Σταύρος Λυγερός, Τα τρία βήματα του Τσίπρα

Οδικό χάρτη τριών βημάτων έχουν –σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες– καταρτίσει ο πρωθυπουργός και οι στενοί συνεργάτες του για να καταφέρουν επιτέλους (όπως οι ίδιοι λένε) να κυβερνήσουν. Το πρώτο βήμα είναι να ολοκληρωθεί γρήγορα και ομαλά η διαδικασία διαπραγματεύσεων για τη σύνταξη του 3ου Μνημονίου και η ψήφισή του από την ελληνική Βουλή. Το δεύτερο βήμα είναι να lygerosεκκαθαρισθεί κατά τρόπο οριστικό το εσωκομματικό τοπίο. Και το τρίτο βήμα είναι η διεξαγωγή εκλογών με σκοπό τον σχηματισμό κυβέρνησης μακράς πνοής που θα έχει κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα.

Κυβερνητικοί παράγοντες αναγνωρίζουν ότι παρά την έγκαιρη και με μεγάλη πλειοψηφία ψήφιση των προαπαιτούμενων, η ελληνική πλευρά προσέρχεται στις διαπραγματεύσεις για τη σύνταξη του 3ου Μνημονίου χωρίς να διαθέτει ούτε διαπραγματευτική ισχύ, ούτε χρόνο. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως δεν έχει δύναμη αντίστασης στις απαιτήσεις που θα προβληθούν από την Τρόικα.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) θέτει τους δικούς του όρους για να συμμετάσχει στο 3ο Μνημόνιο. Δεν ήταν μόνο η απαίτησή του να σταλεί από την Αθήνα ειδική επιστολή-πρόσκληση. Ούτε μόνοη απαίτηση για απόλυτη και άμεση πρόσβαση στα υπουργεία. Είναι και η απαίτηση για επιβολή πολύ σκληρότερων όρων, συγκριτικά με τους όρους που προωθεί η Ευρωζώνη.

Η προσπάθεια της κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει ως ενδιάμεσο τον Χουλιαράκη για να μην επαναληφθούν οι ακρότητες που υπήρχαν επί κυβέρνησης Σαμαρά μάλλον θα πέσει στο κενό. Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, άλλωστε, η κυβέρνηση Τσίπρα νοιώθει πως δεν έχει τα περιθώρια να προβάλει αντίσταση σ’ αυτό το ζήτημα. Γι’ αυτό και κατά πάσα πιθανότητα θα περιορισθεί σε κατά το δυνατόν τήρηση των προσχημάτων.

Και οι δύο πλευρές επιδιώκουν οι διαπραγματεύσεις να έχουν καταλήξει θετικά πριν τις 15 Αυγούστου, ώστε η συμφωνία να εγκριθεί από το Eurogroup και στη συνέχεια να ψηφισθεί από τα εθνικά Κοινοβούλια πριν τις 20 Αυγούστου. Ο λόγος είναι πως τότε λήγει το ελληνικό ομόλογο 3,2 δις που έχει στα χέρια της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Στόχος είναι να πληρωθεί από την πρώτη δόση της νέας δανειακής σύμβασης με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ).

Ο στόχος αυτός αποκτάει ιδιαίτερη σημασία, επειδή το Βερολίνο και ορισμένες χώρες-μέλη που λειτουργούν σαν δορυφόροι του κινούνται κατά τρόπο που δείχνει πως επιδιώκουν να εκμεταλλευθούν την παραμικρή καθυστέρηση για να εκτροχιάσουν τη δρομολογημένη διαδικασία. Είναι ενδεικτική η αντίδραση τέτοιων χωρών-μελών στη δήλωση του επιτρόπου Μοσχοβισί πως εάν δεν καταστεί δυνατή η έγκαιρη εκταμίευση του αναγκαίου ποσού μέχρι τις 20 Αυγούστου, θα δοθεί ένα δεύτερο δάνειο-γέφυρα για να πληρώσει την οφειλή της προς την ΕΚΤ, όπως συνέβη και με την αντίστοιχη οφειλή του Ιουλίου.

Ο φόβος πως ο Σόιμπλε θα εκμεταλλευθεί κάθε ευκαιρία και δυνατότητα για επαναφέρει στην ατζέντα το Grexit δεν είναι μόνο ελληνικός. Επιβεβαιώνεται και από το γεγονός πως τα γεράκια, στο όνομα της έλλειψης εμπιστοσύνης προς την ελληνική κυβέρνηση, ζητούν να ψηφισθεί και τρίτο πακέτο προαπαιτούμενων. Η απαίτησή τους ερμηνεύεται ως προσπάθεια παρεμβολής εμποδίων.

 

Το Βερολίνο μπορεί να επέβαλε σε μεγάλο βαθμό τους όρους του στον Τσίπρα, αλλά με δυσφορία συνειδητοποιεί πως και το ίδιο πληρώνει ένα βαρύ και απρόσμενο πολιτικό τίμημα. Το επί δεκαετίες συσσωρευόμενο άυλο πολιτικό κεφάλαιο της «ακίνδυνης ευρωπαϊκής Γερμανίας» εξανεμίζεται σε χρόνο ρεκόρ. Σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γηραιάς Ηπείρου, αλλά κυρίως στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, η δημόσια εικόνα της Γερμανίας έχει υποστεί ανήκεστο βλάβη.

Ο τιμωρητικός τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε την Ελλάδα και ειδικότερα η προσπάθεια πολιτικού εξευτελισμού του Τσίπρα εδραίωσε και διάχυσε την εντύπωση πως με όπλο την οικονομική ισχύ της επιβάλει συστηματικά ένα καθεστώς «γερμανικής Ευρώπης». Έχει αυξηθεί με γεωμετρική πρόοδο ο αριθμός των Ευρωπαίων που την αντιμετωπίζουν ως σκληρό και απεχθή ηγεμόνα, ο οποίος διαμορφώνει και ερμηνεύει τους κανόνες κατά το δοκούν.

Η διαπίστωση δεν γίνεται μόνο εκτός Γερμανίας. Γίνεται και από κορυφαίους Γερμανούς δημοσιολόγους, οι οποίοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έκαναν λόγο για πύρρειο νίκη του Βερολίνου επί του Τσίπρα. Οι ίδιοι επισημαίνουν με έκδηλη ανησυχία και το γεγονός πως ο Σόιμπλε είναι δημοφιλέστερος και ισχυρότερος πολιτικά παρά ποτέ εντός της χώρας του και ταυτοχρόνως ο πιο μισητός στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αρνητική στάση ολοένα και περισσότερων βουλευτών του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος καταδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι μία καγκελάριος και ένα υπουργός Οικονομικών. Είναι το κλίμα οικονομικού εθνικισμού και ηγεμονισμού που εδραιώνεται στην κοινή γνώμη και στο πολιτικό σύστημα της Γερμανίας.

Διαπιστώνοντας την αποτυχία των Μνημονίων στην Ελλάδα, ο Σόιμπλε σταδιακά πείστηκε πως το καλύτερο θα ήταν να την εξωθήσει εκτός ευρώ. Όταν τις εκλογές κέρδισε ο Τσίπρας δεν μπορούσε να επιβάλει μονομερώς το Grexit. Γι’ αυτό και έθεσε ως στόχο ή να τον εξευτελίσει πολιτικά, υποχρεώνοντάς τον να εφαρμόσει την πιο εξοντωτική λιτότητα, ή να σπρώξει την Ελλάδα σε χρεοκοπία και ενδεχομένως σε έξοδο από την Ευρωζώνη. Πίστευε πως κατ’ αυτό τον τρόπο θα έστελνε ένα μήνυμα για το τι παθαίνει όποιος αμφισβητεί το κυρίαρχο δόγμα και αντιστέκεται στις επιταγές του Βερολίνου.

Οι εξελίξεις δεν τον δικαίωσαν. Η πεποίθηση πως ο Έλληνας πρωθυπουργός υπέκυψε σ’ ένα μεταμοντέρνο οικονομικό πραξικόπημα δεν περιορίζεται στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι διάχυτη σ’ όλη την Ευρώπη (αλλά και παγκοσμίως) κι όχι μόνο σε πολίτες με αριστερά ή κεντροαριστερά φρονήματα. Αυτό, όπως προαναφέραμε, προκαλεί ανήκεστο βλάβη στη δημόσια εικόνα της Γερμανίας.

Δεν είναι μόνο οι αλλεπάλληλες έντονες κριτικές διεθνούς φήμης οικονομολόγων και δημοσιολόγων εναντίον της πολιτικής Σόιμπλε και του ίδιου προσωπικά. Είναι και αντιδράσεις σε πολιτικό επίπεδο. Ενδεικτική είναι η οξύτατη επίθεση του Γκρίλο (ηγείται του δεύτερου σε δύναμη ιταλικού κόμματος) εναντίον του ευρώ, το οποίο χαρακτήρισε ζουρλομανδύα. Κι όχι μόνο αυτό. Καλεί τη Ρώμη να προετοιμαστεί για την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη. Τέτοιου τύπου αντιδράσεις εκδηλώνονται και αλλού, παρότι ο Τσίπρας υποχρεώθηκε να μπει στο μνημονιακό μονοπάτι.

Ο Σόιμπλε δείχνει, όμως, να μην εγκαταλείπει τον στόχο του. Σύμφωνα με κοινοτικό παράγοντα, θα επιχειρήσει να εκτροχιάσει τις διαπραγματεύσεις των δανειστών με την Ελλάδα, βάζοντας στο τραπέζι υπερβολικές απαιτήσεις. Κι αυτό παρότι γνωρίζει πως η ελληνική οικονομία έχει φθάσει στα όριά της και δεν αντέχει άλλα βάρη.

Ο ίδιος παράγοντας υπογραμμίζει ότι σ’ αυτή την προσπάθειά του θα διευκολυνθεί από το γεγονός ότι το παιχνίδι επιστρέφει στα χέρια των τεχνοκρατών της Τρόικας, που με την προσθήκη του ΕΜΣ έχει μετατραπεί σε κουαρτέτο. Η αποτυχία των δύο προηγούμενων Μνημονίων είναι δυνάμει ένα αρνητικό στοιχείο για τα βιογραφικά όσων τεχνοκρατών ενεπλάκησαν. Γι’ αυτό και έχουν προσωπικό συμφέρον να φροντίσουν εκ των προτέρων ώστε στην πολύ πιθανή περίπτωση που και το 3ο Μνημόνιο αποτύχει, την ευθύνη να φορτωθεί η Αθήνα.

Η Ρουμάνα Βελκουλέσκου που θα είναι επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΔΝΤ στην Ελλάδα είναι πουλέν του Τόμσεν και θα κινηθεί κατά τρόπο που έχει σκοπό να δικαιώσει τους χειρισμούς του προϊσταμένου της. Η θητεία της στην Κύπρο, άλλωστε, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι είναι ακραία νεοφιλελεύθερη. Ας σημειωθεί πως η ίδια υπερηφανεύεται δημοσίως για τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα λιτότητας που πριν λίγα χρόνια γονάτισε τη χώρα της, τη Ρουμανία!

Κύκλοι του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης έχουν ενημερώσει το μέγαρο Μαξίμου για τον φόβο τους ότι θα επιχειρηθεί εκτροχιασμός των διαπραγματεύσεων με τη μέθοδο της προβολής απαιτήσεων που δεν μπορούν να γίνουν δεκτές από την Αθήνα. Εκτιμούν πως το επιχείρημα θα είναι ότι σ’ αυτό το εξάμηνο έχουν προκληθεί μεγάλες βλάβες στην ελληνική οικονομία και το δημοσιονομικό κενό έχει αυξηθεί πολύ.

Εάν απαιτηθούν επισήμως και άλλα επώδυνα μέτρα εκ των πραγμάτων θα δοκιμασθεί περαιτέρω η όχι και μεγάλη πλέον πολιτική αντοχή του ΣΥΡΙΖΑ. Όπως έχει αποδείξει η πείρα, άλλωστε, οι εν λόγω τεχνοκράτες έχουν γενικά την τάση να συμπεριφέρονται σαν βασιλικότεροι του βασιλέως και με κραυγαλέα αλαζονεία.

Ο Τσίπρας έχει ενημερώσει και τον Γιούνκερ και τον Ολάντ για τον προαναφερθέντα κίνδυνο. Είναι, άλλωστε, κάτι που συμμερίζονται και όσοι στο ευρωιερατείο θέλουν να σταθεροποιήσουν τη θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Οι τηλεφωνικές επικοινωνίες του πρωθυπουργού με τον Γάλλο πρόεδρο και τη Γερμανίδα καγκελάριο δεν είναι άσχετες μ’ αυτό το ζήτημα.

Σύμφωνα με κοινοτική πηγή, ο Γιούνκερ είναι ανήσυχος. Φοβάται τις παρενέργειες που μπορεί να έχει η κόπωση των Ευρωπαίων πολιτικών ηγετών από την υπερβολική ενασχόλησή τους το προηγούμενο διάστημα με το ελληνικό πρόβλημα. Φοβάται και τις τρικλοποδιές του Σόιμπλε και τον υπερβολικό ζήλο των τεχνοκρατών. Γι’ αυτό και έχει αναθέσει στους Μοσχοβισί και Ντομπρόβσκις να εποπτεύουν τις διαπραγματεύσεις. Οι δύο τους, όμως, δεν έχουν ταυτόσημη άποψη για το πώς πρέπει να χειρισθούν τα πράγματα. Εκτός αυτού, η Κομισιόν δέχεται πυρά για τη στάση της έναντι της Αθήνας. Η ίδια πηγή εκφράζει αμφιβολίες εάν τελικώς οι Γιούνκερ, Ολάντ και Ρέντσι θα καταφέρουν να προστατέψουν τις διαπραγματεύσεις από όσους επιδιώκουν να τις εκτροχιάσουν.

 

Εάν ο κύκλος των διαδικασιών για την οριστικοποίηση του 3ου Μνημονίου ολοκληρωθεί κανονικά, όπως επιδιώκει η Αθήνα, ο Τσίπρας θα ανοίξει τον δεύτερο κύκλο που αφορά την εκκαθάριση των εσωκομματικών λογαριασμών. Οι διαφωνούντες, τον πιέζουν να το κάνει άμεσα, αλλά αυτός πετάει την μπάλα στην κερκίδα.

Πρώτος στόχος τους είναι η σύγκληση της Κεντρικής Επιτροπής (υπάρχει έγγραφη απαίτηση 109 από τα 201 μέλη της). Αν τον επιτύχουν θα θέσουν σε ψηφοφορία πρόταση για άμεση σύγκληση του διαρκούς συνεδρίου. Αυτό είναι εφικτό, επειδή τα μέλη του είναι δεδομένα και άρα δεν απαιτείται η χρονοβόρα εκλογή τους από τις οργανώσεις.

Πολιτικός στόχος των διαφωνούντων δεν είναι να ανατρέψουν τον Τσίπρα. Είναι να εξασφαλίσουν από το ανώτατο συλλογικό όργανο του ΣΥΡΙΖΑ μία απόφαση εναντίον της αποδοχής 3ου Μνημονίου. Για να ληφθεί μία τέτοια απόφαση υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να συγκεντρωθεί πλειοψηφία. Αυτός είναι και ο λόγος που το μέγαρο Μαξίμου αντιστέκεται, παραπέμποντας τις εσωκομματικές διαδικασίες για μετά την ψήφιση του Μνημονίου, ώστε να έχει δημιουργήσει τετελεσμένο.

Το κλίμα στις οργανώσεις είναι τεταμένο, με την πλειοψηφία των μελών και μικρομεσαίων στελεχών να είναι εναντίον της κυβερνητικής στροφής. Δεν υπάρχει, όμως, η προσωπικότητα που μπορεί να μετατρέψει αυτό το κλίμα κι αυτή τη διάχυτη αντιμνημονιακή διάθεση σε εναλλακτική λύση και όσον αφορά την πολιτική γραμμή και πολύ περισσότερο όσον αφορά την ηγεσία.

Ο Λαφαζάνης είναι αναμφισβήτητος ηγέτης της Αριστερής Πλατφόρμας, η οποία ελέγχει λίγο πάνω από το ένα τρίτο του κόμματος. Δεν μπορεί, όμως, να εκφράσει το φάσμα των διαφωνούντων που προέρχονται από άλλες εσωκομματικές ομάδες ή είναι ανεξάρτητοι. Με άλλα λόγια, οι διαφωνούντες ως άθροισμα είναι πλειοψηφία, αλλά πολιτικά δεν μπορούν και πολλοί ούτε επιθυμούν να δρομολογήσουν μία εναλλακτική λύση.

Αυτό είναι το ένα πολιτικό πλεονέκτημα του Τσίπρα στο εσωκομματικό μέτωπο. Το άλλο είναι πως η μεγάλη πλειοψηφία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, έστω και με επιφυλάξεις, ψήφισε τα προαπαιτούμενα. Το γεγονός αυτό προσφέρει στον πρωθυπουργό την αναγκαία πολιτική νομιμοποίηση όχι μόνο θεσμικά, αλλά και εντός του ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι αξιοσημείωτο πως για πρώτη φορά ο Τσίπρας αντιδιέστειλε δημοσίως τον κομματικό από τον κοινωνικό ΣΥΡΙΖΑ. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τη διάκριση που επανειλημμένως έχουμε κάνει απ’ αυτές εδώ τις στήλες, μιλώντας για τον «μικρό ΣΥΡΙΖΑ»  του 4% και τον «μεγάλο ΣΥΡΙΖΑ» του 36,5%. Ο πρωθυπουργός κατέφυγε σ’ αυτή την αντιδιαστολή, επειδή νοιώθει ότι μετά την αποδοχή ενός 3ου Μνημονίου, στον κομματικό μηχανισμό και στην παραδοσιακή εκλογική βάση του 4% είναι έντονη η αμφισβήτησή του. Μ’ αυτή την έννοια, το προνομιακό γήπεδό του είναι πλέον ο «μεγάλος ΣΥΡΙΖΑ» κι όχι ο μικρός.

Αυτός είναι ο λόγος που η ηγεσία δεν θέλει να συγκαλέσει το διαρκές συνέδριο. Όταν θα έρθει η ώρα θα συγκαλέσει τακτικό συνέδριο, δηλαδή να εκλεγούν νέοι σύνεδροι. Μεταξύ αυτών και σύνεδροι που έχουν προσεγγίσει τον ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια και οι οποίοι κατά κανόνα έχουν πολιτική αναφορά προσωπικά στον Τσίπρα κι όχι στον κομματικό μηχανισμό. Γι’ αυτό και η ηγετική ομάδα επιδιώκει να ανοίξουν οι τοπικές οργανώσεις σε νέα μέλη, με σκοπό να αλλάξει η σύνθεση της κομματικής βάσης. Μένει να αποδειχθεί, όμως, πόσο αυτό θα καταστεί δυνατόν. Η μέχρι τώρα πείρα έχει αποδείξει πως «είναι πιο εύκολο να σε δεχθούν στο Χάρβαρντ παρά σε μία τοπική οργάνωση του ΣΥΡΙΖΑ!»

Μετά την εγκατάλειψη της αντιμνημονιακής σημαίας, το μόνο πολιτικό επιχείρημα του Τσίπρα που συγκινεί το εσωκομματικό ακροατήριο είναι ότι πρέπει να αποτραπεί το σενάριο της αριστερής παρένθεσης. Ουσιαστικά πρόκειται για ενεργοποίηση του «αριστερού πατριωτισμού», ο οποίος δικαιολογείται με τη διαβεβαίωση πως η δική του κυβέρνηση μπορεί να διαχειρισθεί τα επώδυνα μέτρα κατά τρόπο που θα επιβαρύνουν λιγότερο τις λαϊκές τάξεις.

Εάν το ευρωιερατείο εκμεταλλευόταν το σχίσμα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ για να επιβάλει τον σχηματισμό κυβέρνησης ειδικού σκοπού με οικουμενική στήριξη, θα στερούσε από τον Τσίπρα το μοναδικό επιχείρημα που έχει απήχηση στο κόμμα του. Αυτό θα είχε κατά πάσα πιθανότητα ως αποτέλεσμα να τον εξωθήσει σε παραίτηση.

Με τον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων στη Βουλή δεν μπορεί να προκύψει κυβερνητική λύση χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος του. Ως εκ τούτου, είναι προφανές πως μία παραίτηση Τσίπρα θα οδηγούσε σε ανεξέλεγκτες δραματικές εξελίξεις για τη χώρα. Ταυτοχρόνως, όμως, θα επιβεβαίωνε πανηγυρικά την ήδη διάχυτη εντύπωση πως το ευρωιερατείο έκανε πραξικόπημα. Πραξικόπημα όχι μόνο για να εξαναγκάσει με την απειλή του οικονομικού στραγγαλισμού τον ελληνικό λαό να αποδεχθεί αυτό που μόλις πριν λίγες ημέρες είχε απορρίψει με συντριπτική πλειοψηφία στο δημοψήφισμα, αλλά και για να ανατρέψει τον Τσίπρα.

Γι’ αυτούς τους λόγους και το ευρωιερατείο όχι μόνο δεν πίεσε τον πρωθυπουργό να αποδεχθεί κυβέρνηση ειδικού σκοπού, αλλά και σύστησε στη ΝΔ, στο ΠΑΣΟΚ και στο Ποτάμι να στηρίξουν στη Βουλή τα νομοσχέδια για τα προαπαιτούμενα. Έτσι κι αλλιώς, τα εν λόγω κόμματα διαπιστώνουν πως η εκλογική απήχηση του Τσίπρα είναι ακόμα πολύ μεγάλη και ως εκ τούτου δεν έχουν συμφέρον να εξωθήσουν τα πράγματα σε εκλογές και μάλιστα εν μέσω τουριστικής περιόδου.

Εκτός αυτού, εάν ο Τσίπρας εκβιαζόταν και επέλεγε την παραίτηση, το σχίσμα στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είχε εκδηλωθεί μ’ αυτόν τον εντυπωσιακό τρόπο. Υπενθυμίζουμε πως η απόσχιση της αριστερής εσωκομματικής αντιπολίτευσης και η ρυμούλκηση του μετριοπαθούς ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι απλό δημοσιογραφικό σενάριο. Είναι δεδηλωμένος στόχος μετριοπαθών του ευρωιερατείου, οι οποίοι έβλεπαν εξ αρχής τον Τσίπρα ως έναν δυνητικό ηγέτη μίας νέας υπό διαμόρφωση ελληνικής κεντροαριστεράς.

Όλα δείχνουν πως τελικώς οι εσωκομματικές διαδικασίες θα καταλήξουν στην οριστικοποίηση της διάσπασης και ο πρωθυπουργός θα ηγηθεί ενός ΣΥΡΙΖΑ που θα είναι πολύ πιο συμβατός με την κυβερνητική πολιτική. Αυτό δεν σημαίνει πως ο Τσίπρας θα μετατραπεί σε δεδηλωμένο υποστηρικτή του Μνημονίου, όπως συνέβη με τον Σαμαρά.

Το Βερολίνο επιμένει για πολιτικούς λόγους ο Τσίπρας να αποδεχθεί δημοσίως την «ιδιοκτησία» του Μνημονίου. Να δηλώσει ότι θα εφαρμόσει τα επώδυνα μέτρα, επειδή πιστεύει πως είναι αναγκαία για την ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Εάν το έκανε, πιθανότατα οι Γερμανοί να τον βράβευαν, όπως είχαν κάνει και με τον Γιώργο Παπανδρέου.

Ο Τσίπρας, όμως, δεν χάνει ευκαιρία να υπογραμμίζει πως θα εφαρμόσει μία πολιτική που δεν πιστεύει, επειδή τον απείλησαν εμπράκτως με τον οικονομικό στραγγαλισμό της Ελλάδας. Με άλλα λόγια, εμφανίζεται ως θύμα ωμού εκβιασμού. Είναι ακριβώς αυτό που γεφυρώνει την ιδεολογία του με την πολιτική πρακτική του, που του επιτρέπει να κοιμάται τα βράδια. Το ίδιο επιτρέπει στη μεγάλη πλειοψηφία των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ να τον ακολουθούν στο μνημονιακό μονοπάτι. Απ’ αυτή την άποψη η σχετική ρητορική της Κωνσταντοπούλου τον ευνοεί, έστω κι αν οι πράξεις της τον ενοχλούν.

 

Όταν ο Τσίπρας εκκαθαρίσει τους εσωκομματικούς λογαριασμούς και κλείσει τον δεύτερο κύκλο, θα ανοίξει τον τρίτο: θα προκηρύξει εκλογές για να δώσει ένα τέλος στην παρούσα πρωτόγνωρη κατάσταση, όπου υπάρχει αντιπολιτευόμενη συμπολίτευση και συμπολιτευόμενη αντιπολίτευση! Στο Μαξίμου επιδιώκουν οι εκλογές να μην διεξαχθούν πέρα από τον Οκτώβριο για να μην εισπράξουν μεγάο πολιτικό κόστος από την εφαρμογή των επώδυνων μέτρων.

Κρίνοντας και από τις δημοσκοπήσεις, θεωρούν ότι μετά το δημοψήφισμα ο Τσίπρας είναι ο κυρίαρχος στην πολιτική σκηνή. Οι διάφορες εκδοχές του παλαιού πολιτικού συστήματος έχουν απαξιωθεί σε βαθμό που δεν μπορούν με καμία ανασύνταξη και κανένα μεταμορφισμό να διεκδικήσουν την πολιτική ηγεμονία τουλάχιστον στο ορατό μέλλον.

Στο μέγαρο Μαξίμου, λοιπόν, προεξοφλούν πως όχι μόνο θα κερδίσουν τις εκλογές, αλλά και ενδεχομένως θα βγουν ενισχυμένοι. Κι αυτό, επειδή θα προσελκύσουν και μεσοστρώματα που τον Ιανουάριο είχαν ψηφίσει ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι ή και ΝΔ. Εκτιμούν πως οι εισροές αυτές θα υπερκαλύψουν κατά πολύ τις αναπόφευκτες απώλειες από τη διάσπαση και την αυτόνομη εκλογική κάθοδος της Αριστερής Πλατφόρμας και άλλων μικρότερων συνιστωσών.

Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, πρόθεση του πρωθυπουργού είναι να διατηρήσει την κυβερνητική συμμαχία του με τους ΑΝΕΛ ακόμα και εάν έχει αυτοδυναμία. Ταυτοχρόνως, θα προτείνει την είσοδο στην κυβέρνηση και στο Ποτάμι όχι μόνο για να ενισχύσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά και για να το καταστήσει συμμέτοχο στο αναπόφευκτο κόστος από την εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών.

Εκτός αυτού, ένα συμμαχικό σχήμα με κορμό τον εκκαθαρισμένο ΣΥΡΙΖΑ και με εκατέρωθεν συμπληρώματα τους ΑΝΕΛ και το Ποτάμι, θα διευρύνει τα περιθώρια κινήσεων του Τσίπρα, εξισορροπώντας τις πιέσεις του ενός μικρού εταίρου με την παρουσία του άλλου. Μέχρι τότε, όμως, έχει πολύ νερό να κυλήσει στο πολιτικό αυλάκι. Το δύσκολο σήμερα, ωστόσο, δεν εμποδίζει τους ενοίκους του μεγάρου Μαξίμου από το να σχεδιάζουν ένα εντυπωσιακό μεθαύριο, ή –κατά άλλους– να μετατρέπουν τους πόθους τους σε πραγματικότητα…

Advertisements


Κατηγορίες:Άρθρα, Ελλάδα, Κρίση, Λυγερός Σταύρος

Ετικέτες: , ,

Αρέσει σε %d bloggers: