ΚΡΑΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΙΣΧΥΟΣ Με αφορμή μελέτη για την αναζήτηση των αιτιών της έναρξης του Ψυχρού Πολέμου, 1941-1950

Παναγιώτης Ήφαιστος

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων-Στρατηγικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς

 Το παρόν είναι η πρώτη εκδοχή εισήγησης σε επιστημονική ημερίδα.

 Περιεχόμενα (Για το αρχείο σε pdf με τις σημειώσεις στο υποσέλιδο κλικ εδώ: Στρατηγική Θεωρία και Διεθνές σύστημα)

  • Κεντρικά γνωσιολογικά και επιστημολογικά ερωτήματα
  • Εύρος του θεωρητικού προβληματισμού και ο μη ανακλητός χαρακτήρας των επιστημονικών δημοσιεύσεων
  • Δομή, αίτια πολέμου και προσαρμογή των στρατηγικών επιλογών ανεξαρτήτως εσωτερικού καθεστώτος.
  • Αναγκαία και μη εξαιρετέα σχοινοβασία και προσεκτικό κτίσιμο πάνω στα θεμέλια ή και πέραν του Ρεαλιστικού επιστητού
  • Ανακατανομές ισχύος στο διεθνές σύστημα και η σταθερότητα ή το αναλλοίωτο της κρατικής συμπεριφοράς
  • Καταληκτικά σχόλια
  • Παράρτημα Ι. Στοιχειώδης ορισμός της έννοιας «επαναστατισμός»
  • Παράρτημα ΙΙ. Παγκόσμια τυραννία versus εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα πλήρες προβλημάτων
  • Παράρτημα ΙΙΙ. «ΤΟ «ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ» ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ».

 Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι μια πλήρης και ολοκληρωμένη εισήγηση που εστιάζεται, εξετάζει περιπτωσιολογικά και εξειδικεύει το ερώτημα για τα αίτια του Ψυχρού Πολέμου υπό το πρίσμα του διεθνολογικού επιστητού.

Ως επιστημονική εισήγηση εμπίπτει στα πεδία της στρατηγικής θεωρίας και της κρατικής θεωρίας για την διεθνή πολιτική (η οποία συμπεριλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ζητήματα σκοπών, μέσων και πολιτικής, καθώς επίσης και τα συμπαρομαρτούντα κοσμοθεωρητικά/«φιλοσοφικά» ζητήματα). Θα αναπτυχθεί προβληματισμός και διλήμματα που αντιμετωπίζει κάθε κυβέρνηση η οποία εκκινεί την ανάλυση και εκτίμηση των πραγμάτων υπό το πρίσμα του κρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος όπως διαμορφώθηκε τους τέσσερεις τελευταίους αιώνες και όπς προσδιορίστηκε επακριβώς στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ το 1945.

Η στρατηγική θεωρία βρισκόταν και θα βρίσκεται πάντα στην αιχμή της θεωρίας διεθνών σχέσεων για την οποία μια καλύτερη ονομασία θα ήταν «πολιτική θεωρία του διεθνούς συστήματος». Η πολιτική θεωρία του διεθνούς συστήματος αφορά και τα τρία επίπεδα ανάλυσης –άνθρωπος, κράτος, διεθνής πολιτική– επιχειρώντας να επεξεργαστεί αμφίπλευρα τον τρόπο που συναρτώνται ή σχετίζονται (τα τρία επίπεδα).

Επεξεργαζόμενος το κείμενο στην παρούσα φάση αποφάσισα να μην υποβάλω μια εξειδικευμένη και ολοκληρωμένη εισήγηση για τα αίτια του Ψυχρού Πολέμου. Μια ολοκληρωμένη δοκιμιακή δημοσίευση που θα επεκταθεί και εξειδικεύσει πολλά ζητήματα που θίγονται εδώ, θα ακολουθήσει. Στην παρούσα φάση του εγχειρήματος, προεξάρχει ο επιστημολογικός και μεθοδολογικός προβληματισμός. Οι παραπομπές και οι υποσημειώσεις θα είναι οι απολύτως απαραίτητες και κυρίως επεξηγηματικού χαρακτήρα.

 Κεντρικά γνωσιολογικά και επιστημολογικά ερωτήματα

 Παρά το ότι σχετίζεται μόνο έμμεσα με την απάντηση του ερωτήματος για τα αίτια του Ψυχρού Πολέμου στην αφετηρία της μεταψυχροπολεμικής εποχής, ενέχει συναφή επιστημολογική και επιστημονική σημασία να γίνουν κάποια σχόλια για τους λόγους που κρίνεται ως επιβαλλόμενη επιστημονική στάση ένας συγγραφέας να μη προχωρεί στην εσπευσμένη ολοκλήρωση και δημοσίευση ενός επιστημονικού κειμένου. Στα πεδία της ανάλυσης της διεθνούς πολιτικής τα επιστημολογικά και μεθοδολογικά ζητήματα που αφορούν τις προδιαγραφές της γνώσης και της στρατηγικής κουλτούρας είναι εξαιρετικά μεγάλης σημασίας για την εξωτερική πολιτική ενός κράτους, τους χειρισμούς, τις αποφάσεις για την απόκτηση ισχύος και την εν γένει χάραξη της εθνικής στρατηγικής στο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.

Μια τέτοια συζήτηση, εξάλλου, υποχρεωτικά θα φωτίσει προκαταρτικά μερικές σημαντικές πτυχές που αφορούν το υπό εξέταση ερώτημα. Ενδεχομένως εγγράφει, επίσης, μια ερευνητική-συγγραφική ατζέντα ή θέτει καίρια ερωτήματα. Αφετηριακή μεθοδολογική και επιστημολογική θέση που αξίζει να σχολιαστεί, είναι ότι, από διεθνολογική τουλάχιστον σκοπιά, κάθε συνεισφορά που προσθέτει πρωτότυπα στο γνωστικό κεκτημένο απαιτεί αναζήτηση των αιτίων πέραν και με τρόπο που συμπληρώνει το οντολογικά συναφές, αξιολογικά ελεύθερο Ρεαλιστικό επιστητό, ιδιαίτερα σε αναφορά με ταγούς της θεωρίας όπως οι Carr, Waltz, Gilpin. Aron, et al[1].

Η πέραν του Ρεαλιστικού επιστητού διεθνολογική συζήτηση μετά το 1939 εγγράφει μια διαδρομή άγριας ταλάντευσης του θεωρητικού εκκρεμούς που οφειλόταν στις ογκωδέστατες παρεμβάσεις στην επιστημονική συζήτηση που προκαλούσαν οι ιδεολογικοπολιτικές διαμάχες ποικίλων ειδών και αποχρώσεων[2].

Στο επίπεδο της Ρεαλιστικής θεωρίας και στην αξιολογικά ελεύθερη τουλάχιστον εκδοχή του, το εκκρεμές έχει από καιρό σταθεροποιηθεί σε ερμηνείες εξαντλητικά επαληθευμένες. Επισημαίνεται μόνο ότι δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι στην κορυφή των θεωρητικών διερευνήσεων βρίσκεται η θεωρία των δομών του Kenneth Waltz. Ταυτόχρονα όπως ο ίδιος ο Waltz εξηγεί η θεωρία αυτή ως βάση μελέτης εγγράφει και μια παρακαταθήκη περαιτέρω ανάπτυξης της θεωρίας διεθνών σχέσεων[3]. Η θέση μου είναι ότι τα βήματα πέραν της θεωρίας του Kenneth Waltz απαιτείται να είναι προσανατολιστική και όχι προσδιοριστική[4].

Πιο κάτω, λοιπόν, θα σχολιαστούν επιστημολογικά, μεθοδολογικά και δεοντολογικά ζητήματα, τα οποία εκτιμάται ότι τίθενται προγραμματικά σε κάθε περίπτωση αναζήτησης των αιτίων των αιτιών των προβλημάτων του συγχρόνου εδαφικά-κυριαρχικά οριοθετημένου διεθνούς συστήματος. Στο μεγάλο αν όχι απέραντο φάσμα των μεταπολεμικών διεθνολογικών συζητήσεων όλοι γνωρίζουμε ότι, πέραν των ιδεολογικοπολιτικών εμπλοκών, το μεγαλύτερο ζήτημα που τίθεται είναι η επιλογή των ανεξαρτήτων και εξαρτημένων μεταβλητών.

Σε μια τέτοια επιστημονική συζήτηση, κανείς είτε βυθίζεται προγραμματικά στην άβυσσο των εκλογικεύσεων είτε κάνει διάκριση μεταξύ του περιγραφικού σκέλους-ερμηνειών και των εκτιμήσεων που απορρέουν ως πορίσματα και τα οποία δεν μπορεί να τίθενται υπό την αίρεση αξιολογικών προτιμήσεων. Τα επιστημονικά κείμενα μπορούν μόνο να κρίνονται ως προς ζητήματα όπως, μεταξύ άλλων, η επιστημολογική τους συνέπεια, η μεθοδολογία τους, ο βαθμός τεκμηρίωσης, η συμβατότητά τους με την ανθρώπινη οντολογία, η απουσία αξιολογικών κρίσεων και η διατύπωση συμπερασμάτων που προσεγγίζουν την αλήθεια. Δύσκολο να κατανοηθεί από πολλούς αξιολογικά επιβαρυμένους αλλά σημαντικό: Όπως και με τις ιατρικές διαγνώσεις είναι ένα πράγμα τα αληθή πορίσματα και άλλο οι αξιολογικές προεκτάσεις που αφορούν τις αποφάσεις των ατόμων και των ομάδων στην καθημερινή πολιτική πράξη των ενδοκρατικών και διακρατικών σχέσεων[5]. Η διάκριση μεταξύ περιγραφικού-ερμηνευτικού και αξιολογικού σκέλους είναι μια σημαίνουσα ειδοποιός διαφορά που κρίνει, εν τέλει, τόσο τα καθαυτό κείμενα όσο και την καθοδική ή ανοδική φορά των αξιολογικά ελεύθερων επιστημονικών αναλύσεων.

Τονίζεται ότι απαιτείται βάσανος για το τι σημαίνει αξιολογική ελευθερία, επιστημονική ουδετερότητα-αντικειμενικότητα και για το ποιοι είναι οι δεσμευτικοί πάγιοι κώδικες δεοντολογίας της επιστήμης. Η διαφορά μεταξύ μιας αξιολογικά βεβαρυμμένης ανάλυσης και μιας αξιολογικά ελεύθερης είναι γιγαντιαία. Ακόμη πιο σημαντικό, επειδή οι βαθμίδες επιστημονικής αντικειμενικότητας είναι λογικό να ποικίλουν από άνθρωπο σε άνθρωπο[6], ένα ακόμη κριτήριο είναι ο προσανατολισμός: Είναι ένα πράγμα ένας βασανιστικός προσανατολισμός προς την κατεύθυνση μιας Ιθάκης επιστημονικής αντικειμενικότητας που ενδεχομένως ποτέ εκπληρώνεται[7] και άλλο ένας προγραμματικός προσανατολισμός προς μια εύκολη ιδεολογική εσχατολογία ή και μια απροσχημάτιστη ιδεολογικοπολιτική στράτευση στο όνομα τους ενός ή άλλου «υψηλού σκοπού», «υψηλού δικαιώματος κριτικής» ή και «υψηλής επιταγής πολυφωνίας», που σχεδόν πάντοτε σημαίνει κακοφωνία και προσχηματική αξίωση επιστημονικής και επιστημολογικής ελευθεριότητας. Αφού αποφασιστεί ο πρώτος προσανατολισμός, οι επιστημολογικές προδιαγραφές κρίνονται κατά περίπτωση, ενώ αν επιλεγεί ο δεύτερος δεν υπάρχει κατιτί επιστημονικά άξιο λόγου να κριθεί ή να συζητηθεί[8].

 Βασική θέση εδώ, λοιπόν, είναι ότι αν το ζητούμενο είναι η οικοδόμηση πάνω στα θεμέλια του Παραδείγματος[9] και των θεωρητικών του εποικοδομημάτων. Το επόμενο βήμα που κτίζει πάνω στο Ρεαλιστικό επιστητό αφορά την δυνατότητα μιας βάσιμης σύνδεσης της θεωρίας διεθνών σχέσεων με την ιστορία, την ανθρωπολογία, την κοινωνιολογία, την πολιτική φιλοσοφία, την φιλοσοφία της επιστήμης, κτλ. Όχι όμως από την σκοπιά αξιολογικά βεβαρυμμένων θεωρημάτων και ιδεολογημάτων αλλά από την σκοπιά, αφενός της προ-μοντερνιστικής εμπειρίας, και αφετέρου της κοινωνικοοντολογίας που προέκυψε εις πείσμα του ίσαμε τις λογικές απολήξεις του παρωχημένου από καιρό εξισωτικού μοντερνιστικού παραδείγματος που μάλλον αποτέλεσε μια παρένθεση στην αναπόδραστα τρικυμιώδη θαλασσοπορία της πνευματικής, ανθρωπολογικής και πολιτικής συγκρότησης των εθνών[10].

Ο παρενθετικός χαρακτήρας της οφείλεται στην αδιέξοδη Σισύφεια προσπάθεια να εκτοπιστεί το ανθρώπινο πνεύμα από την δημόσια σφαίρα ή ανάλογα και αντίστοιχα με το εκάστοτε ιδεολογικό δόγμα από την μια ή άλλη υποθετική παγκόσμια δημόσια σφαίρα[11]. Από την δημόσια σφαίρα ανεξαρτήτως επιπέδου για το οποίο μιλάμε, εν τούτοις, είναι αδύνατο να εκτοπιστεί το ανθρώπινο πνεύμα για τον πολύ απλό λόγο –τόσο δύσκολο να κατανοηθεί εν τούτοις από εκατομμύρια ιδεολογικά σκεπτόμενους– ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ύλη αλλά και ψυχή και πνεύμα.

Η βασιμότητα τέτοιων βημάτων αλλά και η απρόσκοπτη και πολιτισμένη διεξαγωγή επιστημονικών συζητήσεων δεν είναι αυτονόητα πράγματα. Για να απλοποιήσουμε αυτή την θέση με μια διυποκειμενική αληθή παρατήρηση, αν το 1945 ένας επιστήμονας στεκόταν σε μια πλατεία στην Ουάσινγκτον ή την Μόσχα –ή για τον ίδιο λόγο μεταξύ των εμπλεκομένων στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο–, και ισχυριζόταν ότι οι πολιτικές των δύο υπερδυνάμεων ήταν απόρροια αξιώσεων ισχύος υπό την πίεση της κατανομής ισχύος και με κριτήριο την κρατική επιβίωση, πιθανότατα η σωματική του ακεραιότητα θα βρισκόταν σε κίνδυνο.

Τόσο το σύνολο της πολιτικοστοχαστικής διαδρομής των Νέων Χρόνων όσο και τα πνευματικά βαρίδια λόγω μαζικής επιστράτευσης της επιστήμης στις εκατέρωθεν αξιώσεις της ηγεμονικής διαπάλης του 19ου και 20ού αιώνα επιβαρύνει μέχρι και σήμερα τις πολιτικοστοχαστικές συζητήσεις. Για να είμαστε σίγουροι, μια εκτίμηση είναι ότι αυτό ίσως ποτέ να μην εκλείψει, ένα ακόμη λόγος για τον οποίο η διάκριση επιστήμης και ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων είναι πρωταρχικό ζήτημα της πολιτικής σκέψης, ιδιαίτερα της ακαδημαϊκής.

Στις μέρες μας οι συνεπείς ακαδημαϊκές στάσεις αναπόδραστα κινούνται μέσα σε ένα ναρκοπέδιο όπου εκατέρωθεν μεγάλες πόλεμοχαρείς ομάδες ακροβολιστών βάλλουν με επιστημονικά μεταμφιεσμένες ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις και προγραμματικές κοσμοπλαστικές αποφάνσεις. Με πιο απλά λόγια, δεν πρέπει να εκπλήττει κανένα το γεγονός ότι η επιστημονική συζήτηση είναι η εξαίρεση και οι ιδεολογικοπολιτικές διαμάχες ο κανόνας. Γεγονός που λογικά θέτει το ερώτημα γιατί να υπάρχουν ακαδημαϊκά ιδρύματα και γιατί οι επιστημονικά μεταμφιεσμένοι να μην πετούν μανδύες και μεταμφιέσεις για να συμμετάσχουν τίμια κα απροκάλυπτα στο διανεμητικό παιχνίδι της ενδοκρατικής και διακρατικής πολιτικής πάλης.

Σε αυτή την περίπτωση λίγοι και ασκητικοί ακαδημαϊκοί θα μπορούσαν να επιλέξουν λιτά και επιστημονικά οργανωμένα ακαδημαϊκά ιδρύματα με αποκλειστικό σκοπό αυστηρά αξιολογικά ελεύθερες περιγραφές και ερμηνείες του ανθρώπου, του κράτους και του διεθνούς συστήματος. Η προγραμματική εξαίρεση των επιστημονικά μεταμφιεσμένων ιδεολογικοπολιτικών εισροών και των προπαγανδιστικών θέσεων δεν περιορίζει την ανεξαρτησία της επιστημονικής σκέψης αλλά την διασφαλίζει. Το ζήτημα βέβαια είναι πώς σταθεροποιείται μια τέτοια βάσιμη προσέγγιση, ένας επιπλέον λόγος που καθιστά τις επιστημολογικές και μεθοδολογικές συζητήσεις προγραμματικά αναγκαίες.

Η πολιτική επιστήμη (του κράτους ή και του διεθνούς συστήματος) είναι εγγενώς περιπλεγμένη με τους πολιτικούς αγώνες και συχνά η επιλογή είναι απλά μεταξύ μιας αξιολογικά ελεύθερης θεωρίας και των αξιολογικά βεβαρυμμένων προσεγγίσεων που βρίσκονται στον αντίποδα της και που είναι συνειδητά ή ανεπίγνωστα στρατευμένες στον ένα ή στον άλλο σκοπό [Το σε ποιον σκοπό εξυπηρετεί η πολιτικά στρατευμένη σκέψη είναι και αυτό ένα μεγάλο ζήτημα: Τις ιδιοτροπίες του αναλυτή-ατόμου; κάποια κράτη; κάποιες συμμαχίες; τις ηγεμονικές στρατηγικές; στους διεθνικούς δρώντες; Τους σκοπούς ποιών άλλων, εν τέλει;[12]].

 Εύρος του θεωρητικού προβληματισμού και ο μη ανακλητός χαρακτήρας των επιστημονικών δημοσιεύσεων

 Πέραν των διλημμάτων που θέτει το ζήτημα του ροκανίσματος της επιστημονικής οντότητας της πολιτικής σκέψης από τον ιδεολογικοπολιτικό περίγυρο της σύγχρονης εποχής, τίθεται ένα ακόμη ζήτημα αναφορικά με το εύρος του θεωρητικού προβληματισμού. Εδώ πάντως υιοθετείται η θέση που ουκ ολίγοι και για ποικίλους λόγους υιοθετούν, ότι μια θεωρία δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει τα πάντα[13].

europeanΑν και οι ιδεολογικές και εσχατολογικές θεωρήσεις εκατομμυρίων οπαδών της ιδεολογικής πάλης του παρελθόντος αυτό έκαναν ή συνεχίζουν να κάνουν, συγκρότηση μιας καθολικής ερμηνείας της ιστορίας, του ανθρώπου, του κράτους και του διεθνούς συστήματος κρίνεται εξ αντικειμένου ασύμφορη. Στην βάση των γνωστικών κεκτημένων της σύγχρονης φάσης επιστημονικής ανάπτυξης του πολιτικού στοχασμού, κάθε προσπάθεια θεωρητικής διεύρυνσης της πολιτικής επιστήμης του διεθνούς συστήματος, πέραν των περιγραφικών επιταγών του Θουκυδίδειου Παραδείγματος, εξ αντικειμένου, μπορεί να εντάσσεται στο πλαίσιο μιας εκλεκτικής άντλησης από συγγενή γνωστικά πεδία. Σκοπός μπορεί να είναι μόνο η συγκρότηση πιο εύρωστων θεωριών υπό το πρίσμα αυτών των γνωστικών πεδίων. Η μεταξύ τους σύνδεση ή η ολοκλήρωσή τους σε ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο είναι μεν λογική ιδέα πλην πολύ μεγαλύτερης εμβέλειας και πολύ απομακρυσμένη[14].

 Πότε όμως ολοκληρώνεται ένα κείμενο, πότε δημοσιοποιείται και ποιες είναι οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις που το καθιστούν «μη ανακλητό;». Η απάντηση εμπεριέχει τόσο επιστημολογικά κριτήρια όσο και ζητήματα εύρους και βάθους μιας ανάλυσης. Αν μη τι άλλο, τεχνητά διλήμματα μεταξύ μεγάλου βάθους-μεγάλου εύρους και του αντίστροφου μπορεί να υποκρύπτεται και ένας φυγόπονος προγραμματικός εγκλωβισμός σε μικρό εύρος και μικρό βάθος, φαινόμενο διόλου αμελητέο τους δύο τελευταίους αιώνες το οποίο μαζί με άλλους λόγους κατακερμάτισε απελπιστικά το γνωστικό πεδίο του πολιτικού στοχασμού.

Ο δεοντολογικά βάσιμος, εκτιμώ, κανόνας, είναι: Να μην δημοσιεύεται ένα κείμενο πριν καταστεί επιστημολογικά, μεθοδολογικά, θεμελιωτικά και τεκμηριωτικά ώριμο (και σύμφωνα με τη αίσθηση του συγγραφέα «μη ανακλητό», στάση που συνιστά κράμα συγγραφικού ενστίκτου, επιστημονικής εντιμότητας, επιστημονικής ωριμότητας και επιστημολογικής συγκρότησης απαλλαγμένης ατομικών συμπλεγμάτων)[15]. Το εύρος-βάθος προσδιορίζεται κατά περίπτωση αλλά δεν μπορεί να είναι ξένο με το επιστητό του γνωστικού πεδίου στο οποίο εντάσσεται και, ιδεατά, των συγγενών γνωστικών πεδίων. Δεν μπορούν να κριθούν τα αίτια του Ψυχρού Πολέμου το 1945, για παράδειγμα, αν δεν υπάρχει επαρκής γνωστική εποπτεία της ιστορικής συγκυρίας στην οποία εντάσσεται.

Μια επιστημονική δημοσίευση, εν τέλει, δεν είναι αυτοσκοπός. Πάντα, απαιτείται να εντάσσεται σε ένα επιστημονικό σκεπτικό υπό το πρίσμα πρωτότυπων, βάσιμων και σωστά τεκμηριωμένων δημοσιεύσεων που προσθέτουν στο επιστημονικό κεκτημένο.

Είναι σημαντικό να τονιστεί, για παράδειγμα, ότι ο κύριος λόγος μη ολοκλήρωσης της εισήγησης εδώ, δεν οφείλεται στο γεγονός ότι δεν διαθέτω μια ετοιμοπαράδοτη ερμηνεία για τα αίτια του Ψυχρού Πολέμου[16] –ορθή ή λάθος είναι άλλο ζήτημα– αλλά στο γεγονός ότι, στην προσπάθεια ταχύρρυθμης εκπλήρωσης του σκοπού μιας πρωτότυπης παρέμβασης, δεν έμεινα ικανοποιημένος από την μέχρι στιγμής επιστημονική και επιστημολογική επεξεργασία και συγκρότηση του κειμένου, των επιχειρημάτων, των πορισμάτων και των περιπτωσιολογικών συναρτήσεων. Η συζήτηση που κάνω εδώ τώρα είναι ένα πράγμα και μια εξειδικευμένη επιστημονική δημοσίευση κάτι άλλο.

Οι λόγοι όπως έλλειψη χρόνου λόγω φόρτου, στενά χρονικά περιθώρια, συγκυριακή δυσκολία εξεύρεσης κάποιων πηγών κτλ, δεν ενδιαφέρουν και ποτέ δεν δικαιολογούν δημοσιοποίηση ενός κειμένου που δεν αποκτήσει τον αναγκαίο βαθμό ωριμότητας. Το επιστημονικό ερώτημα ή η θεωρητική υπόθεση που τέθηκε εξαρχής για τον ρόλο του «επαναστατισμού» σύμφωνα με την θεωρητική επεξεργασία που έκανε ο Martin Wight, τυγχάνει περιπτωσιολογικής και γνωσιολογικής επεξεργασίας από πολλούς συμπεριλαμβανομένου του υποφαινόμενου υπό το πρίσμα πολλών περιπτώσεων. Μέχρις στιγμής, υπό ένα αυστηρά διεθνολογικό και ή συναρτημένο ιστορικό πρίσμα, δεν γνωρίζω να έχουν γίνει περιπτωσιολογικές επαληθεύσεις σε σχέση με τα αίτια του Ψυχρού Πολέμου. Ο «επαναστατισμός», επιπλέον, είναι ένα ζήτημα που αγγίζει τόσο την πολιτική επιστήμη του κράτους όσο και την πολιτική επιστήμη του διεθνούς συστήματος, καθώς επίσης και την καθαυτό ιστορική επιστήμη. Μολαταύτα ο όρος «επαναστατισμός» έχει τύχει επαρκούς γνωσιολογικής επεξεργασίας –στο Διεθνής Θεωρία του Martin Wight υπό το πρίσμα πολλών μακροϊστορικών κυρίως επισημάνσεων–, σε βαθμό που επιτρέπει ένα προκαταρτικό σχολιασμό όπως ο παρόν και σύνδεσή μου με τον πυρήνα του Ρεαλιστικού επιστητού για τα αίτια πολέμου. Η παρούσα προβληματική, εν τέλει, εντάσσεται σε μια εν εξελίξει προσπάθεια και δεν διεξάγεται μεμονωμένα ή αποσπασματικά αλλά συναρτημένα με το γνωσιολογικό κεκτημένο. Μόνιμη προσπάθεια κάθε πολιτικού στοχαστή είναι να εντάσσει κάθε δημοσίευσή του σ’ ένα δομημένο ερευνητικό και συγγραφικό προγραμματισμό, ο οποίος συχνά αναπροσαρμόζεται αλλά και που απαιτείται κινείται ανοδικά με άξονα κεντρικά ερωτήματα, τα οποία δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά της επιστήμης που θεραπεύει[17].

 Δομή, αίτια πολέμου και προσαρμογή των στρατηγικών επιλογών ανεξαρτήτως εσωτερικού καθεστώτος.

 nuclearΚαλό είναι, τώρα, να φωτιστούν μερικές πτυχές της θεωρητικής υπόθεσης που τέθηκε αφετηριακά ως το κεντρικό ερώτημα, και η απάντηση του οποίου, όπως υποστηρίξαμε, θα μπορούσε ενδεχομένως να συνεισφέρει πρωτότυπα και προσθετικά τόσο στο Ρεαλιστικό επιστητό όσο και στη περεταίρω γνωσιολογική και περιπτωσιολογική επεξεργασία του ζητήματος της εσωτερικής δομής των κρατών.

Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου επηρεάστηκε από το εσωτερικό πολιτικό καθεστώς και την σοβιετική πολιτική ανθρωπολογία ή προσδιορίστηκε από την κατάσταση που επικρατούσε στην κατανομή ισχύος στο τότε διεθνές σύστημα;

Ο προβληματισμός για τον ρόλο του επαναστατισμού δεν απαιτεί διαφοροποίηση από τις ερμηνείες του Ρεαλιστικού επιστητού για τα διλήμματα ασφαλείας τα οποία στην αφετηρία της ψυχροπολεμικής εποχής οδήγησαν εκατέρωθεν σε κλασικές στάσεις εσωτερικής και εξωτερικής εξισορρόπησης. Μπορεί όμως να προχωρήσει και να συνδέσει αυτή την θέση και στάση με τον επαναστατικό χαρακτήρα της σοβιετικής κρατικής κομμουνιστικής ιδεολογίας μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1920. Η ιδεολογία αυτή στόχευε απροσχημάτιστα να κυριαρχήσει στον πλανήτη και να προκαλέσει παγκόσμια κοινωνική και πολιτική εξίσωση και εξομοίωση.

Οι επαναστατικές αξιώσεις στο εσωτερικό του κράτους, όπως θα δούμε, ποτέ δεν σταμάτησαν. Κατ’ ουσία, βέβαια «πάγωσαν» στο διπλωματικό πεδίο το 1972, πλην η επαναστατική ρητορική συνεχίστηκε μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1980. Ήδη, όπως εξετάστηκε σε άλλη περίπτωση[18], το δίλημμα παγκόσμια επανάσταση ή σοσιαλισμός σε ένα κράτος έγειρε την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης επιλογής. Πιο συγκεκριμένα μελετώντας την μεταβατική αυτή φάση συνάχθηκε το πόρισμα ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 μέχρι το 1945 στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης, διαπιστώθηκε ότι διεξάχθηκε ένας πολύ σημαντικός διάλογος ως προς το κατά πόσο η ΕΣΣΔ θα συνεχίσει και εντείνει τον «επαναστατικό» αγώνα παγκόσμιας επικράτησης και παγκόσμιας επίτευξης ανθρωπολογικής και πολιτικής εξομοίωσης και εξίσωσης, ή κατά πόσο, αντίθετα, θα ισχύσει «σοσιαλισμός σε ένα κράτος» που συνακόλουθα επικράτησε με αποτέλεσμα την ηγεμονία του Στάλιν και της αντίληψης περί «κομμουνισμού σε ένα κράτος». Η υπογραφή της Συνθήκης της Κοινωνίας των Εθνών στον Μεσοπόλεμο και του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ το 1945 ήταν μια ρητή συμβατική υποδήλωση αυτών των επιλογών της σοβιετικής ηγεσίας.

Σύμφωνα με άλλες προγενέστερες μελέτες του υποφαινόμενου[19] και πολλών άλλων αναλυτών, η χαριστική βολή που «καλοκάθισε» την Σοβιετική Ένωση μέχρι και το 1990 πάνω σε μια καρέκλα συμμόρφωσης με τις επιταγές της κατανομής ισχύος που αναιρούσε προγραμματικά τις επαναστατικές αξιώσεις, όπου συμπεριφερόταν αντιγράφοντας τις άλλες μεγάλες δυνάμεις, σύμφωνα με την θεωρία του Kenneth Waltz, ήταν η Δαμόκλεια σπάθη της πυρηνικής ισχύος.

Το 1972 με λόγια, με πράξεις και με Συνθήκες έγινε αποδεκτή η αμοιβαία τρωτότητα. Το memorandum of understanding που αποκαλύφθηκε λίγα χρόνια μετά τις συμφωνίες αυτές και που έθετε πολιτικό περιορισμό στις ενέργειες των υπερδυνάμεων στον υπόλοιπο κόσμο δεν άντεξε για πολύ με αποτέλεσμα τις μεγάλες κρίσεις της δεκαετίας του 1980 που οδήγησαν και στην πτώση του σοβιετικού καθεστώτος.

Αυτές οι εκτιμήσεις αφορούν ουσιωδώς και ζωτικά την αναζήτηση των αιτιών του Ψυχρού Πολέμου το 1945, καθότι, εάν αληθεύουν, αποτελούν μια ακόμη μακροϊστορική μαρτυρία για την προσαρμογή ενός ισχυρού και μάλιστα εγγενώς επαναστατικού κράτους στις επιταγές της κατανομής ισχύος σύμφωνα με την θεωρία του Kenneth Waltz. Ενέχουν  επίσης βαθύτατες προεκτάσεις για το διεθνές σύστημα του 21ου αιώνα και το κατά πόσο οι πολλές πλέον μεγάλες δυνάμεις θα συμπεριφέρονται στην διεθνή πολιτική σύμφωνα με το εσωτερικό  καθεστώς και ή σύμφωνα με την εσωτερική πολιτική ανθρωπολογία (επαναστατικό ή μη όπως το θέτω στο σημείο αυτό είναι αδιάφορο) ή αντίστροφα, σύμφωνα με τις επιταγές των αναπόδραστα επερχόμενων κατανομών και ανακατανομών ισχύος. Ποια μπορούν να είναι τα διδάγματα από την σοβιετική εμπειρία εάν και όταν, πλέον, δεν θα αφορά μια υλιστική κρατική δομή αλλά δημόσιες κρατικές σφαίρες βαθύτατης πνευματικής διαμόρφωσης;

Γίνεται σαφές ότι η υιοθέτηση μιας περιγραφικής προσέγγισης οριοθετεί ασφυκτικά τον θεωρητικό προβληματισμό και εξωθείς προ εξειδικευμένες θεωρητικές υποθέσεις. Ταυτόχρονα τον καθιστά ακριβέστερο, υψηλότερης ερμηνευτικής βαθμίδας και διεθνοπολιτικά συναφή, ενώ απαιτεί τόσο εξειδικεύσεις όσο και συνάρτηση διαφορετικών πλην στενά συγγενικών γνωστικών πεδίων, κυρίως των διεθνών σχέσεων και της ιστορίας, η συμπληρωματικότητα και η ενοποίηση των οποίων, δεν μπορεί παρά να παράγει μια πολύ πιο περιεκτική ερμηνεία των διεθνών φαινομένων. Προϋπόθεση είναι επαρκής επίγνωση του εκατέρωθεν επιστητού.

Ίσως χρήζει να τονιστεί με έμφαση, ότι στην πλευρά της θεωρίας διεθνών σχέσεων εκτιμώ πως μόνο το Ρεαλιστικό επιστητό[20] προσφέρεται για τέτοια γνωσιολογικά εγχειρήματα. Αυτό γιατί μόνο η Ρεαλιστική θεωρία κατόρθωσε, εν πολλοίς, να μείνει αδιάφορη στις σειρήνες των ιδεολογικοπολιτικών συγκρούσεων που εγκλώβισαν την ανθρωπότητα τον 19ο και 20ό αιώνα στην ηγεμονομαχία που συμβολικά τερματίστηκε το 1990[21]. Στην πλευρά της ιστορικής επιστήμης αλλά και άλλων γνωστικών πεδίων της πολιτικής σκέψης, ενδέχεται ένας αναλυτής να αποκομίσει πολύτιμα συμπεράσματα αν μελετήσει προσεκτικά τις σχετικές περιγραφές του Παναγιώτη Κονδύλη στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, ιδ. στον τόμο ΙΙ[22].

ell_apotr_strat Από μια συμπληρωματική σκοπιά, το κομμουνιστικό υλιστικό παράδειγμα αποκορύφωσε την φιλελεύθερη και αστικοφιλελεύθερη υλιστική τροχιά του μοντερνισμού, εξώθησε την νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος[23] και τον επαναστατισμό στα ακρότατα και θεσμοθετημένα όριά τους[24].

Η πολιτική ανθρωπολογία, το πολιτικό δόγμα και η πολιτική φιλοσοφία του σοβιετικού συστήματος εντάσσονταν σε μια εγγενή ασυμβίβαστη λογική παγκόσμιας επικράτησης, παγκόσμιας κοινωνικής εξομοίωσης και παγκόσμιας πολιτικής εξίσωσης.

Για ένα ακόμη λόγο, η συμμόρφωση της Σοβιετικής Ένωσης με τις επιταγές της κατανομής ισχύος τις δεκαετίες του 1920, 1930 όσο και το 1945, εκτιμάται ότι είναι εξαιρετικής σημασίας ζήτημα στην προσπάθεια κατανόησης της κρατικής συμπεριφοράς ανεξαρτήτως εσωτερικού καθεστώτος. Το ζήτημα της παράκαμψης των συζητήσεων για την σχέση του εσωτερικού καθεστώτος με τον πόλεμο θα τεθεί στην συνέχεια, και καταληκτικά.

 Αναγκαία και μη εξαιρετέα σχοινοβασία και προσεκτικό κτίσιμο πάνω στα θεμέλια ή και πέραν του Ρεαλιστικού επιστητού

 Επειδή πρόκειται για αναγκαία μεν πλην εξόχως ανασφαλή σχοινοβασία πάνω στα λεπτά σύνορα μεταξύ δομικών ερμηνειών, άλλων ρεαλιστικών ερμηνειών που τονίζουν τις αντιλήψεις περί εθνικού συμφέροντος με όρους ισχύος και των μοντερνιστικών ερμηνειών για το εσωτερικό καθεστώς (όπου οι φιλελεύθερες και μαρξιστικές ερμηνείες διαφέρουν ως προς το περιεχόμενο αλλά συγκρινόμενες είναι μορφικά πανομοιότυπες), καλό είναι να τονιστεί ότι η θεωρητική υπόθεση που θέλουμε να εξετάσουμε περαιτέρω (και που θέτει ερωτήματα για το κατά πόσο υπάρχει διαφοροποίηση στην εξωτερική πολιτική), αναφέρεται διττά και διασταλτικά σε δύο διαφορετικές ανθρωπολογικές δομές[25]:

Στην μια πλευρά η υλιστική πολιτική ανθρωπολογία που όπως υποστηρίχθηκε τείνει ασυγκράτητα στον επαναστατισμό )και αναπόδραστα στον ένα ή άλλο διεθνισμό νοούμενο ως μεταμφίεση των ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος)[26]. Στην άλλη πλευρά η εθνική ανθρωπολογία[27] τείνει προς μια πιο εδραία συνειδητοποίηση της ανθρωπολογικής ετερότητας η απόλαυση της οποίας επιτυγχάνεται με την εκπλήρωση της εθνικής ανεξαρτησίας. Οι αξιώσεις εθνικής ανεξαρτησίας, βέβαια, όπως και ζητήματα όπως η ευρωστία των κοσμοθεωρητικών θεμελίων ενός εθνοκρατικού συστήματος, δεν εκτιμώνται με ποσοτικούς όρους. Όπως εξηγείται στο παράρτημα ΙΙΙ τα υπό διερεύνηση ζητήματα αφορούν Α. Τον προσανατολισμό των πραγμάτων και Β. Τις προϋποθέσεις εντός αυτών των πραγμάτων.

Τώρα, τεχνικά μιλώντας, ένας τέτοιος προσανατολισμός είναι ότι όλα τα πολιτικά κυρίαρχα κράτη είναι προσανατολισμένα προς την κατεύθυνση στερέωσης και ενδυνάμωσης της εθνικής ανεξαρτησίας. Τα ποιοτικά κριτήρια σχετίζονται με τις προϋποθέσεις η εκτίμηση των οποίων συνεπάγεται υψηλότερο ρίσκο. Η προσκόλληση των κρατών στην Εθνική Ανεξαρτησία, πάντως, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εύκολα.  καθότι τα ίδια τα κράτη το κατέγραψαν στους Καταστατικούς Χάρτες των διεθνών θεσμών και στις μεταξύ τους συμφωνίες[28]. Εξάλλου, τα ίδια τα κράτη στις εσωτερικές Καταστατικές τους διακηρύξεις μετά τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες που κατακερμάτισαν τις αποικιοκρατικές κατακτήσεις καταγράφουν ρητά τις αξιώσεις εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας. Στο πεδίο της μάχης όταν κανείς εισβάλει στην επικράτειά τους, επίσης, καταμαρτυρείται η αποφασιστικότητα υπεράσπισης της ετερότητας και της συνδεδεμένης με αυτή ελευθερίας[29].

Στην περίπτωση της κλασικά νοούμενης εθνικής ανθρωπολογίας ενός ανεξάρτητου εθνοκράτους η εσωτερική πολιτική οργάνωση δεν εκτιμάται με συμβατικούς καθεστωτικούς μοντερνιστικούς όρους –φιλελευθερισμός, κομμουνισμός, φασισμός ή μια από τις πολλές αποχρώσεις των μοντερνιστικών ιδεολογιών και των πολιτειακών προεκτάσεών τους– αλλά με δύο βασικά κριτήρια: α) Την συμβατότητά της κυβερνητικής εξουσίας με την υποκείμενη ανθρωπολογική δομή μιας έκαστης κοινωνικής οντότητας και β) την βαθμίδα ωρίμανσης του πολιτικού πολιτισμού στην κλίμακα των βαθμίδων δημοκρατίας που συναρτάται με υψηλότερες βαθμίδες πνευματικής ανάπτυξης και πολιτικής καλλιέργειας[30].

Στην κλασική εποχή, η αναπτυγμένη πολιτειακή ανθρωπολογία συμβάδιζε με την βαθύτερη παραδοχή του «ιδεώδους της ανεξαρτησίας» που αποτελούσε δια-πολιτειακό πολιτικό θέσφατο[31]. Η διασφάλιση αυτού του ιδεώδους –τονίζεται, γιατί αυτό είναι και καίριο ζήτημα για την υπόθεση που θέλουμε να εξετάσουμε– εξαρτάτο από την ισορροπία δυνάμεων και από την ικανότητα ευέλικτων εξισορροπήσεων ενάντια στις ηγεμονικές αξιώσεις.

Ποια λοιπόν είναι τα διδάγματα των αφετηριών του Ψυχρού Πολέμου και ποια, αντίστοιχα, είναι τα διδάγματα μιας βαθύτερης ανθρωπολογίας ενός πιο ανεπτυγμένου πολιτικού πολιτισμού της δημοκρατίας σωστά νοούμενης στην κλίμακα των δημοκρατικών βαθμίδων και όχι καθεστωτικά; Ποιες είναι οι συναρτήσεις, εάν διευρύνουμε αυτή την τυπολογία, σε περιπτώσεις κοινωνιών που δεν εντάσσονται στην ανθρωποκεντρική νοηματοδότηση της πολιτικής πλην η δημόσια σφαίρα τους πλημμυρίζει από τον πνευματικό κόσμο των πολιτών της;

 Απαντήσεις εκατέρωθεν στο διττό ερώτημα που θέσαμε πιο πάνω αναζητούνται όχι στην διαφορετική καθεστωτικά διαμορφωμένη ανθρωπολογία αλλά στις εγγενείς βαθμίδες αντί-ηγεμονικών αντανακλαστικών υπό το πρίσμα,  όσον αφορά την δεύτερη περίπτωση, της αξίωσης κάθε συνειδητοποιημένης πολιτειακής ανθρωπολογίας για τον τρόπο που συνδέεται η ετερότητά της με την ελευθερία της και την εθνική της ανεξαρτησία.

Αυτό, εκτιμούμε, είναι πολύ διαφορετικό από την συζήτηση για το είδος του εσωτερικού καθεστώτος, καθότι το μόνο βασικά ερώτημα είναι τα αντί-ηγεμονικά αντανακλαστικά και όχι η φιλοπόλεμη ή φιλειρηνική στάση που ούτε καν τίθεται ως ερώτημα καθότι τα αίτια πολέμου δεν συνδέονται με συναισθηματικά κριτήρια[32] τα οποία στις σχέσεις μεταξύ διακριτών κρατικών οντοτήτων μόνο ως εξαρτημένη μεταβλητή μπορεί να εκτιμηθεί.

Η εξέταση των εσωτερικών πολιτικών ανθρωπολογιών υπό εθνικό πρίσμα, είναι σημαντική για ένα ακόμη λόγο, το γεγονός ότι εδραίες τάσεις στο διεθνές σύστημα του 21ου αιώνα κάνουν πρόδηλο ότι –παρά την βιαστική, σπασμωδική και καταχρηστική αμερικανική προσπάθεια στις αρχές της μεταψυχροπολεμικής εποχής να εκτελέσει πλήθος επεμβάσεων στο εσωτερικό των κοινωνιών στο όνομα οικουμενικίστικων αξιών που αφορούν το εσωτερικό καθεστώς των κρατών[33]– δεν αφορούν το είδος των καθεστώτων αλλά την συνάρτηση εσωτερικής ανθρωπολογίας με τον προσδιορισμένη από αυτή την ανθρωπολογία λιγότερο ή περισσότερο δημοκρατικά δομημένη πολιτική διακυβέρνηση[34].

Επιπλέον, όπως ήδη τονίσαμε εντός σημειώσεων, η πολιτική επιστήμη που για ιστορικούς λόγους κυρίως άνθισε στον δυτικό κόσμο των τελευταίων αιώνων δεν καλύπτει το μείζων επερχόμενο γεγονός ότι δισεκατομμύρια πολίτες των Ανατολικών εθνών που ανέρχονται στις κλίμακες τις οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος διαθέτουν πνευματικά μακραίωνα σμιλευμένη ανθρωπολογία που καμιά σχέση δεν έχει, κατ’ ουσία και κατά βάση, με τις περί καθεστώτος συζητήσεις στο εσωτερικό του μοντερνιστικού παραδείγματος. Για ενάμιση περίπου δισεκατομμύριο μουσουλμάνους, επιπλέον, η κοσμοαντίληψή τους  και τα πολιτειακά τους δόγματα εντάσσονται σε μια πολύ διαφορετική ανθρωπολογία[35].

Εξάλλου, απαντήσεις στο ερώτημα ως προς το ποιες θα μπορούσαν να είναι οι προϋποθέσεις πιο φιλειρηνικών στάσεων λόγω κοσμοσυστημικής μετεξέλιξης του πολιτικού πολιτισμού που θα συνδέσει τις εθνικά ανεξάρτητες κοινωνίες χωρίς αυτό να επηρεάσει την πολιτική τους αυτοδιάθεση και χωρίς αυτό να επιβάλλει καταναγκασμούς κατά της ανθρωπολογικής ετερότητάς τους, είναι ζήτημα που δεν εμπίπτει πλήρως στο πεδίο της υπόθεσης που εδώ κάνουμε για τα αντί-ηγεμονικά αντανακλαστικά των μοντέλων των δύο αντίθετων πολιτικών ανθρωπολογιών[36]. Πιο κάτω, βέβαια, θα αναφερθεί ως εναλλακτικό μελλοντικό ενδεχόμενο επειδή διαθέτουμε εμπειρία στο πεδίο της μακράς περιόδου της μετά-κλασικής εποχής μέχρι και τις αφετηρίες του συγκαιρινού μοντερνιστικού[37] μετά-Βεστφαλιανού διακρατικού συστήματος.

Εδώ, βασικά, αναζητούνται περισσότερο οι ομοιότητες των δύο ανθρωπολογιών –αφενός της εταιρικής-υλιστικής και αφετέρου της ανθρωπολογικά μεστής και πολιτικά αναπτυγμένης– ως προς το ζήτημα της αυτοσυντήρησής ή οι ειδοποιοί διαφορές τους ως προς τις βαθμίδες αξίωσης εθνικής ανεξαρτησίας και ελευθερίας, ιδιαίτερα όταν διατρέξουν εξωτερικούς κινδύνους. Και αυτά βέβαια, με όρους και προϋποθέσεις των κρατοκεντρικών δομών του 20ου και του 21ου αιώνα.

            Στο ιστορικό στάδιο που εδώ εξετάζουμε –20ος και πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα–, η διεθνής δομή είναι σαφώς κρατοκεντρική. Το πολύ –λόγω μιας ολοένα και πιο βαθιάς εθνικής διαμόρφωσης των ανθρωποκεντρικών κοινωνιών ή στους Ανατολικούς λαούς μιας πολιτειακής συγκρότησης πνευματικά ολοένα και πιο μεστής σύμφωνα με τα δικά τους θεοκεντρικά πρότυπα– η διεθνής δομή καθίσταται ολοένα και πιο «εθνοκρατοκεντρική» με τη έννοια που ήδη ορίστηκε.

Αυτός ο «εθνοκρατοκεντρισμός» ως μια διεθνοπολιτικά μορφολογικά πανομοιότυπη δομή με τον κρατοκεντρισμό κινείται προς μια πιο σμιλευμένη ανθρωπολογική συγκρότηση πλην εντάσσεται στην αρχική μόλις φάση της κλασικής πολιτειακής και δια-πολιτειακής συγκρότησης. Μια εσωτερική δομή ανάλογη και αντίστοιχη των ύστερων φάσεων της κλασικής εποχής, είναι ακόμη ζητούμενο και συναρτημένη με την μετάβαση από τον πολιτισμό της εξουσίας της έμμεσης αντιπροσώπευσης στον πολιτισμό της δημοκρατίας που απαιτεί μια πολύ μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτική ωρίμανση[38]. Η θέση μας, εν τέλει, είναι ότι οι προϋποθέσεις σταθερότητας της εθνοκρατοκεντρικής δομής συναρτώνται με την ορθολογιστική συμπεριφορά υπό συνθήκες αναρχίας, αυτοβοήθειας και εξισορροπήσεων ως απαραίτητη συνθήκη διατήρησης της ειρήνης.

Η κλασική εποχή και το Ρεαλιστικό επιστητό είναι η κύρια πηγή διδαγμάτων για πολύ ακόμη, και ο Θουκυδίδης δικαίως θεωρείται το Παράδειγμα άντλησης νόμων για θεωρητική επεξεργασία. Αξίζει επίσης να τονιστεί ότι, στο κλασικό διακρατικό σύστημα, το ιδεώδες της ανεξαρτησίας ήταν, ακριβώς, υπέρτατη κοσμοθεωρητική παραδοχή τόσο στις ενδοκρατικές και διακρατικές σχέσεις της εποχής[39].

Η αμφισβήτησή αυτού του ιδεώδους αποτελούσε αίτιο πολέμου[40] το οποίο η Αθήνα αλλά και το σύνολο του κλασικού διακρατικού συστήματος πλήρωσε πολύ ακριβά. Η καταστροφή του κλασικού συστήματος πόλεων, βέβαια, διαδοχικά οδήγησε στην επικράτηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον πολιτικό και πολιτισμικό «εμβολισμό» της δεσποτικής Ανατολής, στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την κυριαρχία του κλασικού ανθρωποκεντρικού παραδείγματος πολιτικής οργάνωσης στην Βυζαντινή Οικουμένη και την χιλιετή περίπου αντιπαράθεση της ανθρωποκεντρικής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με την Θεοκρατική Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Καθότι δεν είναι του παρόντος να επεκταθούμε, επισημαίνουμε ότι, στις σταθεροποιημένες Αυτοκρατορικές φάσεις αυτής της μακράς ιστορικής περιόδου και ανεξαρτήτως βαθμίδων δεσποτικής ή δημοκρατικής οργάνωσης, ή αντίστροφα κοσμοσυστημικής Δημοκρατίας κατά την διάρκεια μακρών περιόδων της Βυζαντινής Οικουμένης, αφενός, η ανθρωπολογική ετερότητα των κοινωνικών οντοτήτων δεν ετίθετο υπό φιλοσοφική αμφισβήτηση[41], και αφετέρου, τα αίτια πολέμου στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας εξέλειπαν λόγω ύπαρξης μιας κεντρικής πολιτικής ρύθμισης.

ΑμερικανικήΕξΠολ 001Για να επανέλθουμε συμπεραίνοντας στην διάκριση «είδος ανθρωπολογίας-πολιτικής ωρίμανσης της κοινωνίας» και «είδος καθεστώτος» στο οποίο προσκολλάται η μοντερνιστική παράδοση, αποτελούν όχι μόνο δύο διαφορετικές προσεγγίσεις αλλά δύο αντίθετα κινούμενες παραδοχές στην πολιτική φιλοσοφία και στην πολιτική τυπολογία. Διεθνολογικά, εν τούτοις, ανήκουν εντάσσονται στο ίδιο Παράδειγμα που περιγράφει την κρατοκεντρικής δομή όπου επικρατεί κυριαρχία-αναρχία και επηρεάζονται από αυτές τις προϋποθέσεις.

Ως προς τούτο, η εθνοκρατοκεντρική φάση του συγκαιρινού διεθνούς συστήματος διέπεται από το γεγονός της απουσίας ανεξάρτητης διεθνούς ρύθμισης, οι κατανομές και ανακατανομές ισχύος προκαλούν ανακατανομές συμφερόντων και ελευθερίας και η σταθερότητα συναρτάται με την διατήρηση θέσης και ρόλου υπό συνθήκες ισορροπίας. Όταν αναφύονται ηγεμονικές αξιώσεις άλλων κρατών  η σταθερότητα και τα αγαθά της εθνικής ανεξαρτησίας εξαρτώνται από την δυνατότητα αντί-ηγεμονικής συγκρότησης με εσωτερική και εξωτερική εξισορρόπηση.

Η εξέταση των συμπεριφορών ενός κράτους εσωτερικά διευθετημένου με όρους υλιστικής πολιτικής ανθρωπολογίας –και όπως είπαμε καταμαρτυρούμενα με εγγενείς τάσεις που ιδιαίτερα στα ισχυρά κράτη κατατείνουν προς επαναστατισμό– εξυπηρετεί διπλά την κατανόηση της διαλεκτικής σχέσης εσωτερικής δομής και εξωτερικής πολιτικής των κρατών: Αναδεικνύει τις ανομοιότητες ως προς τις στάσεις που αφορούν την αυτοσυντήρηση, από την μια πλευρά της εταιρικής κρατικής-υλιστικής υπόστασης και από την άλλη πλευρά της εθνικής ανεξαρτησίας και της πνευματικά σμιλευμένης εθνικής ανθρωπολογίας.

 Ανακατανομές ισχύος στο διεθνές σύστημα και η σταθερότητα ή το αναλλοίωτο της κρατικής συμπεριφοράς

 Τώρα, πέραν του Ρεαλιστικού επιστητού –που όπως είπαμε αυτοσυγκρατείται στα όρια της εθνοκρατικής οντολογίας, της οποίας περιγράφει και ερμηνεύει την θέση, τον ρόλο και την συμπεριφορά στην διεθνή πολιτική– γίνεται σαφές από τα πιο πάνω πως δεν υπάρχει επαρκής επεξεργασία δύο στοχαστικών προσανατολισμών που μπορούν κάλλιστα να ενταχθούν στην Θουκυδίδεια προβληματική, η πρώτη άμεσα και η δεύτερη υπό το πρίσμα μιας μεταγενέστερης[42], όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, κοσμοσυστημικής δομής που αν εκπληρωθεί θα αναιρέσει το Θουκυδίδειο Παράδειγμα κυριαρχίας-αναρχίας καθότι θα εντάξει το έθνος σε μια ευρύτερη και συνεργατική δομή:

α) Αφενός, οι επιδράσεις μιας ολοένα πιο βαθειάς εθνικής κοσμοθεωρίας και μιας πιο σμιλευμένης πνευματικής δομής στο πεδίο της υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας (που όπως ήδη υποστηρίξαμε λογικά καθιστά μια αντί-ηγεμονική στάση πνευματικά πιο ισχυρή και κατ’ επέκταση πολιτικά πιο εδραία, συναρτημένη πιο συνειδητοποιημένα με την συλλογική ελευθερία).

β) Αφετέρου, θεωρητικές υποθέσεις για τις οικονομικές, ανθρωπολογικές και πολιτικές προϋποθέσεις μιας κοσμοσυστημικής δομής πέραν των εδαφικών οριοθετήσεων του Βεστφαλιανού διακρατικού συστήματος στις οποίες όπως ήδη αναφέραμε  εδώ παραπέμπουμε μόνο υπαινιχτικά[43].

 Μετά την συντομογραφική περιδιάβαση στο πεδίο των κατά τα άλλα γνωσιολογικά εξαιρετικά σημαντικών διαφοροποιήσεων στην κλίμακα i) κρατοκεντρικό, ii) εθνοκρατοκεντρικό και iii) κοσμοσυστημικό, και αφού διευκρινίσουμε για ακόμη μια φορά ότι εξ αντικειμένου τα δύο πρώτα επηρεάζονται από τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις με μόνη ειδοποιό διαφορά του δεύτερου από το πρώτο την υπόθεση εντονότερων αντί-ηγεμονικών στάσεων, επανερχόμαστε στην θεωρία του Kenneth Waltz. Σε αναφορά με τις θέσεις περί δημοκρατίας και ειρήνης που διατυπώνουν πολλοί φιλελεύθεροι, o Waltz τονίζει:

«Well, ever since Kant—and I consider myself to be a Kantian, not a positivist—the serious people who write about this make it very clear that it’s got to be the right kind of democracy. Kant is very strict about this and even specifies how the question has to be put, and answered, about going to war and not going to war. Just as in the Socialist world, the right kind of socialist government would never fight another socialist government if it were also the right kind. You get this in the Chinese and Soviet discussions. In fact, however, there is a very good historical and theoretical basis for saying that international politics is a system in which there is not a direct correspondence between the attributes of the actors—I take the main actors to be states, but whatever the actors are—and the outcomes that their interactions produce. I think that’s «unchallengeable»[44] (έμφαση δική μου).

Προβάλλοντας αυτή την θέση για τον «αναλλοίωτο» χαρακτήρα των διαδράσεων μεταξύ των κρατικών δρώντων σ’ ένα πολυπολικό κόσμο του 21ου αιώνα αποτελούμενο από πολλά μικρά και μεγάλα εθνοκράτη –μια δηλαδή διεθνής δομή που αναλυτές όπως ο Kenneth Waltz υποστηρίζουν πως είναι δυνητικά πιο ασταθής[45]–, επανερχόμαστε στο ερώτημα για τα διδάγματα των αφετηριών του Ψυχρού Πολέμου, και ερωτούμε ξανά: Οι εθνοκρατικοί συντελεστές του εν εξελίξει εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος θα συμπεριφέρονται σύμφωνα με την αντί-ηγεμονική λογική που απορρέει από την ανάλυση της κρατικής συμπεριφοράς του δομικού ρεαλισμού; Όπως και η Αθήνα στην κλασική εποχή, βέβαια, τίποτα δεν εγγυάται ότι αν ένας τέτοιος δρων υπερισχύσει στην ιεραρχία ισχύος δεν θα επιδιώξει παγκόσμια επικράτηση[46].

Ακριβώς, η εξέταση των αιτιών του Ψυχρού Πολέμου στην βάση θεωρητικών υποθέσεων πέραν αυτής της εδραίας ερμηνείας που προσφέρει ο δομικός ρεαλισμός –και με τρόπο που δεν αναιρεί τις θεμελιώδεις του παραδοχές για τον ορθολογικό χαρακτήρα των κρατικών συμπεριφορών– δεν μπορεί να σχετίζεται με κάποια έωλη προσδοκία περί του ενός ή άλλου καθεστώτος και περί ρόλου των θεσμών ή της αλληλεξάρτησης που ιστορικά δεν επικυρώνεται ως αληθής.

Μια γήινη ανάλυση που αφορά την ασφάλεια και τον πόλεμο και που σχετίζεται με διλήμματα μακραίωνα και διαδοχικά επαληθευμένα ως αίτια αστάθειας, θεωρεί την ισορροπία ως προϋπόθεση σταθερότητας και ειρήνης όποτε και όταν οι προϋποθέσεις του διεθνούς συστήματος προδιαγράφονται από την απουσία παγκόσμιας ρυθμιστικής εξουσίας (για τον ξεκάθαρο τρόπο που ο Waltz βλέπει το δίλημμα παγκόσμια εξουσία ως πιθανή τυραννία και εθνικά-κρατικά κατακερματισμένος κόσμος πλήρης προβλημάτων, βλ. Παράρτημα ΙΙ).

Τώρα, για την υπόθεση ότι υπό συνθήκες διεθνούς αναρχίας τα αντανακλαστικά της αυτοσυντήρησης είναι ευθέως ανάλογα της ανθρωπολογικής συγκρότησης και πνευματικά συναρτημένα με την κοσμοθεωρητική παραδοχή της εθνικής ανεξαρτησίας, δηλαδή, την ελευθερία, είναι ενδιαφέρον μεν ζήτημα, και κατά κάποιο τρόπο συχνά πρόδηλο, πλην πέραν μιας γνωσιολογικής επεξεργασίας όπως η παρούσα απαιτεί περαιτέρω περιπτωσιολογική διερεύνηση[47]. Οι συναρτήσεις ούτε ευθύγραμμες μπορούν να είναι ούτε αυτονόητες. Και σκοπός ενός τέτοιου προβληματισμού, βέβαια, δεν μπορεί να είναι καταγραφή ευσεβών πόθων ή η συνήθης άσκηση πολιτικής θεολογίας στον πολύπαθο χώρο της πολιτικής θεωρίας. Εξ ου και η προγραμματική προσκόλληση στο δοκιμασμένο και επαληθευμένο Ρεαλιστικό επιστητό.

 Βασικά, η προέκταση της υπόθεσης εργασίας που απαιτεί περαιτέρω επαλήθευση υπό το πρίσμα πολλών περιπτώσεων, είναι: Αν ένα υλιστικά διευθετημένο κράτος πνευματικά αδιάφορο όπως η Σοβιετική στην αφετηρία του Ψυχρού Πολέμου προσκολλάται στην κρατική επιβίωση, μια άλλη πνευματικά μεστή και κοινωνιοκεντρικά οργανωμένη κοινωνική οντότητα, λογικό είναι η εθνική ανεξαρτησία, δηλαδή η (συλλογική) «ελευθερία» για τα μέλη της κοινωνίας να αποτελεί έσχατο και αδιαπραγμάτευτο θέσφατο.

Η αντί-ηγεμονική συγκρότησή της και η υπεράσπιση της συλλογικής ελευθερίας συναρτάται με πνευματικές ιδιότητες οι οποίες απουσιάζουν από μια υλιστικά οργανωμένη και ανθρωπολογικά διαφοροποιημένη οντότητα: «τα πραγματιστικά συμφέροντα, απλώς επειδή είναι πραγματιστικά και δεν ενισχύονται από βαθιές ιδεολογικές και φιλοσοφικές δεσμεύσεις, είναι εφήμερα. Απλώς επειδή τα ενώνουν πολύ χαλαροί δεσμοί, πολύ εύκολα μπορούν να διαλυθούν ή να γίνουν θρύψαλα» (Ernst Haas)[48].

Σε μια πνευματικά κορυφωμένη και πνευματικά μεστή κοινωνική οντότητα, η αξίωση ελευθερίας ως θέσφατο υπεράσπισης της ανθρωπολογικής ετερότητάς της είναι ηθικά επικυρωμένη και υπαρξιακά ριζωμένη στα  ιερά και στα όσια μιας διαμορφωμένης εθνικής ανθρωπολογίας.

Στο σημείο αυτό, ακριβώς, χρήζει να γίνει μια επιστημολογική και μεθοδολογική επισήμανση: Οι διατυπώσεις που κάναμε μόλις φαντάζουν σχεδόν αυτονόητα αληθείς για πολλούς. Έννοιες όπως πίστη, νομιμοφροσύνη, αυτοθυσία και αλληλεγγύη είναι αυτονόητα θέσφατα ευθέως συνδεδεμένα με την ανθρωπολογική της ετερότητα, την αξίωση ελεύθερης απόλαυσης αυτής της ετερότητας και την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας ως υπέρτατης και κοσμοθεωρητικά επικυρωμένης υψηλής παραδοχής δεσμευτικής για όλους. Πολύ πιο σημαντικό, είναι ηθικοκανονιστικά επικυρωμένες αρχές σε όλα ανεξαιρέτως τα κρατικά συστήματα καθότι αν η επικράτεια κινδυνεύσει η υπεράσπισή της δεν είναι εθελοντική αλλά υποχρεωτική.

Εν τούτοις, στο επίπεδο θεωρητικής επικύρωσης, έστω και αν αυτό φαντάζει ολίγον τι επιστημονικά μαζοχιστικό, απαιτείται τεκμηρίωση και θεμελίωση ως προς τα τεκταινόμενα της καθημερινής ενδοκρατικής και διακρατικής ζωής. Μια τέτοια αυστηρή επιστημολογία, βέβαια, νομιμοποιεί κάθετη απόρριψη της πολιτικής θεολογίας όλων των αποχρώσεων. Ο θανατηφόρος χαρακτήρας του πολέμου δεν επιτρέπει επιπόλαιη και ή ασυνάρτητη θεώρησή του.

Σωστά ο Martin Wigth παρατηρεί ότι αποτελεί και τον δείκτη αξιολόγησης της ακαδημαϊκής ενασχόλησης με την διεθνή πολιτική: «Ο πόλεμος είναι κεντρικό φαινόμενο των διεθνών σχέσεων αν και ορισμένες φορές το λησμονούμε στην ακαδημαϊκή μελέτη.  Αν αυτή η δήλωση φαίνεται υπερβολικά Ρεαλιστική, μπορεί αντί γι’ αυτήν να πει ότι ο πόλεμος είναι υπέρτατο χαρακτηριστικό φαινόμενο των διεθνών σχέσεων, όπως η επανάσταση είναι υπέρτατο χαρακτηριστικό φαινόμενο της εσωτερικής πολιτικής. Μπορεί κανείς να αξιολογήσει την εμβρίθεια και την οξυδέρκεια ενός θεωρητικού των διεθνών σχέσεων μελετώντας την άποψή του για τον πόλεμο»[49].

 Η παρούσα συζήτηση θα μπορούσε να συνεχίσει στην εξέταση πολλών άλλων περιγραφικών θεωρήσεων προκλητικά υψηλής ερμηνευτικής αξίας που κείνται πέραν της απλουστευτικής θεώρησης των περί καθεστώτων και πολέμου εκλογικεύσεων[50]. Για παράδειγμα, ενώ εδώ γίνεται αναφορά για «δύο ανθρωπολογίες» όπως τις ορίσαμε πιο πάνω, μια άλλη εκδοχή άμεσα συναρτημένη με τον πόλεμο είναι μια αισθητή μετάβαση από την μοντέρνα-υλιστική φάση κάποιων κοινωνιών στην μεταμοντέρνα εκδοχή της απόλυτης υλικότητας και της ανθρωπολογικής εκμηδένισης. Ο σύνθετος και περίπλοκος χαρακτήρας αυτής της συζήτησης που δεν επιτρέπει απλουστευτικές και ευθύγραμμες θεωρήσεις τονίζεται από το γεγονός ότι, όπως ήδη επισημάνθηκε, στο πεδίο της ενδοκρατικής και διακρατικής ζωής κατά τα άλλα σημαντικές έννοιες όπως «δημοκρατία», «μοντέρνο», «μεταμοντέρνο», «ανθρωπολογικά περιεκτικό», «υλιστικό και ανθρωπολογικά εκμηδενισμένο», κτλ, ποτέ δεν υπάρχουν ως αμιγείς καταστάσεις. Σ’ αυτό βέβαια έγκειται και η πρόκληση της θεωρητικής θεμελίωσης πάνω στις βάσεις της Παραδειγματικής γνώσης για να φωτίζονται οι ειδοποιοί διαφορές και εξειδικευμένα ζητήματα που συναρτώνται με τον γενικότερο διεθνολογικό προβληματισμό.

το ευρωπαικοΑκριβώς, το επιστημολογικό και μεθοδολογικό ρίσκο της θεωρητικής υπόθεσης την οποία εδώ συζητάμε χωρίς να την εξετάσουμε περιπτωσιολογικά, έγκειται, ουσιαστικά, στο κατά πόσο η εγγενής νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος –απόρροια του υλιστικού παραδείγματος που κυριάρχησε μετά τον 17ο αιώνα[51]–   εγγενώς οδηγεί σε επαναστατικό αναθεωρητισμό και επιδίωξη απόλυτου και καθολικού πλανητικού ελέγχου. Ο John Mearsheimer, για παράδειγμα, στην εξαιρετικά υψηλών ποιοτικών βαθμίδων περιγραφική ερμηνεία της πορείας των σχέσεων των ηγεμονικών δυνάμεων μετά τους Ναπολεόντιους πολέμους, θεμελίωσε την θέση ότι για τις μεγάλες δυνάμεις ανεξαρτήτως πολιτικού συστήματος οι διαδοχικοί κύκλοι συγκρούσεων και αντιπαλότητας οφείλονται σε φόβους που αφορούν την κρατική αυτοσυντήρηση[52].

Συνεπής με την Ρεαλιστική θεωρία που στέκεται στα όρια της περιγραφής και ερμηνείας αποδεχόμενη μεν την οντολογία ως γεγονός στο πλαίσιο μιας αυστηρής αξιολογικής ουδετερότητας, χωρίς έτσι να εξετάζει τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις της, περιγράφει ένα ανελέητο ανταγωνισμό των ηγεμονικών δυνάμεων για όσο μεγαλύτερη κατοχή ή έλεγχο του παγκόσμιου πλούτου που προβάλλεται βαθιά μέσα στον 21ο αιώνα.

Οι δυνάμεις που εξέτασε ο Mearsheimer ήταν όλες μοντερνιστικές και μάλιστα στο ανώτατο στάδιο της επαναστατικής νοηματοδότησης, ενδοκρατικά και διακρατικά, της πολιτικής με όρους ισχύος. Δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει μια διαφορετική προσέγγιση, υποστηρίχθηκε αλλού[53], για ένα ακόμη λόγο: Λόγω βαρύνουσας συμβατικής πολιτικοστοχαστικής ατμόσφαιρας στις επιστημονικές συζητήσεις των δυτικών κρατών όπου απουσιάζει μεγάλη στοχαστική κουλτούρα (τουλάχιστον στο πεδίο της πολιτικής επιστήμης του διεθνούς συστήματος) συμπερίληψης των πνευματικών εισροών στην ενδοκρατική δημόσια σφαίρα. Για τους αναλυτές στον δυτικό κόσμο όπου στο επίπεδο των πολιτικών και πνευματικών ελίτ κυριαρχούν μοντερνιστικές παραδοχές, η συμπερίληψη των πνευματικών κριτηρίων στον πολιτικό στοχασμό δεν είναι κάτι το σύνηθες. Όταν αυτό γίνεται, ελλείψει πολιτικοστοχαστικής κουλτούρας, λογικό είναι να διολισθαίνουν σε σχηματοποιήσεις που επιστημονικά μιλώντας δεν χρειάζεται καν να σχολιαστούν. Πολιτικές εκτιμήσεις γίνονται, πολιτικές σκοπιμότητες εξυπηρετούν και μόνο πολιτικά μπορούν να σχολιαστούν[54].

Οι επισημάνσεις αυτές καθίστανται ακόμη πιο καίριας σημασίας για την ανάπτυξη του θεωρητικού στοχασμού πέραν του αδιατάραχτου κεκτημένου του Ρεαλιστικού επιστητού αν συνεκτιμηθεί το γεγονός, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, ανάδυσης ενός πολυπολικού και ανθρωπολογικά μεστού κόσμου πολλών μικρών, μεσαίων και μεγάλων δυνάμεων.

Βραχυχρόνια και μεσοπρόθεσμα, βέβαια, η ανάλυση του John Mearsheimer σε συνάρτηση με τις θεωρήσεις του Kenneth Waltz και του Robert Gilpin, συγκροτούν ένα πανίσχυρο περιγραφικό και ερμηνευτικό πλαίσιο κατανόησης πολλών πτυχών της επερχόμενης πολιτικής του 21ου αιώνα. Και αν αυτό βέβαια είναι ορθή εκτίμηση, τίθεται σκληρά επί τάπητος το κατά πόσο οι προϋποθέσεις της πολιτικής επιστήμης ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις του αναδυόμενου εθνοκρατοκεντρικού κόσμου, πολλά μέλη των οποίων είναι γιγαντιαίες ανθρωπολογικές ενότητες μακραίωνης ανθρωπολογικής διαμόρφωσης[55].

Πως για να επαναλάβουμε, το κεντρικό θεωρητικό ερώτημα που έγινε αφορμή της πιο πάνω συζήτησης, οι βαθμίδες πνευματικής συγκρότησης επηρεάζουν τα αντί-ηγεμονικά αντανακλαστικά και ή τις εν γένει κρατικές στρατηγικές αναφορικά με την κατανομή ισχύος και τα διλήμματα ασφαλείας που προκαλούν οι συχνές ανακατανομές ισχύος;

Ακριβώς, για να κατανοήσουμε πόσο σημαντικό πλην επιστημονικά σχεδόν λευκό είναι το ζήτημα αυτό, ο Παναγιώτης Κονδύλης στην συγκλονιστική περιγραφή των λογικών απολήξεων των μεταμοντέρνων τάσεων όπως προβάλλονται στον 21 αιώνα στο έργο του Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού[56], καταληκτικά και εγκυρότατα ως προς την συνέπεια των ιστορικοπολιτικών και γνωσιοθεωρητικών συλλογισμών του, καταγράφει δομές που βρίσκονται εκτός της διττής τυπολογίας που υιοθετήσαμε πιο πάνω ως βάση συζήτησης. Η επικράτηση ενός κόσμου ανθρωπολογικά εκμηδενισμένου προσαρμοσμένου στην μαζικοπαραγωγή και στην μαζικοκατανάλωση, υποστηρίζει, οδηγεί αναπόδραστα, λόγω ακριβώς εκμηδένισης των «μεγάλων σκοπών» που κινούσαν κοινωνικές οντότητες του παρελθόντος, σε ένα ανελέητο αγώνα ισχύος.

Προσφερόμενο για σκέψη και για περισυλλογή στους καλόπιστα ιδεολογικά σκεπτόμενους καλλιεργητές της μεταμοντέρνας πολιτικής θεολογίας, γράφει: «Η αποσύνθεση των πολιτικών ιδεολογιών του 19ου και 20ου αιώνα δεν θα συνεπιφέρει το τέλος των αγώνων ισχύος ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες, έθνη και κράτη – αυτό δεν θα γινόταν ούτε και στην άκρως απίθανη περίπτωση όπου θα σταματούσαν οι πόλεμοι στην διακρατική τους μορφή» Ακόμη και επικράτηση μιας κοσμοθεωρίας θα οδηγεί σε διαφορετικές ερμηνείες από διαφορετικές ομάδες. Έτσι διεξάγονταν οι κοινωνικοί αγώνες της societa civilis». … «Είναι δυνατές οι συγκρούσεις σε καθαρά υπαρξιακή βάση χωρίς κανένα ιδεολογικό ψιμύθιο, κι αυτές ίσως να ήσαν ακόμη πιο τραχειές και αμείλικτες απ’ όσες έχουν ιδεολογικά κίνητρα. Το «τέλος των ιδεολογιών» θα είχε τότε ως συνέπεια όχι το «τέλος της ιστορίας» προς την κατεύθυνση ενός ακτινοβόλου μεταιστορικού μέλλοντος, αλλά την επιστροφή της ιστορίας στο πρωτόγονο στάδιο της στοιχειακής υπαρξιακής αντιπαράθεσης». Και συνεχίζει, τα περί τέλους της ιστορίας οφείλονται στο γεγονός ότι «οι νοητικές κατηγορίες προσανατολίζονται, στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας, προς τον χώρο και όχι προς τον χρόνο. … επιστροφή στην προσδοκία του φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα πως το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο «Εδώ φυσικά τίθεται ένα ερώτημα γιατί να πετύχει ο μάνατζερ εκείνο που δεν κατόρθωσε ο αστός».

Αυτή η υψηλής περιγραφικής και ερμηνευτικής αξίας θεώρηση είναι, εκτιμούμε, επίταση της θεώρησης του John Mearsheimer: Οι μοντερνιστικές μεγάλες κρατικές δυνάμεις μάχονται αδιέξοδα με όρους αυτοσυντήρησης και σχεδόν ανθρωπολογικής κενότητας. Σε ένα ανθρωπολογικά εκμηδενισμένο κόσμο –στον βαθμό και στην έκταση που θα ισχύει κάτι τέτοιο, κάτι που προσφέρεται πως θεωρητική διερεύνηση– του μεταμοντέρνου μέλλοντος, οι συγκρούσεις θα καταστούν εξαιρετικά ανορθολογικές και θα διεξάγονται σε ωμούς στοιχειακούς όρους ισχύος.

Το αντίθετο υποστηρίξαμε εμείς: Η μεταμοντέρνα εκδοχή μιας ανθρωπολογικής εκμηδένισης αφορά κυρίως «απρόσεκτες» δυτικές δημόσιες σφαίρες και ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών μικρών και μεγάλων κρατών του πλανήτη που αποδεσμεύτηκαν σε πρώτη φάση από τη αποικιοκρατία και σε δεύτερη από την ηγεμονομαχία, σταδιακά σταθεροποιούν μια ανθρωπολογικά μεστή και πνευματικά περιεκτική εθνοκρατοκεντρική πορεία. Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του 21ου αιώνα είναι ήδη ένα αναδυόμενο πολυπολικό διεθνές σύστημα μικρών και μεγάλων δυνάμεων της μετά-νεοτερικής εποχής[57], ανθρωπολογικά βαθύ. Αυτό το γεγονός, υποστηρίχθηκε πιο πάνω αλλά και αλλού, ενδέχεται να προκαλεί μια πιο ορθολογιστική συμπεριφορά στην διεθνή πολιτική επειδή άξονας των εκτιμήσεων θα συνεχίσει μεν να είναι η αυτοσυντήρηση πλην με όρους εθνικής ανεξαρτησίας και διαφύλαξης της συλλογικής ελευθερίας.

Στο σημείο αυτό, βέβαια, είναι και τα σύνορα της θεώρησης για τις επιδράσεις μιας βαθύτερης προσκόλλησης των εθνοκρατών στην κοινή κοσμοθεωρία της εθνικής ανεξαρτησίας. Άλλο κοινή προσκόλληση και άλλο από κοινού: Παραμένουν κυρίαρχα εθνοκράτη που δεν δέχονται εξουσία υπεράνω της δικής τους εθνικής ανεξαρτησίας και αυτό είναι απόρροια της κληρονομιάς της Βεστφαλίας.

Οι προϋποθέσεις που έτσι προκρίνονται θέτουν μόνο μια δέσμη συγγενών θεωρητικών ερωτημάτων που στέκονται πειθαρχημένα πάνω στο Ρεαλιστικό επιστητό και που αναζητούν την ειδοποιό διαφορά στις αποχρώσεις και στις εξειδικεύσεις: Είναι εν τέλει μια βαθύτερη ανθρωπολογία μια εθνοκρατική κατάσταση που οδηγεί σε μεγαλύτερη προσκόλληση στην εθνική ανεξαρτησία και που συντείνει σε μια αντί-ηγεμονική συγκρότηση του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος; Πυκνότερες και βαθύτερες αντί-ηγεμονικές στάσεις ενισχύουν την σταθερότητα, υπό συνθήκες μάλιστα πολλών δυνάμεων;

 Καταληκτικά σχόλια

 Το πιο πάνω κείμενο λοιπόν έδωσε αφορμή για ένα γνωσιολογικό περιδιάβασμα και μια επιστημολογική συζήτηση. Επιπλέον έθεσε εμφατικά θεωρητικά ερωτήματα συμβατά με το Ρεαλιστικό επιστητό που αναζητούν τις ειδοποιούς διαφορές στις αποχρώσεις εσωτερικών δομών που δεν σχετίζονται με τις περί καθεστώτος μοντερνιστικές θεωρήσεις. Όπως και σε πρόσφατη μονογραφική προσπάθεια, ούτε σκέψη δεν έγινε για απομάκρυνση από το Ρεαλιστικό επιστητό, καθότι προσφέρει το μόνο στέρεο έδαφος αντικειμενικής ερμηνείας του διεθνούς συστήματος.

Ανασκοπώντας τον άξονα των θεωρητικών ερωτημάτων, ακριβώς, επισημαίνω ότι σε αναφορά με ήδη διαμορφούμενες τάσεις και υπό το πρίσμα ενός αναπόδραστου –στο ορατό μέλλον– διεθνούς συστήματος που συνεχίζει να λειτουργεί υπό τις κρατοκεντρικές προϋποθέσεις της Βεστφαλιανής δομής, η ορθολογιστική συμπεριφορά ως προς τα ζητήματα αυτοσυντήρησης αφορά την κρατική αυτοσυντήρηση. Μια κρατική αυτοσυντήρηση, όμως, της οποίας ο ορθολογικός χαρακτήρας θα είναι ευθέως ανάλογος της προσκόλλησης στην εθνική ανεξαρτησία και της τελευταίας με την συλλογική ελευθερία. Ακόμη, η προσκόλληση στην συλλογική ελευθερία και στην εθνική ανεξαρτησία είναι ευθέως ανάλογη της πνευματικής σμίλευσης των μελών της κοινωνίας και της συγκρότησης μιας πνευματικά περιεκτικής εθνοκρατικής ανθρωπολογίας. Τίποτα από όλα αυτά δεν προδικάζει φιλειρηνικές ή φιλοπόλεμες στάσεις παρά μόνο πιο οξυμένα αντανακλαστικά για την εθνοκρατοκεντρική ισορροπία από την οποία και εξαρτάται η διασφάλιση της εθνικής ανεξαρτησίας και της εσωτερικής αυτοδιάθεσης.

Η πολιτική τυπολογία της ανθρωπολογικής ανάπτυξης και των προόδων του πολιτικού πολιτισμού στην κλίμακα α) μοντερνιστικό-κρατοκεντρικό, β) πρώιμο ανθρωποκεντρικό πλην αμιγώς κρατοκεντρικό, γ) ολίγον τι περισσότερο εθνοκρατοκεντρικό αλλά ακόμη πρώιμα ανθρωποκεντρικό και δ) πλανητικά ανθρωποκεντρικό-κοσμοσυστημικό, στο παρόν στάδιο της δικής μας επεξεργασίας σταματά στο (γ), δηλαδή στο πρώιμο ανθρωποκεντρικό.

Η ειδοποιός διαφορά των συνδεδεμένων με την ελευθερία-ετερότητα στρατηγικών συμπεριφορών και αποφάσεων, εν τούτοις,  είναι ουσιαστική, καθότι οι προϋποθέσεις σταθερότητας που θέτει το Ρεαλιστικό επιστητό δεν αποκλείουν διαβαθμίσεις ορθολογιστικών στάσεων που διασφαλίζουν την αυτοσυντήρηση στην κλίμακα εναλλακτικών εσωτερικών ανθρωπολογικών δομών.

Αυτό μπορούμε να το πούμε και διαφορετικά: Το ότι το σύνολο των μοντερνιστικών ερμηνειών λόγω πολιτικοστοχαστικής παράδοσης θεωρεί το κράτος «δοχείο ισχύος» αδιαφοροποίητων πολιτών που συγκατοικούν κάτω από τους ίδιους «ορθολογιστικούς νόμους» δεν πειθαναγκάζει περιορισμό της διεθνολογικής γνώσης στις περί εσωτερικής καθεστωτικής δομής συζητήσεις. Η συζήτηση περί του «είδους της κοινωνίας», την οποία και η κοσμοσυστημική γνωσιολογία υιοθετεί υπό ένα άλλο πρίσμα και μια άλλη προοπτική, είναι συμβατή με ένα δυναμικά κινούμενο κόσμο τα πλείστα εθνοκράτη του οποίου έχουν άλλες παραδόσεις από αυτές που κυριαρχούν στο επίπεδο των πολιτικοστοχαστικών ελίτ της Δύσης. Για να είμαι πιο ακριβής, συνολικότερα η θέση μας είναι ότι το ίδιο βασικά ισχύει και στα πρώην μοντερνιστικά κράτη καθότι έχει γίνει ήδη μετάβαση από την κρατοκεντρική και κρατικοεθνικιστική αντίληψη στην εθνοκρατική. Εσωτερικά τα δυτικά κράτη δεν είναι πλέον κοινωνίες αδιαφοροποίητων δουλοπαροίκων, οι σκληρές γενοκτονικές φάσεις έχουν παρέλθει, η κοινωνιοκεντρική θεμελίωση των δυτικών κοινωνιών δυναμώνει και πρώτιστο αν όχι κορυφαίο παράδειγμα ηθικοκανονιστικά αποτυπωμένο είναι η ίδια η ΕΕ. Η ΕΕ, αν και επισφαλώς για τους λόγους που εξηγούνται αλλού, είναι ήδη ένα πρότυπο μετά-νεοτερικού περιφερειακού εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος[58].

 Η ανεξαρτήτως καθεστώτος σύνδεση μιας ανθρωπολογικά πιο ώριμης εθνοκρατικής δομής υψηλότερων βαθμίδων πολιτικού πολιτισμού με την εθνική ανεξαρτησία, στηρίζεται όπως είπαμε στην θεωρητική υπόθεση ότι τα αντί-ηγεμονικά της αντανακλαστικά είναι πιο ακονισμένα και πιο ισχυρά γιατί είναι στενότερα συναρτημένα με την συλλογική ελευθερία.

Η Ρεαλιστική θεωρία τεκταίνει και θεμελιώνει την θέση πως οι αντί-ηγεμονικές στάσεις σύμφωνα με τις επιταγές της κατανομής ισχύος είναι σύμφυτες, εγγενείς με την φύση του κράτους και απόρροια ορθολογιστικών αποφάσεων συναρτημένων με την αρχή της κρατικής αυτοσυντήρησης. Ο βαθμός δυσκολίας και οι επιστημολογικές παγίδες μιας συζήτησης όπως αυτή που προηγήθηκε δεν πρέπει να υποτιμώνται, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη τα εξής:

α) Το σύστημα της Βεστφαλίας συγκρότησε το σύγχρονο διεθνές σύστημα και δημιούργησε ανθρωπολογικά, οικονομικά και πολιτικά τετελεσμένα που προσανατόλισαν τις διεθνείς σχέσεις προς μια εδαφικά οριοθετημένη κρατοκεντρική δομή πολλών πολιτειακών δομών διαφορετικής πολιτικής κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης στο εσωτερικό των οποίων συγκροτήθηκαν διακριτά και διαφορετικά συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης, διακριτοί τρόποι ζωής και διακριτές αναπτυξιακές προοπτικές.

β) Η επάνοδος προς μια αυτοκρατορική δομή στα πρότυπα παρελθουσών εποχών δεν είναι απλή υπόθεση. Τόσο γιατί όπως προαναφέραμε η συγκαιρινή πολιτική ανάπτυξη συγκρινόμενη με την κλασική εποχή και την Βυζαντινή Οικουμένη είναι χαμηλότερων βαθμίδων όσο και γιατί η διαδρομή των Νέων Χρόνων προκάλεσε μια ανθρωπολογική αναστάτωση και μια πνευματική σύγχυση από την οποία τα έθνη μόλις τώρα συνέρχονται. Επειδή δεν είναι του παρόντος, απλά αναφέρουμε ότι αυτή η πνευματική και συνάμα πολιτική σύγχυση αφορά την μετάβαση από την καθόλα μπερδεμένη και άστατη μοντερνιστική φάση (ηγεμονίες, φιλελευθερισμός, αστικοφιλελευθερισμός, αποικιοκρατία, κομμουνισμός, φασισμός, «ιδεολογική» ηγεμονική διαπάλη) στην μεταμοντέρνα, με αναπόδραστη απόληξη προς ένα γνωσιοθεωρητικά ολοκληρωμένο μηδενισμό αλλά και σε μια ανθρωπολογική εκμηδένιση του πολιτειακού περιβάλλοντος μερικών ενδεχομένως κρατών. Είναι τα κράτη τα οποία είτε εξαρχής ήταν ανθρωπολογικά κατακερματισμένα και τεχνητά συγκολλημένα απόρροια μετά-αποικιακών στρατηγικών είτε στην συνέχεια εμφύλιες διαμάχες και εξωτερικές παρεμβάσεις δεν επέτρεψαν την συγκρότηση μιας συνεκτικής εθνικής ανθρωπολογίας και μια κοσμοθεωρητικά. Είναι ακόμη κράτη που λόγω αδυναμιών στο επίπεδο των πνευματικών και πολιτικών ελίτ οι κοινωνίες τους γίνονται έρμαια του κριτικού αποδομηστικού κινήματος, εξ αντικειμένου και κατά τεκμήριο εξυπηρετικά διεθνών ανακατανομών συμφερόντων, τα ιδεολογήματα του οποίου όποια κοινωνία γευτεί απλά δηλητηριάζεται κοσμοθεωρητικά. Τα ζητήματα αυτά αναλύονται σε πολλά έξοχα κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πραγματείας[59] αλλά και σε πολλά κείμενα της διεθνούς βιβλιογραφίας στα πλαίσια της στρατηγικής μαλακής ισχύος των ηγεμονικών δυνάμεων[60].

γ) Η οντολογία που συντελέστηκε πλανητικά υπό καθεστώς ενός εδαφικά οριοθετημένου κρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος επηρεάζει κάθε συζήτηση υπέρβασης της εδαφικής κυριαρχίας και θέτει άπειρα σύνθετα και αλληλένδετα ερωτήματα χρόνου και χώρου, ανθρωπολογικών δομών και συμβατών με αυτές πολιτειακών δομών, διαμορφώσεων απόρροια οικονομικών και τεχνολογικών διαδράσεων, είδος εξουσίας στη κλίμακα των δημοκρατικών διαβαθμίσεων κτλ. Σε κάθε συζήτηση αυτών και άλλων συναφών ζητημάτων προϋπόθεση γήινων αναλύσεων που δεν εμπίπτουν στην πολιτική θεολογία, δύο ζητήματα επιστημολογικής φύσης τίθενται προγραμματικά: α) Το κατά πόσο περιγράφουμε την ήδη διαμορφωμένη οντολογία ή, αντίθετα, κατά πόσο κοσμοπλαστικά μιλώντας προκρίνουμε μια άλλη μελλοντική οντολογία ή πιο απλά επιχειρείται αναδιάταξη μιας ήδη υπάρχουσας οντολογίας και η αναδιαμόρφωσή μέσω θεσμών εξωπολιτικά επινοημένων (κάθε συνεπής ιδεολογία αυτό κάνει). β) Το κατά πόσο οι θεωρητικές υποθέσεις που τίθενται στην βάσανο των πνευματικών / εμπειρικών δεδομένων αφορούν συγκεκριμένα περιοριστικά ζητήματα ή κατά πόσο αντίθετα επιχειρείται μια ολιστική ερμηνεία του ανθρώπου, του κράτους και των πλανητικών δρώμενων.

Κάθε υποψιασμένος ερευνητής και συγγραφέας γνωρίζει ότι οι επιλογές ως προς αυτά τα ζητήματα δεν είναι αυτονόητες. Αφορούν βαθύτατα ζητήματα επιστημολογίας, μεθοδολογίας, περιεχομένου και εύρους των ερμηνειών, γνωστικής πληρότητας ανάλογα με το εύρος των ερμηνειών, θεωρητικών προσανατολισμών και κυρίως δεοντολογίας της επιστήμης. Η διαδρομή της πολιτικής σκέψης τους τελευταίους αιώνες δεν βοηθά και πολύ τον επιστημολογικό προσανατολισμό και αυτό εξηγεί το γεγονός της μεθοδολογικής και επιστημολογικής αναρχίας του πολιτικού στοχασμού. Το κύριο ζήτημα είναι η δεοντολογία της επιστήμης. Η  διάσχιση δηλαδή του συνόρου μεταξύ θεωρίας οντολογικά συναρτημένης και πολιτικής θεολογίας η οποία εξ ορισμού είναι κοσμοπλαστική. Το αντίθετο του τελευταίου είναι κάθε ταπεινή και αυτοπεριορισμένη προσπάθεια περιγραφής και ερμηνείας των τριών επιπέδων ανάλυσης σε αναφορά με θεωρητικές υποθέσεις συμβατές με τις προϋποθέσεις του οντολογικά προσδιορισμένου Παραδείγματος[61].

 Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να μην είχαμε γράψει το πιο πάνω και να αποδεχθούμε, σε μερικές μόνο γραμμές και a priori, το βάσιμο και αδιατάρακτα καθημερινά επιβεβαιωμένο Ρεαλιστικό επιστητό για την κρατική συμπεριφορά σε αναφορά με τον χαρακτήρα του κρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος. Τα αίτια του Ψυχρού Πολέμου ερμηνεύονται επαρκώς από την προσαρμογή της ΕΣΣΔ και των άλλων δρώντων στις προϋποθέσεις της κατανομής ισχύος, τα εγγενή διλήμματα ασφαλείας λόγω φόβων άνισης ανάπτυξης, την αρχή της αυτοβοήθειας, την «μίμηση» των στρατηγικών των αντιπάλων και την εσωτερική και εξωτερική εξισορρόπηση που πυροδοτείται αντανακλαστικά.

Η πέραν αυτής της ερμηνείας συζήτηση υπό το πρίσμα θεωρητικών υποθέσεων που παρακάμπτουν τα αδιέξοδα των περί καθεστώτων μοντερνιστικών συζητήσεων απαιτεί θεωρητική επιβεβαίωση της επίδρασης πάνω στις εξισορροπητικές στάσεις και συμπεριφορές που οφείλονται όχι στο είδος του καθεστώτος αλλά στο είδος της κοινωνίας και τις βαθμίδες ωρίμανσής της στη κλίμακα της πολιτικής και ανθρωπολογικής ανάπτυξης.

Αυτό, υποστηρίξαμε, όχι μόνο δεν επηρεάζει το Ρεαλιστικό επιστητό αλλά, επιπλέον, αφενός το απαλλάσσει από τις αβαρίες των περί εσωτερικών καθεστώτων συζητήσεων, και αφετέρου, το εντάσσει σε μια ανθρωπολογικά συναφή ανάλυση των εθνοκρατικών συμπεριφορών που επανεκτιμά ειδοποιούς διαφορές και αποχρώσεις ορθολογιστικών συμπεριφορών των κοινωνικών οντοτήτων αναφορικά με την αυτοσυντήρηση, την εθνική ανεξαρτησία και την συλλογική ελευθερία.

Γιατί, για να κάνουμε μια ακόμη προκλητική θεωρητική υπόθεση, όταν απειλούνται από το εξωτερικό, τα μέλη ενός εθνοκράτους, λιγότερο υπερασπίζονται καθεστώτα και περισσότερο αγωνίζονται για την συλλογική τους ελευθερία, την οποία αντιλαμβάνονται προϋπόθεση εκπλήρωσης της αξίωσής τους για απόλαυση της ανθρωπολογικής ετερότητάς τους.

Η Ρεαλιστική θεωρία πειθαρχημένη στις Παραδειγματικές προϋποθέσεις περιγράφει και ερμηνεύει ικανοποιητικά τα κύρια χαρακτηριστικά της κρατικής συμπεριφοράς. Ταυτόχρονα, δεν φαίνεται να υπάρχει επιστημονικός λόγος που επιβάλλει περαιτέρω ανάλωση στοχαστικών πόρων για την αντίκρουση του αυτονόητου και πρόδηλου αναφορικά με τους συνεχιζόμενους ισχυρισμούς περί συμπεριφορών απόρροια εναλλακτικών εκδοχών μοντερνιστικών καθεστώτων στην εσωτερική δομή των κρατών. Κατάσταση, εξάλλου, εν πολλοίς παρωχημένη, αν όχι ανύπαρκτη.

Το κύκνειο άσμα των ιδεολογικών συζητήσεων των φιλελεύθερων και μαρξιστικών ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων, καθώς  και των ποικίλων ενδιάμεσων αποχρώσεών τους, με πολιτικά αξιομνημόνευτο τρόπο ακούστηκε για τελευταία ίσως φορά στην φάση μετάβασης από τον Ψυχρό Πόλεμο στην Μεταψυχροπολεμική εποχή. Η κεκτημένη πολιτικοστοχαστική ταχύτητα, βέβαια, ως είθισται, θα προκαλεί ακόμη παραγωγή ιδεολογημάτων και θεωρημάτων περιπλεγμένων στην συνεχιζόμενη μεταβατική διακρατική πάλη που διανύουμε.

Συζήτηση για το είδος της κοινωνίας είναι σημαντική κυρίως λόγω πολιτικών εξελίξεων στον υπόλοιπο πλανήτη εκτός των περιφερειών όπου άνθισε το μοντερνιστικό κράτος. Καίριο και συναφές ζήτημα, ακριβώς, για το οποίο ελάχιστη επιστημονική σκέψη έχει αφιερωθεί στην δυτική πολιτική σκέψη, είναι τα πνευματικά και πολιτικά δρώμενα στον υπόλοιπο πλανήτη, ο οποίος μόλις πρόσφατα εξήλθε της αποικιοκρατικής και μετά-αποικιακής ηγεμονικής εποχής, κατά την διάρκεια της οποίας η διεθνής πολιτική κυριαρχούταν από την διαπάλη των ηγεμονικών μοντερνιστικών δυνάμεων.

Στον αχανή αυτό χώρο πολλών δισεκατομμυρίων ανθρώπων μακραίωνης πνευματικής διαμόρφωσης θεωρήματα περί «υλιστικών κρατικών δοχείων ισχύος» μέσα στα οποία κινούνται ευθύγραμμα ανθρωπολογικά ισοπεδωμένοι πολίτες που λειτουργούν έτσι εύτακτα, εύρυθμα και ειρηνικά, είναι σκέψεις το λιγότερο άτοπες. Για παράδειγμα, η εκτεταμένη περιοχή ενάμιση δισεκατομμυρίων μουσουλμάνων της οποίας σε πολλές χώρες κυριαρχούν ανθρωπολογικά.

 Μέλλον έχει εκείνη η πολιτική επιστήμη που συμπεριλαμβάνει το ανυπότακτο «ταραχοποιό πνεύμα» στην πολιτική συγκρότηση και συγκράτηση των κρατών και του κόσμου. Αυτός ο κόσμος ερμηνεύεται ήδη πολύ καλά από το Θουκυδίδειο Παράδειγμα και τα βάσιμα θεωρητικά αναπτύγματά του. Λόγω ιδιομορφιών του μοντερνιστικού διακρατικού συστήματος το Θουκυδίδειο Παράδειγμα αξιοποιήθηκε για να αναπτύξει την θεωρία διεθνών σχέσεων πλην ελλειμματικά. Αυτό γιατί τον Θουκυδίδη η συζήτηση για το «είδος του καθεστώτος» ήταν άγνωστη. Τα υποκείμενα της περιγραφής του ήταν Πόλεις πνευματικά συγκροτημένης, ανθρωπολογικά περιεκτικές και πολιτικά αναπτυγμένες.

Το διακρατικό σύστημα που περιέγραψε ήταν εθνοκρατοκεντρικό και μάλιστα στην ώριμη φάση του. Γι’ αυτό όσο περισσότερο η εθνική ανθρωπολογία, ο πνευματικός της κόσμος και η πολιτική της ανάπτυξη θα εντείνονται τόσο περισσότερο ο Θουκυδίδης θα γίνεται συναφής και επίκαιρος. Τα όρια αυτού του Παραδείγματος τελειώνουν εκεί που αρχίζει η «Αυτοκρατορία[62]», η οποία αν και ως κοσμοσυστημική προοπτική σε περιφερειακό και  ή πλανητικό επίπεδο δεν αποκλείεται, μπροστά μας τον 21ο αιώνα τίθενται ζωντανά τα ζητήματα που αφορούν μια εθνοκρατοκεντρική δομή.

Ο Θουκυδίδης, για να επιτείνουμε αυτή την επισήμανση, παραθέτοντας ένα σύστημα ερμηνευτικών νόμων και τους λόγους που το κλασικό σύστημα καταστράφηκε, δεν είχε κατά νου όρους όπως «κράτη – δοχεία ισχύος» στερούμενα ή θεωρούμενα ότι στερούνται πνευματικά εύρωστων εντολέων πολιτών. Ενόσω οι κρατοκεντρικές προϋποθέσεις θα διαιωνίζονται και ενόσω η ανθρωπολογική και πολιτική ανάπτυξη θα συνεχίζεται οι προϋποθέσεις του παρόντος διεθνούς συστήματος θα προσεγγίζουν αυτές του κλασικού.

            Η πολιτική επιστήμη των διεθνών σχέσεων συναρτάται με την επαναφορά της εσωτερικής δομής όχι ως φιλοπόλεμη ή φιλειρηνική καθεστωτική δομή αλλά ως είδος κοινωνίας λιγότερο ή περισσότερο ορθολογιστική ως προς τα ζητήματα της εθνοκρατικής αυτοσυντήρησης, της απόκτησης θέσης και ρόλου σ’ ένα πολυπολικό κόσμο όπου η εθνική ανεξαρτησία και η ελευθερία είναι συνάρτηση της αντί-ηγεμονικής συγκρότησης κατά των ηγεμονικών αξιώσεων και όπου αυτός ο ορθολογισμός θα γίνεται ολοένα και πιο σταθεροποιητικός όσο η ελευθερία και η αυτοσυντήρηση θα συναρτάται με την διατήρηση ισορροπίας και σταθερότητας στις διεθνείς σχέσεις. Κόστος, όφελος, πνεύμα-ετερότητα, ορθολογισμός, ελευθερία, τάξη και ασφάλεια, είναι μερικές λέξεις κλειδιά.

            Ο επαναπροσανατολισμός της επιστημονικής συζήτησης από το καθεστώς στο είδος της εσωτερικής πολιτικής και ανθρωπολογικής δομής που προσδιορίζει την κοινωνική ωρίμανση απαλλάσσει την πολιτική επιστήμη των διεθνών σχέσεων από μοντέρνες, μεταμοντέρνες, φασιστικές, μαρξιστικές ή άλλες καθεστωτικές συζητήσεις οι οποίες αν απλώς διατρέξουμε την βιβλιογραφία παρατηρούμε ότι κατά νου έχουν την εποχή έκτακτης ανάγκης των δύσμοιρων δουλοπαροίκων των αστικών και αστικοφιλελεύθερων συζητήσεων όταν αγωνιωδώς τα πολιτικά ελίτ αναζητούσαν τρόπους ταχύρυθμης συγκρότησης του διαφοροποιημένου ανθρωπολογικού περιβάλλοντος: Εξωπολιτικοί νόμοι, συμβάσεις και συμβόλαια που επιτάθηκαν με τις πιο συνεπείς επιφάσεις και τα εποικοδομήματα των κομμουνιστικών καθεστώτων.

            Η αξιοπιστία της υπόθεσής μας ότι η συζήτηση για καθεστώτα είναι παρωχημένη και επιστημονικά αδιάφορη είναι ευθέως ανάλογη της ανθρωπολογικής ανάπτυξης των μελών των κοινωνιών, της αξίωσής τους να συγκροτήσουν πολιτικές δομές ως εντολείς, της αξίωσής τους για φορά κίνησης προς άμεση δημοκρατία και της αυτονόητης αξίωσης οι πολιτειακές δομές να είναι ηθικοκανονιστικά συμβατές με την ανθρωπολογική ετερότητα κάθε μιας κοινωνικής οντότητας. Αυτά δεν πρέπει να θεωρούνται «επανάσταση» αλλά σταδιακή επαναφορά του κόσμου στην πολιτική εποχή. Η πλανητικά διαφοροποιημένη ανθρωπολογική και πολιτική ανάπτυξη των κοινωνικών οντοτήτων είναι και το μέτρο στάθμισης και εκτίμησης του κατά πόσο οι κρατοκεντρικές προϋποθέσεις απαιτείται να συνδεθούν με το είδος της κοινωνίας και όχι με το είδος τους ενός ή άλλου προκατασκευασμένου μοντερνιστικού καθεστωτικού προτύπου. 

Η πιο πάνω σκόπιμα προκλητική θεωρητική τοποθέτηση, βέβαια, δεν είναι αυτονόητα και πειθαναγκαστικά πλήρως ορθή και επαρκώς αναπτυγμένη. Θα ήταν εγωιστικό να το ισχυριστεί κανείς. Σίγουρα όπως και κάθε άλλη θεώρηση βρίσκεται υπό την αίρεση πραγματολογικών επαληθεύσεων, ιδιαίτερα των ζωντανών γεγονότων της μεταψυχροπολεμικής εποχής. Το ίδιο ισχύει για κάθε υπόθεση της πολιτικής επιστήμης των Νέων Χρόνων. Καμιά απολύτως τάση των δύο τελευταίων δεκαετιών, πάντως, δεν δείχνει κάποια επερχόμενη προκατασκευασμένη δομή μοντερνιστικού, κομμουνιστικού, φασιστικού ή μεταμοντέρνου χαρακτήρα. Η διαλεκτική σχέση άνθρωπος και πολιτική θεσμοί – εντολείς και εντολοδόχοι αντιστρέφεται και αυτό αντιστρέφει πολλές συμβατικές παραδοχές της πολιτικής επιστήμης και των τριών επιπέδων.

Σίγουρα, πάντως, η πιο πάνω θεωρητική υπόθεση για την σημασία της εσωτερικής ανθρωπολογίας με τρόπο που απαλλάσσει την συζήτηση από τις περί καθεστώτος αβαρίες, θέτει επί τάπητος τόσο το ζήτημα της εστίασης του ενδιαφέροντος των διεθνολογικών συζητήσεων στην ανθρωπολογική σύνθεση κάθε κοινωνίας όσο και τον τρόπο που θα μπορούσαν να συνομιλήσουν η ιστορική επιστήμη με την θεωρία διεθνών σχέσεων, με προοπτική την ενοποίησή τους. Κανένα επιστημολογικό ή μεθοδολογικό εμπόδιο δεν υπάρχει προς αυτή την κατεύθυνση. Οι μεγαλύτεροι ταγοί των διεθνών σχέσεων ήταν, υπενθυμίζω, και ιστορικοί, και το αντίστροφο. Ο Θουκυδίδης, επιπλέον, ήταν μεταξύ πολλών άλλων, ιστορικός, διεθνολόγος και πολιτικός επιστήμονας με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου.

Το Θουκυδίδειο Παράδειγμα εκτιμώ ότι είναι, τόσο επιστημολογικά όσο και ερμηνευτικά, κοινό για τους ιστορικούς και τους διεθνολόγους. Αυτό βέβαια μπορούμε να το συζητήσουμε μελλοντικά. Το ζήτημα είναι, εάν δεχθούμε ως βάση συζήτησης το Παράδειγμα, να εξεταστούν κοινές θεωρητικές υποθέσεις που αναφύονται μέσα από το ίδιο το Παράδειγμα. Η ονοματολογία περί τα ρεύματα σκέψης στον θεωρητικό προβληματισμό, μάλιστα,  ίσως να μην έχει σημασία. Ίσως να είναι και αντί-παραγωγική. Το κύριο ζήτημα δεν είναι τα ονόματα των πολυάριθμων ονομάτων θεωριών που συχνά κατοπτρίζουν ομαδοποιήσεις ομοϊδεατών σε πανεπιστημιακά τμήματα της Ευρώπης και της Αμερικής. Το κύριο ζήτημα είναι απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα για το «τι συγκροτεί και συγκρατεί τα κράτη και τον οντολογικά υπαρκτό κόσμο». Ένα κόσμο μάλιστα δύο εκατοντάδων κρατών ο οποίος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα αλλάζοντας εκ βάθρων τις μοντερνιστικές προϋποθέσεις περί προκατασκευασμένων καθεστωτικών δομών νομικοτεχνικού χαρακτήρα μέσα στις οποίες όλοι χωρούν, ακόμη και παγκόσμια. Πρόκειται για απλουστεύσεις για τις οποίες πολλοί ιστορικοί στο μέλλον θα απορούν πως έγιναν πιστευτές από τόσους πολλούς και πως τόσοι πολλοί σφαγιάστηκαν για την υλοποίησή τους.

Το διεθνές σύστημα κινείται προς την κατεύθυνση ενός πιο εμπεδωμένου εθνοκρατοκεντρισμού –εκτός και αν κάποιος ανακαλύψει έστω και ένα κράτος που είναι έτοιμο να αφήσει την εθνική του ανεξαρτησία– και με τρόπο που καθιστά τον ανθρωπολογικά συναρτημένο πολιτικό ορθολογισμό των κρατικών αποφάσεων ακόμη πιο σημαντική προϋπόθεση.

Καλές ερμηνείες εμπλουτίζουν με ορθολογισμό τις αποφάσεις και το αντίστροφο. Ερμηνείες βέβαια όχι περί κατασκευής οντολογίας αλλά ερμηνείες των ιστορικών και συγκαιρινών οντολογικών προϋποθέσεων που προσδιορίζουν την τροχιά, τον προσανατολισμό και την μορφολογία, το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος. Κύριο ζήτημα, τονίσαμε επανειλημμένα πιο πάνω, είναι η σχέση του πολιτικού στοχασμού με την οντολογία: Άβυσσος η διαφορά μεταξύ προκατασκευασμένων ανθρωπολογιών βάση δόγματος και των ταπεινών περιγραφών που ερμηνεύουν αυτό που βλέπουν (ή το πολύ προβάλλουν τις τάσεις όπως διακριβώνονται). Όπως όλοι γνωρίζουμε αυτά τα ρητορικά ερωτήματα ούτε αθώα είναι ούτε κατ’ ανάγκη ρητορικά. Τριβή και εμπειρίες στο δύσβατο πεδίο της πολιτικής επιστήμης του διεθνούς συστήματος, πάντως, διδάσκουν ότι, αν τέτοια επιστήμη χρειάζεται να υπάρχει, το σύνολο του προβληματισμού του πολιτικού στοχασμού σε όλες τις εκδοχές του εμπεριέχεται στην άποψη του Παναγιώτη Κονδύλη όταν έλεγε πως στο πεδίο του πολιτικού στοχασμού, όποιος έχει κάτι ουσιαστικό και περιεκτικό να πει, θα πρέπει, στην βάση της ιστορικής εμπειρίας, να περιγράψει και να ερμηνεύσει τι είναι αυτό που «συγκροτεί και συγκρατεί τα κράτη και τον κόσμο».

 Παράρτημα Ι. Στοιχειώδης ορισμός της έννοιας «επαναστατισμός»

 Σημείωση: Το παρόν παράρτημα γράφτηκε ανεξάρτητα της ανάλυσης που προηγήθηκε και επαναδιατυπώθηκε. Γι’ αυτό κάποια εδάφια και παραπομπές ενδέχεται να επαναλαμβάνονται.

 Ο όρος «επαναστατισμός» είναι εξαιρετικά χρήσιμος για την κατανόηση των ιδεολογικά προσανατολισμένων διεθνολογικών ρευμάτων σκέψης όταν αυτά, ανεξαρτήτως αφετηριακών προϋποθέσεων, οδηγούνται στις ακραίες απολήξεις τους, οπότε και καθίστανται ένα ανθρωπολογικά εξομοιωτικό και πολιτικά εξισωτικό ιδεολογικό δόγμα. Το ποιες είναι οι αφετηρίες και οι προϋποθέσεις δεν συζητείται εδώ. Πλανητικά αναδεικνύεται πολιτικά όταν φορείς των ιδεολογικών δογμάτων είναι ηγεμονικές δυνάμεις οι οποίες διαθέτουν την δύναμη να επιβάλουν επί των λιγότερο ισχυρών κοινωνιών τις αξιώσεις που θέτουν τα κατά περίπτωση εξομοιωτικά και εξισωτικά δόγματα. Εμπειρικά, πάντως, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η υλιστική νοηματοδότηση της δημόσιας σφαίρας καθιστά την αξίωση επιβολής εξομοίωσης και εξίσωσης αναπόφευκτη. Ο Martin Wight,  προσφέρει μια ανάλυση που μπορεί να τύχει επεξεργασίας και προσαρμογής στον προβληματισμό τόσο σε αναφορά με το κράτος όσο και σε αναφορά με το διεθνές σύστημα ή και αμφότερα τα επίπεδα συνδυαστικά. του διεθνούς συστήματος. Ο ίδιος αναφέρει τρία ευδιάκριτα και αλληλένδετα ρεύματα επαναστατισμού: Πρώτον, τη δογματική ομοιομ26.MARTIN-WIGHTορφία με βασικό εκφραστή τον Kant και τις λογικές απολήξεις των θεωρήσεών του (δομική συμμορφία και ιδεολογική ομοιογένεια μεταξύ των κρατών – είναι χρήσιμο να τονίσω ότι ο Wight δεν αναφέρεται στον ίδιο τον Καντ αλλά στις λογικές απολήξεις της σκέψης του). Δεύτερον, τον δογματικό ιμπεριαλισμό (κατά καιρούς, μεγάλα ιδεολογικά δόγματα, τα οποία συνήθως οικειοποιείται ή σφετερίζεται μία μεγάλη δύναμη επιχειρώντας να επιβάλλει την παγκόσμια  ανθρωπολογική ομοιομορφία και ή πολιτική εξίσωση). Τρίτον, τον κοσμοπολιτισμό, ο οποίος απορρίπτει την ιδέα της κοινωνίας των κρατών και με ιδεολογικό φανατισμό διάφορων κατά περίπτωση εντάσεων υποστηρίζει την παγκόσμια κοινωνία ατό­μων. Παρά το ότι ο Επαναστατισμός αναπτύσσεται στο πλαίσιο θέσεων και από­ψεων πολλών αποχρώσεων, θα μπορούσαν να ανιχνευθούν και να περιγραφούν τα κυριότερα κριτήρια και οι παράγοντες που επηρεάζουν όλες τις τάσεις του. Δύο κύρια χαρακτηριστικά είναι, πρώτον, η ποικίλων βαθμίδων και αποχρώσεων αξίωση εξομοίωσης της διεθνούς με την εσωτερική πολιτική τάξη και δεύτερον, το γεγονός πως οι διεθνείς σχέσεις περιγράφονται με «ηθικούς» όρους – αντιφατικό μιας και η ηθική προσδιορίζεται πολιτικά στο εσωτερικό των κοινωνικών οντοτήτων και στο πλαίσιο των ηθικοκανονιστικών δομών που διαθέτη κάθε ανεξάρτητη κοινωνική οντότητα. Είναι αντιφατικό, επίσης, καθότι απουσιάζει μία παγκόσμια ανθρωπολογία και μια συνεπαγόμενη παγκόσμια κοινωνι­κοπολιτική δομή που θα προσδιόριζε ένα ευρύ φάσμα παγκόσμιων ηθικών κριτηρίων στην βάση των οποίων θα ρυθμιζόταν η ζωή των μελών όλων των κοινωνιών ομοιόμορφα. Καταμαρτυρούμενα, η αξίωση «ηθικής» εξομοίωσης και ανθρωπολογικής ομοιομορφίας σύμφωνα με το εκάστοτε ιδεολογικό δόγμα είναι το επόμενο βήμα. Για να εκπληρωθεί η πολιτική «συμμόρφωση» στο εκάστοτε επαναστατικό δόγμα οι ζηλωτές με ιεραποστολικό ζήλο αναπτύσσουν καθοδηγητικές-διατακτικές στάσεις. Η κατάληξη είναι προστάγματα «συμμόρ­φωσης», τα οποία πάντοτε είναι βίαια και οδηγούν σε εκατόμβες. Η βία, είναι εγγε­νές χαρακτηριστικό της επαναστατικής σκέψης ή, όπως παρατηρούσε ο Μάρξ, «η μαμή της ιστορίας», θέση την οποία σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τελικά υιοθετούν όλα τα επαναστατικά ρεύματα ως μέσο επιβολής της διεθνούς  κοινωνικής ομοιομορφίας και της διεθνούς πολιτικής εξίσωσης. Είναι αδιάφορο οι αφετηριακές υποθέσεις ενός ρεύματος. Σημασία έχει η εγγενής λογική του και η λογική του απόληξη στον εξομοιωτισμό και εξισωτισμό. Απογυμνωμένα από ρητορικές προσποιήσεις και πολιτική υπο­κρισία ή πολιτικές σκοπιμότητες, τα εγγενώς επαναστατικά δόγματα όλων των διεθνι­στικών και/ή κοσμοπολίτικων παραδόσεων της διεθνούς θεωρίας υιοθετούν την θέση ή την στάση: «Όταν εσύ έχεις την ισχύ στη διεθνή κοινωνία δεν θα πρέπει να επεμβαίνεις εναντίον μας, επειδή είναι καθήκον σου να σέβεσαι τα δικαι­ώματα των κρατών να ρυθμίζουν ελεύθερα τις υποθέσεις τους. Όταν, όμως, έχουμε εμείς την ισχύ θα επέμβουμε εναντίον σου, επειδή είναι καθήκον μας να ενθαρρύνουμε όλους τους λαούς να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους στη δογματική νόρμα». Wight, Διεθνής θεωρία, τα τρία ρεύματα σκέψης (Εκδόσεις Ποιότητα 1998), σ. 170. O Wight –αφού εξετάζει περιπτώσεις που αναφέρονται στην κομουνιστική πρακτική, στη γενοκτονία των αυτοχθόνων από τους φιλελεύ­θερους αγγλοσάξονες στη Βόρεια Αμερική, στον μουσουλμανικό Ιερό πόλεμο (jihad), στις σταυροφορίες, στους γάλλους επαναστατικούς, στα καλβινιστικά δόγματα, στην παπική Ιερά Εξέταση και στους ναζιστές της (ό.π., σ. 291)–, παρατηρεί ότι η εξόντωση αιτιολογείται με ιδεολογικούς όρους και με πανομοιότυπες εκλογικεύσεις του είδους: Ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα» «κάνε καλό για να επέλθει καλό», «αιτιολόγηση λόγω αναγκαιότητας», «αιτιολόγηση λόγω επιτυχίας», «εν ονόματι του συμφέροντος της ανθρωπότητας» και «επιλογή του μικρότερου κακού». Στην τελική τους κατάληξη οδηγούνται πάντοτε στη βίαιη «συμμόρφωση». Ο υποφαινόμενος, επιχειρώντας μια εμβάθυνση στο φιλοσοφικό κεκτημένο των Νέων Χρόνων, υποστήριξε ότι ο υλισμός διαδοχικά οδηγεί στην ιδεολογική πρόκριση μιας νέας οντολογίας, στην ανάπτυξη διεθνιστικών εξομοιωτικών και εξισωτικών αξιώσεων, στην νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος και στο τέλμα νοηματοδότησης των πάντων με τους όρους των φιλοσοφικών παραδοχών των συνεπών μηδενιστών. Επίσης ότι ο συνεπής μεταμοντερνισμός αποτελεί επιστροφή στο μέλλον αυτού του ανθρωπολογικά εκμηδενισμένου τέλματος που κλείνει τον φιλοσοφικό και πολιτικό φαύλο κύκλο που άνοιξαν οι αρχικοί υλιστές φιλόσοφοι του 15ο και 16ο αιώνα (Κοσμοθεωρία των Εθνών, Εκδόσεις Ποιότητα 2009). Οι σχέσεις δυνάμεως μεταξύ των εδαφικά οριοθετημένων κρατών του Βεστφαλιανού κρατοκεντρικού συστήματος εκτυλίχθηκαν στο πλαίσιο στρατηγικών που διαχειρίζονταν την κατανομή ισχύος κάθε συγκυρίας. Το ερώτημα είναι σε πιο βαθμό και σε ποια έκταση οι υποβόσκουσες υλιστικές φιλοσοφικές παραδοχές επηρέαζαν –και με ποιο τρόπο– την συμπεριφορά και τις στάσεις των μελών του κρατοκεντρικού συστήματος κατά την διάρκεια των Νέων Χρόνων αλλά και την ύστερη εποχή μετά το 1945. Η επιστημονική και πολιτική σημασία αυτού του ερωτήματος, κτίζοντας πάνω στην αιτιολογημένη περιγραφή των μεταμοντέρνων τάσεων του Παναγιώτη Κονδύλη, έγκειται στο εξής: Μέσα στον νέο ιστορικό κύκλο που συμβολικά άνοιξε η μεταψυχροπολεμική εποχή, τόσο στο επίπεδο της πολιτικής όσο και στο επίπεδο των φιλοσοφικών συζητήσεων, αναμετριούνται δύο διαφορετικές παραδοχές του ανθρώπου, του κράτους και του κόσμου. Από την μια πλευρά είναι η διαρκής ανθρωπολογική εκμηδένιση των εθνοκρατικών μονάδων που κατατείνει στην δημιουργία «ενός κόσμου ανθρωπολογικά εκμηδενισμένου προσαρμοσμένου στην μαζικοπαραγωγή και στην μαζικοκατανάλωση (ο οποίος) οδηγεί αναπόδραστα, λόγω ακριβώς εκμηδένισης των «μεγάλων σκοπών» που κινούσαν κοινωνικές οντότητες του παρελθόντος, σε ένα ανελέητο αγώνα όλων εναντίον όλων» (verbatim), «η αποσύνθεση των πολιτικών ιδεολογιών του 19ου και 20ου αιώνα δεν θα συνεπιφέρει το τέλος των αγώνων ισχύος ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες, έθνη και κράτη – αυτό δεν θα γινόταν ούτε και στην άκρως απίθανη περίπτωση όπου θα σταματούσαν οι πόλεμοι στην διακρατική τους μορφή». Ακόμη και επικράτηση μιας κοσμοθεωρίας θα οδηγεί σε διαφορετικές ερμηνείες από διαφορετικές ομάδες. Έτσι διεξάγονταν οι κοινωνικοί αγώνες της societa civilis. … «Είναι δυνατές οι συγκρούσεις σε καθαρά υπαρξιακή βάση χωρίς κανένα ιδεολογικό ψιμύθιο, κι αυτές ίσως να ήσαν ακόμη πιο τραχειές και αμείλικτες απ’ όσες έχουν ιδεολογικά κίνητρα. Το «τέλος των ιδεολογιών» θα είχε τότε ως συνέπεια όχι το «τέλος της ιστορίας» προς την κατεύθυνση ενός ακτινοβόλου μεταιστορικού μέλλοντος, αλλά την επιστροφή της ιστορίας στο πρωτόγονο στάδιο της στοιχειακής υπαρξιακής αντιπαράθεσης». Τα περί τέλους της ιστορίας οφείλονται στο γεγονός ότι «οι νοητικές κατηγορίες προσανατολίζονται, στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας, προς τον χώρο και όχι προς τον χρόνο. … επιστροφή στην προσδοκία του φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα πως το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο «Εδώ φυσικά τίθεται ένα ερώτημα γιατί να πετύχει ο μάνατζερ εκείνο που δεν κατόρθωσε ο αστός», Π. Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, σ. 331,332,333. Από την άλλη πλευρά είναι ο κόσμος των ανθρωπολογικά ολοένα και πιο μεστών και συνεκτικών κυρίαρχων εθνοκρατών. Αυτή η ανθρωπολογική συνοχή δεν είναι, αναμφίβολα, η ίδια σε όλα τα κράτη. Δύο βασικά ζητήματα κρίνονται: Πρώτον, αφού ούτως ή άλλως και ανεξαρτήτως φιλοσοφικών συζητήσεων στο εσωτερικό του μοντερνιστικού παραδείγματος παρατηρείται πως στο πλανητικό πεδίο αναδύονται πανίσχυρες και γιγαντιαίες και πολιτικά κυρίαρχες εθνικές ανθρωπολογικές ενότητες, τίθεται προς συζήτηση το ερώτημα ποια θα είναι η ιεραρχία ισχύος του αναδυόμενου πολυπολικού διεθνούς συστήματος. Δεύτερον, όσον αφορά την σταθερότητα / αστάθεια και επειδή εξαρτάται από την ισορροπία δυνάμεων και συμφερόντων στο διεθνές σύστημα με τρόπο που αφορά την κρατική αυτοσυντήρηση των μελών, το ερώτημα είναι κατά πόσο μια πιο μεστή εθνική ανθρωπολογία θα συμβαδίζει με αφενός προσκόλληση στην παραδοχή της εθνικής ανεξαρτησίας και αφετέρου αντι-ηγεμονικές στάσεις και συμπεριφορές κατά εκείνων των ηγεμονικών δυνάμεων που επιχειρούν να επικυριαρχήσουν. Η ειδοποιός διαφορά του θεωρητικού ερωτήματος έγκειται στο κατά πόσον μια ολιγότερον υλιστική εσωτερική δομή που προσκολλάται σε μεγαλύτερο βαθμό στην υπεράσπιση της συλλογικής της ελευθερίας θα είναι λιγότερο ή περισσότερο ορθολογιστική και με αντί-ηγεμονικά αντανακλαστικά πιο οξυμμένα. Εάν το παράδειγμα η Σοβιετική Ένωση η οποία στην αφετηρία της ήταν η πλέον επαναστατική δύναμη των Νέων Χρόνων, και επιπλέον μια εσωτερική δομή ανθρωπολογικά διαφοροποιημένη συν υλιστικά-εταιρικά συγκροτημένη, προσαρμόστηκε στις επιταγές της κατανομής ισχύος μετά το 1945, ποιο είναι το δίδαγμα για τον 21ο αιώνα όταν κύρια ζητήματα είναι α) το είδος της κοινωνίας και όχι το καθεστώς, β) οι βαθμίδες ανθρωπολογικής ωρίμανσης και γ) οι επιδράσεις όλων αυτών πάνω στην συμπεριφορά των εθνοκρατών και στην σταθερότητα του ολοένα και πιο εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος. Κατά τα άλλα, όσον αφορά τον πόλεμο, την ειρήνη, την σταθερότητα, την αστάθεια, την ακεραιότητα της επικράτειας των εθνοκρατών και την συλλογική ελευθερία των κοινωνικών οντοτήτων, στοιχειώδης επιστημονική σοβαρότητα απαιτεί αυστηρή προσκόλληση στο δοκιμασμένο και καθημερινά επαληθευμένο Ρεαλιστικό επιστητό. Η ιεραρχία των Παραδειγματικών νόμων και θεωρητικών ερμηνειών είναι εκ των ουκ άνευ η εξής: Θουκυδίδης, Waltz, Gilpin, Mearheimer και οι πολύτιμες ερμηνευτικές γνωσιολογίες του υπόλοιπου Ρεαλιστικού επιστητού. Και επειδή όπως τονίστηκε η απελευθέρωση από τα δεσμά του μοντερνιστικού υλισμού οδήγησε ήδη σε μια πνευματικά ανοδική συγκρότηση και συγκράτηση των κρατών και του κόσμου –που σε συνδυασμό με τα τεχνολογικά και οικονομικά δρώμενα της πλανητικοποίησης δημιουργούν μια εξαιρετικά δυναμική διεθνή δομή–, οι αστειότητες της ύστερης πολιτικής θεολογίας που ως νέο ιδεολογικό κίνημα μάχεται για να επιτείνει την ανθρωπολογική εκμηδένιση συγκεκριμένων κοινωνιών, δεν είναι επιστήμη αλλά επικίνδυνο πολιτικό παιχνίδι που δρα αποσταθεροποιητικά στα περιθώρια των διακρατικών φαινομένων.

 Παράρτημα ΙΙ. Παγκόσμια τυραννία versus εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα πλήρες προβλημάτων. Απόσπασμα από το Kenneth Waltz, Ο άνθρωπος, το κράτος και ο πόλεμος (Ποιότητα 2011), σ. 30&34.

  «Η παραδοσιακή πολιτική φιλοσοφία, η οποία επικεντρώνεται στην εσωτερική πολιτική, άπτεται σε μεγάλο και σημαντικό βαθμό των ενδιαφερόντων του μελετητή των διεθνών σχέσε­ων. Συχνά λέγεται ότι η ειρήνη είναι το πρόβλημα του 20ού αιώνα. Είναι επίσης και μια από τις μόνιμες έγνοιες των πολιτι­κών φιλοσόφων. Σε εποχές σχετικής ηρεμίας το ερώτημα που αναμένεται να θέτουν

οι άνθρωποι είναι: Τι αξία έχει η ζωή χω­ρίς δικαιοσύνη και ελευθερία; Καλύτερα να πεθάνεις παρά να ζεις δούλος. Εντούτοις, σε εποχές εσωτερικών ταραχών, πείνας και εμφύλιου πολέμου, πιεστικής ανασφάλειας, πολλοί θα ρω­τήσουν: Τι αξία έχει η ελευθερία χωρίς μια εξουσία επαρκή για να δημιουργήσει και για να διατηρήσει συνθήκες ασφάλειας; Το ότι η ζωή έχει προτεραιότητα έναντι της δικαιοσύνης και της ελευθερίας θεωρείται ως αυτονόητη αλήθεια από τον Άγιο Αυγουστίνο και τον Λούθηρο, από τον Machiavelli, τον Bodin και τον Hobbes. Αν η εναλλακτική επιλογή προς την τυραν­νία είναι το χάος και αν χάος σημαίνει πόλεμος όλων εναντίον όλων, τότε γίνεται κατανοητό γιατί κάποιοι είναι πρόθυμοι να ανεχτούν την τυραννία. Αν απουσιάζει η τάξη, δεν μπορείς να απολαύσεις την ελευθερία. Το πρόβλημα του εντοπισμού και της επίτευξης των συνθηκών της ειρήνης, ένα πρόβλημα που κατατρύχει τους ανθρώπους και ταλανίζει τους μελετητές των διεθνών σχέσεων έχει, ιδίως σε περιόδους κρίσης, ταλανίσει και τους πολιτικούς φιλοσόφους. … Η ειρήνη δεν είναι ο μοναδικός σκοπός ακόμη και των πλέον ειρηνικά διακείμε­νων ανθρώπων ή κρατών. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να πιστεύει ότι η παγκόσμια κυβέρνηση και η διαρκής ειρήνη είναι συνώνυμα, αλλά μπορεί επίσης να είναι πεπεισμένος ότι ένα παγκόσμιο κράτος θα ήταν μια παγκόσμια τυραννία και ως εκ τούτου να προτιμά ένα σύστημα εθνών-κρατών με διαρκή κίνδυνο πολέμου από ένα παγκόσμιο κράτος με υπόσχεση δι­αρκούς ειρήνης».

 Παράρτημα ΙΙΙ. ΤΟ «ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ» ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ»

 Π. Ήφαιστος www.ifestosedu.gr – https://www.facebook.com/groups/Ifestos.political.thought/

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Το παρόν αποτελεί μια πρώτη συγγραφή επερχόμενων εκτενέστερων κειμένων για την σχέση του Παραδοσιακού Παραδείγματος (Θουκυδίδεια αξιώματα για τα τρία επίπεδα ανάλυσης, του Ανθρώπου, του Κράτους και της Διεθνούς Πολιτικής) της πολιτικής θεωρίας του διεθνούς συστήματος.

Το Παραδοσιακό παράδειγμα εξετάστηκε σε πολλά βιβλία και δοκίμια ή άρθρα του υπογράφοντος. Εδώ γίνεται μια αναδιατύπωση υπό το πρίσμα μιας θεώρησης που επιχειρείται να εξεταστεί και αναπτυχθεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες.

Συγκεκριμένα, αρχίζοντας από την θέση ότι η σύγχρονη περιγραφική και αξιολογικά ελεύθερη θεωρία διεθνών σχέσεων (εξαιρούνται από αυτή τα ιδεολογικά επηρεασμένα θεωρήματα και ιδεολογήματα που αποτελούν και την πλειονότητα των κειμένων της «κληρονομιάς» της ηγεμονικής σύγκρουσης του Ψυχρού Πολέμου) έχει φτάσει τα ανώτατα δυνατά όριά της με τις υψηλοτάτων βαθμίδων θεωρήσεις αναλυτών όπως οι Carr, Morgenthau, Waltz, Gilpin, Mearheimer et al.

Το κύριο κριτήριο αξιολόγησης των τελευταίων είναι το γεγονός ότι όντας μη ιδεολογικά σκεπτόμενοι και εδρασμένοι πάνω στο Παραδοσιακό Παράδειγμα εξετάζουν με πληρότητα το Βεστφαλιανό διεθνές σύστημα σύμφωνα με τε τις οντολογικές του προϋποθέσεις όπως αυτές συγκροτήθηκαν τους τελευταίους αιώνες. Δηλαδή, μεταξύ άλλων,

α) λόγω απουσίας παγκόσμιας κοινωνίας την απουσία διεθνούς ηθικής (η ηθική είναι προϊόν πολιτικής και κατά συνέπεια προσδιορίζεται κατά κράτος ενώ πλανητικά είναι διαφοροποιημένη σύμφωνα με τον κοινωνικοπολιτικό κατακερματισμό)

β) κατά συνέπεια η ισχύς και οι διανεμητικές της συνέπειες δεν θεσμίζονται

γ) «δίκαιο έχει όποιος έχει ίση δύναμη (ισορροπία δυνάμεων) και όταν αυτό δεν ισχύει ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται»

δ) ο ρόλος της κατανομής ισχύος στην διεθνή πολιτική είναι το κυριότερο κριτήριο που προσδιορίζει τις απειλές, τις ευκαιρίες και τα περιθώρια συνεργασίας

ε) οι διεθνείς θεσμοί συχνά διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην διεθνή πολιτική αλλά είναι εξαρτημένες μεταβλητές των κρατών και κυρίως των μεγάλων δυνάμεων.

στ) η εκτίμηση της κρατικής ισχύος είναι δύσκολο εγχείρημα και διακρίνεται μεταξύ ποσοτικών υλικών δεδομένων και άλλων παραγόντων η εκτίμηση των οποίων είναι υψηλότερου ρίσκου

ζ) κύριο ζήτημα είναι τα αίτια πολέμου που παρεμβάλλονται μεταξύ των συμφωνιών των κρατών και των προσπαθειών για σταθερότητα και συνεργασία

η) η απουσία παγκόσμιας κοινωνίας σημαίνει απουσία παγκόσμιου κράτους ή παγκόσμιας κυβέρνησης των κυβερνήσεων και κατά συνέπεια έστω και εάν είναι εξαρτημένες μεταβλητές οι διακρατικοί θεσμοί αποτελούν τον τρόπο διαχείρισης των σχέσεων κάθε είδους μεταξύ των κρατών

θ) οι διεθνικοί δρώντες και οι διανεμητικές δραστηριότητές τους

                    1) στερούνται κοινωνικοπολιτικής αναφοράς,

                    2) όταν είναι ανεξάρτητες μεταβλητές εν δυνάμει βλάπτουν όλα τα κράτη (οι κοινωνικοπολιτικός έλεγχος των δρώντων διακρίνει την προπολιτική από την πολιτική εποχή και γι’ αυτό οι μη ελεγχόμενοι διεθνικοί δρώντες εξ ορισμού αποτελούν κίνηση προς την προ-πολιτική εποχή),

                    3)  όταν είναι εξαρτημένες μεταβλητές των κρατών αποτελούν εργαλείο της στρατηγικής τους (soft power)

ι) επειδή ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων είναι σημαντικός για την κατανομή ισχύος διεθνώς η θέση και ο ρόλος τους εξετάζεται κατά προτεραιότητα.

 Το κύριο πλεονέκτημα των πιο πάνω θεωρήσεων ή καλύτερα η αξιολόγησή τους στις κλίμακες των περιγραφικών και ερμηνευτικών βαθμίδων είναι το γεγονός ότι επειδή δεν προσεγγίζουν ιδεολογικά την διεθνή πολιτική δεν είναι μελλοντολογικού/πιθανολογικού χαρακτήρα, δεν προσδιορίζουν την ανθρώπινη κατάσταση αλλά περιγράφουν τον ρόλο και τις διανεμητικές συνέπειες της ισχύος και αποφεύγουν να προβλέψουν προσδιοριστικά τα αποτελέσματα της κίνησης των πραγμάτων.

            Τα επόμενα βήματα στην βάση του Παραδοσιακού Παραδείγματος –του μόνου που μπορεί να αναλύσει με πολιτικά ορθολογιστικό τρόπο ένα κόσμο όπου οι κοινωνίες είναι πολιτικά κυρίαρχες και όπου απουσιάζει μια παγκόσμια κυβέρνηση η δε σταθερότητα είναι εξαρτημένη μεταβλητή των αθέσμιστων σχέσεων ισχύος– μπορούν να είναι μόνο προσανατολιστικά.

            Με διαφορετικά λόγια, αποδεχόμενοι το κεκτημένο των θεωριών που είναι συμβατές με το Παραδοσιακό Παράδειγμα θεωρούμε ότι περαιτέρω επιστημονικά βήματα μπορούν να είναι μόνο προσανατολιστικά της ανθρώπινης κατάστασης και ποτέ προσδιοριστικά. Η πολιτική θεωρία (του διεθνούς συστήματος – δηλαδή και των τριών επιπέδων ανάλυσης) μπορεί να αναπτυχθεί περεταίρω σε πεδία που συμπεριλαμβάνουν και μη υλικά στοιχεία μόνο εάν επανέλθει στις πηγές που την γέννησαν και στις προσεγγίσεις που κυριάρχισαν μέχρι και την έλευση του υλισμού και των εσχατολογικών ιδεολογικών δογμάτων.

            Αυτό σημαίνει περιγραφή του προσανατολισμού των πραγμάτων και προσπάθεια να προσδιοριστούν οι προϋποθέσεις που διαθέτουν οντολογική αναφορά και αποτυπώματα οντολογικά θεμελιωμένα εντός αυτού του προσανατολισμού.

    Αυτή βασικά είναι η Ομηρική παράδοση ανάλυσης του Ανθρώπου, των Κρατών και του Κόσμου που διαιωνίστηκε πάνω στα πλείστα κείμενα πριν την Συνθήκη της Βεστφαλίας. Μετά τις ταλαντώσεις της μετά-Μεσαιωνικής Ευρώπης επί δύο περίπου αιώνες εισήλθαμε στην ιδεολογική φάση που συμβολικά τερματίστηκε το 1990 πλην ο απόηχός της συνεχίζεται ενώ μυριάδες αναλυτές που εκπαιδεύτηκαν ως επιστημονικά μεταμφιεσμένοι προπαγανδιστές των αντιμαχομένων συνεχίζουν να λένε τα ίδια ή μεταλλαγμένοι εμπλέκονται με άλλους ττρόπους στις πολιτικές διαμάχες. Μια τέτοια δραστηριότητα, βέβαια, δεν είναι επιστημονική καθότι η επιστήμη αντιβαίνει στην ιδεολογική προσέγγιση των πραγμάτων και πολύ περισσότερο την συνειδητή προπαγανδιστική.

            Σε πολλά κείμενα έχουμε ήδη υποστηρίξει ότι το άξιο να συγκρατηθεί επιστημονικό κεκτημένο αυτής της περιόδου είναι οι μη ιδεολογικές προσεγγίσεις εκείνων των θεωριών που είναι συμβατές με το Παραδοσιακό Παράδειγμα και τα πολιτικοανθρωπολογικά αναπόδραστα αξιώματά του.

            Σε προγενέστερα κείμενα αλλά κυρίως στο «Κοσμοθεωρία των Εθνών» με πολύ συστηματικό τρόπο, γίνεται προσπάθεια, αφού συγκρατηθεί αυτό το επιστημονικό κεκτημένο, να εισέλθουμε και συμπλέξουμε την θεωρία διεθνών σχέσεων με τον απέραντο αλλά άγνωστο στις μοντερνιστικές θεωρήσεις (κατά την εκτίμησή μου επιστημολογικά συνειδητά «άγνωστο» σε αναλυτές όπως οι Waltz/Mearsheimer) κόσμο των προσανατολιστικών γνωσιολογικών αναζητήσεων.

            Είναι εκείνες οι θεωρήσεις οι οποίες εξετάζουν –συχνά με αξιοθαύμαστο και επιστημολογικά αψεγάδιαστο τρόπο– την κίνηση των πραγμάτων. Χωρίς να επεκταθώ εδώ λέω ότι αναφέρομαι ενδεικτικά στην κοσμοσυστημική γνωσιολογία του Γιώργου Κοντογιώργη, στην περιγραφική θεωρία του Κονδύλη (χαρακτηριστικό παράδειγμα η «παρακμή του αστικού πολιτισμού») και τις μοναδικές θεωρήσεις του Θόδωρου Ζιάκα για τις διαμορφωτικές δυνάμεις της ιστορίας (και κυρίως των τάσεων των πολιτικών παραδόσεων όπως κινούνται και όπως συμπλέκονται) για την συγκρότηση της ετερότητας των κοινωνικών οντοτήτων και την υποστασιοποίησή τους σε κρατικές δομές.

            Αναφέρομαι σε επιστήμονες που ανήκουν στην Ελληνική πραγματεία πλην αυτοί οι ίδιοι και μερικοί άλλοι θεμελιώνουν το γεγονός της αξονικής σημασίας της πολιτικής θεωρίας για τον άνθρωπο, το κράτος και τον κόσμο όπως εκκινούν από τα Ομηρικά χρόνια και όπως εξελίσσονται έκτοτε μέχρι και σήμερα.

            Κλείνοντας αυτή την εισαγωγή, λοιπόν, αναφέρω ότι επιχειρείται εφεξής μιας ενταντικοποίηση του θεωρητικού προβληματισμού υπό ένα νέο προσανατολιστικό πρίσμα που θα κτίζει επιστημολογικά και μεθοδολογικά πάνω στα επιτεύγματα της άξιας λόγου μη ιδεολογικής επιστημονικής μελέτης της διεθνούς πολιτικής. «Προσανατολιστικό», υπογραμμίζω ξανά, υπό ένα μη προσδιοριστικό, μη ιδεολογικό περιγραφικό και αξιολογικά ελεύθερο πρίσμα.

Εκτιμώ ότι ένας τέτοιος προσανατολισμός είναι πολύ γόνιμος για μια σειρά πολύ σημαντικών λόγων. Πρωτίστως, επειδή η λεγόμενη «σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία» (εντός εισαγωγικών γιατί αφορά την εξ ορισμού και προγραμματικά έωλη πλατωνίζουσα ιδεολογική πρόσληψη του κόσμου, μεθοδολογική δίνη που καταποντίζει ακόμη και πολύ λαμπρά μυαλά) εξ αντικειμένου παραβλέπει τα οντολογικά αποτυπώματα του πολιτικοανθρωπολογικού γίγνεσθαι των τελευταίων αιώνων. Κάθε ιδεολογία προσδιορίζει βάσει δόγματος έναν άλλο κόσμο (που μπορεί να βρίσκεται μέσα στην φαντασία του εκφέροντος και όχι στην πραγματικότητα) και όχι τον Υπαρκτό. Η προσανατολιστική προσέγγιση της πολιτικής θεωρίας του διεθνούς συστήματος, αντίθετα, αναφέρεται και μπορεί να αναφέρεται μόνο σε υπαρκτά ατομικά και συλλογικά όντα. Εξ ου και εκεί βρίσκεται το επιστημονικό της μέλλον.

 ΠΕΡΊ ΠΑΡΑΔΕΊΓΜΑΤΟΣ Ή ΥΠΟΔΕΊΓΜΑΤΟΣ: Ένας επιστημονικός κλάδος θεμελιώνεται όταν είναι προικισμένος τόσο με ένα πλέγμα θεμελιωδών γενικών νόμων-αξιωμάτων (το επιστημονικό Παράδειγμα ή Υπόδειγμα) όσο και με αξιόπιστα θεωρητικά εποικοδομήματα συμβατά με το Παραδειγματικό υπόβαθρο (τις επιμέρους θεωρίες).

            Το Παράδειγμα στα πεδία της διεθνούς πολιτικής του σύγχρονου διεθνούς συστήματος που αφετηρία είχε την Συνθήκη της Βεστφαλίας και που σταθεροποιήθηκε με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ προσδιορίζεται από μια απολύτως σταθερή και οντολογικά, νομικά και ηθικά απόλυτη ιδιότητα: Το καθεστώς της κρατικής κυριαρχίας που συμπεριλαμβάνει 200 πολιτικά κυρίαρχα και ανθρωπολογικά διαμορφωμένα κράτη (οι βαθμίδες πολιτικοανθρωπολογικής διαμόρφωσης διαφέρουν και αυτό είναι λογικό και αφορά το περιεχόμενο και όχι τις μορφικές ομοιότητες) εδαφικά οριοθετημένα μέσα στα οποία συγκροτούνται διακριτά συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης, ηθικές επιταγές που τα νομιμοποιούν και κανονιστικές δομές κρατικής διακυβέρνησης.

            Το επιστημονικό Παράδειγμα αυτού του διεθνούς συστήματος το περιγράφει και ερμηνεύει, όπως θα δούμε, η Θουκυδίδεια παράδοση γιατί στο «Πελοποννησιακός Πόλεμος» περιγράφοντας και ερμηνεύοντας το κλασικό διακρατικό σύστημα ανάλυσε τόσο τα σταθερά χαρακτηριστικά όσο και τις σχέσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό ενός συστήματος κυριαρχίας-αναρχίας.

            Εάν αλλάξει το καθεστώς και δημιουργηθεί μια παγκόσμια κυβέρνηση που αντικαθιστά τα επί μέρους κράτη –και πολύ περισσότερο εάν ως εκ θαύματος παύσουν να υπάρχουν οι κοινωνικές οντότητες των συγχρόνων κρατών για να γεννηθεί μια νέα παγκόσμια κοινωνία, εάν δηλαδή έχουμε ένα παγκόσμιο οντολογικό-πολιτικοανθρωπολογικό γεγονός– τότε θα έχουμε τόσο πολιτική όσο και επιστημονική επανάσταση. Θα καταργηθούν οι σταθερές ιδιότητες και θα έχουμε ένα νέο Παράδειγμα που θα προσφέρει νόμους και αξιώματα για βάσιμη ανάλυση όχι των σχέσεων μεταξύ κυρίαρχων κρατών σχέσεις αλλά τις σχέσεις μεταξύ των μελών και των ομάδων του παγκόσμιου κράτους (βασικά ανάλογα και αντίστοιχα με την σύγχρονη ενδοκρατική τάξη).

            [Για την περίπτωση των Αυτοκρατορικών κοσμοσυστημάτων της μετά-κλασικής εποχής θα γίνει αναφορά πιο κάτω]

            Εάν αφήσουμε τα αμετάβλητα μορφικά χαρακτηριστικά του κρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος και σταθούμε στα αξιώματα, υποδηλώνουν ότι η σχέση μεταξύ των μελών είναι σε μεγάλο βαθμό σταθερή στην βάση κάποιων κριτηρίων και παραγόντων (που πρωτίστως αφορούν τον αθέσμιστο χαρακτήρα της ισχύος) αλλά όχι ολοκληρωτικά αμετάβλητη.

            Η δύναμη των νόμων και αξιωμάτων που περιγράφουν τα σταθερά ή και ευμετάβλητα μορφικά χαρακτηριστικά συναρτάται τόσο με το κατά πόσο αυτά είναι συμβατά με τα σταθερά χαρακτηριστικά όσο και με το κατά πόσο τα ερμηνευτικά πορίσματα είναι ευμετάβλητα και σε ποιο βαθμό. Υπάρχουν εξαιρέσεις, πόσο συχνές είναι και πόσο διαφοροποιούν ή και αλλάζουν ουσιωδώς το Παράδειγμα; Πόσο, λόγου χάρη, ιεραποστολικά οικουμενικά εγχειρήματα ιδιωτών ή ομάδων ιδιωτών –«ιδιώτες» κατ’ αντιδιαστολή με τους κοινωνικοπολιτικά ενταγμένους– μπορούν να συγκροτήσουν οικουμενικά ηθικά κριτήρια που θα αλλάξουν τις σχέσεις των κρατών θεσμίζοντας τις μεταξύ τους σχέσεις ή και θα αλλάξουν ριζικά το Παράδειγμα δημιουργώντας ένας παγκόσμιο κράτος;

            Εάν έλθουμε τώρα στις θεωρίες, αποστολή έχουν να εξηγήσουν τους νόμους του Παραδείγματος. Εξ ου και η ανάγκη συμβατότητας με τα αξιώματα που αυτοί παράγουν. Εάν δεν αφορούν το Παράδειγμα τότε δεν έχουν σχέση με τον υπαρκτό κόσμο αλλά κάποιο φαντασιακά κατασκευασμένο και στερημένο οντολογικής αναφοράς.

            Η ανάγκη για θεωρίες αφορά ένα ευρύ φάσμα πραγμάτων που σχετίζονται με τις πολιτικές αποφάσεις, εξ ου και η ανάγκη ανάλυσης των ειδοποιών διαφορών και εξειδικευμένων ζητημάτων που αφορούν την ανθρώπινη κατάσταση στα τρία επίπεδα, δηλαδή του ανθρώπου, του κράτους και του διεθνούς συστήματος. Κύρια ζητήματα για τα κράτη είναι η εθνική ασφάλεια, η ανταγωνιστικότητα και η δυνατότητα κάποιου είδους πρόβλεψης εναλλακτικών τουλάχιστον γεγονότων με μεγαλύτερη ή μικρότερη δυνατότητα να λάβουν χώρα.

            Πριν προχωρήσουμε λοιπόν υπογραμμίζουμε ότι η συμβατότητα με τα σταθερά χαρακτηριστικά του διεθνούς συστήματος είναι απόλυτη αναγκαιότητα για τον θεωρητικό προβληματισμό, διαφορετικά η ανάλυση ανεξάρτητα του πόσο μεταμφιέζεται με σπουδαιοφανείς όρους και έννοιες, περιπίπτει σε άλλα πεδία όπως της μελλοντολογίας, της ιδεολογίας, της προπαγάνδας, των πολιτικά αδιάφορων γνωμών και στην καλύτερη περίπτωση της μεταφυσικά κινούμενης θρησκευτικής ή «ορθολογιστικής» πολιτικής θεολογίας. Στην διεθνή πολιτική τέτοια διολίσθηση σημαίνει έλλειμμα πολιτικού ορθολογισμού με συνέπειες βαθύτατων προεκτάσεων.

 Υπό το πιο πάνω πρίσμα στα πεδία της διεθνούς πολιτικής προεξάρχει να αποσαφηνιστούν και διευκρινιστούν οι διαφορές μεταξύ, από την μια πλευρά των συμβατικών θεωρημάτων ή και ιδεολογημάτων για το τι είναι επιστήμη και τι είναι Παράδειγμα (που συνήθως αποφασίζουν αυθαίρετα κάποιοι που αυτό-ονομάζονται και αυτό-ορίζονται μέλη επιστημονικών κοινοτήτων») και από την άλλη πλευρά, των βάσιμων θεωρήσεων της πολιτικής σκέψης που ορίζουν το Παράδειγμα διεθνών σχέσεων με όρους οντολογικών και πολιτικοανθρωπολογικών γεγονότων (και που αξιολογούν τις θεωρίες στη κλίμακα των σημασιών με όρους συμβατότητας με τα οντολογικά γεγονότα).

Πάνω στην ιεραρχημένη κλίμακα των σημασιών μια οποιασδήποτε θέση στα πεδία του πολιτικού στοχασμού αξιολογείται με το κατά πόσο διαθέτει οντολογική αναφορά ή αντίθετα με το κατά πόσο αντίθετα δεν διαθέτει οντολογική αναφορά. Στην τελευταία περίπτωση υποχρεωτικά –και ανεξάρτητα σπουδαιοφανών εννοιολογικών ωραιοποιήσεων και ασυνάρτητων όρων– προκρίνει την μια ή την άλλη πολιτικοανθρωπολογική κατασκευή βάση δόγματος κατασκευής πολιτικής ανθρωπολογίας ή βάση ιδιωτικών γνωμών του φορέα της μιας ή άλλης επιστημονικής μεταμφίεσης.

Περιττό, στο σημείο αυτό, να εξηγήσουμε το πασίγνωστο γεγονός ότι η διαδρομή των κατασκευαστικών εξισωτικών/εξομοιωτικών δογμάτων επίδοξων δημιουργών πολιτικής ανθρωπολογίας στα πεδία της μεταφυσικά προσδιορισμένης θρησκευτικής ή «ορθολογιστικής» πολιτικής θεολογίας, είναι σπαρμένη με γιγαντιαία νεκροταφεία.

Σε αντίθεση με την πολιτική θεολογία, η περιγραφική και αξιολογικά ουδέτερη θεώρηση που διαθέτει Παράδειγμα με οντολογική αναφορά, μοναδικό θεωρητικό σκοπό μπορεί να έχει την αποσαφήνιση της πραγματικότητας για να καλλιεργήσει τον πολιτικό ορθολογισμό στην βάση του οποίου και μόνο οι άνθρωποι, στην Οδύσσεια αναζήτησης εύτακτου και ασφαλούς πολιτικού βίου σύμφωνα με τις προϋποθέσεις κάθε κοινωνικής οντότητας, μπορούν να πάρουν ορθολογιστικές πολιτικές αποφάσεις (για την ενδό-Πολιτειακή τους ζωή και για τις σχέσεις τους με άλλες Πολιτείες).

 Στο πλαίσιο των προσπαθειών για την ανάπτυξη θεωρίας διεθνών σχέσεων συμβατών με θεμελιώδη αξιώματα που διαθέτουν οντολογική αναφορά πολλοί περιπίπτουν σε σφάλματα συγχέοντας αντίστοιχες απόψεις για το Παράδειγμα άλλων επιστημονικών πεδίων (οι γνωστές συζητήσεις για το πότε έχουμε ή δεν έχουμε «επιστημονική επανάσταση).

Στην διεθνή πολιτική της κλασικής εποχής και της μετά-Βεστφαλιανής σύγχρονης εποχής –εξαιρουμένων δηλαδή των κοσμοσυστημάτων της μετά-κλασικής εποχής– τα αξιώματα του επιστημονικού Παραδείγματος των διεθνών σχέσεων προσδιορίζονται από υπαρκτά κοινωνικοντολογικά και πολιτικοανθρωπολογικά γεγονότα όπως συγκροτήθηκαν ιστορικά.

 Επιστημονική επανάσταση που θα προκαλέσει αλλαγή αυτού του Παραδείγματος θα έχουμε είτε εάν προκύψει ένα μετά-κρατοκεντρικό κοσμοσύστημα είτε εάν προκύψει μια παγκόσμια  κοινωνία που θα ορίσει και νομιμοποιήσει ένα παγκόσμιο κράτος.

Μια παγκόσμια κοινωνία, όμως, δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα κατασκευαστικών «επιστημονικών» (δηλαδή ιδεολογικών) απόψεων. Η επιστήμη έπεται της οντολογίας την οποία και παρατηρεί, περιγράφει και ερμηνεύει. Δεν προηγείται και την «κατασκευάζει».

Μια επιστημονική επανάσταση που θα ανατρέψει το Θυκυδίδειο κρατοκεντρικό Παράδειγμα μπορεί να οφείλεται μόνο σε «οντολογική επανάσταση». Δηλαδή να οφείλεται είτε σε ένα θαυματουργό οντολογικό μετασχηματισμό των ανθρώπων –μια μαγική δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινωνίας– είτε σε μια μεγάλη γενοκτονία που θα εξοντώσει όλες τις άλλες κοινωνικές οντότητες αφήνοντας μόνο μια κοινωνική οντότητα, την πιο ισχυρή.

Με επίγειους όρους, κατά συνέπεια, η επιστημονική μελέτη του διεθνούς συστήματος μπορεί να σημαίνει μόνο όποιες θεωρήσεις συνεκτιμούν δεόντως και επαρκώς το γεγονός ύπαρξης πολλών κοινωνικών οντοτήτων, διαφορετικής πολιτικής ανθρωπολογίας, διαφορετικού μεγέθους, διαφορετικών αναπτυξιακών δυνατοτήτων και διαφορετικής ισχύος.

Επίσης, τονίζεται ότι υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ ενός μετά-κρατοκεντρικού κοσμοσυστήματος η συγκρότηση του οποίου σχετίζεται με πολιτικές προϋποθέσεις των κοινωνιών όπως εξελίσσονται και ωριμάζουν (σχετική κοσμοσυστημική γνωσιολογία του Γιώργου Κοντογιώργη) και ενός μετά-κρατικού κόσμου που στην σύγχρονη πολιτική συζήτηση αφορά κατασκευαστικές ιδεολογικές απόψεις για μια περιφερειακή ή πλανητική πολιτική συγκρότηση της οποίας οι ανθρωπολογικές ιδιότητες είναι πολιτικά αδιάφορες (βασικά αυτό λένε τα ποικιλόχρωμα μοντερνιστικά ιδεολογήματα για την δημιουργία περιφερειακών ή παγκόσμιων υπεκρατικών ενοτήτων στην βάση μιας οικονομικής και ή εξωπολιτικά προσδιορισμένης νομικής ανθρωπολογίας).

Τα ιστορικά μετά-κρατοκεντρικά κοσμοσυστήματα και πρωτίστως η Βυζαντινή Οικουμένη, υπογραμμίζεται, κατά βάση και σε ποικίλες βαθμίδες, διατηρούσαν την πολιτικοανθρωπολογική ετερότητα και την πολιτική αυτοδιάθεση των ενταγμένων σε αυτά κοινωνικών οντοτήτων συνδέοντάς τες με κεντρικά συστήματα ηγεμονικής διακυβέρνησης.

Τα μετά-κρατικά αφορούν τις προσδοκώμενες πέραν και υπεράνω του κράτους κοινωνικές και πολιτικές δομές που καλλιέργησαν τα ύστερα μοντερνιστικά ιδεολογικά δόγματα και που προϋποθέτουν μια πλανητική ανθρωπολογική εξομοίωση και μια πλανητική πολιτική εξίσωση.

 Στην διεθνή πολιτική το επιστημονικό Παράδειγμα είναι το Θουκυδίδειο υπόβαθρο ισχυρών ερμηνευτικών προτάσεων, βασικά περιγραφικών/ερμηνευτικών αξιωμάτων, στη βάση των οποίων τις τελευταίες δεκαετίες μερικοί (όσοι δεν υιοθετούν ιδεολογικά δόγματα) επιχειρούν να οικοδομήσουν πραγματολογικά επαληθεύσιμες θεωρίες διεθνών σχέσεων.

Στο θεμελιώδες ιστορικό-διεθνολογικό έργο Πελοποννησιακός Πόλεμος, υπό το πρίσμα αξιολογικής ελευθερίας και σε αναφορά με το κλασικό σύστημα των Πόλεων-κρατών, ο Θουκυδίδης περιέγραψε με πληρότητα και οξυδέρκεια το σύνολο σχεδόν των διλημμάτων και των προβλημάτων ενός συστήματος κυριαρχίας-αναρχίας.

Είναι χαρακτηριστική η αναφορά της Jacqueline Romilly στις ιδιότητες αυτού του μοναδικού επιτεύγματος του Θουκυδίδη που καθιστούν το έργο του Παραδειγματικό και το σημαντικότερο κείμενο πολιτικής θεωρίας του διεθνούς συστήματος, των τριών δηλαδή επιπέδων ανάλυσης, του Ανθρώπου, του Κράτους και του Διεθνούς Συστήματος. Στον «Πελοποννησιακό Πόλεμο» κανείς διακρίνει τα εξής: 1) Αυστηρή περιγραφική αντικειμενικότητα, 2) λεπτομέρεια συνάρτηση με σύνολο, 3) πληροφορίες, γεγονότα: αφορούν σημαντικούς σκοπούς, 4) αναφορές συναρτώνται με καθολικό-διαχρονικό, 5) γνώμες, προθέσεις κτλ, μόνο όταν ενδιαφέρουν πέραν των ατομικών περιπτώσεων, 6) Εστιάζεται στην ουσία και με τρόπο που επιτρέπει θεμελιωμένα συμπεράσματα για τα αίτια, τα αιτιατά, τις αιτιώδεις σχέσεις και τις λογικές αλληλουχίες, 7) παράγονται συμπεράσματα καθολικής, διαχρονικής και γενικότερης αξίας και σημασίας, 8) αναδεικνύει τα διλήμματα και τα προβλήματα αφήνοντας τον ενδιαφερόμενο να συναγάγει δικά του ηθικοπρακτικά συμπεράσματα.

Παρενθετικά, για όποιον ενδιαφέρεται να κατανοήσει περισσότερα την έννοια περιγραφική θεωρία και το ζήτημα της αξιολογικής ουδετερότητας ενός αναλυτή, αναφέρεται το «Ισχύς και Απόφαση» του Παναγιώτη Κονδύλη, καθώς επίσης και οι συνεντεύξεις του ιδίου στο «αόρατο χρονολόγιο της σκέψης». Στο Επίμετρο της Ελληνικής μετάφρασης της «Πολιτικής Θεολογίας» του Σμίτ, επιπλέον, αναλύει με πολύ χρήσιμο τρόπο τα σφάλματα του τελευταίου. Σε αμφότερα αλλά και σε άλλα έργα του, ο Κονδύλης αναπτύσσει το μεθοδολογικό και επιστημολογικό σκεπτικό που μας «αναλύει όχι αυτό που θα θέλαμε να ξέρουμε αλλά αυτό που χρειάζεται να ξέρουμε» για την ανθρώπινη κατάσταση στα τρία επίπεδα ανάλυσης. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει για το κύριο έργο του Μακιαβέλι. Η περιγραφική ερμηνευτική αξία του Υποδειγματικού Θουκυδίδη, βέβαια, είναι άφθαστη.

 Οι βασικές θεωρήσεις στον πυρήνα του Θουκυδίδειου Παραδοσιακού Παραδείγματος δεν προτείνουν μια εξειδικευμένη ερμηνεία αναφορικά με ένα συγκεκριμένο ζήτημα διεθνούς πολιτικής, παρά μόνο προσδιορίζουν γενικούς νόμους και γενικούς ερμηνευτικούς προσανατολισμούς. Η προαναφερθείσα εκτίμηση της Romilly εξηγεί νομίζω άρτια την διαχρονικότητα των Θουκυδίδειων αξιωμάτων και τους λόγους για τους οποίους μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση αναζήτησης ειδοποιών διαφορών και θεωρητικών εξειδικεύσεων μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια της διεθνούς ζωής.

Προσφέρουν έτσι μια όσο το δυνατό διαυγέστερη αντίληψη και βαθύτερη κατανόηση της φύσης, του χαρακτήρα και των λειτουργιών του διεθνούς συστήματος. «Ούτε πρέπει ούτε δεν πρέπει». Μόνο αυστηρή περιγραφή και αξιολογικά ελεύθερη ερμηνεία αυτού που ισχύει σε ένα κόσμο κυρίαρχων κρατών ο οποίος εξ ορισμού στερείται παγκόσμιας ρύθμισης αφήνοντας τους ανθρώπους να κάνουν ότι θέλουν (φράση του Κονδύλη σε ερώτηση γιατί δεν εξειδικεύει το Πολιτικό γεγονός παρά μόνο στέκεται σε (προσανατολιστικά) τυπολογικά χαρακτηριστικά εμπεδωμένα στην παρατήρηση των κοινωνικοοντολογικών και πολιτικοανθρωπολογικών γεγονότων όπως κινούνται και εξελίσσονται). Ο καθείς λοιπόν λειτουργεί σύμφωνα με την αυτοσυντήρησή του και τα συμφέροντά του με γνώμονα, για παράδειγμα, ότι «δίκαιο έχει όποιος έχει ίση δύναμη και όταν αυτό δεν συμβαίνει ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται» ή σκοτώνεται και εξαφανίζεται.

 Η συνολική παράσταση που αποπνέουν οι αξιολογικά ελεύθερες περιγραφές του Παραδοσιακού Παραδείγματος για τη φύση και τη λειτουργία του διεθνούς συστήματος στα τρία επίπεδά του αναφέρονται σ’ ένα κόσμο κοινωνικοπολιτικά συγκροτημένων ετερογενών συλλογικών οντοτήτων που χαρακτηρίζονται από Υπαρκτική κοινωνική ετερότητα και από την ακατάπαυστα εκδηλωμένη αξίωση πολιτικής κυριαρχίας ως συνεπακόλουθό της.

Οι συνέπειες του γεγονότος ότι οι κοινωνικές οντότητες ήταν πάντα πολλές –και συνεχίζουν να είναι πολλές, ενώ παρατηρείται η κάθε μια εξ αυτών να σμιλεύει και βαθαίνει τη ετερότητά της ολοένα και περισσότερο– είναι βαθύτατων προεκτάσεων.

Όλες οι κοινωνικές οντότητες ή τουλάχιστον όσες διαθέτουν συλλογική ανθρωπολογική υπόσταση αξιώνουν ανεξάρτητη πολιτική κυριαρχία.

Έτσι, εφόσον η πολιτική κυριαρχία/Εθνική Ανεξαρτησία είναι η βασική αξίωση των συλλογικών οντοτήτων οι οποίες συγκροτούνται σε πολιτικές ομάδες, η αναρχία είναι σύμφυτη με το διεθνές σύστημα και τις αξιώσεις των κρατών για κυριαρχία-ανεξαρτησία.

Η Εθνική Ανεξαρτησία εξ αντικειμένου και καταμαρτυρούμενα καθημερινά είναι α) η υψηλή κοσμοθεωρητική αρχή όλων των εθνών, β) ο άξονας των υψηλών αρχών του διεθνούς δικαίου όπως επικυρώθηκε στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και γ) η προσανατολιστική θεώρηση διερεύνησης των ειδοποιών διαφορών και εξειδικευμένων επιστημονικών αναζητήσεων που προσφέρουν πολιτικά ορθολογιστικούς συλλογισμούς σε όσους λαμβάνουν πολιτικές αποφάσεις. Η Εθνική Ανεξαρτησία, υποστηρίξαμε σε άλλη περίπτωση («Κοσμοθεωρία των Εθνών, συγκρότηση και συγκράτηση  των κρατών, της Ευρώπης και του κόσμου»), είναι ουσιαστικά η μόνη κοινή κοσμοθεωρία όλων των εθνών (όσων εθνών εκπλήρωσαν την αξίωση ελευθερίας αποκτώντας κράτος και όσων εθνών δεν κατόρθωσαν και συνεχίζουν, όπως ξέρουμε, να παλεύουν γι’ αυτό)

 Οι όροι αναρχία (δηλαδή απουσία παγκόσμιας κυβέρνησης ή «κυβέρνησης των κυβερνήσεων») και πολιτική κυριαρχία-συλλογική ελευθερία (δηλαδή Εθνική Ανεξαρτησία) είναι δίδυμοι.

Εν τούτοις, μιας και αναρίθμητοι πίστεψαν ή και συνεχίζουν να πιστεύουν ότι ο πλανήτης μπορεί να εξομοιωθεί ανθρωπολογικά και να εξισωθεί πολιτικά (όλα βασικά τα μοντερνιστικά ιδεολογικά δόγματα), κάνουμε απολύτως σαφές το αυτονόητο και πασίδηλο πλην περιέργως αθέατο σε ουκ ολίγους: η κυριαρχία των μελών του συστήματος κρατών αυτομάτως προκαλεί διεθνή αναρχία την οποία τα κράτη και καθιέρωσαν ως βασική αρχή του διεθνούς συστήματος στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ το 1945 (Κεφάλαιο Ι, άρθρο 2 παρα. 7).

Επομένως, οι κρίσιμοι προσδιοριστικοί παράγοντες ή κριτήρια της επιστημονικής μελέτης της διεθνούς πολιτικής ή άλλως πως της «θεωρίας διεθνών σχέσεων» είναι, εξ αντικειμένου, προγραμματικά και εξ ορισμού, οι εξής:

  1. i) H Υπαρκτική πολιτικοανθρωπολογική ετερότητα των κυρίαρχων κοινωνιών (Όσες για ιστορικούς λόγους δεν είναι έτσι προικισμένες αλλά είναι εσωτερικά διαφοροποιημένες κάποια στιγμή διαιρούνται για να αυξηθεί ο αριθμός των κρατών – ή αντίστροφα εάν είναι όμοιας ανθρωπολογικής ετερότητας ενώνονται για να μειωθεί ο αριθμός των κρατών).
  2. ii) H εθνική ανεξαρτησία των πολιτικά κυρίαρχων μελών του διεθνούς συστήματος συμβολίζει το γεγονός πως η αξίωση συλλογικής ελευθερίας ευοδώθηκε (Σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα αυτό δεν είναι μόνιμη και ανεπίστροφη κατάκτηση αλλά το αγαθό Ελευθερίας που τους επιτρέπει να απολαμβάνουν την ανθρωπολογική ετερότητά τους και για το οποίο τα μέλη μιας κοινωνίας είναι άγρυπνα – Η Ελευθερία, υπογραμμίζεται, ορίζεται ως η δυνατότητα μιας κοινωνίας να απολαμβάνει την ετερότητά της χωρίς εξωγενείς καταναγκασμούς – Η συλλογική Ελευθερία ή Εθνική Ανεξαρτησία διακρίνεται από την ατομική, κοινωνική και πολιτική ελευθερία που είναι συνάρτηση των βαθμίδων Πολιτειακής δημοκρατίας. Η Εθνική Ανεξαρτησία είναι προϋπόθεση της πολιτειακής ελευθερίας).

iii) H διεθνής αναρχία, δηλαδή, το γεγονός ότι απουσιάζει μια παγκόσμια εξουσιαστική δομή (Αφού η αξίωση εθνικής ανεξαρτησίας εκδηλώνεται για να είναι τα μέλη μιας κοινωνίας συλλογικά ελεύθερα, θα αποτελούσε μεγάλη αντίφαση να αποδέχονταν μια έξωθεν εξουσία).

  1. iv) Εκ του γεγονότος ότι το διεθνές σύστημα είναι άναρχο και ανταγωνιστικό και η ισχύς μη θεσμισμένη, συχνά δε και συγκρουσιακό, η επιδίωξη ισχύος, διεύρυνσης της ισχύος και ασφάλειας, στο επίπεδο κάθε κυρίαρχου έθνους-κράτους, είναι κάτι το αναμενόμενο και λογικό.
  2. v) «Η ηθική είναι προϊόν πολιτικής (Μακιαβέλι) εξ ου και η απουσία παγκόσμιας κοινωνίας και δυνατότητας παγκόσμιου κοινωνικοπολιτικού συστήματος η πολιτικά συναφής ηθική στις διεθνείς σχέσεις είναι μηδενική ή πολιτικά μη άξια λόγου (μη επαρκής για να συγκροτήσει παγκόσμια πολιτική δομή). Η ισχύς στην διεθνή πολιτική ως εκ τούτου δεν είναι θεσμισμένη δικαιακά παγκόσμια ή διακρατικά, οι δε διεθνείς θεσμοί είναι θεσμοί διεθνούς τάξης όχι διεθνούς δικαιοσύνης (Καθότι απουσιάζει ένα παγκόσμιο σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης που θα ορίζει και διαρκώς αλλάζει τους κανόνες δικαιοσύνης όπως συμβαίνει στην ενδοκρατική τάξη).

[Εμβόλιμη επισήμανση: Εάν ένα θεώρημα ή ιδεολόγημα επιχειρεί να στηριχθεί πάνω σε ένα σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης διεθνές ή παγκόσμιο το οποίο επιδιώκει να κατασκευάσει, εκτός του ότι μπορεί να είναι μόνο γελοία Δονκιχωτικό ή προπαγανδιστικό (κατά Carr μεταμφίεση ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος) καμιά σχέση δεν μπορεί να έχει με την επιστημονική μελέτη της διεθνούς πολιτικής που απαιτείται να είναι περιγραφικά σωστή και ερμηνευτικά συνεπής με μια αξιολογικά ελεύθερη περιγραφή κοινωνικοπρακτικά χρήσιμη διαχρονικά και σε όλους]

  1. vi) Μέσα στο πλέγμα σχέσεων που συγκροτεί ο διακρατικός βίος λόγω της αναρχίας-κυριαρχίας και λόγω της απουσίας μιας παγκόσμιας κοινωνίας οι συναλλαγές κάθε είδους στερούνται κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και εξισορροπήσεων. Ο «διεθνής δημόσιος χώρος» της «διεθνούς κοινότητας κρατών» (ή κατ’ άλλους πιο ρεαλιστικά του «συστήματος κρατών»), δεν αποτελεί κάτι αντίστοιχο του ενδοκρατικού δημόσιου χώρου (πολύ περισσότερο δεν αποτελεί κάτι αντίστοιχο της βαθύτερης έννοιας του Πολιτειακού τρόπου ζωής που κορύφωνε την ατομική, κοινωνική και πολιτική ελευθερία με το να καθιστά τον πολίτη εντολέα της διακυβέρνησης και κάτοχο του κράτους). Κατά συνέπεια μια μη δεσποτική υπερεθνική δομή ή κάποιους είδους παγκόσμια ρυθμιστική εξουσία είναι ανέφικτη. Κοντολογίς, απουσιάζει ένα παγκόσμιο Κοινωνικό γεγονός και γι’ αυτό ένα παγκόσμιο Πολιτικό γεγονός είναι ανέφικτο.

Η ηθική και η δικαιοσύνη μπορούν να προσδιοριστούν μόνο ενδό-Πολιτειακά. Κατά συνέπεια στην διεθνή πολιτική μπορεί να προσδιοριστεί μόνο η διεθνής τάξη την οποία τα κράτη ναι μεν υπόσχονται να τηρούν πλην οι εκτιμήσεις περί αυτήν γίνονται υπό διαφορετικό ηθικό και δικαιακό πρίσμα. Άλλο η τάξη εξ ανάγκης και άλλο μια τάξη δίκαιη. Στην ενδοκρατική τάξη το δίκαιο αλλάζει όπως καθημερινά αλλάζουν τα κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένα κριτήρια δικαιοσύνης, ενώ στην διεθνή πολιτική η αλλαγή –της συμπεφωνημένης τάξης ή ρυθμίσεων πάνω σε θολά σύνορα όταν οι προϋποθέσεις αλλάζουν– όταν τα κράτη δεν συμφωνούν είναι ανέφικτη.

vii) Λόγω των πιο πάνω θεμελιωδών χαρακτηριστικών κάθε κρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος οι κοινωνίες αγωνίζονται για αυτοσυντήρηση-επιβίωση των κυρίαρχων εθνών-κρατών στα οποία ανήκουν.

viii) Τέλος, τα κράτη-μέλη του διεθνούς συστήματος είναι ευαίσθητα στις ανακατανομές ισχύος που προκαλεί η άνιση ανάπτυξη σε όλες τις εκδοχές της. Αφενός επιδιώκουν να αυξήσουν εξισορροπητικά την δική τους ισχύ και αφετέρου να κατακτήσουν ανταγωνιστικό ρόλο και θέση στις διεθνείς ιεραρχίες. Έτσι λειτουργώντας τα κράτη είναι ευαίσθητα στο κόστος-όφελος, που προκαλούν οι εναλλακτικές στρατηγικές εκπλήρωσης του εθνικού συμφέροντος και η αλλαγή των προϋποθέσεων που ορίζουν την ισχύ του κάθε κράτους.

Αναφορικά με το τελευταίο σημείο, προστίθεται πως υπό συνθήκες ανυπαρξίας ενός αποτελεσματικού συστήματος διεθνούς τάξης και ενός συστήματος διακρατικής δικαιοσύνης, όταν προκύπτουν διακρατικές διαφορές, ισχύει η αρχή της αυτοβοήθειας, γεγονός που σημαίνει ότι η ικανότητα διατήρησης ισχυρής θέσης και ρόλου στο διεθνές σύστημα είναι αναγκαία και μη εξαιρετέα προϋπόθεση εθνικής-κρατικής επιβίωσης και ευημερίας.

Η αξιολογικά ελεύθερη εκδοχή του Πολιτικού Ρεαλισμού –και όχι ένα οποιαδήποτε θεώρημα αυτό-ονομάζεται «ρεαλιστική θεωρία», ή όπως οι νεοφιλελεύθεροι στηρίζονται πάνω σε ρεαλιστικές θεωρίες για να εκπληρώσουν στρατηγικούς σκοπούς του κράτους τους–, είναι η μόνη δηλαδή αμιγής επιστημονική προσέγγιση που εμπεριέχεται και είναι συμβατή με τις ιδιότητες του κρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος και τα Παραδειγματικά αξιώματα που το περιγράφουν και ερμηνεύουν.

Το Παραδοσιακό Παράδειγμα που όπως είπαμε πιο πάνω διαθέτει οντολογικά αναφορά και το οποίο αποτελεί και το μέτρο στάθμισης και μέσο οριοθέτησης μιας θεωρίας διεθνών σχέσεων που αξίζει να ονομάζεται «Θεωρία» γιατί προσφέρει ισχυρά πορίσματα για την σχέση αιτίων και αποτελεσμάτων στην διεθνή πολιτική.

 Συναφής με τα πιο πάνω είναι και η θεώρηση του Kenneth Waltz στο μοναδικό του έργο «Θεωρία διεθνούς πολιτικής» όπου και περιγράφει τα κεντρικά χαρακτηριστικά του κρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος.

Ο Waltz, βασικά, χωρίς να είναι ρητός ως προς αυτό, προσδιορίζει προσανατολιστικά και όχι προσδιοριστικά τις οντολογικές και πολιτικοανθρωπολογικές προϋποθέσεις του συγχρόνου διεθνούς συστήματος υπό το πρίσμα του Θουκυδίδειου Παραδείγματος και σε αναφορά με τον ρόλο της ισχύος στις διεθνείς σχέσεις.

Ο Waltz, ως πολιτικός στοχαστής πρώτης τάξης, απέφευγε να εισέλθει σε προσδιοριστικές αναφορές περί την ανθρωπολογία τις οποίες σωστά θεωρούσε –για τους σκοπούς της θεωρίας του– ως μη σταθμίσιμες.

            Σε προσωπική συνομιλία μαζί όταν επισκέφτηκε την Ελλάδα, μαζί και με μερικά άλλα επιστημονικά ζητήματα που συζητήσαμε, τον προβλημάτισα αναφορικά με την προσέγγιση πολλών Ελλήνων  και ίσως άλλων Ανατολικών επιστημόνων οι οποίοι αναλύουν τα ανθρωπολογικά ζητήματα προσανατολιστικά και όχι προσδιοριστικά, αφήνοντας έτσι μεγάλα περιθώρια τόσο καλύτερης κατανόησης των τάσεων όσο και αποφάσεων που είναι συμβατές με την ανθρώπινη κατάσταση στα τρία επίπεδα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του ανέφερα το «Η παρακμή του Αστικού πολιτισμού» του Παναγιώτη Κονδύλη το οποίο όμως δεν γνώριζε.

            Θεμελιώνοντας και τεκμηριώνοντας την σημασία της κατανομής ισχύος στην διεθνή πολιτική και των συνεπειών των ανακατανομών ισχύος, ο Waltz σημειώνει τα κύρια χαρακτηριστικά της διεθνούς πολιτικής τα οποία και αποτελούν μια «εφαρμογή του Παραδείγματος» στα πεδία της καλής Θεωρίας. Συνοψίζουμε μερικές κύριες πτυχές των θεωρήσεων του Kenneth Waltz:

            Λόγω της κυριαρχίας-αναρχίας το συνεπαγόμενο γεγονός της απουσίας παγκόσμιας ρυθμιστικής εξουσίας επηρεάζει καθοριστικά τις αποφάσεις των κρατών που σχετίζονται με την σταθερότητα ή αστάθεια στην διεθνή πολιτική. Οι σχέσεις και κατά συνέπεια οι αποφάσεις στο διακρατικό επίπεδο, επίσης, είναι ανταγωνιστικές και συχνά συγκρουσιακές.

            Σε ένα άναρχο ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα εξ αντικειμένου ισχύει η αρχή της αυτοβοήθειας. Τα κράτη δηλαδή θα πρέπει να διασφαλίσουν επαρκή ισχύ για την ασφάλειά τους και για την επιβίωσή τους. Αυτό κάνοντας και επειδή το διεθνές σύστημα είναι ανταγωνιστικό μειώνουν την ασφάλεια των άλλων κρατών και προκαλούν φαύλο κύκλο επιδίωξης ισχύος (διλήμματα ασφαλείας και την συγκρουσιακή λογική που αυτή αναπτύσσει). Στην διεθνή πολιτική διαπιστώνεται, έτσι, ότι υπάρχουν εγγενείς αόρατοι και μη σταθμίσιμοι «μηχανισμοί» αυτοτροφοδότησης του ανταγωνισμού και της ανασφάλειας.

            Επειδή το διεθνές σύστημα είναι κρατοκεντρικό η βασική μονάδα είναι το κράτος και οι διεθνικοί ή άλλοι μη κρατικά ελεγχόμενοι δρώντες είναι είτε ανεξάρτητες μεταβλητές είτε μέσα κάποιων κρατικών δρώντων για την εκπλήρωση εθνικών στρατηγικών.

            Τα κράτη ως συλλογικές οντότητες όταν είναι βιώσιμες διαθέτουν ένστικτο αυτοσυντήρησης-επιβίωσης και γι’ αυτό λειτουργούν ορθολογιστικά. Δηλαδή, γνωρίζουν ότι πάνω στην πλάστιγγα των διακρατικών σχέσεων οι δύο δίσκοι κόστους και οφέλους εναλλακτικών στάσεων και συμπεριφορών δικών τους και των άλλων απαιτείται να είναι ισοζυγισμένοι. Αντίστοιχα και ανάλογα, επίσης, με στάσεις και συμπεριφορές επιχειρούν να αποτρέψουν άλλους να πάρουν αποφάσεις που εάν τις εκτελέσουν θα έχουν κόστος που θα είναι μεγαλύτερο από το αναμενόμενο όφελος. Αυτά, σημειώνεται, είναι βασικές αρχές της στρατηγικής θεωρίας.

            Ασφάλεια, διατήρηση της κρατικής Επικράτειας και εθνική ανεξαρτησία είναι έσχατα εθνικά συμφέροντα («βασικά συμφέροντα»), τονίζει ο Waltz. Τα κράτη κατά συνέπεια επιδιώκουν να αποκτήσουν ισχύ η οποία «είναι το κύριο νόμισμα στην διεθνή πολιτική».

            Η απόκτηση ισχύος διακρίνεται σε εσωτερική και εξωτερική (στρατηγική εσωτερική και εξωτερική εξισορρόπηση ανάλογα και αντίστοιχα με την κατανομή ισχύος στο διεθνές σύστημα και τις απειλές ή κινδύνους που δημιουργεί). Επιχειρώντας εσωτερική εξισορρόπηση (αύξηση των εσωτερικών συντελεστών ισχύος) και εξωτερική εξισορρόπηση (συγκλίσεις και συμμαχίες με άλλα κράτη) αυτό που προσπαθούν βασικά να κάνουν είναι να αυξήσουν την ασφάλειά τους και να επιβιώσουν.

            Οι στρατηγικές εξισορρόπησης είναι διαρκείς ανάλογα και αντίστοιχα με την κατανομή ισχύος και τις εκάστοτε ανακατανομές ισχύος. Αυτό σημαίνει ότι το διεθνές σύστημα είναι αυτορυθμιζόμενο με αποτέλεσμα είτε να οδηγείταΙ στην ισορροπία ισχύος και στην σταθερότητα με βάση το status quo είτε στην εκπλήρωση των σκοπών με τρόπο που ανακατανέμονται στα συμφέροντα, τα σύνορα και τον έλεγχο ή την κατοχή πλουτοπαραγωγικών πόρων.

            Συνδέουμε το τελευταίο με την θεμελιώδη επισήμανση που έγινε πιο πάνω, ότι δηλαδή στην διεθνή πολιτική ενός κρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος, επειδή «η ηθική είναι προϊόν πολιτικής», οι διανεμητικές συνέπειες της κατοχής ισχύος δεν είναι θεσμισμένες και κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένες. Τα αποτελέσματα είναι καθημερινά και πολλά πλην και οι αιθεροβάμονες και οι εθελοτυφλούντες επίσης πολλοί και συχνά αδιόρθωτοι.

—————————————————

 [1] Τέτοιες επιγραμματικές θέσεις επί τόσο σημαντικών επιστημονικών ζητημάτων γίνονται όταν ένας συγγραφέας έχει ενδιατρίψει πρωτογενώς, γνωσιολογικά, γνωσιοθεωρητικά και περιπτωσιολογικά. Όταν επίσης όταν έχει θέσει τα πορίσματά του στην βάσανο των επιστημονικών ελέγχων. Με τον όρο «γνωσιολογία» εννοώ την επιστημονική μελέτη της θεωρίας και της εγκυρότητας της γνώσης που αυτή παράγει, προσπάθεια που συμπεριλαμβάνει την χάραξη και συνόρων μεταξύ γνώσης και γνώμης  και γνώσης και πίστης. Με τον όρο «γνωσιοθεωρία» εννοώ μια πιο πειθαρχημένη προσπάθεια επιστημονικής αξιολόγησης των θεωριών και εξέτασης της συμβατότητάς τους με τους Παραδειγματικούς νόμους ή αξιώματα πάνω στα οποία στηρίζονται (εδώ σε αναφορά με τα, πέραν της βούλησής μας, εν πολλοίς ανεξιχνίαστης καταβολής, ιστορικά κοινωνικοοντολογικά γεγονότα – γεγονότα τα οποία μόνο στην βάση μιας κενής και άγονης επιστημονικής μεμψιμοιρίας μπορεί να χαρακτηριστούν ως «τετελεσμένα». Στις σχετικές κρίσεις, είναι καίριο να γίνεται διάκριση μεταξύ περιγραφής και ερμηνεία των αιτιών πολέμου και γνωμών ή προτιμήσεων για τις συνέπειές τους. Η γνωσιοθεωρία συνεπάγεται, οπωσδήποτε, μια ιεράρχηση των θεωριών στην κλίμακα των ερμηνευτικών συνεπειών. Αυτό είναι και η κύρια αποστολή των ακαδημαϊκών μελετών του διεθνούς συστήματος. Αποτελεί ενδεχομένως παρακμή όταν, στο όνομα ενός δήθεν επιστημονικού πλουραλισμού που ισοδυναμεί με επιστημονική ελευθεριότητα, άκριτα τίθενται στην ίδια μοίρα οι γνώμες, ιδεολογίες, μελλοντολογικές προβλέψεις και ατομική πίστη με τις αξιολογικά ελεύθερες και ερμηνευτικά πανίσχυρες θεωρητικές διατυπώσεις. Σε κάθε περίπτωση κύριο κριτήριο είναι η συμβατότητα με τους νόμους του Παραδείγματος και την ανθρώπινη οντολογία. Η θέση του Πολιτικού Ρεαλισμού στην ιεραρχία των θεωρητικών σημασιών δεν είναι υπόθεση απόφανσης ή αξιολογικής προτίμησης αλλά αντικείμενο επιστημονικής αξιολόγησης. Οι προσπάθειες επιστημονικής αξιολόγησης είναι ατερμάτιστες και κρίνονται από το κατά πόσο συντείνουν θετικά στην κατανόηση της αλήθειας για τα ζητήματα που θέτει η πολιτική οργάνωση στο επίπεδο του κράτους και του διεθνούς συστήματος, καθώς επίσης και για την συνεισφορά τους στην επεξεργασία των σύνθετων ζητημάτων που θέτει η πολιτική φιλοσοφία αναφορικά με την φύση του ανθρώπου εντός και εκτός πολιτικής. Σημειώνεται μόνο ότι, όπως έχει υποστηριχτεί σε άλλες δημοσιεύσεις, στην αξιολογικά ελεύθερη εκδοχή της, η Ρεαλιστική θεωρία βρίσκεται σε συμβατότητα, αν όχι ταύτιση, με τις επιστημολογικές επιλογές του Θουκυδίδειου Παραδείγματος, από το οποίο και απορρέει ως μια βασανιστική και κοπιώδης προσπάθεια θεωρητικής θεμελίωσης των αιτίων πολέμου σε αναφορά με τα αφετηριακά θουκυδίδεια αξιώματα. Από αυστηρά διεθνολογική τουλάχιστον σκοπιά, τα αξιώματα αυτά δεν αφορούν τις μακρές αυτοκρατορικές περιόδους μετά την παρακμή του συστήματος Πόλεων της  κλασικής εποχής. Η κεντρική αυτοκρατορική δομή διασφάλιζε την τάξη στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας. Το ζήτημα της δικαιοσύνης ετίθετο με πολύ διαφορετικό τρόπο και ανάλογα με την περίπτωση και την εποχή ή την φάση μετεξέλιξης της κάθε Αυτοκρατορικής δομής. Οι διεθνολογικά συναφείς Παραδειγματικές παραδοχές έγιναν ερμηνευτικό θεμέλιο και οι νόμοι τους αντικείμενο θεωρητικής διερεύνησης όταν, μετά τον 16ο αιώνα, δημιουργήθηκε ένα μορφικά πανομοιότυπο με το κλασικό διακρατικό σύστημα κυριαρχίας-αναρχίας. Και πάλιν, όμως, οι διεθνείς σχέσεις ως διακριτός κλάδος δεν εμφανίζεται παρά μόνο αρχές της δεκαετίας του 1940 μετά την εμβληματική δημοσίευση του έργου του Carr η Εικοσαετής κρίση. Πιο κάτω θα γίνει σαφές ότι θεωρώ πως το σύγχρονο διακρατικό σύστημα τόσο ως προς την εσωτερική ανθρωπολογική και πολιτική του οργάνωση (στην κλίμακα του πολιτικού πολιτισμού και της δημοκρατίας) όσο και ως προς τις διεθνοπολιτικές παραδοχές («ιδεώδες της ανεξαρτησίας στη κλασική εποχή, εθνική ανεξαρτησία σήμερα και οι συναφείς υψηλές αρχές του συγχρόνου διεθνούς δικαίου), είναι υποδεέστερο του κλασικού. «Υποδεέστερο» με την έννοια της ανθρωπολογικής και πολιτικής του ωρίμανσης, κάτι δηλαδή αντικειμενικά αναγνωρίσιμο και επαληθεύσιμο στην ιστορική διαδρομή. Τα αίτια πολέμου στην κλασική και στην σύγχρονη εποχή, πάντως, είναι όχι μόνο μορφικά τα ίδια αλλά και πανομοιότυπα ως προς το περιεχόμενό τους (άνιση ανάπτυξη, διλήμματα ασφάλειας, ανισορροπία και συνδεδεμένες με αυτή στάσεις και συμπεριφορές, ο ρόλος της τεχνολογίες, η ανθρώπινη φύση εντός και εκτός Πολιτικού,  κτλ). Η ένταση και πυκνότητα μόνο αλλάζει ανάλογα με την εποχή και την συγκυρία. Βιβλιογραφικά, κανείς μπορεί να ανατρέξει στο R. Gilpin, Πόλεμος και αλλαγή στην διεθνή πολιτική (Ποιότητα 2004), όσο και στην συνεισφορά του R. Keohane στο R. Keohane (ed.), Neorealists and its critics (Princeton 1984). Για μια εμβληματική περιγραφή των τριών επιπέδων ανάλυσης  και του θεωρητικού προβληματισμού που αυτό θέτει, βλ. K. Waltz, Ο άνθρωπος, το κράτος και ο πόλεμος (Ποιότητα 2011).

[2] Η πρώτη προσγειωμένη θεώρηση που παραμένει θεμέλιο των ύστερων επιστημονικών συζητήσεων είναι του Edward H. Carr, Η εικοσαετής κρίση (Ποιότητα 2000, πρώτη δημοσίευση το 1939). Αν και όχι πάντοτε σε πλήρη ταύτιση με τον Carr, ακολούθησε διεύρυνση του διεθνολογικού προβληματισμού από αναλυτές όπως οι Morgenthau, Aron, Waltz, Gilpin, Bull, Wight et al, σε μια διαδρομή θαυμαστά αδιατάραχτη, παρά την περιρρέουσες αξιολογικά βεβαρυμμένες και εν πολλοίς προπαγανδιστικές  ιδεολογικοπολιτικές κριτικές κυμάτων πολιτικής θεολογίας που έρχονταν και παρέρχονταν.

[3] Στο K. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής (Ποιότητα 2011). Αν και αυτό είναι συζητήσιμο, κανείς θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι, υπό το πρίσμα των πολύ αυστηρών θεωρητικών προδιαγραφών που θέτει ο συγγραφέας σε αυτό βιβλίο, το υπόλοιπο θεωρητικό κεκτημένο του Ρεαλιστικού επιστητού είναι ερμηνευτικού χαρακτήρα. Αξίζει να τονιστεί ότι η μόνη συνεπής αμφισβήτηση της θεωρίας των δομών προήλθε από το κύμα νεοφιλελεύθερων θέσεων της δεκαετίας του 1980 και του 1990. Όχι όμως για να αμφισβητηθεί η ερμηνευτική ευρωστία της θεωρίας του Waltz και άλλων συναφών ερμηνειών, αλλά για να υποστηριχθεί μια αξιολογική θέση υπέρ της Αμερικανικής-αγγλοσαξονικής πολιτικής επικυριαρχίας στην διεθνή πολιτική με όχημα την ηγεμονική διεύθυνση των διεθνών θεσμών. Το θέμα αυτό έχει γνωσιολογικά εξεταστεί εξαντλητικά σε πολλά βιβλία του υπογράφοντος, στα οποία ο ενδιαφερόμενος θα μπορούσε να ανατρέξει στα σχετικά κεφάλαια όπου και γίνεται συγκριτική γνωσιολογία. Η κριτική των νεοφιλελεύθερων, πάντως, χαρακτηρίζεται από την αξιολογική σήμανσή της, καθότι κατά τα άλλα αναγνωρίζεται η βασιμότητα των βασικών παραδοχών του Ρεαλιστικού επιστητού.

[4] Βλ. παράρτημα με τίτλο «ΤΟ «ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ» ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ».

[5] Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια αμφίπλευρη επισήμανση. Ο Θουκυδίδης δεν είναι μόνο το Παράδειγμα της θεωρίας διεθνών σχέσεων γιατί έχει διατυπώσει και ερμηνεύσει αληθείς νόμους ή αξιώματα ενός συστήματος κυριαρχίας-αναρχίας. [Για την πτυχή αυτή αναγκαίο ανάγνωσμα είναι η αποτίμηση της RE. Romilly, Ιστορία και λόγος στον Θουκυδίδη (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 1988)]. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, επιπλέον, είναι κλασικό κείμενο πολιτικής θεωρίας, καθώς επίσης και έργο υψηλής επιστημολογίας, καθότι, ακριβώς, επιτρέπει διάκριση μεταξύ του περιγραφικού-ερμηνευτικού σκέλους που κάνει αληθή διάγνωση των πολιτικών φαινομένων και του αξιολογικού σκέλους. Συναφώς, ο Παναγιώτης Κονδύλης σε προσωπικές συνομιλίες μας τις σημειώσεις των οποίων επεξεργάζομαι επί πολλά χρόνια συγκρίνοντάς τες με το έργο του, αναφέρθηκε στην «ανθρώπινη φύση». Είναι ένα πράγμα μου είπε, να ερμηνεύσεις την ανθρώπινη φύση ως υποκείμενο Πολιτικής και άλλο να την εξορκίσεις. «Όταν την εξορκίσεις θεωρείς την Πολιτική θηριοδαμαστή και όταν αντίστροφα την υποτιμήσεις θεωρείς την Πολιτική παιδική χαρά». Και οι δύο προσεγγίσεις αναπόδραστα και καταμαρτυρούμενα καταλήγουν σε θηριωδίες [Verbatim]. Αυτά, μεταξύ άλλων, μου τα είπε όταν τον ρώτησα γιατί οι ίδιος δεν προχωρεί σε μια ολοκληρωμένη περιγραφή του Πολιτικού γεγονότος. Εκτός των δυσκολιών που μου περιέγραψε για την ενοποίηση των τριών επιπέδων ανάλυσης –σημειώνω ότι φάνηκε να μην γνώριζε το εμβληματικό έργο του Kenneth Waltz, Άνθρωπος, κράτος, πόλεμος ή την εν γένει συζήτηση για τα τρία επίπεδα στην θεωρία διεθνών σχέσεων, πλην οι επισημάνσεις του ήταν απόλυτα και πρωτότυπα συμβατές με τον συναφή διεθνολογικό προβληματισμό, διέκρινα μια προσωπική εντιμότητα αλλά και μια αποφασιστικότητα να διαφυλάξει την επιστημολογική του συνέπεια. Προσθέτω ως παράδειγμα τις συζητήσεις του Πολιτικού Ρεαλισμού και συγκεκριμένα συναφείς επισημάνσεις του Hans Morgenthau. Μια γνωστικά ελλειμματική ή ιδεολογικά προκατειλημμένη αντίληψη αποκλείεται να επιτρέψει κατανόηση ή να εντάξει στο ευρύτερο σκεπτικό του Morgenthau την θεώρησή του για την ανθρώπινη φύση – θεώρηση η οποία είναι πολύ ηπιότερη συγκρινόμενη με τις εξίσου περιγραφικές διατυπώσεις του Μακιαβέλι ή και του Θουκυδίδη. Για ένα ακόμη λόγο, γιατί ο Hans Morgenthau είναι ο πιο ρητός αντί-ηγεμονιστής που ονόμασε τις θηριώδεις αμερικανικές ιδεαλιστικές ηγεμονικές μεταμφιέσεις ως διεθνοσοβινιστικές και που αντιτάχθηκε στις  οικουμενικίστικες εισβολές στο Βιετνάμ. Η νοηματοδότηση του εθνικού συμφέροντος από τον Morgenthau –και αντίστοιχα η απόρριψη του οικουμενικισμού ως οντολογικά ασύμβατου– είναι, επιπλέον, παραδειγματικά συμβατή με τον πολιτικό πολιτισμό όπως τα ίδια τον διατυπώνουν στα καταστατικά τους κείμενα και στους Καταστατικούς Χάρτες των διεθνών θεσμών. Τώρα, εδώ, απαιτείται επισήμανση μιας ειδοποιού διαφοράς που αφορά είτε βαρύτατη ιδεολογική προκατάληψη ή και θλιβερή επιστημονική κακοπιστία. Μιλώντας για «συνέπεια», «περιγραφή» και «αξιολογική ελευθερία» ή και άλλα προτερήματα μιας ανάλυσης, αναφέρονται σε πεπερασμένα άτομα και όχι σε επίγειους Θεούς. Ο Θουκυδίδης, οι Carr, Waltz, Morgenthau, et al (και όλοι οι άλλοι συμπεριλαμβανομένων και των εαυτών μας), είναι άτομα φθαρτά, ευάλωτα, ψυχικών αντοχών με όρια και επιρρεπών στις επιδράσεις ενός ατελούς κόσμου. Του καθενός οι ποιοτικές βαθμίδες κρίνονται ανάλογα, αντίστοιχα και συγκριτικά. Στα μεγάλα έργα της πολιτικής επιστήμης του διεθνούς συστήματος –και δεν είναι πολλά– μερικές ρωγμές, ιδιαίτερα αμυντικού χαρακτήρα ή συμβιβαστικές αμφίπλευρες δηλώσεις εδώ και εκεί που δημιουργούν αμυδρές χαραμάδες και τοπική επιστημολογική ασυνέπεια –που για παράδειγμα μέχρι σήμερα δεν εντόπισα στον Παναγιώτη Κονδύλη–, εφόσον δεν είναι θεμελιώδεις είναι ανθρώπινες και αναγνωρίζονται ως τέτοιες. Πολύ περισσότερο όταν όπως έχω υποστηρίξει υπό το πρίσμα γνωσιολογικών αναλύσεων σε πρόσφατη δημοσίευση (Κοσμοθεωρία των Εθνών), το Ρεαλιστικό επιστητό αναπτύχθηκε κάτω από την φοβερή πίεση της γιγαντιαίων διαστάσεων ιδεολογικοπολιτικής διαμάχης και των προγραμματικά ιδεολογικά βεβαρημένων μαρξιστικών-φιλελεύθερων συγκρούσεων που ενδύθηκαν κοσμοϊστορικές ιδεολογίες ως όχημα παγκόσμιας ηγεμονικής επικράτησης. Γράφοντας οι πιο πάνω, ας μην ξεχνούμε ότι πήγαιναν, βασικά, ενάντια στα δεδηλωμένα ηγεμονικά συμφέροντα του δικού τους κράτους. Απαιτείται να τηρούνται αντιστοιχίες, αναλογίες και να αποφεύγονται μεμψιμοιρίες, κακοπιστίες και μίζερα σχόλια που μεταμφιέζουν αξιολογικές προτιμήσεις ή φυγοπονία ενόψει υποχρέωσης επαρκούς μελέτης. Εξάλλου, είναι ένα πράγμα μια επιστημονική ρωγμή ασυνέπειας και άλλο αξίωση επιστημονικής ελευθεριότητας στο όνομα αργόσχολης παρασιτικής γκρίνιας.

[6] Χαρακτηριστικά ουσιαστικός και εύστοχος ο Παναγιώτης Κονδύλης, σημειώνει, μεταξύ άλλων: «Το πώς  χαρακτηρίζει κανείς τον εαυτό του ή το πώς χαρακτηρίζεται από τους άλλους είναι δευτερεύον και συχνά τυχαίο. Πάνω απ’ όλα ενδιαφέρει το τι λέει και το αν έχει κάτι να πει. Στο πλαίσιο της επιστημονικής ο δραστηριότητας είμαι ένας παρατηρητής των ανθρώπινων πραγμάτων, ένας αναλυτής της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Ωστόσο δεν επιθυμώ να κατανοήσω και να παρουσιάσω την ανθρώπινη συμπεριφορά από τη σκοπιά «της» φιλοσοφίας, «της» πολιτικής, «της» κοινωνιολογίας ή «της» ιστορίας, αλλά ακριβώς το αντίστροφο: πρόθεση μου είναι να κάμω πρόδηλη την ενότητα των βασικών της δομών και την εσώτερη λογική της εκδίπλωσης της στους τομείς της φιλοσοφικής, πολιτικής, κοινωνικής και ιστορικής πράξης. Όταν οι άνθρωποι δραστηριοποιούνται φιλοσοφικά δεν συμπεριφέρονται διαφορετικά απ’ ότι όταν ενεργούν πολιτικά και κοινωνικά. … Η δομή της φιλοσοφικής πράξης υπερφαλαγγίζει τις φιλοδοξίες όσων πράττουν ως φιλόσοφοι. Παρά τις διαβεβαιώσεις εκείνων, οι οποίοι επιδιώκουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο της ερμηνείας και εγείρουν τη φωνή τους στο όνομα «της» φιλοσοφίας, δεν υπήρξε ίσαμε σήμερα ενιαία φιλοσοφία ήδη γι’ αυτόν τον λόγο δεν τίθεται ζήτημα πραγμάτωσης «της» φιλοσοφίας –και κάτι τέτοιο πρέπει να αναμένεται τόσο λιγότερο, όσο περισσότερο οι φιλοσοφικές θεωρίες εμφανίζονται ως κανονιστικές επιταγές. Το ίδιο πεπρωμένο θα έχουν και πολιτικές ή κοινωνικές θεωρίες, οι οποίες καθοδηγούνται από κανονιστικές αντιλήψεις και επιθυμίες. Αν απεναντίας ξεκόψει κανείς απ’ αυτές τις τελευταίες και διαπιστώσει τον ενιαίο χαρακτήρα της ανθρώπινης πράξης με την παραπάνω έννοια, τότε μπορεί να χρησιμοποιήσει μιαν εννοιολογία και να διαρρήξει τα όρια μεταξύ των επιστημών, θεωρώντας τες κατά κάποιον τρόπο όλες μαζί εκ των έξω. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πρέπει να χρησιμοποιούνται οι ίδιοι τεχνικοί όρο ανεξάρτητα από τον ιδιαίτερο τομέα τον οποίο πραγματεύεσαι εκάστοτε. Επίσης δεν επιτρέπεται να αναμιγνύονται κατά βούληση και αρέσκεια τα πάντα με τα πάντα. Ο μεταμοντέρνος χυλός είναι ευκολοχώνευτος, όμως δεν αποτελεί θρεπτική τροφή. Όταν περιγράφουμε την εκάστοτε συμπεριφορά, αναζητούμε και διερμηνεύουμε –για να μιλήσουμε με τον Max Weber –το νόημα που συνδέει μαζί της το αντίστοιχο υποκείμενο, και ακριβώς αυτό το νόημα αρθρώνεται σε έννοιες, προ παντός όταν πρόκειται για πράξη υπό μορφή θεωρίας. Κινούμαστε έτσι ταυτόχρονα πάνω σε δύο επίπεδα, όμως αυτό δεν γεννά αναγκαστικά κάποιον φαύλο κύκλο. Ποιες έννοιες πρέπει τώρα, να χρησιμοποιηθούν στο περιγραφικό μεταεπίπεδο; Τούτο αποτελεί για μένα καθαρά ζήτημα τεχνικής σκοπιμότητας. Τις περίπλοκες ορολογίες, που μοιάζουν με κινέζικα, τις έχω σε μικρή υπόληψη. Όμως από την άλλη μεριά , ακριβώς αν κάποιος επισκοπεί κάμποσες επιστήμες ταυτόχρονα και εργάζεται στον ιδιαίτερο τομέα τους, έχει την υποχρέωση να είναι καλά εξοικειωμένος με το ειδικό τους λεξιλόγιο. … Βεβαίως, το περιγραφικό τους νόημα πρέπει να εξηγηθεί ιδιαίτερα εφ’ όσον μάλιστα, εξ αιτίας της προϊστορίας τους, έχουν ηθική-κανονιστική φόρτιση. Μα τελευταία παρατήρηση: όποιος αντιλαμβάνεται τις θεωρίες ως μορφές συμπεριφοράς δικαιούται πολύ λιγότερο από άλλους να λησμονεί τον τεχνητό-πλασματικό χαρακτήρα των εννοιών και των νοητικών κατασκευών. Ως άνθρωπος ωστόσο, δηλαδή ως πεπερασμένος νους, δεν μπορεί να τον ξεπεράσει ολότελα, το ίδιο όπως και δεν μπορεί να πηδήξει πάνω από τον ίσκιο του. Το μόνο που βοηθεί εδώ είναι η πάντοτε άγρυπνη συνείδηση της πλασματικότητας, η αυστηρή διάκριση και η κατά το δυνατόν εναργής αντιδιαστολή το επιπέδου της ανάλυσης από το επίπεδο των πραγματικών διαδικασιών. Φυσικά γι ‘αυτά τα πράγματα δεν υπάρχουν συνταγές και μεθοδολογικές οδηγίες, που θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν και να γίνουν κοινό κτήμα ανεξάρτητα από την ατομική ποιότητα, δηλαδή την παιδεία , την εναισθητική ικανότητα και τον πλούτο συνειρμών του κάθε ερευνητή. Μέτρο της επιτυχίας παραμένει το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα μετριέται με την απάντηση στο ερώτημα: πόσα και πόσο σημαντικά εμπειρικά φαινόμενα, πόση ζωντανή ιστορία κατάφερα να κάμω μ’ αυτόν τον τρόπο πιο κατανοητή; Το ερώτημα τούτο μπορεί να ηχεί αφελές στα άκρως εκλεπτυσμένα αυτιά των σύγχρονων επιστημολόγων και μεθοδολόγων, όμως εγώ θα επιθυμούσα να κρατηθώ σε ερωτήματα αφελή και στοιχειώδη». Το Αόρατο χρονολόγιο της σκέψης (Νεφέλη 1998). Έμφαση δική μου.

[7] Αγγίζοντας τα όρια του επιστημολογικού μαζοχισμού, ο Παναγιώτης Κονδύλης διερωτήθηκε για την βασιμότητα της δικής του εξαιρετικά προσεγμένης περιγραφικής θεωρίας. Βλ. Ισχύς και απόφαση (Στιγμή 1991).

[8] Οι περισσότεροι πολιτικοί στοχαστές βυθισμένοι στις μεταξύ τους διαξιφισμών, συχνά άσκοπων και άχαρων, περιπλανώνται σε λαβύρινθους ασήμαντων και επουσιωδών συζητήσεων χωρίς ποτέ να σκεφτούν ότι ο χρόνος που διαθέτουν είναι περιορισμένος και ότι η ανάλυση με δευτερεύοντα και επουσιώδη δεν αξίζει. Εμπλοκή σε αδιέξοδες επιστημονικά μεταμφιεσμένες ιδεολογικοπολιτικές συζητήσεις που εξυπηρετούν εφήμερες πολιτικές σκοπιμότητες δεν είναι μόνο μια σπάταλη χρόνου αλλά και ένας ποιοτικά ένας άχαρος και αισθητικά μίζερος παρασιτισμός. Ούτε βέβαια υπάρχει ελπίδα επιστημονικής συνεννόησης, όταν η μια πλευρά αγωνίζεται να συγκροτήσει μια βάσιμη επιστημολογία και η άλλη πλευρά αγωνίζεται να συγκροτήσει μια προσχηματική επιστημολογία, που θα στηρίξει ιδεολογικοπολιτικές θέσεις ή που θα θρέφει τον παρασιτισμό της πολυπληθούς ομάδας οπαδών της πολιτικά στρατευμένης πολιτικής θεολογίας. Ιδιαίτερα τα νεότερα χρόνια, η στράτευση ήταν ο κανόνας και η αξιολογικά ελεύθερη πολιτική σκέψη η εξαίρεση.

[9] Αν δεν υπάρχουν Παραδειγματικά αξιώματα τότε δεν υπάρχει γνωστικό κεκτημένο ούτε και βάση επιστημονικής ανάπτυξης και ανάγκη δημιουργίας πανεπιστημιακών τμημάτων. Εδώ το Παράδειγμα ορίζεται από την ίδια την οντολογική ιδιοσυστασία του διεθνούς συστήματος. Δηλαδή, το γεγονός της κυριαρχίας-αναρχίας, της κοινωνικοοντολογικής διαίρεσης του πλανήτη και στον σύγχρονο κόσμο της παράλληλης με αυτή την διαίρεση, εδαφική  οριοθέτηση των κρατών που επικυρώθηκε με την από κοινού υιοθέτηση της κοσμοθεωρητικής παραδοχής της Εθνικής Ανεξαρτησίας ως καθεστώτος διεθνών σχέσεων (διακρατική ισοτιμία, μη επέμβαση, εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία). Τα αίτια του πολέμου έχουν αναλυθεί Παραδειγματικά από τον Θουκυδίδη παράγοντας μια σειρά από αξιώματα ή νόμους που αφορούν κυρίως την άνιση ανάπτυξη και τα απορρέοντα αίτια πολέμου. Το Ρεαλιστικό επιστητό στην αξιολογικά ελεύθερη εκδοχή του ανέλυσε αυτά τα αίτια εδραιώνοντας ένα σημαντικό περιγραφικό και ερμηνευτικό corpus συμβατό με τις ανθρωπολογικές και πολιτικές προϋποθέσεις του Παραδείγματος. Σχεδόν σε όλες τις άλλες εκδοχές τους, οι σύγχρονοι πολιτικοί στοχασμοί είναι επαναστατικού και κοσμοπλαστικού χαρακτήρα. Επιδιώκουν δηλαδή εξωπολιτική ανατροπή ή τροποποίηση της οντολογικής ιδιοσυστασίας, κοινωνική εξομοίωση και πολιτική εξίσωση (βλ. περιγραφή του επαναστατισμού στο παράρτημα). Αναμφίβολα, αναρίθμητες ενδιάμεσες αναλύσεις σχοινοβατούν αντιφατικά και κρίνονται ως προς τις προϋποθέσεις της επιστημολογικής τους συνέπειας, της περιγραφικής τους πιστότητας και των ερμηνευτικών τους βαθμίδων. Οι εκατέρωθεν αριθμητικές αναλογίες στο πεδίο του πολιτικού στοχασμού είναι επιστημονικά αδιάφορες. Επισημαίνεται, επίσης, το γεγονός της ιδεολογικής στράτευσης εκατομμυρίων στοχαστών κατά την διάρκεια του 19ου και 20ου αιώνα, κάτι που όχι μόνο ευνόησε δημιουργία παρασιτικών αριθμητικών πλειονοτήτων αλλά και τη δημιουργία ωκεανών προγραμματικά ιδεολογικοπολιτικά βεβαρυμμένων κειμένων που πλημμυρίζουν τις βιβλιοθήκες, και λόγω κεκτημένης ταχύτητας, τα προγράμματα σπουδών πολλών πανεπιστημίων. Δεν αντιλέγω ότι πολλοί νέοι που αθώα και ανυποψίαστα αρχίζουν σπουδές σε αυτό το γνωστικό πεδίο-πνευματικό ναρκοπέδιο, χωρίς να το θέλουν κυριολεκτικά γίνονται έρμαιο ασυναρτησιών και προπαγάνδας. Καταδικάζονται είτε να πλέουν μέσα σε ωκεανούς αφέλειας ή συνειδητά ή ανεπίγνωστα να καταντούν θλιβεροί εκλογικευτές της πολιτικής διαμάχης που κατά βάση διαφθείρουν με επιστημονικά μεταμφιεσμένες ανορθολογικές εξωπολιτικές γνώμες στρατιές συνειδητών ή ανεπίγνωστων υπηρετών της ιδεολογικοπολιτικής προπαγάνδας. Η επιστημονική οντότητα της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης και κυρίως της πολιτικής επιστήμης του διεθνούς συστήματος είναι μέγα ζήτημα ως προς το οποίο η συζήτηση δεν έχει καν αρχίσει. Κορυφαία εξαίρεση είναι ο Παναγιώτης Κονδύλης του οποίου το έργο, για ένα ακόμη λόγο, αποτελεί στοχαστική παρακαταθήκη.

[10] Για την διάκριση μεταξύ αυτής της κοινωνικοοντολογίας και των «τετελεσμένων» βλ. πιο πάνω εντός σημειώσεων. Το ζήτημα αυτό έχει τύχει επεξεργασίες και σε προγενέστερες δημοσιεύσεις του υποφαινόμενου.

[11] Ο Βασιλιάς της Κορίνθου Σίσυφος καταδικάστηκε από τους θεούς να κυλά αιώνια στον Άδη ένα μεγάλο βράχο μέχρι την κορυφή του βουνού και λίγο πριν το τέρμα ο βράχος να κατρακυλά προς τα πίσω και να επανέρχεται στην αρχική αφετηρία.

[12] Για μια συζήτηση για τις αφετηρίες αυτής της στράτευσης και την διαδρομή μετά τον 16ο αιώνα βλ. Π. Κονδύλης, Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός (Θεμέλιο), ιδ. τόμος ΙΙ. Την εικόνα αυτή συμπληρώνουν με τον καλύτερο τρόπο πλήθος τίμιων αναλύσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες οι οποίες με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο εξετάζουν εξονυχιστικά τις στενές σχέσεις και εξαρτήσεις του αμερικανικού ακαδημαϊκού χώρου με την αμερικανική κυβέρνηση μετά το 1945. Άγνοια αυτών των αναλύσεων στερεί ένα πολιτικό επιστήμονα από αναγκαία και μη εξαιρετέα συνειδητοποίηση του γνωσιολογικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ασκεί το λειτούργημά του, ιδιαίτερα όταν προγραμματική απόφασή του είναι η αξιολογική ελευθερία.

[13] Δεν είναι μόνο ότι κανείς απαιτείται να αποδέχεται τα λογικά επιχειρήματα αλλά και να διακρίνει μεταξύ πολιτικής θεολογίας και οντολογικά συναφών θεωρήσεων. Πως μπορεί κανείς να λειτουργήσει λογικά επιστημονικά-επιστημολογικά καλόπιστα –δεν είναι σπάνιο οι υποκειμενικές αξιώσεις και οι ιδεολογικές θέσεις να μετατρέπονται σε επιστημολογικές και σχεδόν αστεία μουρμουρητά και αποσπασματικές μεμψιμοιρίες– και να μην αποδεχθεί την εξής καλομελετημένη θέση του Kenneth Waltz: «I don’t know how you could explain anything in international politics without understanding something about the domestic character. I am tired of people who say, ‘You’ve got a theory of international politics; you need to include domestic politics.’ Well, don’t these people understand anything about what a theory is? A theory has to be about something. It can’t be about everything. So you have to figure out what it is you’re trying to explain, what is this domain you’re trying to deal with. I don’t think that anybody under the sun would deny the statement that if you could have a single theory that would comprehend both international and domestic, both political and economic matters, all in one theory, hey, that would be a lot better than a simple theory of international politics. However, nobody’s thought of how to do it. I’ve thought about that a lot. I can’t figure out how. Neither can anybody else so far. … Theory applies, given certain conditions. If those conditions are not there, well, then of course the theory doesn’t apply. So you take the theory you have—again, I make the comparison with economics—which is comparable to an oligopolistic market theory (not a purely competitive market theory) and then of course you have to hook it up with reality: you have to know a lot of history and a lot about domestic politics. I said in Man, the State and War, it would be much nicer if there had been fewer countries like Hitler’s Germany and more countries like England. Sure, that would have made a difference. Of course. I went to such lengths to emphasize in Theory of International Politics that you have to bring national politics and international politics together to understand or explain anything. But theories are very sparse. What theories do mainly is omit things. They make bold simplifications. If they don’t, they’re not theories. It’s the same thing in the natural sciences. F.H. But they have to be able to make some broad explanation of the phenomenon. K.W. The explanation always involves both the theory and knowledge that lies outside of the theory. The theory itself leads to certain expectations. But to explain anything that goes on in the real world, you’ve got to know something about the real world. K. Waltz, Interview conducted by F.Halliday, J.Roseberg, Review of International  Studies, 1998, vol. 24. Έμφαση δική μου.

[14] Βλ. και την βαρύνουσα θέση του Παναγιώτη Κονδύλη, ενός σπάνια καταρτισμένου στοχαστή ανυπέρβλητης ευρυμάθειας, ο οποίος τονίζει, ακριβώς, τόσο τους περιορισμούς όσο και την εξάρτηση των περιγραφών και των ερμηνειών από τις επιστημονικές προδιαγραφές αλλά και τις ιδιοσυγκρασίες του κάθε αναλυτή.

[15] Εάν, βέβαια, για διάφορους λόγους ένα κείμενο δημοσιευτεί αλλά μολαταύτα αποδειχθεί ότι περιέχει αστοχίες, υποχρεωτικά, ακολουθεί παραδοχή, συζήτηση και νέα προσπάθεια. Στις καλές επιστημονικές κοινότητες αυτό δεν είναι κάτι σπάνιο ή άγνωστο. Είναι επίσης ζήτημα τιμής και στοχαστικής εντιμότητας. Οι καλές επιστημονικές κοινότητες, ως εκ τούτου, διακρίνονται για το γεγονός ότι οι δημοσιεύσεις είναι τέτοιων ποιοτικών βαθμίδων ούτως ώστε να σταθεροποιούν αδιάκοπη ανοδική επιστημονική φορά κίνησης. Δημοσίευση λοιπόν γίνεται, υποστηρίζεται εδώ, όταν ένα κείμενο είναι έτοιμο ως μη ανακλητή επιστημονική παρέμβαση και όταν, τουλάχιστον ως προς τα ουσιώδη, δεν εμπεριέχει θεμελιώδεις αστοχίες. Αν και δεν αποκλείονται «συγγραφικά ατυχήματα» –μεταξύ πολλών άλλων ανθρώπινων αδυναμιών και περιορισμών των ατόμων από τους οποίους οι αναλυτές δεν εξαιρούνται, είναι και τα (ανθρώπινα) λάθη–, ποτέ κανείς δεν (πρέπει να) οριστικοποιεί μια εργασία με δικαιολογία ότι απλά δεν υπέστη επαρκή ερευνητική και επιστημονική βάσανο και με προγραμματική απόφανση πως «γράφουμε ότι μας βολεύει» μιας και όλα είναι ανακλητά. Μερικά μόνο λόγια για κάποιες «προδιαγραφές», κοινές για όλους, και κατά τη εκτίμησή μου λογικές, αντικειμενικά ορθές, αναγκαίες και μη εξαιρετέες. Μεταξύ άλλων: α) Βάσιμη και κυρίως λογική επιστημολογία που συνδέει ευθέως αίτια και αιτιατά επί ουσιωδών ζητημάτων και που προσαρμόζεται δόκιμα στις συγκεκριμένες ανάγκες κάθε επιστημονικής μελέτης. β) Αναφορά σε δευτερογενείς πηγές μόνο όταν αυτές είναι οι ίδιες πρωτότυπες, θεμελιωμένες, τεκμηριωμένες και γνωσιοθεωρητικά συναφείς. Η μελετητική βάσανος που αυτό προϋποθέτει είναι αυτονόητη. Αποφυγή του αντίστροφου, δηλαδή, κυρίως αποφυγή αναφορών (ως δήθεν θεμελίωση) σε κείμενα τα οποία ποτέ δεν μελετήθηκαν. Επίσης, αποφυγή αναφορών σε πλήθος ομοϊδεατών για να αλληλοϋποστηριχτούν αριθμητικά πολυπληθή ιδεολογικά κείμενα ή αναφορών σε γνώμες που δημοσιοποιούνται σε δοκίμια ή άρθρα προτάσεων πολιτικής και που καμιά θεμελιωτική αξία δεν έχουν. γ) Αποφυγή κάθε αντιδεοντολογικής πρακτικής όπως η υποκλοπή παραπομπών που ένας συγγραφέας ποτέ δεν διάβασε. δ) Σωστά σταθμισμένη χρήση πρωτογενών πηγών και άντληση πληροφοριών από αρχεία ή δημοσιευμένων σε τόμους. ε) Αποφυγή κοινοτυπιών στις οποίες επιπλέον προστίθενται άσχετες υποσημειώσεις για να αποκτήσουν οντότητα. στ) Γνωσιοθεωρητικά σχόλια όταν ο συγγραφέας έχει σταθεροποιήσει επαρκή εποπτεία των πηγών, των θέσεων άλλων επιστημόνων που θα στηρίξει ή θα ασκήσει κριτική. ζ) Σωστή πλοήγηση μέσα στον ωκεανό κειμένων αμφιλεγόμενων ποιοτικών βαθμίδων για εκλεκτική άντληση βάσιμων θεμελιώσεων. η) Εδραία, στοχαστικά εύρωστη και κυρίως λογική επιχειρηματολογική στήριξη των υποθέσεων. θ) Αποφυγή αλμάτων, σφαλμάτων και στοχαστικών αυθαιρεσιών κάθε είδους. Τα πιο πάνω και μερικά ακόμη συναφή κριτήρια και παράγοντες είναι όχι υπόθεση αμφίπλευρων, αμφίσημων και προσαρμοστικών ελιγμών αλλά απαραβίαστα θέσφατα. Πολύ περισσότερο είναι απαραίτητες προϋποθέσεις εκλεκτικών συνδέσεων μεταξύ διαφορετικών πειθαρχιών του κατακερματισμένου πεδίου της πολιτικής σκέψης. Για τα αίτια αυτού του κατακερματισμού βλ. Martin Wight, Διεθνής Θεωρία (Ποιότητα 1998). Αναμφίβολα, ο καθείς που διαθέτει στοιχειώδη πείρα, γνωρίζει ότι η εκπλήρωση τέτοιων στόχων απαιτεί τιτάνια προσπάθεια, κυρίως σκληρή δουλειά για να καλυφθεί η βιβλιογραφία και ακόμη πιο σκληρή προσπάθεια για να γίνει σωστή αξιολόγηση εννοιών, κριτικών, συζητήσεων, εκατέρωθεν επιχειρημάτων και των αποχρώσεων κα προεκτάσεών τους.

[16] Ορίστε μια ερμηνεία του Kenneth Waltz που ο υπογράφων –όπως και αναρίθμητοι άλλοι στον στίβο των επιστημονικών περιγραφών– στο παρελθόν προσυπέγραψε αιτιολογημένα: «Well, the twenty-first century will not be the nineteenth century, but there will be a lot of similarities. It’s a self-help system. The system has not been transformed. What kind of predictions can you make in international politics? As I wrote—and I’m practically quoting myself—‘The Cold War, like hot wars, is rooted in the structure of international politics and will endure so long as that structure lasts.’ That’s exactly right. That’s the kind of prediction theory can make. Theory can’t say when that will happen. But if it happens, here’s the result: no more Cold War. Hedley Bull once said that if Britain had been the other pole emerging from World War II, rather than the Soviet Union, the Cold War would have been entirely different. That it would have been different is undoubted. That it would have been England and the US that would have formed the major relationship of tension in the world is also by me undoubted. Remember, it would have been England with its empire, drawing strength from it. Hard to imagine; but toward the end of the war there was more and more tension between Roosevelt and Churchill, because Roosevelt was an anti-imperialist. After all, who were among the most hostile countries in the world in the nineteenth century? Britain and the United States. The ‘democracies don’t fight’ theme is suggestive but unsound». K. Waltz, «Interview conducted by F.Halliday, J.Roseberg», Review of International  Studies, 1998, vol. 24.

[17] Επανέρχομαι στην επιβλητική επιστημονική παρουσία του Παναγιώτη Κονδύλη στο πεδίο του πολιτικού στοχασμού. Για όποιον ενδιατρίψει ολιστικά και προσεκτικά στην στοχαστική του διαδρομή θα παρατηρήσει μια συντεταγμένη σταδιακή κάλυψη του πεδίου με ανοδική φορά. Κάθε στάδιο συμπεριλάμβανε τόσα μόνο όσα χρειαζόταν να πει για να καλύψει σφαιρικά και εις βάθος το υπό εξέταση αντικείμενο, και με μέριμνα την εξαντλητική θεμελίωση. Πέραν αυτού ούτε λέξη δεν έγραφε που θα τον εξέθετε επιστημονικά και επιστημολογικά. Αν και τέτοια στοχαστικά επιτεύγματα είναι σπάνια και σχεδόν ιδεατά –ίσως κάποιοι μελλοντικά μελετήσουν το φαινόμενο της στοχαστικής διαδρομής του Παναγιώτη Κονδύλη, καθότι υπάρχουν και πολλά ερωτήματα, ιδιαίτερα την «σιωπή» για το Βυζαντινό φαινόμενο ή την σχετικά λιγοστή αναφορά στην  κλασική πραγματεία που κατά τα άλλα θαύμαζε χωρίς να το κρύβει– κανείς αξίζει να αντλεί κρίσιμα επιστημολογικά και γνωσιολογικά συμπεράσματα.

[18] Κοσμοθεωρητική ετερότητα και αξιώσεις πολιτικής κυριαρχίας (Ποιότητα 2001), κεφ. 18.

[19] Nuclear Strategy and European Security Dilemmas (Gower, 1988).

[20] Επειδή δεν είναι πάντοτε αυτονόητο κάνω σαφές ότι εννοώ το αξιολογικά ελεύθερο Ρεαλιστικό επιστητό. Συχνά μάλιστα, ενδέχεται ένας συγγραφέας, σε πολλά βιβλία του να είναι αξιολογικά ελεύθερος και περιγραφικός και στην συνέχεια για ποικίλους επιστημονικά αδιάφορους λόγους να επιβαρύνει κάποια κείμενά του με αξιολογικές κρίσεις. Τέλος, περιττό να τονιστεί ότι είναι περιττή κάθε συζήτηση αν η μια πλευρά ή η άλλη κάθε συζήτησης δεν γνωρίζει το Ρεαλιστικό επιστητό παρά μόνο μέσα από σχηματικές και ιδεολογικού χαρακτήρα επιθέσεις.

[21] Είναι χαρακτηριστική και βαρύνουσα η επιστημονική εντιμότητα του Edward H. Carr. Σ’ ένα εξαιρετικά σημαντικό γράμμα του προς τον Stanley Hoffmann στις 30 Σεπτεμβρίου 1977, ο αρχιτέκτονας της σύγχρονης θεωρίας διεθνών σχέσεων, ερωτούμενος για το γεγονός ότι μετά το Εικοσαετής κρίση τα διεθνολογικά του κείμενα αραίωσαν, έγραψε: «Δεν υπάρχει επιστήμη των διεθνών Σχέσεων. Η μελέτη των διεθνών σχέσεων στον αγγλόφωνο κόσμο είναι απλά ο καλύτερος τρόπος για να κυβερνούν τον κόσμο από θέσεως ισχύος». “No science of International Relations exists. The study of International relations in the English speaking word is simply a study of the best way to run the world from positions of strength”. Παρατίθεται στο M.Cox (ed), E.H.Carr, A critical appraisal (Palgrave, NY 2000), σ. 16 (σημ. 5). Συναφείς είναι και πολλές μελέτες, μεταξύ των οποίων και του Stanley Hoffmann, οι οποίες γράφτηκανFh εκτός ή ενάντια στο αξιολογικά βεβαρημένο φιλελεύθερο ασφυκτικό πλαίσιο. Συναφείς είναι και οι απαντήσεις των Gilpin και Waltz στην συζήτησή τους με κριτικούς, στο Neorealists and its critics ό.π.

[22] Διόλου τυχαία, πολλοί σημαντικοί διεθνολόγοι εδράζουν τις θεμελιώσεις τους σε μακροϊιστορικές και αυτόδηλα διυποκειμενικές παρατηρήσεις, ιδιαίτερα όταν αυτές υποδηλώνονται από την οντολογία.

[23] Αυτή είναι μια κύρια θεωρητική υπόθεση του Κοσμοθεωρία των Εθνών,  ό.π., ιδ. κεφ. 5. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η υλιστική νοηματοδότηση της ζωής, του κοινωνικού γεγονότος και του πολιτικού γεγονότος έχει ως λογική απόληξη τον συνεπή μηδενισμό. Πέραν των ανθρωπολογικών προεκτάσεων που τόσο καλά περιέγραψε ο Παναγιώτης Κονδύλης στο Παρακμή του Αστικού πολιτισμού (Θεμέλιο 1991), μια άλλη συνέπεια είναι ότι αποδυναμώνεται ή εξαφανίζεται η αφετηριακή κλασική νοηματοδότηση της Πολιτικής ως ένταξης της ανθρώπινης ετερότητας (κατά άλλους της «ανθρώπινης φύσης»). Ως δηλαδή σύμμειξη και μέθεξη πνευματικών και αισθητών του συλλογικού κατ’ αλήθειαν βίου που αναζητά τον κατ’ αλήθειαν συλλογικό τρόπο ζωής και που θαλασσοπορεί με ανοδική φορά κίνησης του πολιτικού πολιτισμού.

[24] Ο φιλελευθερισμός ως ιδεαλιστική μεταμφίεση ηγεμονικών αξιώσεων ενός ισχυρού κράτους είναι εξίσου επαναστατικός. Για τις προϋποθέσεις που οδήγησαν σε αυτό το φαινόμενο στην εξόντωση των αυτοχθόνων στην Βόρεια Αμερική και στην επέκταση των ΗΠΑ μέχρι και τις Φιλιππίνες βλ. Π. Ήφαιστος, Αμερικανική εξωτερική πολιτική, από την ιδεαλιστική αθωότητα στο πεπρωμένο του έθνους Οδυσσέας 1994).

[25] Είναι αντίθετες τυπολογικά. Από άποψη περιεχομένου κρίνονται κατά περίπτωση. Πολλά κράτη που ιδρύθηκαν με υλιστικό πρόταγμα προεξαρχούσης της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης μεταλλάχθηκαν μέσα από την εθνική ανθρωπολογική αυτοθέσμιση κάτω από τα υλιστικά θεσμικά εποικοδομήματα. Αν οι δύο ανθρωπολογίες καταγράφονται ως αντίθετες, κατά συνέπεια, στην πραγματικότητα (και ιδιαίτερα στο επίπεδο της κοινωνικής ανθρωπολογίας) ποτέ δεν υπήρξαν ως αμιγής ουσία. Η κατασκευή υποθέσεων που παραλείπουν πολλές παραμέτρους για να ανιχνεύσουν μια διακριτή συμπεριφορά, εν τούτοις, είναι πάντοτε επιστημολογικά αναγκαία. Παραθέτω ενδεικτικά απόψεις του Kenneth Waltz: «I went to such lengths to emphasize in Theory of International Politics that you have to bring national politics and international politics together to understand or explain anything. But theories are very sparse. What theories do mainly is omit things. They make bold simplifications. If they don’t, they’re not theories. It’s the same thing in the natural sciences. The explanation always involves both the theory and knowledge that lies outside of the theory. The theory itself leads to certain expectations. But to explain anything that goes on in the real world, you’ve got to know something about the real world. … I don’t think that anybody under the sun would deny the statement that if you could have a single theory that would comprehend both international and domestic, both political and economic matters, all in one theory, hey, that would be a lot better than a simple theory of international politics. However, nobody’s thought of how to do it. I’ve thought about that a lot. I can’t figure out how. Neither can anybody else so far». K. Waltz, «Interview conducted by F.Halliday, J.Roseberg», ό.π.

[26] Αφετηρία της είναι όπως είπαμε η υλιστική δημόσια σφαίρα. Και αφού είναι εφικτό να έχεις μια εύτακτη, εύρυθμη και αποδοτική κρατική δημόσια σφαίρα διαφοροποιημένης ανθρωπολογίας λογικό είναι το ίδιο πράγμα να θεωρείται εφικτό και παγκόσμια. Κάθε εξομοιωτική και εξισωτική παραδοχή ανάλογα με το δόγμα που υιοθετεί απολήγει έτσι στην αξίωση παγκόσμιας ενοποίησης.

[27] Στο σημείο αυτό με κίνδυνο να αναφερθούμε στο αυτονόητο, η εθνική ανθρωπολογία νοείται με την πολιτική έννοια του όρου. Η ρατσιστικά νοούμενη ανθρωπολογία του κράτους είναι βασικά φαινόμενο της μοντερνιστικής εποχής στην Δυτική Ευρώπη και εν μέρει και στην Βόρειο Αμερική. Βλ. κεφ. 4 του βιβλίου Κοσμοθεωρία των Εθνών, συγκρότηση και συγκράτηση των κρατών, της Ευρώπης και του κόσμου (Εκδόσεις Ποιότητα 2009). Στον υπόλοιπο πλανήτη ή καλύτερα περίπου στα τέσσερα πέμπτα η εθνική ανθρωπολογία αφορά πρωτίστως τις εθνικές πολιτικές παραδόσεις. Στην συζήτηση αυτή βέβαια υπεισέρχονται ειδοποιοί διαφορές για κράτη όπως η Κίνα και η Ιαπωνία όπου κάποια πράγματα θεωρούνται αυτονόητα καθότι συγκεκριμένα φυλετικά κριτήρια είναι ολοκληρωμένα στις εθνικές πολιτικές παραδόσεις της συντριπτικής πλειονότητας των μελών της κοινωνίας.

[28] Συχνά, λίγη σκέψη αφιερώνεται στο γεγονός ότι αυτή είναι και η συμφωνία των κρατών όπως αποτυπώνεται και στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ όταν στο Κεφάλαιο Ι γίνεται λόγος για μη επέμβαση και απουσία κάθε δικαιώματος έξωθεν αλλαγής της εσωτερικής πολιτικής δομής.

[29] O Raymond Aron, σωστά και συχνά επεσήμανε ότι μπορεί να διαγνώσει την ύπαρξη έθνους από ένα κύριο ζήτημα, το κατά πόσο θα επιδειχθεί αλληλεγγύη και ετοιμότητα αυτοθυσίας αν η μια εθνική οντότητα απειληθεί. Οι πλείστοι αναλυτές της έννοιας έθνους όλων των παραδοχών, εξάλλου, συνδέουν την έννοια αυτή με την αλληλεγγύη μεταξύ των μελών του.

[30] Το ζήτημα αυτό το έχω εξετάσει στο Κοσμοθεωρία των Εθνών, ό.π.. Σημειώνω μόνο ότι στις κλασικές πόλεις η πολιτική και πνευματική καλλιέργεια των πολιτών που προσέρχονταν στον δημοκρατικό Δήμο αποτελούσε και φροντίδα της Πολιτείας. Μια απλή δική μας κατανόηση της δημοκρατίας που καθιστά πιο εύκολη την καθημερινή κατάχρηση αυτού του όρου είναι η εξής: Όσο περισσότερος έλεγχος ασκείται από τους εντολείς πολίτες πάνω στην εκάστοτε εντολοδόχο εξουσία με ιδεατό τερματικό την άμεση δημοκρατία τόσο πιο δημοκρατική είναι μια πολιτεία ή μια οποιαδήποτε άλλη πολιτικά οργανωμένη ομάδα ανθρώπων, και το αντίστροφο. Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της πολιτικής επιστήμης, ακριβώς, είναι η συνάρτηση αυτής της ευθύγραμμης σχέσης με την ηθικά αμάχητη παραδοχή της ελευθερίας. Ελευθερία βέβαια νοούμενη ως αξίωση και δικαίωμα απόλαυσης της ανθρωπολογικής ετερότητας μιας ατομικής ή συλλογικής οντότητας. Τονίζεται αυτή η πτυχή καθότι ουκ ολίγοι περιέπλεξαν αυτή την πτυχή για να δικαιολογήσουν τα πάντα, ακόμη και την εγκληματική θανάτωση ως απελευθέρωση από την διεφθαρμένη επίγεια ζωή ή την γενοκτονία ως τρόπος διάδοσης των χριστιανικών και ή φιλελεύθερων ιδεωδών. Για την συναφή κοσμοσυστημική πολιτική τυπολογία θα αναφερθούμε πιο κάτω.

[31] Είναι γνωστή η υψηλή θέση της αξίωσης εθνικής ανεξαρτησίας ως κοσμοθεωρία των πολιτών την κλασική εποχή. Χαρακτηριστική η υπερηφάνεια του Σωκράτη για το γεγονός ότι πολέμησε για την Αθήνα. Τα μέλη ενός έθνους ανεξαρτήτως εσωτερικού πολιτικού καθεστώτος, όταν δεχθούν επίθεση συνασπίζονται για να υπερασπιστούν την εθνική τους ανεξαρτησία.

[32] Καμιά άξια λόγου θεωρητική συζήτηση δεν έχει θεμελιώσει κάτι τέτοιο. Αντίθετα, γνώμες και ιδεολογήματα προς αυτή την κατεύθυνση οδηγούν σε εισροές πολιτικού ανορθολογισμού στις ενδοκρατικές και διακρατικές σχέσεις, στην καλύτερη περίπτωση σε ανακατανομές συμφερόντων και στην χειρότερη σε πόλεμο και σε δυσβάσταχτες ανθρώπινες κακουχίες. Ο κατευνασμός του Μονάχου λίγο πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που εξετάσαμε σε άλλη δημοσίευση είναι χαρακτηριστική περίπτωση.

[33] Μόνο και μόνο αυτό το ζήτημα προσφέρεται για να καταδειχθούν περιπτωσιολογικά οι προαναφερθείσες θέσεις για συχνή συνειδητή ή ανεπίγνωστη στράτευση της πολιτικής σκέψης στις αξιώσεις ισχύος. Προσφέρεται επίσης ως ευκαιρία αυτοκριτικής για τα περεταίρω βήματα του πολιτικού στοχασμού.

[34] Καλό είναι να γίνουν τρις διακρίσεις: Πρώτον, η κρατικοεθνικιστική μοντερνιστική αντίληψη που αφορά τον σοβινισμό που οδήγησε σε γενοκτονίες και εθνοκαθάρσεις για να διασφαλιστεί εσωτερική συνοχή. Η κολλεκτιβιστικού χαρακτήρα κρατικοεθνικιστική ανθρωπολογία είναι γεμάτη αντιφάσεις όπως είναι και το σύνολο μοντερνιστικό παράδειγμα. Κινείται από τον κρατικό ρατσισμό της Ρατσιστικής Γερμανίας μέχρι το «Πεπρωμένο του Έθνους» των Αμερικανών του 18ου και 19ου αιώνα, τον αμιγή κρατικό υλισμό των κομμουνιστικών κρατών και την διεθνιστική ανθρωπολογία όσων συχνά πυκνά υποστηρίζουν ότι λειτουργιστικές δομές συγκροτούν μια οποιαδήποτε κρατική ή υπερεθνική υλιστική ανθρωπολογία. Στο σύνολό του και ανεξαρτήτως επιπέδου ανάλυσης μια συνεπής μοντερνιστική πολιτική τυπολογία αξιώνει μια αμιγώς υλιστική δημόσια σφαίρα από την οποία εκδιώκεται ο πνευματικός κόσμος των πολιτών. Στην μεταμοντέρνα εκδοχή, ιδιαίτερα την κριτική αποδομηστική, επιδιώκεται η ανθρωπολογική εκμηδένιση ως προϋπόθεση ευθύγραμμων πολιτικών συμπεριφορών στο εσωτερικό των κρατών. Δεύτερον, την κλασική αντίληψη του έθνους που αφορά, βασικά, όλους τους ανθρωποκεντρικούς πολιτικούς πολιτισμούς και που όσο προοδεύει ο πολιτικός τους πολιτισμός έχουν ως φυσική και λογική απόληξη την δημοκρατία. Τρίτον, τα Ανατολικά έθνη τα οποία αφενός είναι μακραίωνης διαμόρφωσης και αφετέρου οι ιδιοσυγκρασίες τους αναδεικνύονται πολιτικά μόλις τώρα. Χαρακτηριστικό είναι ο Κομφουκιανισμός στην Κίνα, ο Βουδισμός στην Ινδική Χερσόνησο και η Ισλαμική κοσμοθεωρία όπου βρίσκονται και κυριαρχούν μουσουλμάνοι. Στις περιπτώσεις αυτές και σε αναφορά με την συζήτησή μας, το ζήτημα που τίθεται με τον όρο «εθνική ανθρωπολογία» αφορά τον πνευματικά μεστό χαρακτήρα της δημόσιας σφαίρας τους και με τρόπο που διαφέρει με οτιδήποτε γνωρίζει η συμβατική δυτική πολιτική επιστήμη. Χαρακτηριστικά ο Αχμέτ Νταβούτογλου, αναφέρει: Σήμερα κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι, έπειτα από ένα ορισμένο στάδιο εκβιομηχάνισης και εκσυγχρονισμού, οι μουσουλμανικές μάζες ως σύνολο θα υιοθετήσουν δυτικούς τρόπους σκέψης και ζωής κι αυτό γιατί στην πραγματικότητα το όλο πρόβλημα είναι κάτι παραπάνω από πρόβλημα σταδίου εξέλιξης. Η εν λόγω αντίδραση θα πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα του ότι στην πραγματικότητα το Ισλάμ γίνεται αντιληπτό ως μια κοσμοθεωρία (Weltanschauung) εναλλακτική προς τη Δυτική φιλοσοφικοπολιτική παράδοση, και όχι υπό το πρίσμα της «ιδεολογικής αδιαλλαξίας του Ισλάμ έναντι του Δυτικού κόσμου σήμερα» (Crone & Hinds, 1986: 110), καθώς οι Μουσουλμάνοι μπορεί εξίσου καλά να κατηγορήσουν τη Δύση για «ιδεολογική αδιαλλαξία. … Η οντολογικά καθορισμένη επιστημολογία που βασίζεται σε μια θεοκεντρική κοσμολογία παρέχει έναν ειδικό τύπο πολιτικής δικαιολόγησης και νομιμοποίησης στο Ισλάμ. Είναι σχεδόν αδύνατο να κατανοηθεί η ισλαμική πολιτική κουλτούρα ή η μουσουλμανική πολιτική συνείδηση χωρίς προηγουμένως να κατανοηθεί η ισλαμική αντίληψη για τον κόσμο. Οι πολιτικές συνέπειες θα πρέπει να εκτιμηθούν μέσα σε αυτό το ολιστικό πλαίσιο του Ισλάμ». Εναλλακτικές Κοσμοθεωρίες, Η επίδραση της ισλαμικής και της δυτικής κοσμοθεωρίας στην πολιτική θεωρία (Ποιότητα 2011).

[35] Βλ. προηγούμενη υποσημείωση.

[36]Ζητήματα που αφορούν την κοσμοσυστημική γνωσιολογία αφήνονται προς εκτενέστερη διεθνολογική συνάρτηση και συζήτηση σε άλλη ευκαιρία. Αφορούν κυρίως γνωσιολογική επεξεργασία υπό το πρίσμα της εμπειρίας του παρελθόντος (η οποία και μόνον μπορεί να διαθέτει οντολογία) και τις κοσμοσυστημικές τάσεις όπως προβάλλονται στο παρόν και στο ορατό μέλλον και υπό κάποιες αναγνωρίσιμες διαστάσεις τους μπορούν να συναρτηθούν με την ιστορική εμπειρία. Στην παρούσα πρώιμη φάση του ανθρωποκεντρικού πολιτικού πολιτισμού που διανύει η νεοτερικότητα, επισημαίνει ο Γιώργος Κοντογιώργης, κύριος αναλυτής της κοσμοσυστημικής γνωσιολογίας [φάση στην οποία «η πολιτική ως εξουσία προσιδιάζει σε πολιτείες ιεραρχικά δομημένες, στις οποίες δηλαδή αναγνωρίζεται η ατομική, και ενδεχομένως η κοινωνική ελευθερία ή αυτονομία, όχι όμως η πολιτική ελευθερία» Δημοκρατία ως ελευθερία, σ. 299.] «ο κόσμος πέραν του κράτους δεν συγκροτεί σύστημα, αλλά απλώς μια έννομη τάξη με κύριους συντελεστές τα κράτη. Το σύνολο κοσμοσύστημα εκλαμβάνεται ως το άθροισμα των κρατών που αναγκαστικά συνυπάρχουν. …Το ερώτημα που εγείρεται στις μέρες μας για την σχέση της δημοκρατίας με την ειρήνη είναι, από κάθε άποψη, παραπλανητικό. Πρώτον, διότι όσον αφορά στα σύγχρονα πολιτικά συστήματα αφού δεν είναι δημοκρατικά. Δεύτερον, επειδή η ειρήνη δεν συνδέεται με το είδος του πολιτεύματος, αλλά με την κρατοκεντρική δομή του κόσμου και την λογική των συμφερόντων (οικονομικών κτλ) που συνέχονται με την εσωτερική της φύση. … Η εποχή της νεοτερικότητας αντιπροσωπεύει την πρώιμη φάση της ανθρωποκεντρικής εξέλιξης, η οποία αγνοεί θεμελιώδεις εξέλιξης, η οποία αγνοεί θεμελιώδεις εκφάνσεις του πολιτικού φαινομένου. Η εποχή του Θουκυδίδη εκφράζει το τελικό στάδιο της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης στο κρατοκεντρικό πλαίσιο», ό.π., σ. 305 και 306. Ο Γιώργος Κοντογιώργης, λοιπόν, στην κοσμοσυστημική γνωσιολογία του συνδέει την μετά-κρατοκεντρική δομή με μια ευρύτερη και βαθύτερη ανθρωποκεντρική θεμελίωση του πολιτικού πολιτισμού που ως πολιτικό φαινόμενο συντελέστηκε στο εσωτερικό της Βυζαντινής Οικουμένης (βλ. σ. 319 κ.ε. Μεταξύ λοιπόν ενός τέτοιου προχωρημένου πολιτικού πολιτισμού της ελευθερίας και της συγκαιρινής πρώιμης κρατοκεντρικής φάσης της ύστερης νεοτερικότητας, η δική μας θεώρηση αναφέρεται στο ενδιάμεσο στάδιο μιας βαθύτερης εθνοκρατοκεντρικής θεμελίωσης. Βαθύτερης, με την έννοια τάσεων που αποδέσμευση το τέλος των ηγεμονιών και που κατατείνουν προς μια εθνικά πιο σμιλευμένη ανθρωπολογία (και προς ένα ανθρωποκεντρικά πιο σμιλευμένο πολιτικό πολιτισμό;). Συνεπής με αυτή την θέση, συνεπώς, δεν αναζητούμε εθνοκρατοκεντρικές στάσεις και συμπεριφορές πέραν των εθνοκρατοκεντρικών της κλασικής εποχής. Το επόμενο στάδιο, το κοσμοσυστημικό, ελπίζω να έγινε κατανοητό πως αφορά μια επόμενη και χρονικά απροσδιόριστη (ή δύσκολο να προσδιοριστεί) ανθρωπολογική και πολιτική πλανητική δομή. Χρήζει διευκρινιστικά να γίνει πλήρως σαφές, ότι η φάση που διανύουμε βρίσκεται ακόμη στο πρώιμο προκλασικό στάδιο ή το πολύ στο πρώιμο κλασικό στάδιο. Για αυτή την οντολογικά συναφή γνωσιολογία, πολύ σωστά, ο Γιώργος Κοντογιώργης επισημαίνει στα κείμενά του, ότι η κυριαρχούμενη από τον μοντερνισμό δυτική βιβλιογραφία δεν είναι καν υποψιασμένη. Για αυτήν, ακόμη και η δική μας εθνοκρατοκεντρική θεώρηση που προσκολλάται στις παρούσες προϋποθέσεις που θέτει η ύστερη φάση της κρατοκεντρικής νεοτερικότητας, είναι άγνωστη. Αυτό επειδή η αξιολογικά η βεβαρυμμένη μοντερνιστική συμβατική ατμόσφαιρα έγινε πλέον ασήκωτη και αφόρητη εκ του γεγονότος ότι μετά από ένα περίπου αιώνα ιδεολογικής διαμάχης η ύστερη αριθμητική αύξηση των κριτικών και των κριτικών αποδομηστών κατεβάζει τις προδιαγραφές στην χαμηλότερη ποιοτική βαθμίδα. Εκεί δηλαδή που βρίσκονται και οι απολήξεις των ανθρωπολογικά εκμηδενιστικών μηδενιστικών παραδοχών και των λογικών στοχαστικών απολήξεων κάθε πολιτικής θεολογίας.

[37] Γίνεται διάκριση μεταξύ νεοτερικότητας ως ένας φαρδύς πολιτικός, πολιτισμικός και ανθρωπολογικός δρόμος και της στερνής εκείνης λωρίδας της, του υλιστικού μοντερνισμού, που μολαταύτα κυριάρχησε δυσανάλογα μέσα στα εξουσιαστικά εποικοδομήματα επηρεάζοντας βαθύτατα την πορεία της ενδοκρατικής και διακρατικής πολιτικής. Η μοντερνισμός είναι η αμιγώς υλιστική εκδοχή των πολιτικοφιλοσοφικών δογμάτων των νέων Χρόνων. Στην πιο συνεπή του μορφή η κοινωνία θεσπίζεται με όρους σύμβασης και η ευταξία και ευρυθμία της δημόσιας σφαίρας αφενός εξαρτάται από την συνέπεια με την οποία εκδιώκονται τα πνευματικά και αφετέρου της βαθμίδας στην οποία επιτυγχάνεται μια υλιστική ανθρωπολογία. Τουτέστιν, ωφελιμοκρατία, κερδοσκοπία, ατομισμός, ηδονισμός και φιλοτομαρισμός, ιδιότητες οι οποίες εν τούτοις πειθαρχούνται από προγραμματικές συμβάσεις που διασφαλίζουν τους κανόνες του λειτουργιστικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Δεν είναι του παρόντος για να επεκταθώ, (γι’ αυτό βλ. Κοσμοθεωρία των Εθνών, ό.π. ιδ. κεφ. 4 και 5) αλλά μια τέτοια δομή αποδείχθηκε εξόχως αντιθετική και αντιφατική. Αφενός τείνει ασυγκράτητα προς τον διεθνισμό: Αφού μια πνευματικά αδιάφορη κοινωνικοπολιτική δομή είναι εφικτή τοπικά γιατί να μην είναι και παγκόσμια. Αφετέρου, ιδιαίτερα μετά την μαζικοπαραγωγή και μαζικοκατανάλωση του 19ου και 20ού αιώνα, τείνει προς τον μετά-μοντερνισμό. Δηλαδή: Αφού ο άνθρωπος εισερχόμενος μέσα στην δημόσια σφαίρα (όπου σύμφωνα με τον μοντερνισμό μπορεί να είναι ότι θέλει) αρνείται να αφήσει τον πνευματικό του κόσμο εκτός των τειχών, επιχειρείται η προσαρμογή του με πνευματική αποδόμησή του. Βασικά, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, αυτό είναι το μεγάλο ρεύμα των κριτικών αποδομηστών των τελευταίων δεκαετιών.

[38] Για αναφερθούμε πάλι στον Γιώργο Κοντογιώργη, υπό το πρίσμα της κοσμοσυστημικής γνωσιολογίας που θεραπεύει, η πολιτική του τυπολογία στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, εξετάζει υπό ιστορικοπολιτικό πρίσμα και σε αναφορά με την διαχρονική  κοσμοσυστημική εξέλιξη του πολιτικού πολιτισμού τρία στάδια οντολογικά συναφών πολιτικών καταστάσεων: Πολιτική ως δύναμη, πολιτική ως εξουσία και πολιτική ως ελευθερία υπό συνθήκες δημοκρατίας. Σε αναφορά με την παρούσα κρατοκεντρική φάση, χαρακτηριστικά αναφέρει, «Η Θουκυδίδου Ξυγγραφή αναδεικνύει την αντινομία της πολιτικής στην εποχή της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης με πρόσημο την κρατοκεντρική δομή του κοσμοσυστήματος: Εντός της πόλεως, αρθρώνεται πολιτειακά με όρους ελευθερίας, ενώ την ίδια στιγμή στο διακρατικό πεδίο προσλαμβάνεται ως μια απλή σχέση δύναμης». Δημοκρατία ως ελευθερία, ό.π. σ. 298. Σ’ ένα μεταβατικό εθνοκρατοκεντρικό σύστημα οι προϋποθέσεις είναι οι ίδιες με αυτές που περιγράφει ο Κοντογιώργης σε αναφορά με το κρατοκεντρικό. Εξ ου και η εμμονή μας στην αντί-ηγενονική σταθεροποίηση με διαρκείς εθνοκρατοκεντρικές συσπειρώσεις που δεν θα επιτρέπουν μια κυριαρχία μιας ή περισσοτέρων ηγεμονικών δυμάμεων. Βλ. Κοσμοθεωρία των Εθνών, ό.π., ιδ. κεφ. 4,7.

[39] Όπως σημειώνει ο Adam Watson, «η δέσμευση των Ελλήνων έναντι της ανεξαρτησίας είναι θρυλική. Ήταν απόλυτα αφοσιωμένοι στο ιδανικό ότι κάθε πόλη-κράτος, δηλαδή κάθε Πολιτεία, θα έπρεπε να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της και απεχθάνονταν κάθε είδους επικυριαρχία ή ηγεμονία μιας άλλης πόλης ή μιας ξένης δύναμης. Δεν ανέκυπτε συχνά η ιδέα της ενοποίησης της Ελλάδας σε ένα μόνο κράτος, και όταν προέκυπτε, την αντιμετώπιζαν συνήθως με αποστροφή». Τονίζοντας το γεγονός των ατελειών στο κλασικό σύστημα, ο Watson επισημαίνει, επίσης, ότι «στην πράξη, πολλές ελληνικές πόλεις υποχρεώνονταν να αποδεχτούν κάποιο βαθμό ελέγχου από έναν επικυρίαρχο ή ηγεμονικό σύμμαχο, ιδιαίτερα στις εξωτερικές τους σχέσεις. Και αυτό θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί το μικρότερο από δύο δεινά. Οι ασιατικές ελληνικές πόλεις βρίσκονταν συνήθως σ’ αυτή την θέση όπως και πολλές πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας για μεγάλες χρονικές περιόδους, ενώ οι δυτικές αποικίες σπανιότερα». Συνεχίζει για να υπογραμμίσει ότι παρά αυτές τις ατέλειες,  «οι ελληνικές πόλεις-κράτη βρίσκονταν σίγουρα, όσον αφορά την ιδέα τους περί νομιμοποίησης, αλλά και σε μεγάλο βαθμό στην πράξη, προς το άκρο των πολλαπλών ανεξαρτησιών του φάσματός μας» (Watson, A., Η εξέλιξη της διεθνούς κοινωνίας, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2005, σελ. 98). Ο Victor Ehrenberg, αναφερόμενος στο σύστημα διεθνών θεσμών της κλασικής περιόδου, σημειώνει ότι «το πιο σημαντικό όσον αφορά τη Δελφική Αμφικτιονία ήταν το γεγονός πως δεν είχε πραγματική αρμοδιότητα να προσφύγει κατά ιδιωτών πολιτών στο εσωτερικό των Πόλεων και πως δεν είχε αρμοδιότητες που υπερφαλάγγιζαν τις τοπικές αρχές. (…) Η αυτονομία των κρατών-μελών, επομένως, δύσκολα επηρεαζόταν από την Αμφικτιονία» (The Greek State, Methuen, London, 1969, σελ. 111). Οι ελληνικές πολιτείες ανέπτυξαν σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε «διεθνείς θεσμούς», αντιλαμβάνονταν τον ρόλο αυτών των θεσμών ως «διακυβερνητικό», δηλαδή ως ένα θεσμικό και πολιτικό σύστημα διακρατικής επικοινωνίας και συνεννόησης που δεν παραβίαζε την κυριαρχία των κρατών-μελών, αλλά αντίθετα την ενίσχυε και την υποβοηθούσε στις διεθνείς της συναλλαγές της εποχής. Έτσι ακριβώς τους θεωρεί και το Ρεαλιστικό επιστητό.

[40] Ο Zagorin σημειώνει ότι «η απώλεια της ανεξαρτησίας μέσω έξωθεν κυριαρχίας ή κατάκτησης ήταν για κάθε πόλη η υπέρτατη καταστροφή και θεωρείτο από τους πολίτες ως υποδούλωση», σελ. 31. Πιο κάτω, επίσης, επισημαίνει ότι «ο φόβος της αύξησης της αθηναϊκής ισχύος, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, είναι η αληθινή αιτία που υποχρέωσε τους Λακεδαιμονίους να πάνε σε πόλεμο ενάντια της Αθήνας. Φόβος της απώλειας της ανεξαρτησίας τους και υποταγής σε άλλους, φιλοδοξία για εξουσία και ιδιοτελές συμφέρον για την διατήρηση της αυτοκρατορίας είναι αυτά που υποχρέωσαν τους Αθηναίους να συνεχίσουν τον πόλεμο και να συντρίψουν τις επαναστάσεις των υποτελών πόλεων», Θουκυδίδης, μια πλήρης εισαγωγή για όλους τους αναγνώστες (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2006) σελ. 269-70.

[41] Ως προς το ζήτημα αυτό επισημαίνεται η διαφοροποίηση του Ισλαμισμού. Εν τούτοις, ακόμη και στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και παρά τις σφαγές, τις λεηλασίες και τους εξισλαμισμούς, υπό την Οθωμανική διακυβέρνηση, οι εθνικές ανθρωπολογίες διαιωνίστηκαν (την μεγαλύτερη καταστροφή την υπέστησαν το 1922 όταν την αντικατέστησε το μοντερνιστικό κεμαλικό κράτος που εμφορείται από ρητές κρατικοεθνικιστικές ανθρωπολογικές παραδοχές).

[42] Το ζήτημα του χρόνου στην κοσμοσυστημική γνωσιολογία είναι προς το παρόν εξ αντικειμένου ασαφές γιατί συναρτάται με πολλές και αστάθμητες μεταβλητές της πολιτικής και ανθρωπολογικής διαμόρφωσης εκατοντάδων εθνών, καθώς επίσης και με κριτήρια όπως η τεχνολογία και η οικονομία. Τουτέστιν, η ανθρωποκεντρική διαμόρφωση του πλανήτη αφορά πολλές και ρευστές μεταβλητές. Προς το παρόν και σύμφωνα με τη δική μας κρίση, πιο εφικτό είναι να προσδιοριστεί η φορά κίνησης προς μια πιο βαθιά ανθρωποκεντρική διαμόρφωση με τους όρους που ήδη αναφέραμε: Φορά κίνησης, δηλαδή, από το αντίστοιχο της αφετηριακής κλασικής περιόδου προς ένα πιο ώριμο στάδιό της προς το τέλος πριν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Και πάλιν, τονίζουμε: Αυτό δεν προκρίνει μια μορφολογικά διαφορετική εξωτερική συμπεριφορά στην βάση κάποιας τυπολογίας που καταργεί την αναρχία και τις σχέσεις δυνάμεως, παρά μόνο υποθέτει μια πιο εδραία προσκόλληση σε παραδοχές υπεράσπισης της ολοένα και πιο συνειδητοποιημένης ανθρωπολογικής ετερότητάς με αντί-ηγεμονικές εξισορροπήσεις. Αν μάλιστα υπάρχει ένα προηγούμενο μιας εθνοκρατοκεντρικής λειτουργίας αντίστοιχης με την συγκαιρινή είναι η ύστερη φάση του κλασικού κρατοκεντρικού συστήματος. Ούτε βέβαια υπαινίσσεται καν πως αν ένα ισχυρό εθνοκράτος κατακτήσει δεσπόζουσα θέση δεν θα συμπεριφερθεί ηγεμονικά καθιστώντας αναγκαίο την αντί-ηγεμονική συσπείρωση των άλλων δρώντων. Στην διαλεκτική σχέση  αυτών των ζητημάτων η στοχαστική διέξοδος στο Κοσμοθεωρία των Εθνών συναρτήθηκε με την Καβάφεια ιδιοφυή προσομοίωση της θαλασσοπορίας προς μια ιδανική μεν αλλά ίσως ανύπαρκτη εθνοκρατοκεντρική Ιθάκη. Μια κοσμοσυστημική Ιθάκη, είναι ζήτημα που τίθεται στην επόμενη φάση ενός τέτοιου προσανατολισμού και με την προϋπόθεση ότι συγκροτούνται προϋποθέσεις πλανητικής ανθρωποκεντρικής διαμόρφωσής της.

[43] Σημειώνεται ότι ο Γιώργος Κοντογιώργης ο οποίος κατά κύριο λόγο επεξεργάζεται την κοσμοσυστημική γνωσιολογία, αποδέχεται απολύτως την Θουκυδίδεια ερμηνεία των διακρατικών σχέσεων ενόσω οι προϋποθέσεις του διακρατικού συστήματος στο επίπεδο των κρατών παραμένουν σχέσεις δυνάμεως όπως συνέβαινε στο κλασικό σύστημα των Πόλεων και στο σύγχρονο Βεστφαλιανό κρατοκεντρικό σύστημα όπως διαμορφώθηκε μετά το 1648 και όπως επικυρώθηκε το 1945 στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. Για την τυπολογία του Γιώργου Κοντογιώργη βλ. ιδ. Δημοκρατία ως ελευθερία, σ. 289 κ.ε.

[44] K. Waltz, «Interview conducted by F.Halliday, J.Roseberg», Review of International  Studies, 1998, vol. 24. Έμφαση δική μου.

[45] Σε πολλά κείμενά του, βλ. το σημαντικότερο, Θεωρία διεθνούς πολιτικής (Ποιότητα, Αθήνα 2011)

[46] Εξαιρετικά σημαντικά και επιβεβαιωτικά των υποθέσεων που κάνουμε εδώ είναι τα πορίσματα μελέτης για το κατά πόσο υπάρχουν διλήμματα ασφαλείας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της ΕΕ από το 1945 μέχρι και την ενοποίηση της Γερμανίας. Βλ. Π. Ήφαιστος, Διπλωματία και στρατηγική των μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία (Ποιότητα 2001).

[47] Κατά νου έχω την στάση των Εθνών της πρώην ΕΣΣΔ κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν στην πρώτη φάση πολλοί είδα στον εισβολέα τον απελευθερωτή. Άλλο ζήτημα είναι η στάση των εθνικά διαφοροποιημένων πολιτών της πρώην ΕΣΣΔ κατά την διάρκεια του συστήματος διπολικής ισορροπίας δυνάμεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμη ένα ζήτημα είναι η στάση των μελών των Εθνών της πρώην ΕΣΣΔ –τόσο μεταξύ τους όσο και με άλλα κράτη– μετά την πτώση της και την ανάδυση των εθνικών κοσμοθεωριών.

[48] Παραθέτουμε δύο εκτενέστερα αποσπάσματα: «Ο Ντε Γκώλ απέδειξε ότι κάναμε λάθος (…) τα πραγματιστικά συμφέροντα, απλώς επειδή είναι πραγματιστικά και δεν ενισχύονται από βαθιές ιδεολογικές και φιλοσοφικές δεσμεύσεις, είναι εφήμερα. Απλώς επειδή τα ενώνουν πολύ χαλαροί δεσμοί, πολύ εύκολα μπορούν να διαλυθούν ή να γίνουν θρύψαλα. Επομένως, ένα πολιτικό προτσές το οποίο οικοδομείται και προβάλλεται στην βάση πραγματιστικών συμφερόντων, είναι καταδικασμένο να είναι μια ευπαθής διαδικασία, επιρρεπής σε αποσύνθεση και από-ολοκλήρωση. Με αυτή την τροποποίηση των λογικών βάσεων του λειτουργισμού, μπορούμε να επανεξετάσουμε τον χαρακτήρα των πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων. Αποφάσεις που βασίζονται στην υψηλή πολιτική και θεμελιώδεις δεσμεύσεις είναι αναμφίβολα πιο στέρεες από δεσμεύσεις που στηρίζονται σε πραγματιστικές προσδοκίες», Haas Ernst, «The Uniting of Europe and the Uniting of Latin America», Journal of Common Market Studies, vol. 5, 1966-7, σελ. 327 και 328. Επίσης, σε άλλο κείμενο: «Εάν η ολοκλήρωση συνδεθεί με την έννοια “κοινότητα” σύμφωνα με τον όρο Gemeinschaft, όπως τον χρησιμοποιούσε ο Tonnies, και η λειτουργική συνεργασία με συμφέροντα και με τρόπο που οδηγεί σε ad hoc και ασύμμετρες σχέσεις, τότε ο λειτουργισμός είναι απλώς η διεθνής εφαρμογή του Gesellschaft. Γι’ αυτό, η λειτουργική συνεργασία δεν συνδέεται κατ’ ανάγκη με την οικοδόμηση κοινότητας και η λειτουργική ιδεολογία επαναφέρεται στις πραγματικές της διαστάσεις [δηλαδή, τις απλές εταιρικές σχέσεις, οι οποίες δεν μεταθέτουν αφοσίωση και δεν οικοδομούν συλλογική ταυτότητα] (…) [Όμως, επειδή ο σκοπός είναι να εξετάσουμε τις διεθνείς σχέσεις ως μια εξελικτική διαδικασία] η λειτουργική κοινωνιολογία θα μπορούσε να διερευνήσει πως το Gesellschaft θα μπορούσε να οδηγήσει σε Gemeinschaft» Haas Ernst, Beyond the Nation-State, Functionalism and International Organization (Stanford University, Stanford, Callifornia, 1964), σελ. 26

[49] Martin Wight,  Διεθνής Θεωρία (Ποιότητα 1998) σ. 263

[50] Εξυπηρετικών των κατά καιρούς εφήμερων πολιτικών συμφερόντων της μιας ή άλλης δεσπόζουσας δύναμης όπως χαρακτηριστικά συνέβη στην «επεμβατική» φάση της πρώτης μεταψυχροπολεμικής δεκαετίας.

[51] Βλ. πιο πάνω. Προστίθεται ότι αυτό είναι και βασικό γνωσιοθεωρητικό συμπέρασμα που προκάλεσε, υποστηρίχθηκε, αλλαγή Παραδείγματος μετά τον 17ο αιώνα. Δηλαδή, μετάβαση από μια τρισχιλιετή διαδρομή όπου το «ταραχοποιό πνεύμα» είναι πανταχού παρόν και της σύγχρονης εποχής  όπου το πνεύμα επιχειρείται να εκδιωχθεί με νομικοτεχνικούς όρους  εκτός των τειχών της δημόσιας σφαίρας. Συμβολικά μετά το 1990, υποστηρίζεται και αλλού, έχουμε μια νέα αντιστροφή προς την αντίθετη κατεύθυνση, αυτή δηλαδή που ίσχυσε επί τρις περίπου χιλιάδες χρόνια.

[52] John Mearsheimer, Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων (Ποιότητα 2006).

[53] Κοσμοθεωρία των Εθνών, κεφ. 7.

[54] Ολισθήματα όπως αυτά του Χάντικτον, κατά τα άλλα επιφανούς στοχαστή, κινήθηκαν με επιστημολογική ελευθεριότητα εκτός της πειθαρχίας που επιβάλλει το Ρεαλιστικό επιστητό και με κραυγαλέα άγνοια των πνευματικών δομών του κόσμου. Αναμενόμενα, τα επιστημονικά αποτελέσματα ήταν αντιστρόφως ανάλογα του πολιτικού θορύβου που προκάλεσαν και υποδηλώνουν το έλλειμμα πειθαρχημένης και συντεταγμένης εξέλιξης της διεθνούς θεωρίας πέραν του Ρεαλιστικού επιστητού στην δυτική πολιτική σκέψη. Αν και αλματώδη ως προς πολλά ζητήματα εκ του γεγονότος ότι είναι αξιολογικά προσανατολισμένα, πιο σημαντικά είναι τα κείμενα του τούρκου Αχμέτ Νταβούτογλου τα οποία δείχνουν, τουλάχιστον, γνώση και επίγνωση των πνευματικών δομών υπό ιστορικό και σύγχρονο κόσμο. Αναφέρομαι στο Στρατηγικό βάθος (Ποιότητα 2010) και στο Εναλλακτικές κοσμοθεωρίες (Ποιότητα 2011).

[55] Η ανάπτυξη των οποίων απλά είχε κατασταλεί από το υλιστικά κινούμενο αποικιοκρατικό φαινόμενο και την ύστερη φάση αυτής της διαδρομής, την διπολική ιδεολογική ηγεμονομαχία του 20ου αιώνα.

[56] Τα εντός εισαγωγικών, Π. Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, σ. 331,332,333. Βλ. περαιτέρω ανάλυση στο παράρτημα.

[57]«Μετά-νεοτεριής εποχής, επαναλαμβάνουμε, είναι όρος που αντιδιαστέλλεται με την μεταμοντέρνα, η πρώτη νοούμενη ως ανθρωπολογικά μεστή και η δεύτερη ίσαμε τις ακραίες απολήξεις της ως ανθρωπολογικά εκμηδενισμένη.

[58] Το ζήτημα αυτό έχει τύχει διερεύνησης σε δέκα περίπου μονογραφίες του υποφαινόμενου τις οποίες ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αναζητήσει. Τα συμπεράσματα αποκρυσταλλώθηκαν στο κεφ. 6 του Κοσμοθεωρία των Εθνών, ό.π.

[59] Ήδη ανέφερα την αξιολογικά ελεύθερη και περιγραφική ερμηνεία του Παναγιώτη Κονδύλη, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού (Θεμέλιο 1991). Προσθέτω το εξίσου σημαντικό του Θόδωρου Ζιάκα, Ολοκληρωμένος μηδενισμός (Αρμός 2009). Επίσης, του Χρήστου Γιανναρά, Το αίνιγμα του κακού (Ίκαρος 2009).

[60] Για μια πρόσφατη εισήγηση σε συνέδριο βλ. «Μαλακή» ή «έξυπνη» ισχύς και σύγχρονη διεθνής πολιτική, http://www.ifestosedu.gr/47SoftPower.htm, όπου και παραπομπές.

[61] Ένα σοβαρό επιστημολογικό ερώτημα είναι το κατά πόσο οι νόμοι του Παραδείγματος δεσμεύουν όλες τις τάσεις των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών που με τον ένα ή άλλο θίγουν ζητήματα διεθνούς συστήματος ή κατά πόσο είναι δεσμευτικοί μόνο για τους διεθνολόγους. Αβασάνιστα και για αυτονόητα στοιχειώδη επιστημολογικά θέσφατα, η θέση που υιοθετώ είναι ότι δεσμεύει όλους.

[62] Πιο πάνω εξηγήσαμε ότι η Αυτοκρατορία ως έννοια στο παρελθόν και ιδιαίτερα στην ύστερη Ρωμαϊκή και στην Βυζαντινή Οικουμένη αποτελούσε μια δομή πολύ διαφορετική σε σύγκριση με την σημερινή έννοια.

Advertisements


Κατηγορίες:Διεθνείς Σχέσεις, Δοκίμια, Ηφαιστος Παναγιώτης, Στρατηγική

Ετικέτες: , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: