Αθανάσιος Σαμαράς, ΦΙΝΛΑΝΔΟΠΟΙΗΣΗ: ΕΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΣΧΗΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ;

Τρία φαντάσματα επισκέπτονται τον Σκρουντζ στην Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Καρόλου Ντίκενς. Το πρώτο από αυτά τον ξαναγυρίζει στον παρελθόν, το δεύτερο του δείχνει όψεις του παρόντος που του διαφεύγουν,  ενώ το τρίτο τον ξεναγεί στο μέλλον. Η Φινλανδοποίηση αποτελεί ένα τέτοιο φάντασμα, μόνο που ενώ είναι το φάντασμα του παρελθόντος για την Φινλανδία μοιάζει να είναι το ΦάΦινλανδιαντασμα του εγγύτατου μέλλοντος ( ή μήπως του παρόντος)  για την Ελλάδα. Στόχος αυτού του άρθρου αποτελεί η οριοθέτηση του φαινομένου και η παρουσίαση του σαν ένα ενδεχόμενο ερμηνευτικό σχήμα για τις Ελληνοτουρικικές σχέσεις. Το κείμενο επηρεάζεται άμεσα από την επιστημονική οπτική του συγγραφέα που είναι αυτή της εφαρμοσμένης επικοινωνιολογίας και της διαχείρισης του εσωτερικού μετώπου

Ο όρος φινλανδοποίηση περιγράφει τη διαδικασία κατά την οποία μία μικρή χώρα, η οποία συνορεύει με μία μεγαλύτερη, αποκτά με συγκεκαλυμμένο τρόπο εξαρτήσεις από την ισχυρή της γείτονα. Εξαρτήσεις που την κάνουν να αντιδρά αυτόματα και ευνοϊκά σε κάθε αίτημα της μεγαλύτερης χώρας. Η υιοθέτηση αυτής της στάσης είναι απότοκο του φόβου ότι η μικρή χώρα οδηγούμενη σε σύρραξη με το γείτονά της θα χάσει πολύ περισσότερα.

Ο όρος αυτός αποτελεί κωδικοποίηση των ιστορικών σχέσεων της Φινλανδίας με τη Σοβιετική Ένωση. Μετά από μία σειρά ένοπλων συγκρούσεων μεταξύ των δύο χωρών στο πρώτο μισό του αιώνα, η μεταπολεμική φινλανδική κυβέρνηση του Suho Passikivi ακολούθησε μία πολιτική ευμενούς ουδετερότητας απέναντι στη Σοβιετική ‘Ένωση, η οποία μέσα από ένα πλέγμα ‘φιλικών’ συμφώνων συνεργασίας, καθώς και τη σύναψη προνομιακών οικονομικών σχέσεων, οδήγησε στο ‘συντονισμό’ της εξωτερικής και εν μέρει της εσωτερικής πολιτικής της Φινλανδίας με τις απαιτήσεις της Σοβιετικής Ένωσης (Scruton 1982).

Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε ως μέρος του ιδεολογικού οπλοστασίου του ΝΑΤΟ, που νομιμοποιούσε την ύπαρξη του, ενώ συγχρόνως κατεδείκνυε τους κινδύνους που κρύβονταν από τη δράση ορισμένων φιλειρηνικών κινημάτων, καθώς και των στενών εναγκαλισμών των ευρωπαϊκών χωρών με τη Σοβιετική Ένωση. Πέραν του ιστορικού πλαισίου στο οποίο αναδείχθηκε, ο όρος αυτός χρησιμεύει για να καταδείξει τους κινδύνους που συνεπάγονται επιθέσεις φιλίας, όταν αυτές γίνονται στα πλαίσια: (α) μίας μακροχρόνιας δομικής αντιπαλότητας που δεν αίρεται, (β) μίας ανισότητας στρατιωτικών δυνάμεων και αντίστοιχα μειωμένης πρόθεσης αυτές να χρησιμοποιηθούν.

Η Φινλανδοποίηση έχει δύο κύριες επικοινωνιακές διαστάσεις: (Α) Σαν έννοια, σαν ερμηνευτικό πλαίσιο έχει την δυνατότητα νομιμοποίησης ή απονομιμοποίησης ορισμένων πρακτικών. (Β) Η λειτουργία της Φινλανδοποίησηs απαιτεί μία σύνθετη διαδικασία αυτολογοκρισίας που παίρνει την μορφή της αστυνόμευσης του οικείου συμβολικού περιβάλλοντος εκ μέρους του πιο αδύνατου μέρους της σχέσης.

Α) Η ρητορική του αντικομουνισμού, που κατασκευάστηκε από τις πρώτες μέρες του ψυχρού πολέμου, στηρίχθηκε σε μία σειρά ερμηνευτικών σχημάτων και θεωριών, όπως ‘το σιδηρούν παραπέτασμα’, η ‘σαλαμοποίηση’, και  η ‘θεωρία του ντόμινο’ (Θεοδωρακόπουλος 1999:47-58). Ο ρόλος αυτών των ιδεολογημάτων υπήρξε αποφασιστικός στη δαιμονοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης, στην κινητοποίηση της κοινής γνώμης, και στη νομιμοποίηση των όποιων ενεργειών. Αυτό το ιδεολογικό εποικοδόμημα υπήρξε  διεθνές και λειτούργησε ως ένα ερμηνευτικό υπόστρωμα, στο οποίο στηρίχθηκαν διάφορες επιμέρους προσπάθειες προπαγάνδας. Ο όρος Φινλανδοποίση πρωτοχρησιμοποιήθηκε στην Αυστρία στην δεκαετία του 50 και γνώρισε εκτεταμένη χρήση από την δεκαετία του 60 στην Γερμανία για να καταγγείλει τις μακροχρόνιες στρατηγικές που χρησιμοποιούσε η ΕΣΣΔ για να μετατρέψει χώρες έξω από την ζώνη επιρροής της σε δορυφόρους της χωρίς να εμπλακεί σε ένοπλη σύρραξη (Salminen 1999:5). Στην Γερμανία ιδιαίτερα ο όρος Φινλανδοποίηση χρησιμοποιήθηκε για να καταγγείλει ως ‘πεμπτοφαλλαγίτικες’ μία σειρά από δραστηριότητες που σχετίζονταν με το κίνημα υπέρ της ειρήνης και κατά των πυρηνικών, τουs Πράσινους κα.

Β) Κατά τη διάρκεια πολεμικών συγκρούσεων ή κρίσεων σε κράτη με βαθιά δημοκρατική παράδοση και με νομοθετικά καθιερωμένη την ελευθερία του τύπου, λαμβάνει χώρα μία έντονη σύγκρουση ανάμεσα στο συμφέρον του κράτους, που πρέπει να φροντίσει για την επιβίωση του έθνους από την μία, και στο δικαίωμα στην αλήθεια, την ελευθεροστομία και την ελευθεροτυπία από την άλλη (Jeanneney 1999:162, επίσης Carruthers 2000:9). Ο πόλεμος συχνά επιδρά όχι απλά και μόνο στις πρακτικές αλλά και στον τρόπο που γίνεται αντιληπτός ο κανονιστικός ρόλος των ΜΜΕ. Μεγάλα τμήματα τηs κοινωνίας παύουν να θεωρούν τα ΜΜΕ σαν πηγή πληροφόρησης που οφείλει να είναι αμερόληπτη και τα αντιλαμβάνονται σαν εργαλεία διαχείρισης του εσωτερικού μετώπου η λειτουργία των οποίων αποσκοπεί στο να κρατήσει ψηλά το ηθικό και να ενισχύσει την προσπάθεια τόσο στο θέατρο των μαχών όσο και στο θέατρο της κοινής γνώμης.

Σε περιόδους εθνικής κρίσης ή ένοπλης σύρραξης η νομιμοποίηση της επικοινωνιακής χειραγώγησης σχετίζεται τόσο με τις ιδιαιτερότητες της σύγκρουσης, όσο και με την ύπαρξη αντιθέσεων στο εσωτερικό της κοινωνίας. Ο  κυριότερος παράγοντας νομιμοποίησης κάθε προσπάθειας επικοινωνιακής χειραγώγησης είναι το μέγεθος της διακύβευσης της σύγκρουσης. Τι μπορεί, δηλαδή, να χαθεί και τι να κερδηθεί ανάλογα με την έκβαση της σύγκρουσης. Την περίοδο 1944-48, με την Σοβιετική εισβολή να επικρέμεται η κυβέρνηση της Φινλανδίας προειδοποίησε τους δημοσιογράφους ότι λόγοι σύνεσης απαιτούσαν η εικόνα της Σοβιετικής Ένωσης στα Φινλανδικά ΜΜΕ να είναι σύμφωνη με τις επιθυμίες της,  απαίτησε από τους Φιλανδούς δημοσιογράφους να κινηθούν στα επίπεδα αυτολογοκρισίας που κινήθηκαν οι Άγγλοι συνάδελφοι τους κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ενώ η δημοσίευση αρνητικών σχολίων κατά ξένης χώρας ή της κυβέρνησης της στον τύπο θεωρείτε ως δυσφήμιση, κακούργημα τιμωρούμενο με διετή φυλάκιση[1] (Salminen 1999:16).

Ο πρόεδρος της Φινλανδίας καθώς και ο υπουργός των εξωτερικών λειτουργούσαν σαν δίαυλοι μέσω των οποίων άμεσες κι έμμεσες απειλές εκπορευόταν από την Σοβιετική Ένωση προς τους ιδιοκτήτες κι εργαζόμενους των ΜΜΕ. Άλλος μοχλός πίεσης ήταν η πρεσβεία της ΕΣΣΔ στην Φινλανδία, μία από τις καλύτερα στελεχωμένες στον κόσμο με πάνω από 300 υπαλλήλους. Ειδική ομάδα ανέλυε το περιεχόμενο των ΜΜΕ, κάθε μέσο επικοινωνίας ήταν χρεωμένο σε ειδικό παρατηρητή, ενώ τα κεντρικά ενημερώνονταν σε καθημερινή βάση για τις αναπαραστάσεις της ΕΣΣΔ από τα Φινλανδικά ΜΜΕ. (Salminen 1999:52).

Η Φινλανδοποίηση, ακριβώς όπως ο επεκτατικός εθνικισμός και η πολεμική σύγκρουση οδηγούν σε χειραγώγηση του επικοινωνιακού συστήματος. Τα απολυταρχικά καθεστώτα έχουν διαμορφώσει τα ΜΜΕ κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση τους κι έτσι δεν δημιουργούνται ασυνέχειες. Οι πιέσεις που ασκεί μία σύρραξη στις σχέσεις μίας φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας με τα, αντιστοίχως φιλελεύθερα ΜΜΕ, είναι συνήθως βραχυπρόθεσμη και δεν δημιουργεί δομικές στρεβλώσεις. Στην περίπτωση της Φινλανδοποίησης η ανάγκη αστυνόμευσης του συμβολικού περιβάλλοντος και αυτολογοκρισίας έχει διαχρονική σταθερότητα δημιουργώντας στρεβλώσεις στο επικοινωνιακό σύστημα. Ουσιαστικά τα ΜΜΕ καλούνται να λειτουργήσουν με μία λογική, με ένα τρόπο κατασκευής της ειδησεογραφίας διαφορετικό από αυτόν που αντιστοιχεί στην δομή τους.

Στο επίπεδο των κοινωνικών αναπαραστάσεων, η τακτική αυτή οδηγεί στον αποκλεισμό ορισμένων απόψεων από το περιεχόμενο των ΜΜΕ που με την σειρά του οδηγεί στην έκπτωση τους από τον πολιτικό και κοινωνικό διάλογο. Ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα του αποκλεισμού αυτού στο επίπεδο της κοινής γνώμης; Την απάντηση δίνει η Γερμανίδα θεωρητικός Noelle-Neumann (1984) με την θεωρία του ‘σπιράλ της σιωπής’. Προτείνει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι για να αποφύγουν την απομόνωση σε σημαντικά δημόσια ζητήματα  καθοδηγούνται απ’ ότι νο­μίζουν ότι είναι οι κυρίαρχες απόψεις στο περιβάλ­λον τους. Οι άνθρωποι τείνουν να αποκρύπτουν τις απόψεις τους, όταν νομίζουν ότι ανήκουν στη μειοψηφία, αντιθέτως, είναι πιο πρόθυμοι να τις εκφράσουν, όταν εικάζουν ότι ανήκουν στις κυρίαρχες ομάδες. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι απόψεις που γίνονται αντιληπτές ως κυρίαρχες κερδίζουν ακόμα περισσότερο έδαφος και οι εναλλακτικές υποχωρούν ακόμα περισσότερο. Τα ΜΜΕ αποτελώντας τις πιο εύκολα προσβάσιμες πηγές παίζουν καθοριστικό ρόλο στον προσδιορισμό της κυρίαρχης άποψης για το ακροατήριο. Συνεπώς απόψεις που εκ συστήματος αποκλείονται από τα ΜΜΕ περιορίζεται η δυνατότητα τους να λειτουργήσουν σαν άξονες για την οργάνωση και την κινητοποίηση της κοινής γνώμης. Ο συνδυασμός των επικοινωνιακών διεργασιών της Φινλανδοποίηση με την λειτουργία του σπιράλ της σιωπής έχει την δυνατότητα να μετατρέψει μία στρατηγική κίνηση σε ψυχική άλωση του υπό φινλανδοποίηση έθνους παγιώνοντας την εθελοδουλία και προσδίδοντας της κανονιστικό ρόλο..

Κατά τον καθηγητή Salminen (1999) μία άλλη αλλοίωση που υφίσταται το υπό Φιλανδοποίηση έθνος είναι οι στρεβλώσεις που δημιουργούνται στην γλώσσα. Στρεβλώσεις ανάλογες  με αυτές που περιγράφει ο Όργουελ στο μυθιστόρημα ‘1984’. Οι λέξεις χρησιμοποιούνται όχι με το πραγματικό τους νόημα άλλα ως ευφημισμοί που αποκρύπτουν την πραγματικότητα. Αντίστοιχα προς το 1984 όπου η λέξη ‘ειρήνη’ σημαίνει πόλεμος, στην Φινλανδοποίηση η ίδια λέξη σημαίνει υποταγή, ενώ η εθελοδουλία βαφτίζεται ‘καλή γειτονία’ για να γίνουν αμφότερες πιο εύκολα αποδεκτές, ενώ η ιστορία ξαναγράφεται για να συνταιριάζει με τις πολιτικές αναγκαιότητες της στιγμής και του κατ’ ουσίαν επικυρίαρχου. Το newspeak της Φινλανδοποίησης είναι πιο ‘light’ από το αντίστοιχο Οργουελιανό αλλά όχι και λιγότερο επικίνδυνο. Είτε προέρχεται από επιθετική στάση (ιμπεριαλισμός) είτε από αμυντική (Φινλανδοποίηση) η διαδικασία ελέγχου του κοινωνικού γίγνεσθαι μέσα από τον έλεγχο του νοήματος των λέξεων (terministic control)  μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματικό.

Η ανάλυση της Φινλανδοποίησης δεν έχει απλά και μόνο ιστορικό ενδιαφέρον. Η ετυμολογία και μόνο του όρου καθιστά πασίδηλη την δυνατότητα εφαρμογής του  στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Απειλές και παραβιάσεις εκ μέρους της Τουρκίας αποσκοπούν στην μείωση της κυριαρχίας της Ελλάδας και στον περιορισμό των δυνατοτήτων της να λαμβάνει αποφάσεις. Η μη επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας  επί τη απειλή πολέμου καθώς και η μη εγκατάσταση των S-300 στην Κύπρο αποτελούν ‘λαμπρά’ παραδείγματα. Η διαδικασία της Φινλανδοποίησης για να ολοκληρωθεί απαιτεί την εναλλαγή των επιδείξεων δύναμης με επιθέσεις φιλίας. Τόσο στο Κυπριακό, όπου μετά τους S300 ιδιαίτερα η διαδικασία Φινλαδοποίησης του χώρου με επιπτώσεις και στη λύση του προβλήματος βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, αλλά και στην ‘εν ευρεία έννοια’ Ελλαδοτουρκικά όπου μετά τους σεισμούς η διαδικασία Φινλαδοποίησης περνά και δια των ΜΜΕ, εκδηλώνεται ο φόβος απέναντι στον ηγεμόνα και η διάθεση προσαρμογής στη βούλησή του μπροστά ακόμα και στην φημολογία περί ενδεχόμενης απειλής χρήσης βίας για θέματα που άπτονται εθνικής κυριαρχίας.

Τα ερμηνευτικά πλαίσια του ενδοτισμού,  με το ρητορικό κάλυμμα του ‘φιλειρηνισμού’,  έχουν παρεισφρήσει στο δημόσιο διάλογο για τον επαναπροσδιορισμό της εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας μετά την προσέγγιση με την Τουρκία στην πολιτική των σεισμών και στο Ελσίνκι. Η μόλυνση του κοινωνικού διαλόγου και ακόμα χειρότερα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από αυτά τα σχήματα είναι βέβαιο ότι υποσκάπτει την δυνατότητα των ενόπλων δυνάμεων να λειτουργήσουν ως διαπραγματευτικό όπλο για την ελληνική θέση. Αυτό αίρει την όποια ουσία της ‘ελληνοτουρκικής φιλίας’ μετατρέποντας την από ισότιμη σχέση σε εθελοδουλία και συνεπώς σε Φινλανδοποίηση.

Κλείνουμε αυτή την σύντομη παρουσίαση με την ελπίδα ότι το θεωρητικό πλαίσιο της Φινλανδοποίησης θα είναι πολύ λιγότερο σχετικό με τα Ελληνο-τουρκικά απ’ ότι αυτή η ανάλυση καταδεικνύει και ότι ο ιστορικός του μέλλοντος δεν θα αναφέρεται στην ‘Ελλαδοποίηση’ σαν μία ακραία μορφή μεταψυχροπολεμικής Φινλανδοποίησης όπου μία μικρή χώρα κατέστην υποτελής και δορυφόρος της τοπικής υπερδύναμης, θυματοποιούμενη από τις ίδιες της τις ψευδαισθήσεις, ότι δηλαδή ακολουθώντας μία πολιτική προσφοράς και υποχώρησης προς τον ‘άλλο’ θα τον εκπαίδευε σε καινούργιες συμπεριφορές οδηγώντας τον να εγκαταλείψει την συγκρουσιακή στρατηγική προς χάριν διαπραγματευτικών στρατηγικών επίλυσης του προβλήματος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Carruthers S. L. (2000) The Media at War. New York: St. Martin’s Press

-Θεοδωρακόπουλος Π. (1999) Πολιτικό Μάρκετινγκ, Λόμπι και Διπλωματία, Αθήνα: Εκδόσεις Σιδερή, ΕΛΙΑΜΕΠ.

-Jeanneney, J.-N. (1999). Η Ιστορία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης από την Εμφάνιση τους έως τις Μέρες μας, Αθήνα: Εκδόσεις Παπαδήμα.

-Noelle-Neumann E. (1984) The Spiral of Silence, Chicago: University of Chicago Press.

-Salminen E. (1999) The Silenced Media, The Propaganda War Between Russia and the West in Northern Europe, New York: St.Martin’s Press

-Scruton, R. (1982). A Dictionary of Political Thought, London: Pan Books

[1] Ο νόμος ψηφίστηκε το 1948 και παρέμεινε σε ισχύ έως το 1995.

 

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Αμυνα και Διπλωματία τον Αυγουστο του 2001, σελ.109-111.

Ο Αθανάσιος Σαμαράς είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς

Advertisements


Κατηγορίες:φινλανδοποίηση, Διεθνή, Διεθνείς Σχέσεις, Ευρώπη, Σαμαράς Αθανάσιος

Αρέσει σε %d bloggers: