Ανόητα αφελείς

Είναι αυτονόητο πως όταν σου επιτίθεται ένας σχιζοφρενής εγκληματίας, δεν μπορείς να τον αποφύγεις, παρακαλώντας τον να σε λυπηθεί – όπως επίσης ότι, σε μία αδυσώπητη μάχη με πιστόλια, δεν πηγαίνεις άοπλος ή με μαχαίρι, εάν θέλεις να επιβιώσεις

Είναι αυτονόητο πως όταν σου επιτίθεται ένας σχιζοφρενής εγκληματίας, δεν μπορείς να τον αποφύγεις, παρακαλώντας τον να σε λυπηθεί – όπως επίσης ότι, σε μία αδυσώπητη μάχη με πιστόλια, δεν πηγαίνεις άοπλος ή με μαχαίρι, εάν θέλεις να επιβιώσεις

Ιάκωβος Ιωάννου

Είμαι προφανώς υπέρ της κυβέρνησης, όπως πιθανολογώ όλοι οι Έλληνες – με την έννοια ότι αυτή ηγείται της χώρας μας σήμερα, οπότε οφείλουμε να την στηρίζουμε. Πρέπει όμως να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς επιδιώκει, παραμένοντας εντός των λογικών ορίων του ρεαλισμού και του εφικτού, καθώς επίσης με ποιόν ακριβώς τρόπο – ενώ δεν θέλουμε να μας εξευτελίζει καμία χώρα.

Πόσο μάλλον η Γερμανία, χαρακτηρίζοντας τον υπουργό οικονομικών μας ως έναν ανόητα αφελή, ο οποίος προσπαθεί να αποφύγει την πικρή πραγματικότητα, «βαφτίζοντας» τα μνημόνια ως γέφυρα και την τρόικα ως θεσμούς.

Στα πλαίσια αυτά, χωρίς καμία αμφιβολία, η Ελλάδα επισκέπτεται τη Γερμανία, ζητώντας δανεικά και όχι το αντίθετο– παρά το ότι η κυβέρνηση στο παρελθόν είχε πολύ σωστά δηλώσει πως η χώρα δεν πρέπει να δανείζεται, πριν ρυθμίσει τα προηγούμενα χρέη της.

Η Γερμανία από την πλευρά της είναι πρόθυμη να μας παρέχει τα χρήματα που εμείς ζητάμε, με αντάλλαγμα τους συνήθεις ελέγχους της Τρόικας και την υπογραφή ενός μνημονίου – την παραμονή της Ελλάδας δηλαδή σε καθεστώς αποικίας, καθώς επίσης των Ελλήνων σε αέναους σκλάβους χρέους.

Εάν τώρα εμείς δεν συμφωνούμε, τότε παύουμε να ζητάμε δανεικά και αναζητούμε άλλους τρόπους επίλυσης των χρηματοπιστωτικών προβλημάτων μας – αντί να συνεχίζουμε την πολιτική της υποτέλειας και των υποκλίσεων, με αποτέλεσμα να γινόμαστε «αντικείμενο» προσβολών και επιτιμητικών σχολίων εκ μέρους της πρωσικής κυβέρνησης, καθώς επίσης των ΜΜΕ της Γερμανίας.

Σε σχέση με τους «άλλους τρόπους», θα αναφέρω το παράδειγμα δύο επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν το ίδιο ακριβώς πρόβλημα. Την αδυναμία εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων τους δηλαδή, αλλά με διαφορετικό τρόπο:

(α) Ο πρώτος επιχειρηματίας, αντιλαμβανόμενος ότι πολύ σύντομα θα διαμαρτυρηθεί κάποια επιταγή του, ενώ δεν θα μπορέσει να το αποφύγει έχοντας άδειο το ταμείο του, αποφασίζει να δηλώσει την πτώχευση της εταιρείας του – έτσι ώστε αφενός μεν να έχει ακόμη κάποια χρήματα για τις άμεσες ανάγκες του, αφετέρου για να αποφύγει τη λεηλασία της επιχείρησης από τους πιστωτές της.

Ορίζεται λοιπόν από το δικαστήριο ένας σύνδικός πτώχευσης (η κυβέρνηση στην περίπτωση ενός κράτους), ο οποίος αφενός μεν τον προστατεύει από τις επιθέσεις των δανειστών, αφετέρου προσπαθεί να εξυγιάνει την εταιρεία, μέσω της διαγραφής ενός μέρους του χρέους, καθώς επίσης με το βιώσιμο διακανονισμό του υπολοίπου – οπότε αναφερόμαστε σε μία «ελεγχόμενη χρεοκοπία», με σημαντικές πιθανότητες επιτυχίας.

(β)  Ο δεύτερος επιχειρηματίας, αντιμετωπίζοντας την ίδια αφερεγγυότητα, προσπαθεί να δανειστεί περισσότερα χρήματα, αναγκαζόμενος να καταφύγει σε τοκογλύφους – οι οποίοι υποθετικά δεν ζητούν υψηλότερους τόκους, γνωρίζοντας πως δεν θα μπορέσει να τους πληρώσει, αλλά τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης του, σε εξευτελιστικές τιμές.

Παρά το ότι όμως υπογράφει ότι του ζητούν και δανείζεται κάποια ποσά, το πρόβλημα παραμένει – ενώ αυτός ελπίζει ανόητα πως θα λυθεί από κάποιο θαύμα ή πως θα τον λυπηθούν οι τοκογλύφοι, παύοντας να απαιτούν ακόμη περισσότερες υποχωρήσεις εκ μέρους του, να τον εξευτελίζουν δημόσια και να δυσχεραίνουν την ήδη οδυνηρή θέση του.

Κάποια στιγμή λοιπόν η διαδικασία φτάνει στο τέλος της και η πρώτη επιταγή διαμαρτύρεται – με αποτέλεσμα να επιτίθενται στην απροστάτευτη επιχείρηση του οι πιστωτές, προσπαθώντας να του πάρουν ότι έχει και δεν έχει.

Έχοντας άδειο το ταμείο του δε, αδυνατεί να πληρώσει κάποιον δικηγόρο για να διευκολύνει τη θέση του – οπότε αναφερόμαστε σε μία «ανεξέλεγκτη χρεοκοπία», η οποία οδηγεί μία επιχείρηση στην ολοκληρωτική καταστροφή, χωρίς καμία πιθανότητα εξυγίανσης και επιστροφής στην ομαλότητα.

.

Η Ελλάδα

Κρίνοντας από όλα όσα συμβαίνουν το τελευταίο χρονικό διάστημα και πιστεύοντας πως ο σωστός τρόπος για να αμυνθεί ένα αδύναμο θήραμα, όταν του επιτίθεται ένα ισχυρό και αιμοχαρές σαρκοφάγο, δεν είναι οι παρακλήσεις, αλλά η μεθοδική οργάνωση της άμυνας του, έχω την άποψη πως η Ελλάδα βαδίζει ολοταχώς προς την «ανεξέλεγκτη χρεοκοπία».

Προς το μοναδικό λοιπόν δρόμο που θα μπορούσε ίσως να την οδηγήσει στην έξοδο από το ευρώ (άρθρο ΒΒ), οπότε στην απόλυτη εξαθλίωση – παρά το ότι καμία συνθήκη δεν το επιτρέπει, μπορεί κάλλιστα να το αποφύγει, ενώ έχει στη διάθεση της πάρα πολλές δυνατότητες για να αμυνθεί (ανάλυση ΒΒ).

Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση της γελοιοποιείται «φάσκοντας και αντιφάσκοντας», εκθειάζει ανόητα τους θήτες της(όπως συνέβη με τον υπουργό οικονομικών, ο οποίος χαρακτήρισε ουσιαστικά ικανότατο τον κ. Σόιμπλε και μεγάλη πολιτική φυσιογνωμία την καγκελάριο!), προσπαθεί να ωραιοποιήσει την ψυχρή πραγματικότητα αλλάζοντας τα ονόματα (θεσμοί αντί τρόικα κλπ.), ενώ αποφεύγει να αναλάβει τις πραγματικές της ευθύνες – ισχυριζόμενη πως ο λαός της έδωσε εντολή να επιτύχει έναν αξιοπρεπή συμβιβασμό με τη Γερμανία!

Επειδή αδυνατώ να κατανοήσω την έννοια του «αξιοπρεπούς συμβιβασμού» ενός θύματος με το θήτη του, θα χρησιμοποιήσω ένα ακόμη παράδειγμα – την απορία μου σχετικά με το πώς θα μπορούσε να επιτύχει έναν αξιοπρεπή συμβιβασμό ο Μεταξάς το 1940 με τη ναζιστική Γερμανία, όταν αυτή εισέβαλλε στα ελληνικά σύνορα.

Τι ακριβώς θα έλεγε στο Χίτλερ; Θα τον έπειθε να λυπηθεί την Ελλάδα, χαρακτηρίζοντας τον ως εξαιρετικά ικανό στρατηγό, καθώς επίσης ως μία μεγάλη πολιτική φυσιογνωμία; Θα διατηρούσε την υπερηφάνεια και την αξιοπρέπεια της χώρας του, προσποιούμενος ότι δεν καταλαβαίνει τους εξευτελισμούς; Θα τον απειλούσε ανόητα με την προσφυγή στα δικαστήρια, απαιτώντας την πληρωμή των πολεμικών επανορθώσεων του προηγουμένου πολέμου;

.

Επιμύθιο

Από την άλλη πλευρά αρκετοί θεωρούν πως εάν η κυβέρνηση πετύχει κάτι καλύτερο από την προηγούμενη, τότε θα έχει εκπληρώσει την αποστολή της. Η τοποθέτηση αυτή δεν είναι μόνο απίστευτα ηττοπαθής ή/και δειλή, αλλά πολύ μακριά από την πραγματικότητα – επειδή, στη θέση που βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα, δεν υπάρχουν μεσαίες λύσεις.

Με δημόσιο χρέος της τάξης του 180%, με κατεστραμμένο τον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό, καθώς επίσης με την επιστροφή στην ύφεση, στα ελλείμματα και στα νέα χρέη προ των πυλών, η χώρα έχει δύο μόνο επιλογές, εξίσου επώδυνες:

(α)  την αποδοχή της περαιτέρω παραμονής της στο καθεστώς της αποικίας χρέους, με την πιστή τήρηση των εντολών των δανειστών της – οπότε θα ήταν σε πολύ καλύτερη θέση εάν δεν είχαν μεσολαβήσει οι πρόωρες εκλογές, ή

(β)  τη χρεοκοπία της εντός της Ευρωζώνης, πριν τελειώσει ο διαθέσιμο χρόνος – εάν δεν θέλει να οδηγηθεί στην ανεξέλεγκτη χρεοκοπία, οπότε στην, εκούσια φυσικά, έξοδο από το κοινό νόμισμα.

Όλα τα υπόλοιπα είναι κενά λόγια χωρίς κανένα νόημα – χάσιμο χρόνου, δικαιολογίες και αυταπάτες ανθρώπων που πιστεύουν ότι, θα αποφύγουν να αντιμετωπίσουν την ανελέητη πραγματικότητα, απλά και μόνο κοιτάζοντας αλλού.

Κλείνοντας, κατά την υποκειμενική μου άποψη ο υπουργός οικονομικών δεν είναι δυστυχώς γνώστης της επιστήμης του, αλλά μπορεί καλύτερα από τον καθένα να επικοινωνεί μία προαποφασισμένη στρατηγική της χώρας – γεγονός που σημαίνει όπως πως πρέπει να υπάρχει μία στρατηγική, η οποία δυστυχώς λείπει εντελώς από την Ελλάδα.

Ιάκωβος Ιωάννου, για το Analyst.gr

Advertisements


Κατηγορίες:Αρθρα, Γερμανία, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρώπη, Ελλάδα, Οικονομία

Ετικέτες: , , , , , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: