Σταύρος Λυγερός, η εκλογική μάχη του Σεπτεμβρίου 2015

lygerosΌταν ο πρωθυπουργός και οι επιτελείς του σχεδίαζαν την προσφυγή στις κάλπες θεωρούσαν πως θα κάνουν εκλογικό περίπατο. Η πεποίθησή τους αυτή πήγαζε από το εντυπωσιακό 61,3% του δημοψηφίσματος, όταν ο Τσίπρας, κόντρα στο σύνολο του παλαιού πολιτικού συστήματος, κόντρα στο σύνολο της οικονομικής ολιγαρχίας και των κατεστημένων ΜΜΕ, είχε φανεί σαν ο απόλυτος κυρίαρχος της πολιτικής σκηνής.

Με αυτή την πεποίθηση ως βάση η Κουμουνδούρου είχε θεωρήσει δεδομένη την πρωτιά και το πριμ των 50 εδρών. Γι’ αυτό και έκανε ένα βήμα παραπέρα, θέτοντας ως στόχο την αυτοδυναμία και δηλώνοντας πως δεν πρόκειται να συνεργαστεί με άλλο κόμμα πέρα από τους ΑΝΕΛ. Οι δημοσκοπήσεις απέδειξαν ότι για μία ακόμα φορά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έπεσε έξω, επιβεβαιώνοντας την αδυναμία της να εκτιμάει σωστά τις καταστάσεις.

Η αλήθεια είναι ότι στην ίδια λανθασμένη εκτίμηση με το Μαξίμου είχε καταλήξει και το ευρωιερατείο. Γι’ αυτό και μετά το ηχηρό «όχι», είχε θεωρήσει πως δεν μπορούσε να υπάρξει λύση στο ελληνικό πρόβλημα χωρίς τον Τσίπρα, έστω κι αν για λόγους προφανούς σκοπιμότητας δεν το ομολογούσαν δημοσίως.

Αυτό που δεν είχαν κατανοήσει ούτε στο Μαξίμου ούτε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ήταν πως το «όχι» δεν αντανακλούσε κάποια μαγική προσωπική επιρροή του Τσίπρα. Αντανακλούσε τη διάχυτη πρόθεση της μεγάλης πλειονότητας των Ελλήνων να απορρίψουν τις μνημονιακές πολιτικές και μαζί με αυτές τις παλαιές άρχουσες ελίτ που έριξαν τη χώρα στα βράχια.

Είναι αληθές πως η υπογραφή της συμφωνίας με τους δανειστές στις 13 Ιουλίου είχε γίνει δεκτή από την κοινή γνώμη με αναστεναγμό ανακούφισης, λόγω του σοκ που είχαν προκαλέσει το κλείσιμο των τραπεζών και οι κεφαλαιακοί έλεγχοι. Όταν, όμως, άρχισε να αποκαθίσταται η οικονομική ομαλότητα, το κέντρο βάρους της διάθεσης των πολιτών άρχισε κι αυτό σταδιακά να μετατοπίζεται.

Παρά τη μνημονιακή στροφή του Τσίπρα, το 38,7% που στο δημοψήφισμα ψήφισε «ναι» δεν τον έχει συγχωρέσει για την περιπέτεια, στην οποία –θεωρεί– πως έβαλε την Ελλάδα. Ούτε τον εμπιστεύεται να κυβερνήσει, παρά το γεγονός ότι η ασφυκτική εποπτεία των θεσμών αντιπροσωπεύει γι’ αυτή την κατηγορία ψηφοφόρων μία εγγύηση ομαλότητας.

Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει να περιμένει αξιόλογες εισροές από αυτή τη δεξαμενή. Πρόκειται κυρίως για ανώτερα και μεσαία αστικά στρώματα, τα οποία απέχουν πολύ έως αρκετά από τον γκρεμό και θεωρούν τυχοδιωκτισμό ακόμα και την ιδέα της αντιπαράθεσης με τους θεσμούς. Αυτά τα στρώματα, δεξιάς, κεντροδεξιάς, αλλά και κεντροαριστερής ιδεολογικής προέλευσης έχουν από το 2012 συσπειρωθεί πρωτίστως γύρω από τη ΝΔ και δευτερευόντως γύρω από το Ποτάμι, ενώ κάποιοι ψηφοφόροι αυτής της κατηγορίας παραμένουν για λόγους αδράνειας στο ΠΑΣΟΚ.

Προτιμούν τη ΝΔ όχι τόσο επειδή έλκονται πολιτικά από αυτήν, όσο επειδή την θεωρούν αντίρροπη δύναμη και ανάχωμα στην επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ακριβώς αυτά τα αστικά στρώματα που, από κοινού με τον σκληρό πυρήνα των παραδοσιακών δεξιών ψηφοφόρων, κράτησαν τη ΝΔ στο 28% στις προηγούμενες εκλογές.

Οι δύο αυτές κατηγορίες ψηφοφόρων δεν ήταν επαρκείς αριθμητικά τον Ιανουάριο, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ κάλπαζε. Σήμερα, όμως, είναι ικανές να επαναφέρουν τη ΝΔ στο παιχνίδι, κυρίως λόγω της πολιτικοεκλογικής φθοράς του αντιπάλου της. Μπορεί οι εμφανείς απώλειες να είναι η απόσχιση της Αριστερής Πλατφόρμας και η ίδρυση της Λαϊκής Ενότητας του Λαφαζάνη, αλλά το κόμμα του Τσίπρα χάνει και σε άλλα επίπεδα.

Ως μηχανισμός, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει σε μεγάλο βαθμό αποδομηθεί από το κύμα των παραιτήσεων και αποχωρήσεων στελεχών σ’ όλη την κλίμακα της κομματικής πυραμίδας που έχει προκαλέσει η μνημονιακή στροφή. Αλλά και όσοι παραμένουν, παραμένουν με μισή καρδιά και χωρίς πολιτικό ηθικό εν όψει τη εκλογικής μάχης. Αυτό ισχύει και για μία σημαντική μερίδα των παραδοσιακών ψηφοφόρων, οι οποίοι ακόμα κι όταν δεν εγκαταλείπουν το κόμμα τους δυσκολεύονται πολύ να υπερασπιστούν τις επιλογές της ηγεσίας στους κοινωνικούς χώρους που κινούνται.

Το ακόμα χειρότερο για την Κουμουνδούρου είναι ότι σημειώνονται και μεγάλα ρήγματα στους ψηφοφόρους, οι οποίοι προσέγγισαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2012 και του προηγούμενου Ιανουαρίου. Αυτοί οι ψηφοφόροι ήταν κατά κανόνα κεντροαριστεροί στην ιδεολογία πρώην ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, αλλά και κεντροδεξιοί πρώην ψηφοφόροι της ΝΔ, οι οποίοι κατά κανόνα βρέθηκαν λόγω Μνημονίου ή στον γκρεμό ή στο χείλος του.

Κατέφυγαν στον ΣΥΡΙΖΑ όχι επειδή άλλαξαν ιδεολογία και αποδέχθηκαν τις αντιλήψεις του, αλλά ως εκλογικοί πρόσφυγες. Τον ψήφισαν, προσδοκώντας ότι θα κάνει πράξη την υπόσχεσή του να τερματίσει τις καταστροφικές γι’ αυτούς μνημονιακές πολιτικές των κυβερνήσεων Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά.

Η στροφή του Τσίπρα έχει οδηγήσει αρκετούς εξ αυτών να πάρουν αποστάσεις. Ο βαθμός ιδεολογικής, πολιτικής και συναισθηματικής ταύτισής τους με τον ΣΥΡΙΖΑ, άλλωστε, είναι χαμηλός. Δεν συγκρίνεται με τον βαθμό ταύτισης που είχαν οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ με τα κόμματά τους πριν την κρίση.

Το γεγονός αυτό διευκολύνει την απομάκρυνσή τους από το κόμμα του Τσίπρα. Όσο γρήγορα πήγαν σ’ αυτόν τόσο γρήγορα μπορούν και να τον εγκαταλείψουν. Με άλλα λόγια, ενώ η σημερινή εκλογική βάση της ΝΔ εμφανίζει ανθεκτικό κάτω φράγμα, δεν ισχύει το ίδιο για τη σημερινή εκλογική βάση του αντιπάλου της. Ο βασικός λόγος που ο υποτιθέμενος εκλογικός περίπατος αποδεικνύεται αμφίρροπη μάχη είναι οι εκλογικές διαρροές του ΣΥΡΙΖΑ κι όχι οι όποιες αρχηγικές ικανότητες ή η προεκλογική τακτική του Μεϊμαράκη.

Όσο κι αν εκ πρώτης όψεως εμφανίζεται αντιφατικό, η μνημονιακή στροφή του Τσίπρα, ενώ προκάλεσε αναστεναγμό ανακούφισης στην κοινή γνώμη, ταυτοχρόνως δρομολόγησε την οργανωτική αποδόμηση, την πολιτική απαξίωση και την εκλογική συρρίκνωση του κόμματός του. Κι αυτό, επειδή ακύρωσε σε μεγάλο βαθμό την κύρια αιτία που εκτόξευσε τον ΣΥΡΙΖΑ από ένα τυπικό μικρό αριστερό κόμμα διαμαρτυρίας σε κυβερνητικό κόμμα.

Οι δικαιολογίες της Κουμουνδούρου περί απειρίας κλπ, όπως και η ρητορική για τον πρωθυπουργό που διαπραγματεύθηκε σκληρά μέχρι το τέλος έχουν ακόμα ακροατήριο. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του Τσίπρα ότι η δική του κυβέρνηση μπορεί να εξασφαλίσει την εφαρμογή του Μνημονίου με δικαιότερο τρόπο όσον αφορά την κατανομή των βαρών.

Κανένα από αυτά τα επιχειρήματα, όμως, δεν φαίνονται από μόνα τους ικανά να αντιστρέψουν το αρνητικό κλίμα. Αυτό καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις, αλλά καταγράφεται και στην πολιτική αμηχανία, την οποία εκπέμπει η γλώσσα του σώματος τόσο του Τσίπρα όσο και των στελεχών του.

Προφανώς, ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει να είναι μεγάλο κόμμα αφενός λόγω εκλογικής αδράνειας, αφετέρου επειδή δεν υπάρχει στην πολιτική σκηνή εναλλακτική λύση. Δεν πρόκειται, όμως, να ανακτήσει ποτέ τα δύο πλεονεκτήματα που του φούσκωσαν τα εκλογικά πανιά και του εξασφάλισαν τη νίκη στις προηγούμενες εκλογές. Πρώτον, το γεγονός ότι δεν είχε κυβερνήσει. Δεύτερον, την επαγγελία ότι θα απελευθέρωνε την κοινωνία από τα δεσμά του Μνημονίου σε συνθήκες ομαλότητας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ευθύνεται, βεβαίως, για την πρόσκρουση της Ελλάδας στα βράχια. Η επτάμηνη κυβερνητική θητεία του, ωστόσο, έδειξε και στους ψηφοφόρους του ότι ο Τσίπρας και οι περισσότεροι υπουργοί του κυβέρνησαν με αυταπάτες και χωρίς πολιτικό σχέδιο. Η εικόνα μαθητευόμενων μάγων «στου κασίδη το κεφάλι» σε μία εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία δεν ήταν ό,τι καλύτερο. Εξ ου και οι εκλογικές διαρροές.

Το προεκλογικό σύνθημα περί νέου και παλιού είναι πολύ γενικό για να έχει δραστική απήχηση στο εκλογικό σώμα. Είναι προφανές πως η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών αποστρέφεται περισσότερο ή λιγότερο το παλαιό πολιτικό σύστημα. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι από μόνος του ικανός λόγος να δημιουργήσει ρεύμα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, όταν οι αντιφάσεις και οι υπαναχωρήσεις του είναι πολλές και κραυγαλέες.

Το έτερο κεντρικό σύνθημα της Κουμουνδούρου είναι ότι δεν πρέπει να επιβεβαιωθεί το σενάριο της «αριστερής παρένθεσης». Στην πραγματικότητα, επιχειρεί να ενεργοποιήσει τον κομματικό πατριωτισμό της ευρύτερης Αριστεράς για να ανακόψει τις διαρροές αριστερών ψηφοφόρων και εάν είναι δυνατόν να τους επανασυσπειρώσει μπροστά στις κάλπες.

Αυτό το επιχείρημα δεν έχει μεγάλη απήχηση στους ψηφοφόρους που πήγαν στον ΣΥΡΙΖΑ ως εκλογικοί πρόσφυγες με την προσδοκία να τερματίσει τις μνημονιακές πολιτικές. Δεν αφήνει ασυγκίνητους, όμως, παραδοσιακούς αριστερούς ψηφοφόρους, αλλά και πρώην ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ με αντιδεξιά αντανακλαστικά.

Σ’ αυτή την ιδιότυπη εκλογική αναμέτρηση, λοιπόν, όσο οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πιθανότερη την πρωτιά της ΝΔ τόσο εκ των πραγμάτων θα προκαλείται μία αντισυσπείρωση στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς/Κεντροαριστεράς. Στην πραγματικότητα, η όποια δυναμική και των δύο μεγάλων κομμάτων δεν είναι αυτοφυής πολιτικά, αλλά εξ αντιδιαστολής. Δεν θα οφείλεται στην έλξη που ασκεί το κάθε μεγάλο κόμμα, αλλά στην ανάγκη ανάσχεσης της αντίπαλης παράταξης. Γι’ αυτό και δεν καταγράφεται πλειοψηφικό ρεύμα.

Το ντέρμπι τροφοδοτεί την εκλογική πόλωση και η πόλωση με τη σειρά της συμπιέζει τα μικρότερα κόμματα. Ο φόβος επανόδου της ΝΔ θα πιέσει εκλογικά την Λαϊκή Ενότητα και εν μέρει το ΚΚΕ, ενώ ο φόβος νέας νίκης του ΣΥΡΙΖΑ θα πιέσει και το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ που κατεβαίνει με τη ΔΗΜΑΡ ως Δημοκρατική Παράταξη.

Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι το Ποτάμι και η Δημοκρατική Παράταξη είναι τα κόμματα που έχουν από τώρα σχεδόν δεδομένη τη συμμετοχή τους στην επόμενη κυβέρνηση. Με το ενδεχόμενο της αυτοδυναμίας να αποκλείεται, όποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα βγει πρώτο θα πρέπει να συμπράξει με μικρότερα για να σχηματίσει κυβέρνηση.

Στην περίπτωση που κερδίσει η ΝΔ η κυβερνητική συνεργασία της με το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ θα είναι μονόδρομος. Εάν κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ θα ζητήσει να συμπράξει με τους ΑΝΕΛ (εάν καταφέρουν και μπουν στη Βουλή) και με το Ποτάμι. Εάν το κόμμα του Καμμένου δεν σπάσει το φράγμα του 3%, ο Τσίπρας θα υποχρεωθεί να συνεργασθεί και με το ΠΑΣΟΚ, αφού νέες εκλογές αποκλείονται.

Οι δημοσκοπήσεις υποχρέωσαν τον Τσίπρα να εγκαταλείψει άρον άρον την αρχική θέση πως θα συνεργασθεί μόνο με τους ΑΝΕΛ. Τώρα, εμφανίζεται ανοικτός να συνεργασθεί όχι μόνο με το Ποτάμι, αλλά και με το ΠΑΣΟΚ, βάζοντας κάποιους όρους. Όρους στους οποίους είναι αμφίβολο αν θα επιμείνει στην περίπτωση που τα πράγματα θα καταστήσουν αναγκαία αυτή τη συνεργασία.

Τέλος, υπάρχει και το σενάριο του μεγάλου συνασπισμού, το οποίο θα προτιμούσε και το Ποτάμι, προκειμένου να μην αφήσει στην αντιπολίτευση τη ΝΔ, η οποία και το πλαγιοκοπεί εκλογικά. Το σενάριο σχηματισμού κυβέρνησης με τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ, του Ποταμιού, του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ προωθείται από την εγχώρια ολιγαρχία. Το επιχείρημα είναι ότι το επόμενο διάστημα θα πρέπει να περάσουν από τη Βουλή επώδυνα μέτρα κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν υπάρχει μία ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, επειδή θεωρείται πολύ πιθανό να προκύψουν νέα ρήγματα ειδικά στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ.

Το επιχείρημα δεν είναι αβάσιμο, αλλά υπάρχει ισχυρό αντεπιχείρημα. Στην περίπτωση του μεγάλου συνασπισμού, αξιωματική αντιπολίτευση θα είναι πιθανότατα η Χρυσή Αυγή, η οποία –σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις– δείχνει να έχει σταθεροποιηθεί στην τρίτη θέση. Εκτός του θεσμικού προβλήματος που θα προκύψει, υπάρχει και πολιτικό ζήτημα.

Η εφαρμογή του 3ου Μνημονίου θα προκαλέσει αναπόφευκτα εκτεταμένη και έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια, αν όχι απόγνωση. Αυτή εκ των πραγμάτων θα την κεφαλαιοποιήσουν πολιτικοεκλογικά κυρίως η Λαϊκή Ενότητα και η Χρυσή Αυγή, δύο κόμματα που στη σημαία τους έχουν την έξοδο από την Ευρωζώνη. Με άλλα λόγια, ο μεγάλος συνασπισμός μπορεί να είναι ισχυρή λύση βραχυμεσοπρόθεσμα, αλλά μεσομακροπρόθεσμα μπορεί να αποδειχθεί ωρολογιακή βόμβα, δεδομένου ότι το ευρώ ολοένα και περισσότερο ταυτίζεται στη συνείδηση των πολιτών με τις μνημονιακές πολιτικές.

Το ευρωιερατείο έλκεται από την πολιτική σταθερότητα που μπορεί να δημιουργήσει η λύση του μεγάλου συνασπισμού, αλλά φοβάται τις μεσομακροπρόθεσμες συνέπειες. Γι’ αυτό και δείχνει να επικρατεί η άποψη πως είναι προτιμότερο να σχηματισθεί κυβέρνηση του πρώτου κόμματος με τα μικρότερα κεντρώα κόμματα. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα και η αξιωματική αντιπολίτευση να είναι στο μνημονιακό μονοπάτι και με τον τρόπο της αφενός να εξασφαλίζει την εφαρμογή του προγράμματος, αφετέρου να αποτρέπει τη μετατροπή της κοινωνικής απόγνωσης σε κοινωνική αναταραχή.

Advertisements


Κατηγορίες:Αρθρα, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρώπη, Ελλάδα, Κρίση, Λυγερός Σταύρος, Οικονομία, Πολιτική

Ετικέτες: , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: