουμε –είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε– μια κυβέρνηση που με τα φθαρμένα υλικά της μεταπολίτευσης βαδίζει προς την… υπέρβασή της.

Πόσο μάλλον ο ελληνικός λαός, που στο μεγαλύτερο μέρος του τρέμει την πιθανότητα μιας ρήξης με τους «εταίρους», και εύχεται η κυβέρνηση να κάνει την «κωλοτούμπα» και να μην τηρήσει τις δεσμεύσεις της, για να συνεχίσουμε να επιβιώνουμε, κουτσά-στραβά, μέσα στην Ευρωζώνη. Αρκεί να τηρούνται τα προσχήματα του μεταπολιτευτικού σκηνικού. Δηλαδή, άλλα να λες και άλλα να κάνεις. Και τόσο το χειρότερο για εκείνους που, όπως ο Γλέζος, εξακολουθούν να επιμένουν στην τήρηση των υπεσχημένων. Μπορεί να αισθάνεται πάλι προδομένος –για πρόεδρο της δημοκρατίας μόνο το… Άρδην τον πρότεινε και όχι το κόμμα του–, αλλά το έχει ξαναζήσει το σενάριο: έχει εκλεγεί δύο φορές βουλευτής, καθώς και ευρωβουλευτής, με το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα, έχει αποχωρήσει, κ.λπ. κ.λπ. Μπορεί να προσέφερε το κύρος του για να εγκαινιαστεί το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, το 2001-2002, αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο τον πνευματικό πατέρα του, ωστόσο και αυτός «δεν πήγε χαμένος»· παρέμεινε διαρκώς στο προσκήνιο, σε όλη αυτή τη διαδρομή, διότι τόσο ο Αλαβάνος όσο και ο Τσίπρας, στη συνέχεια, τον χρειάζονταν πάντοτε στις δύσκολες στιγμές, ως το αναγκαίο συμπλήρωμα στο οικοδόμημα που φιλοτέχνησαν.

Μάχη εκ παρατάξεως ή ανταρτοπόλεμος

Όλα καλά μέχρι εδώ. Η εξουσία ήρθε στο ραντεβού, με μικρό τίμημα – έναν Κουβέλη, μια μικροαπάτη τύπου Χαϊκάλη-Λαζόπουλου και κάποιες συμφωνίες που άρχισαν να γίνονται φανερές από τη στιγμή που οι Αμερικανοί εγκατέλειψαν εμφανώς τον Σαμαρά, από την αρχή του Φθινοπώρου του 2014. Ένας θρίαμβος τακτικής, που επιβεβαιώθηκε το βράδυ των εκλογών και στη σύνθεση της νέας κυβέρνησης.

Πήραν λοιπόν την πολυπόθητη εξουσία οι «descorbatados» (οι αγραβάτωτοι, κατά τους descamisados του Περόν) και τώρα βρίσκονται μπροστά στα τραγικά ελλείμματα της στρατηγικής τους, κυριολεκτικά μπροστά στην πλήρη έλλειψη στρατηγικής.

Καλούνται έτσι να συνεχίσουν, ως ανταρτοπόλεμο με τους Ευρωπαίους, έναν πόλεμο τον οποίο ξεκίνησαν ηλιθίως ως μίαμετωπική σύγκρουση και έχασαν ήδη στις πρώτες αψιμαχίες το μεγαλύτερο μέρος του «στρατού» τους, δηλαδή τα βασικά τους επιχειρήματα για ακύρωση του μνημονίου, εκδίωξη της τρόικας και απομείωση του χρέους. Και το δυστύχημα για μας, για όλο τον ελληνικό λαό, είναι πως, αναλαμβάνοντας να εκφράσουν τα αντιμνημονιακά αιτήματα,κατέστρεψαν αυτή την ίδια τη διεκδίκηση. Γιατί πλέον τι μένει, η Χρυσή Αυγή, ο Κουτσούμπας, ο Κατσανέβας ή ο Καζάκης;

Και όμως, έχουμε τονίσει αναρίθμητες φορές πως οι αρχές του 2015 ήταν η χειρότερη στιγμή για να προκληθεί η ανατροπή των μνημονιακών κομμάτων, διότι η άνοδος στην εξουσία υπ’ αυτές τις συνθήκες θα σε υποχρέωνε είτε σε ολοκληρωτική καταστροφή είτε σε ταπεινωτική ήττα και σε «κάψιμο» των αντιμνημονιακών αιτημάτων. Είχαμε επαναλάβει πολλές φορές στους Συριζαίους και τους Ανεξαρτήτους Έλληνες πως, μετά από μερικούς μήνες, αφού θα είχαμε με τον ένα ή άλλο τρόπο βγει από το μνημόνιο, και σε μια συγκυρία όπου η Ισπανία με τους Ποδέμος θα είχε περάσει σε πρώτο πλάνο, η ποσοτική χαλάρωση θα είχε υποσκάψει τη γερμανική πρωτοκαθεδρία και θα είχαν γίνει και εκλογές στη Βρετανία, μια ελληνική αντιμνημονιακή κυβέρνηση θα μπορούσε να αμφισβητήσει ανοικτά και αξιόπιστα το χρέος και τα τετελεσμένα των μνημονίων. Γι ‘αυτό εξάλλου αρνηθήκαμε τελικώς να συμμετάσχουμε στις εκλογές μαζί με τους ΑΝΕΛ, επειδή ίσως εμείς επιμένουμε υπέρμετρα στην στρατηγική έναντι της τακτικής !

Αντ’ αυτού, όμως οι Συριζαίοι, μεθυσμένοι –κυριολεκτικώς– από το φάντασμα της εξουσίας, προχώρησαν σε σύγκρουση εκ παρατάξεως με τη γερμανική Ευρώπη, χωρίς να είναι στοιχειωδώς έτοιμοι, ούτε οι ίδιοι ούτε ο ελληνικός λαός για κάτι τέτοιο. Έτσι και έκαψαν –για πολύ καιρό τουλάχιστον– τα αντιμνημονιακά αιτήματα και κάψανε και τους… Ποδέμος και το Σιν Φέιν, εμφανιζόμενοι ως οι φορείς της αλλαγής σε ολόκληρη την Ευρώπη. Θριαμβολογούν οι Ισπανοί, οι Πορτογάλοι και οι Ιρλανδοί συντηρητικοί, θριαμβολογεί ανενδοίαστα ο Τεύτονας, που παριστάνει τον Ριχάρδο τον Γ΄ (τρομάρα του).

Και όμως όλοι γνωρίζουμε πως ο αδύνατος, για να κερδίσει το δίκιο του, πρέπει να έχει ως στρατηγική του μέθοδο τον ανταρτοπόλεμο. Αυτή εφάρμοζε ο Κολοκοτρώνης ενάντια στους Οθωμανούς και ο Βελουχιώτης ενάντια στον… πατέρα του Σόιμπλε. Και όταν χάνεις μια μάχη εκ παρατάξεως, δεν έχεις μόνο απώλειες στο πεδίο της μάχης αλλά και πλήθος παράπλευρες απώλειες και διχόνοια στο ίδιο σου το στρατόπεδο. Διάφοροι, μέχρι χθες, σύμμαχοι που πίστευαν στις εξαγγελίες της «ρήξης» θα στραφούν εναντίον σου· όταν μάλιστα θα δοκιμάσεις να μαζέψεις και… φόρους από εκείνους που πίστευαν πως δεν… θα ξαναπληρώσουν, τότε τα πράγματα θα μεταβληθούν σε κόλαση, δεδομένου μάλιστα ότι δεν διαθέτεις κάποιο στιβαρό κόμμα πίσω σου.

Τα όρια της τακτικής

Όταν δεν διαθέτεις μια εθνοκεντρική στρατηγική, αλλά φαντάζεσαι πως αποτελείς ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της (Δυτικής) «Ευρώπης των λαών», στην ίδια ιδεολογική γραμμή με τον Σημίτη και τον ΓΑΠ –εξ ου και ο Τσουκαλάς ως προσωπικότητα-έμβλημα– τότε θα σκοντάψεις πάνω στον «αλτουσεριανό» μαρξιστή Μπαλτά, στην Τασία Χριστοδουλοπούλου και τον Κουράκη, όσο και αν προσπαθείς να τους εξουδετερώσεις μέσω της «ποσολογίας» των υπουργείων και των τάσεων στην Κυβέρνηση. Γιατί ο χρόνος τρέχει και δεν σου δίνει το περιθώριο –και τα χρήματα– της σταδιακής προσαρμογής που διέθετε ο Ανδρέας το 1981. Πρέπει, εδώ και τώρα, στηριγμένος σε ένα εθνομηδενιστικό, ευρωκεντρικό και «ευρωλιγούρικο» κόμμα, να κάνεις μια πολιτική σύγκρουσης –μακράς διάρκειας και πνοής– με τους Ευρωπαίους, ενώ δεν μπορείς να ρισκάρεις, για γεωπολιτικούς λόγους, την έξοδο από τον «λάκκο των λεόντων», διότι καραδοκεί ο διπλανός τίγρης!

Πώς θα το πετύχεις, στηριγμένος αποκλειστικά στους Αμερικανούς, τους Ρώσους (που βρίσκονται σε σύγκρουση με τους προηγούμενους), τους Ισραηλινούς, και μάλιστα υπόρρητα και υπογείως, χωρίς να έχεις ένα λαό σε εγρήγορση, που να ξέρει τι θέλει και να είναι διατεθειμένος να πραγματοποιήσει έναν αγώνα μακράς πνοής για να κατακτήσει στοιχειώδη επίπεδα αυτονομίας και αξιοπρέπειας; Πώς θα ανατρέψεις τις πραγματικότητες της δημογραφικής κατάρρευσης και της παραγωγικής παρασιτοποίησης; Με ψευδο-φεμινιστικές παρόλες και τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία ενός κόμματος, που θεωρεί αντιδραστική την αναφορά στο δημογραφικό και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, δεδομένου ότι γι’ αυτούς προέχει η διασφάλιση των… δημοσίων υπαλλήλων; Πώς θα αντιμετωπιστεί το μεταναστευτικό, όταν η υπουργός μέχρι προχθές υποστήριζε τα ανοικτά σύνορα και ο ΣΥΡΙΖΑ παθαινόταν για την πολυπολιτισμική κοινωνία, χωρίς να έχει καμία συνείδηση πως για την Ελλάδα η μετανάστευση δεν είναι μόνο κοινωνικό πρόβλημα σε συνθήκες υψηλής ανεργίας αλλά και ζήτημα επιβίωσης για μια συρρικνούμενη χώρα των συνόρων;

Πώς θα εγκαινιάσεις μια πολιτική ανανέωση, ξηλώνοντας το παλιό φθαρμένο πολιτικό προσωπικό, πράγμα που επιθυμεί διακαώς ο ελληνικός λαός, όταν, για να τηρηθούν οι ισορροπίες, εκλέγεται ως πρόεδρος της δημοκρατίας ένας Παυλόπουλος; Και αν προφανώς τον προτιμούμε από άλλες επιλογές (Ντόρα ή Αβραμόπουλος), δεν σημαίνει πως αντιπροσωπεύει το αιτούμενο για το οποίο ο ελληνικός λαός οδηγήθηκε σε μια τόσο άκαιρη σύγκρουση.

Και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ’ άπειρον. Η πολιτική της ηγετικής ομάδας και του Τσίπρα παράγεται όχι ως στρατηγική επιλογή αλλά κάτω από τη σιδερένια φτέρνα της ανάγκης, με ατελείωτες δολιχοδρομίες, οι οποίες όμως αποκαλύπτουν ένα βαθύτατο στρατηγικό έλλειμμα. Και επειδή το έξυπνο πουλί, λέει η λαϊκή παροιμία, πιάνεται με τα τέσσερα, ο μάγος της τακτικής, Τσίπρας, κινδυνεύει να πιαστεί στο ίδιο το παιγνίδι του τακτικισμού του. Να οδηγηθεί, από υπερβολική «επιτυχία» των τακτικών του επιλογών, σε στρατηγική κατάρρευση και στο τέλος να απολέσει και την ίδια αυτή την περιπόθητη εξουσία! Κινδυνεύει στο άμεσο μέλλον να την «πατήσει» από κάποιους συμμάχους ή αντιπάλους, που νομίζει ότι μπορεί να χειριστεί.

Και ήδη έχει επαναφέρει –άθελά του;– στο προσκήνιο, έναν δεύτερο πόλο εξουσίας, τον Κώστα Καραμανλή, ο οποίος, «χωρίς να κάνει τίποτε», μεταβάλλεται σταδιακά σε κυρίαρχο του πολιτικού παιγνιδιού. Έχει ήδη «κερδίσει» την προεδρία, έχει τον Καμμένο στην κυβέρνηση, «συμβουλεύει» συστηματικά τον πρωθυπουργό και καθορίζει την τύχη του Σαμαρά! Ο ρόλος του στο πολιτικό παιγνίδι καθίσταται κάθε μέρα και μεγαλύτερος, στον βαθμό που ο Τσίπρας είναι υποχρεωμένος να εξαρτάται από τακτικούς ελιγμούς, και αρχίζει να χάνει την απόλυτη αποδοχή στο εσωτερικό του κόμματος του, ενώ ο Σαμαράς εξαρτάται κυριολεκτικά από την καλή του θέληση. Πολύ σύντομα, ένα τέτοιο πολιτικό παιγνίδι θα οδηγήσει είτε σε «μεγάλο συνασπισμό», μετά από αλλεπάλληλες ρήξεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, για την αποδοχή του νέου μνημονίου που ετοιμάζεται, είτε σε κατάρρευση. Και στις δύο περιπτώσεις, το εγχείρημα της κατάκτησης μιας στρατηγικής θέσης στα πολιτικά πράγματα, θα έχει υπονομευτεί εξαιτίας ακριβώς αυτής της τακτικής πολυπραγμοσύνης και των αδιάκοπων ελιγμών, εκεί που χρειαζόταν στρατηγική βαρύτητα και όραμα.

Μετατρέποντας την τακτική σε στρατηγική

Και εδώ, τώρα, αρχίζει μια νέα πορεία, ένα νέο εγχείρημα, η ανάγκη της μετατροπής της τακτικής συγκυρίας σε στρατηγική. Δεδομένου ότι όλες αυτές οι άκαιρες και πρόωρες κινήσεις έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, δεδομένου ότι το τίμημα για την άνοδο στην εξουσία μιας γενιάς διψασμένης για εξουσία, που εκμεταλλεύτηκε την κατάρρευση του αστικού κόσμου ως συνέπεια της κρίσης, δεδομένου ότι ήδη έχουμε μια άτυπη διαρχία στην κορυφή της εξουσίας, είναι δυνατόν, «δολιχοδρομώντας», να σώσουμε ό,τι μπορεί να σωθεί από τη χώρα και την ανεξαρτησία της και να ετοιμάσουμε τη μεταβολή της τακτικής συγκυρίας σε στρατηγική;

Δηλαδή, πατώντας πάνω σε αυτή την ιδιότυπη υπέρβαση του διαχωρισμού αριστεράς-δεξιάς, που έχει πραγματοποιηθεί στην κορυφή του κράτους –δίδυμο Παυλόπουλου-Τσίπρα, συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ– να παλέψουμε για τη μεταβολή της σε μια συνειδητή εθνικοαπελευθερωτική στρατηγική, που όντως θα υπερβεί, επί τέλους, τα εμφυλιοπολεμικά σύνδρομα. Καθόλου τυχαία, το 1989 έγινε μια ανάλογη απόπειρα, με άλλους πρωταγωνιστές, απόπειρα που κατέρρευσε εξαιτίας τόσο των μεγάλων γεωπολιτικών ανατροπών της εποχής και της κατάρρευσης του υπαρκτού γκορμπατσοφισμού, όσο και της τακτικιστικής πολυπραγμοσύνης και έλλειψης οράματος μιας άλλης γενιάς σαραντάρηδων – τότε–, της «γενιάς του Πολυτεχνείου» – των Ανδρουλάκη, Δραγασάκη, Λαφαζάνη, Αλαβάνου, Δαμανάκη…

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα όραμα εθνικής σωτηρίας –κυριολεκτικά– και η πραγματικότητα μας έχει φέρει μπροστά στον γκρεμό, μέσα από την έλλειψη οράματος και τη διαφθορά της ελιτ-αλήτ της χώρας. Δυστυχώς πλέον το ρολόι του χρόνου δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, στο 2009, όταν μια ανάλογη πορεία θα μπορούσε να εγκαινιαστεί με μικρότερες απώλειες. Ούτε καν στον Δεκέμβριο του 2014. Τώρα βρισκόμαστε σε ένα νέο τοπίο, όπου οι «υπαρκτές αντιμνημονιακές δυνάμεις» ανέλαβαν την εξουσία για να αποδείξουν, μέσα σε ένα μήνα, ότι μπορούν να προκαλέσουν με τη σειρά τους το μερίδιο των καταστροφών που τους αναλογεί! Τα έσοδα έχουν ήδη εκτροχιαστεί, το αδιέξοδο είναι γενικευμένο και ένα νέο ταπεινωτικό μνημόνιο είναι στα σκαριά. Είτε grexit, λοιπόν, είτε υποταγή; Οι «αντιμνημονιακοί» μας έφεραν στα ίδια και χειρότερα με τους μνημονιακούς;!

Και όμως, ένα μέρος από αυτούς, με επί κεφαλής τους «εθνικούς γέροντες», είναι έτοιμο να σαλπίσει και πάλι «επίθεση» σε έναν διαλυμένο στρατό. Και όμως κάτι τέτοιο δεν σημαίνει Κούγκι, ούτε Ζάλογγο, όπως φαντασιώνονται, διότι οι Σουλιώτες έφτασαν στο Κούγκι, και οι Σουλιώτισσες στο Ζάλογγο, πολιορκημένοι και αφού είχαν δοκιμάσει όλα τα άλλα μέσα. Αντίθετα, η παρούσα σύγκρουση θυμίζει –για όσους γνωρίζουν στοιχειωδώς την ιστορία μας– τη μάχη… του Πέτα, το 1822, όπου ο στρατηγός Μαυροκορδάτος, μαζί με τους φιλέλληνες, υπέστησαν μια συντριπτική ήττα, γιατί πολέμησαν σε μάχη εκ παρατάξεως με τις δυνάμεις του Κιουταχή, με αποτέλεσμα οι Σουλιώτες να αποχωρήσουν οριστικά από το Σούλι και να χαθεί η επανάσταση στην Ήπειρο!!

Είναι προφανές πως η μόνη τακτική που μας μένει είναι εκείνη του «ανταρτοπολέμου», δηλαδή να κρατήσουμε όσο μπορούμε απέναντι στους Γερμανούς, πετυχαίνοντας μικρές έστω και επί μέρους νίκες στη διαπραγμάτευση, μέχρις ότου γενικευτεί η αντίδραση εναντίον τους σε όλη την Ευρώπη. Και, δυστυχώς, δεν βρίσκεται στις επιλογές μας το Σχέδιο Β, της Ανταρσύας, του ΚΚΕ και του Κατσανέβα, διότι τότε θα βρεθούμε σε ένα σόλο με τους νεο-οθωμανούς, ενώ στο εσωτερικό της χώρας, εξαιτίας της εκπτώχευσής της, θα έλθουν στην εξουσία οι ολιγάρχες, παρέα με τους… χρυσαυγίτες, παλιούς ή νεόκοπους. Επιπλέον, μια τέτοια έξοδος θα καταστρέψει και την Κύπρο, δηλαδή τον ελληνισμό στο σύνολό του.

Έτσι, λοιπόν, ο Τσίπρας και οι σπεύδοντες της παρέας του έφθασαν να μη έχουν άλλη διέξοδο από την εφαρμογή των μνημονίων με τις λιγότερες δυνατές απώλειες, εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στους Αμερικανούς, που θέλουν να διατηρήσουν την Ελλάδα στην ευρωζώνη για γεωπολιτικούς λόγους.

Το καλύτερο που έχουν να κάνουν λοιπόν, είναι, μεταβάλλοντας την ανάγκη σε φιλοτιμία, να μιλήσουν ειλικρινά στον ελληνικό λαό, να οδηγηθούν σε άμεση ρήξη με τις εθνομηδενιστικές αρλούμπες της ιδεολογίας τους, να προωθήσουν την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και να καλέσουν όλους τους Έλληνες σε συστράτευση. Και προφανώς να κάνουν εντατικά … νυκτερινά μαθήματα για να μάθουν την ιστορία της χώρας, τη γεωπολιτική πραγματικότητα που τους περιβάλλει και όλα τα συναφή.

Η εθνομηδενιστική αντιμνημονιακή ρητορεία κάηκε ταυτόχρονα με την ανάληψη της εξουσίας! Σήμερα, αυθεντικά «αντιμνημονιακοί» και αντισυστημικοί μπορούν να είναι μόνο όσοι έχουν συνείδηση των διακυβευμάτων. Και αφού, εκβιάζοντάς μας, κατέλαβαν την εξουσία, ας δείξουν για μια τελευταία φορά την ίδια τακτική δεινότητα για να εγκαταλείψουν το παλιό τους δέρμα σε χρόνο dt και να κατανοήσουν ότι μόνο ένα πλάνο υπάρχει για την Ελλάδα, εκείνο μιας εθνοκεντρικής ανασυγκρότησης, ενός εκσυγχρονισμού της παράδοσής μας και ας γίνουν επι τέλους πατριώτες αντιμνημονιακοί. Στην Ξενοφώντος 4 –είναι και κοντά στο Σύνταγμα– παραδίδουμε αφιλοκερδώς σεμινάρια επί του θέματος.

Βέβαια, το τίμημα μπορεί να είναι βαρύ και να απολέσουν την εξουσία όπως τυχοδιωκτικά την κατέλαβαν, πρέπει όμως να αναλάβουν και αυτό το κόστος, για να μη τους καταριέται η ελληνική ιστορία και ο ελληνικός λαός, χειρότερα και από τον ΓΑΠ. Ακόμα και αν πρόκειται να χάσουν την εξουσία, θα πρέπει να προτιμήσουν αυτό από την καταστροφή της χώρας.

Αν, πάντως, δεν προσαρμοστούν στην πραγματικότητα, ας είναι βέβαιοι πως μια νέα πολιτική δύναμη που διαθέτει και όραμα και στρατηγική θα αναδυθεί από τις στάχτες του μεταπολιτευτικού συστήματος. Είτε το θέλουν είτε όχι. Μπορούν να συμβάλουν θετικά, μεταβαλλόμενοι οι ίδιοι σε συνιστώσα αυτής της νέας εθνικής προσπάθειας, αυτού του νέου εθνικού οράματος, ή να το επιταχύνουν αρνητικά, επισωρεύοντας νέα ερείπια στα ήδη υπαρκτά. Εμείς, σε αντίθεση με το δικό τους τυχοδιωκτισμό, δεν επιθυμούμε το δεύτερο, όπως έκαναν οι ίδιοι, επιδιώκοντας να «δικαιωθούμε» και πολιτικά, όπως κάνει το ΚΚΕ και διάφοροι τηλε-ευαγγελιστές της καταστροφής. Ιδεολογικά έχουμε ήδη δικαιωθεί –το λέει και ο Κανέλλης(!)– αλλά το ζήτημα είναι να σωθεί η χώρα. Αν μπορούν οι νεογιάπηδες που βρίσκονται στην εξουσία να κάνουν και αυτό τον ύστατο τακτικό ελιγμό, τότε, τόσο το καλύτερο και θα τους χειροκροτήσουμε. Γιατί η χώρα μπήκε ήδη στην εποχή της στρατηγικής και μάλιστα της βαριάς και εμείς έχουμε θέσει ως στόχο μας την ένωση στρατηγικής και τακτικής, ιδεολογίας και πολιτικής, με τον ένα ή άλλο τρόπο.

ΠΗΓΗ

Advertisements


Κατηγορίες:Αρθρα, Ελλάδα, Καραμπελιάς Γιώργος

Ετικέτες: , ,

Αρέσει σε %d bloggers: