Σταύρου Λυγερού. ΟΙ ΕΝ ΕΞΕΛΙΞΕΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ. «ΤΣΙΠΡΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΙΣΧΥΡΑ ΚΡΑΤΗ ΤΗΣ ΕΕ ΩΣ ΞΙΦΙΑΣ»

Αντιμέτωπος με σκληρό δίλημμα βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες ο πρωθυπουργός. Από τη μία πλευρά η –σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες– προειδοποίηση-απειλή του Ντράγκι ότι εάν δεν υπάρξει άμεσα συμφωνία οι ελληνικές τράπεζες θα υποχρεωθούν να επιβάλουν έλεγχο στις κινήσεις κεφαλαίων. Από την άλλη, το σαφές μήνυμα των δανειστών πως συμφωνία θα έχει μόνο εάν ουσιαστικά αποδεχθεί τον κορμό των απαιτήσεών τους.

Όταν η Μέρκελ δηλώνει πως «όταν υπάρχει βούληση υπάρχει και τρόπος», ουσιαστικά εννοεί ότι η Αθήνα πρέπει να αποκτήσει τη βούληση όχι απλώς για να κάνει βήματα πίσω, αλλά ουσιαστικά για να παραδοθεί. Εξ ου και οι πολλές αναφορές στην ανάγκη ο Τσίπρας να λάβει δύσκολες αποφάσεις.

Όλα δείχνουν πlygerosως μετά από μία μακρόσυρτη και με υψηλό κόστος για την ελληνική οικονομία διαπραγμάτευση, η επίτευξη συμφωνίας έχει καταστεί μονόδρομος για τον πρωθυπουργό. Οι προσπάθειές του πλέον εστιάζονται στο να αμβλύνει κατά το δυνατόν τις πιο επώδυνες απαιτήσεις και να εξασφαλίσει επίσης κατά το δυνατόν κάποιες αναφορές για ζητήματα που η Αθήνα θεωρεί κρίσιμα, όπως η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

Το κλίμα την Παρασκευή στο μέγαρο Μαξίμου ήταν κλίμα αναπόφευκτης πολιτικής ήττας. Η προσπάθειά της κυβέρνησης να επιβάλει το δικό της 47σέλιδο προσχέδιο ως βάση των περαιτέρω διαπραγματεύσεων σε πολιτικό επίπεδο έχει πέσει στο κενό. Για την ακρίβεια, οι δανειστές το πέταξαν αμέσως στον κάλαθο των αχρήστων. Κατέστησαν σαφές πως βάση των διαπραγματεύσεων είναι η δική τους πρόταση. Τόνισαν, μάλιστα, πως οι αλλαγές που μπορούν να γίνουν αποδεκτές θα είναι λίγες και υπό την προϋπόθεση πως θα εξασφαλισθούν δημοσιονομικά ισοδύναμα.

Ο ίδιος ο Τσίπρας ομολόγησε στη Βουλή πως η πρόταση των δανειστών ήταν για τον ίδιο δυσάρεστη έκπληξη. Δεν θα έπρεπε. Οι πληροφορίες για τον συμβιβασμό που είχε επιτευχθεί στην πενταμερή συνάντηση των δανειστών στη Γερμανία (Μέρκελ, Ολάντ, Γιούνκερ, Ντράγκι και Λαγκάρντ) δεν άφηναν περιθώρια για αισιοδοξία. Το ΔΝΤ έκανε πίσω από την απαίτησή του για αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους και ως αντάλλαγμα οι Ευρωπαίοι αποδέχθηκαν να συμπεριλάβουν στην κοινή πρόταση τα σκληρά μέτρα λιτότητας του Ταμείου, συμπεριλαμβανομένων κι αυτών για τη μείωση των συντάξεων.

Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, στη συνάντησή του με τον Τσίπρα πριν 10 ημέρες, ο Γιούνκερ του είχε ζητήσει να στείλει προτάσεις επί του σχεδίου των δανειστών για να προχωρήσει η διαπραγμάτευση. Ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε συμφωνήσει και είχε δώσει αμέσως εντολή στους συνεργάτες του να τις ετοιμάσουν. Επιστρέφοντας στην Αθήνα και υπό την επήρεια άλλων εισηγήσεων, όμως, άλλαξε γνώμη. Προκάλεσε τη συζήτηση στη Βουλή, με προφανή σκοπό να αποσπάσει από την αντιπολίτευση τη δήλωση πως η πρόταση των δανειστών είναι απορριπτέα. Πίστευε πως μ’ αυτό τον τρόπο θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική θέση του απέναντί τους.

Το μόνο πρακτικό αποτέλεσμα του ελιγμού του ήταν να προκαλέσει τη δημόσια οργισμένη αντίδραση του προέδρου της Κομισιόν, ο οποίος και έχει εκ μέρους των δανειστών αναλάβει τον πολιτικό χειρισμό του Έλληνα πρωθυπουργού. Διαπιστώνοντας ότι κινδυνεύει να χάσει κι αυτό τον δίαυλο και να τορπιλισθεί η επίτευξη συμφωνίας, ο Τσίπρας όχι μόνο δεν ανταπάντησε στις βολές Γιούνκερ, αλλά και έριξε γέφυρες, προκειμένου να αποκαταστήσει τις σχέσεις.

Για να συνεχίσει, μάλιστα, τη διαπραγμάτευση στο πολιτικό επίπεδο έστειλε τον Παππά και τον Τσακαλώτο στις Βρυξέλλες με νέες προτάσεις, οι οποίες αποτυπώνουν πρόσθετες υποχωρήσεις. Και οι νέες ελληνικές υποχωρήσεις, όμως, κρίθηκαν ανεπαρκείς, χωρίς η άλλη πλευρά να μετριάσει αντιστοίχως τις δικές της απαιτήσεις.

Σύμφωνα με κοινοτική πηγή, ο τρόπος που οι δύο Έλληνες υπουργοί αντιμετωπίσθηκαν στις Βρυξέλλες δεν ήταν και ο καλύτερος δυνατός. Επιπροσθέτως, ενώ συνομιλούσαν με τον επίτροπο Μοσκοβισί, εισήλθε στην αίθουσα το κλιμάκιο των υπαλλήλων του ΔΝΤ. Οι Παππάς και Τσακαλώτος αρνήθηκαν να διαπραγματευθούν μαζί τους, γεγονός που προκάλεσε την ανάκληση του κλιμακίου και την αποχώρησή του από τις Βρυξέλλες.

Η ανελαστικότητα του ΔΝΤ μόνο εν μέρει ερμηνεύεται από την προφανή ενόχλησή του για την ανάμιξη Ευρωπαίων πολιτικών ηγετών σε μία διαπραγμάτευση, η οποία κατ’ αυτό έπρεπε να έχει «τεχνικό» χαρακτήρα. Έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, με την Ευρωζώνη να αρνείται την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους και με την ελληνική οικονομία να βυθίζεται, το Ταμείο συνειδητοποιεί πως έχει μόνο να χάσει εάν παραμείνει στον βάλτο της ελληνικής κρίσης. Γι’ αυτό και εξωθεί τα πράγματα, προσδοκώντας ή τον απεγκλωβισμό του, ή την επιβολή του δικού του πακέτου που συνδυάζει σκληρά μέτρα λιτότητας με την αναδιάρθρωση του χρέους.

Η δήλωση του προέδρου της Κομισιόν πως οι διαπραγματεύσεις θα συνεχισθούν σε τεχνικό επίπεδο και στη συνέχεια θα πάνε σε πολιτικό επίπεδο αντανακλά την πρόθεση του ευρωιερατείου να επαναφέρει το κλιμάκιο του ΔΝΤ στο τραπέζι. Μπορεί η Αθήνα να απάντησε πως οι διαπραγματεύσεις σε επίπεδο τεχνοκρατών έχουν τελειώσει, αλλά πριν αλέκτωρ φωνήσαι τρις έκανε στροφή 180 μοιρών.

Υπό την επήρεια και των τηλεφωνικών συνδιαλέξεών του με τον Γιούνκερ και τη Μέρκελ, ο Τσίπρας έστειλε στις Βρυξέλλες τους Δραγασάκη, Παππά και Τσακαλώτο με νέες προτάσεις-υποχωρήσεις για να διαπραγματευθούν με τους υπαλλήλους. Η διαδικασία δεν θα παρουσιασθεί έτσι, αλλά η ουσία είναι αυτή.

Το μήνυμα που με διάφορους τρόπους στέλνεται όλο αυτό το διάστημα στην Αθήνα είναι πως δεν έχει περιθώρια ουσιαστικής διαπραγμάτευσης. Με άλλα λόγια, πως η αποδοχή του σχεδίου των δανειστών είναι μονόδρομος. Σύμφωνα με κοινοτική πηγή, το ευρωιερατείο δεν επιθυμεί για λόγους εντυπώσεων και τήρησης των προσχημάτων να εμφανίσει τις προτάσεις του ως τελεσίγραφο. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για «ευέλικτο τελεσίγραφο».

Ο Τσίπρας εκμεταλλεύθηκε τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής για να ξανασυναντηθεί όχι μόνο με τον πρόεδρο της Κομισιόν, αλλά και με το δίδυμο Μέρκελ-Ολάντ. Οι διαδοχικές συναντήσεις του με τους κορυφαίους ηγέτες της Ευρωζώνης, όμως, δεν έφεραν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Αντιθέτως, διέψευσαν την αυθαίρετη, αλλά διαδεδομένη στα ελληνικά κυβερνητικά κλιμάκια εκτίμηση πως το εμπόδιο για την επίτευξη συμφωνίας ήταν μέχρι τώρα οι τεχνοκράτες των θεσμών. Διέψευσαν, επίσης, και την ελπίδα της Αθήνας πως ο πρόεδρος Ομπάμα θα ασκούσε αποτελεσματικές πιέσεις στη Μέρκελ για την επίλυση του ελληνικού προβλήματος.

Ο Γιούνκερ, η Μέρκελ και ο Ολάντ μπορεί να υιοθετούν μία πιο ευέλικτη και διπλωματική αντιμετώπιση σε σύγκριση με τους υπαλλήλους τους, αλλά μέχρις εκεί. Με δεδομένες τις εσωτερικές διαφωνίες τους, είναι αυτοί που υπαγορεύουν τις απαιτήσεις.

Ο Τσίπρας προσπαθεί να φθάσει σε μία συμφωνία η οποία ναι μεν θα προβλέπει την επιβολή νέων φόρων για να καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό, αλλά ταυτοχρόνως θα δημιουργεί συνθήκες οικονομικής σταθερότητας και θα ανοίγει μία αναπτυξιακή προοπτική, Οι προσπάθειές του, όμως, μέχρι τώρα δεν βρίσκουν ανταπόκριση στην άλλη πλευρά.

Οι δανειστές ουσιαστικά δεν έχουν κάνει βήμα πίσω από τις απαιτήσεις τους. Παραμένουν στη γραμμή των προαπαιτούμενων της 5ης αξιολόγησης του Μνημονίου. Αρνούνται σ’ αυτή τη φάση να συζητήσουν κρίσιμα ζητήματα που θέτει η Αθήνα, όπως η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, η συμμετοχή της Ελλάδας στην ποσοτική χαλάρωση του Ντράγκι και ευρύτερα η ανάληψη πρωτοβουλιών για να επανέλθει η ελληνική οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης.

Οι δανειστές δηλώνουν διατεθειμένοι να συζητήσουν αυτά τα ζητήματα στο πλαίσιο ενός τρίτου Μνημονίου και αφού ολοκληρωθεί επιτυχώς η 5η και καταληκτική αξιολόγηση του δεύτερου Μνημονίου. Στο ίδιο πλαίσιο είναι διατεθειμένοι να χρηματοδοτήσουν την Ελλάδα για να ανταποκριθεί στις δανειακές υποχρεώσεις της. Με άλλα λόγια, μπορεί ο Σόιμπλε να έχει προς το παρόν αποσυρθεί από τη σκηνή, αλλά, με τη βοήθεια και του ΔΝΤ, το πνεύμα του είναι παρόν και κυριαρχεί. Δεν είναι τυχαίο πως ο ίδιος όχι μόνο απέκλεισε την απόσυρση του Ταμείου από τις διαπραγματεύσεις, αλλά και πως έσπευσε να χαρακτηρίσει την αποχώρηση του κλιμακίου από τις Βρυξέλλες ως προειδοποίηση προς την Αθήνα.

Στην κλεψύδρα έχει μείνει λίγη άμμος. Στο τέλος του μήνα λήγει η παράταση του υφιστάμενου προγράμματος και η σύνοδος του Eurogroup στις 18 Ιουνίου είναι η τελευταία που θα μπορούσε υπό κανονικές συνθήκες να εγκρίνει μία συμφωνία και να ανάψει το πράσινο φως για εκταμίευση. Αυτός είναι ο λόγος που πριν μερικές ημέρες στο Βερολίνο άρχισαν να συζητούν το σενάριο μίας νέας παράτασης.

Η ιδέα υιοθετήθηκε από την ελληνική πλευρά, η οποία πρότεινε εννεάμηνη παράταση, σε συνδυασμό με την πρότασή της για άλλου τύπου χρηματοδότηση, ώστε να αποτραπεί η χρεοκοπία. Σύμφωνα με κυβερνητική πηγή, ο πρωθυπουργός έχει αφήσει στους Ευρωπαίους συνομιλητές του να εννοηθεί πως είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει όσον αφορά το πρωτογενές πλεόνασμα και τον ΦΠΑ και σταδιακά να λάβει αρκετά από τα επώδυνα μέτρα που του ζητούν. Το αντάλλαγμα που ζητάει είναι μία δέσμευση του ευρωιερατείου για την αναδιάρθρωση του χρέους και για πρωτοβουλίες αναπτυξιακού χαρακτήρα.

Ούτε κι αυτή η φόρμουλα, όμως, βρήκε ανταπόκριση. Τις τελευταίες ώρες, μάλιστα, το αίτημά του έχει υποβαθμισθεί. Ζητάει μία απλή αναφορά για την αναδιάρθρωση του χρέους, αλλά ζητάει και οι θεσμοί να υποβαθμίσουν τις απαιτήσεις τους για μείωση συντάξεων επίσης σε μία αναφορά για μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού.

Οι δανειστές, όμως, θεωρούν πως ο Τσίπρας έχει κάψει τα διαπραγματευτικά χαρτιά του και είναι με την πλάτη στο καναβάτσο. Αν και ακόμα διατηρεί ισχυρά ερείσματα στο εκλογικό σώμα, τα πρώτα σημάδια πολιτικής φθοράς είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού.

Το κλίμα αβεβαιότητας και η ασφυξία συνεχίζει να συσσωρεύει οικονομικά και κοινωνικά ερείπια, γεγονός που αρχίζει να αντανακλάται στο πολιτικό επίπεδο. Πολύ περισσότερο που η κοινή γνώμη συνειδητοποιεί σιγά σιγά πως η κυβέρνηση βαδίζει «με βάρκα την ελπίδα» και όχι στη βάση ενός επεξεργασμένου πολιτικού σχεδίου.

Έχοντας χάσει χρόνο και έχοντας ο ίδιος κλείσει τους όποιους εναλλακτικούς δρόμους, το μόνο που έχει απομείνει στον Τσίπρα είναι ο φόβος των Ευρωπαίων για τις επιπτώσεις που θα έχει στην Ευρωζώνη η χρεοκοπία της Ελλάδας, ειδικά επειδή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε Grexit. Ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Σαπέν ομολόγησε αυτές τις ημέρες πως καμία πλευρά δεν αντέχει την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι επαρκές για να δημιουργήσει συνθήκες σχετικής ισορροπίας στις διαπραγματεύσεις. Ειδικά όταν η Αθήνα δεν δείχνει αποφασισμένη να παίξει μέχρι τέλους αυτό το χαρτί.

Διπλωματικές πηγές εκτιμούν ότι στους κόλπους των δανειστών υπάρχουν ορισμένοι που θέλουν να δοθούν στην κυβέρνηση Τσίπρα κάποιες παραχωρήσεις, έστω και συμβολικές, ώστε να αποτελέσουν «φύλλο συκής» . το οποίο θα καλύψει την ελληνική υποχώρηση. Κάτι τέτοιο, όμως, προσκρούει στους σκληροπυρηνικούς της Ευρωζώνης, με τους οποίους έχει συνταχθεί το ΔΝΤ.

Στο σημείο αυτό είναι διαφωτιστικά τα σχόλια που πριν από ενάμιση μήνα έκανε κοινοτικός παράγοντας για την τακτική των δανειστών έναντι της κυβέρνησης Τσίπρα. Είχε πει με νόημα: «Θυμίζει το ψάρεμα του ξιφία; Όταν δαγκώσει το αγκίστρι αντιστέκεται με όλες τις δυνάμεις του. Δεν μπορούν να τον βγάλουν αμέσως έξω. Γι’ αυτό ακολουθούν μία τακτική καταπόνησης μέχρι το ψάρι να εξαντληθεί. Τότε και μόνο τότε το τραβάνε πάνω».

Η επόμενη ερώτηση ήταν αναπόφευκτη: Πότε εκτιμά πως η «κυβέρνηση-ξιφίας» θα έχει εξαντληθεί; «Το βλέπω για το φθινόπωρο. Μέχρι τον Ιούνιο, οι θεσμοί θα υποβάλλουν τον Τσίπρα σε συνεχές σκωτσέζικο ντους για να σπάσουν την αντίστασή του. Επιδιώκουν με διαρροές, απειλές και υποσχέσεις να καταστήσουν σιγά σιγά μονόδρομο την πολιτικοψυχολογική προσαρμογή του στο πλαίσιο που μέχρι τώρα καταγγέλλει».

Όταν ο ίδιος παράγοντας ρωτήθηκε για τις πολιτικές επιπτώσεις της επιδιωκόμενης προσαρμογής, η απάντησή του ήταν κυνική: «Είναι πρόβλημα του Τσίπρα να αντιμετωπίσει την αριστερή αντιπολίτευση στο κόμμα του και τις όποιες κοινωνικές αντιδράσεις. Εάν καταφέρει να ρυμουλκήσει τον ΣΥΡΙΖΑ εκεί που ρυμουλκούν τον ίδιο, θα γίνει σταδιακά κανονικό κόμμα, θα πάψει να είναι μία επικίνδυνη πολιτική ανορθογραφία. Αλλιώς, ο Τσίπρας θα αναγκασθεί να συγκρουσθεί με την αριστερή πτέρυγα και να αλλάξει πολιτικούς συμμάχους. Υπάρχουν εφεδρείες γι’ αυτή την περίπτωση».

Στο ερώτημα πώς τα αφεντικά της Ευρωζώνης προεξόφλησαν ότι ο Τσίπρας δεν θα επέλεγε τη ρήξη, απάντησε: «Δεν το προεξόφλησαν. Γι’ αυτό και ακολούθησαν την τακτική της φθοράς κι όχι της μετωπικής σύγκρουσης. Απέφυγαν να τον στριμώξουν αμέσως. Πρώτον, επειδή φοβούνταν πως μπορούσε να προκηρύξει δημοψήφισμα και να θέσει την Ευρωζώνη αντιμέτωπη με δύσκολο δίλημμα. Δεύτερον, επειδή ήθελαν να τηρήσουν τα προσχήματα απέναντι σε μία νεοεκλεγμένη κυβέρνηση. Θα το κάνουν, όμως, το επόμενο διάστημα, επειδή διαπιστώνουν ότι με την πάροδο του χρόνου ο ίδιος ο Τσίπρας αυτοεγκλωβίζεται ολοένα και περισσότερο. Η συμφωνία έχει καταστεί γι’ αυτόν μονόδρομος, γεγονός που κλείνει κάθε εναλλακτικό δρόμο και ακυρώνει τη δυνατότητά του να απειλήσει τα συμφέροντα της άλλης πλευράς, ώστε να αποσπάσει κάποια ανταλλάγματα».

Ενάμιση μήνα μετά, οι κουβέντες αυτές αποκτούν ιδιαίτερο νόημα…

Advertisements


Κατηγορίες:Ευρώπη, Ελλάδα, Λυγερός Σταύρος

Ετικέτες: , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: