ΤΟ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ Τα πολλά πρόσωπα του ηγεμονισμού και της τρομοκρατίας

ΤΟ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ, Τα πολλά πρόσωπα του ηγεμονισμού και της τρομοκρατίας

ifestos5bgΕισαγωγή Π. Ήφ. Επέτειος σήμερα 11.9.2015, ένα τέταρτο του αιώνα μετά το κτύπημα στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης. Το βιβλίο «Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ Τα πολλά πρόσωπα του ηγεμονισμού και της τρομοκρατίας» εξετάζει πολλά θέματα, μεταξύ των οποίων και την πολιτική των ΗΠΑ μετά το τρομοκρατικό κτύπημα (Βλ. Περιεχόμενα στο τέλος). Συμπεριλαμβάνει σχετικές περιπτωσιολογικές μελέτες.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν την επέκταση των θηριωδών επεμβάσεων που κατέλυσαν πολλά κράτη της περιοχής προκαλώντας κύμα εκτεταμένης τρομοκρατίας, πρόσφυγες και το «Ισλαμικό κράτος» (κράτος του Αποκεφαλιστάν το ονόμασα σε πρόσφατο άρθρο) που αποτελεί επιστροφή στην εποχή της βαρβαρότητας. Οτιδήποτε γράφτηκε σε αυτό το βιβλίο είναι ακριβώς επίκαιρο γιατί επεξεργάστηκε τις συνέπειες της εισόδου ελεφάντων στο υαλοπωλείο της μεταψυχροπολεμικής εποχής. Εξ ου και ο υπότιτλος του βιβλίου.

Παρατίθενται εδώ το κεφάλαιο 1 (εισαγωγή) και 2 και στο τέλος τα περιεχόμενα του βιβλίου. Τα κείμενα που ακολουθούν αντλήθηκαν από το αρχείο πριν την φιλολογική και ορθογραφική επιμέλεια.

Κεφάλαιο 1. Η ανάλυση των διεθνών σχέσεων και ο πόλεμος

Μεγάλο μέρος της ανάλυσης που είχα ήδη επεξεργαστεί προσαρμόστηκε για να διερευνήσει διεθνολογικές όψεις του εξαιρετικά σημαντικού συμβάντος της τρομοκρατικής ενέργειας στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης στις 11 Σεπτεμβρίου 2001.

Το τρομοκρατικό κτύπημα στο Μανχάταν και τα γεγονότα που πυροδότησε στο εσωτερικό του συστήματος κρατών κάνουν σαφές, για ακόμη μια φορά, το πόσο άστοχες είναι οι αφελείς ή οι προπαγανδιστικές θέσεις που πριν μερικά μόλις χρόνια βιάστηκαν να υποστηρίξουν πως στην «σύγχρονη διεθνή κοινωνία» η ισχύς, η άσκηση πολεμικής βίας και ο πόλεμος ευρύτερα εξαλείφθηκαν. Τέτοιες αφέλειες, θα υποστηριχθεί στη συνέχεια, εδράζονται σε ιδεοληψίες οι οποίες αν κυριαρχήσουν στοχαστικά και πολιτικά θέτουν σε κίνδυνο τόσο την ασφάλεια του κράτους που επηρεάζεται από αυτές όσο και την διεθνή ειρήνη και σταθερότητα. Από μόνες τους συνιστούν αίτιο πολέμου επειδή εισάγουν παραλογισμούς στη δημόσια συζήτηση κα μειώνουν την συλλογική ευθυκρισία.

Η ισχύς σ’ ένα κοινωνικό σύνολο είναι μέσο δημιουργίας και συντήρησης μιας συγκεκριμένης τάξης πραγμάτων, μέσο επιβολής των σκοπών, μέσο εφαρμογής της διανεμητικής δικαιοσύνης εάν αναφερόμαστε στο εσωτερικό ενός κράτους και γενικότερα μέσο διατήρησης ιεραρχημένων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και των ομάδων. Η θέσπιση της ισχύος με κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες συμβολίζει την ύπαρξη μιας Πολιτείας στο εσωτερικό της οποίας τα μέλη-πολίτες επεξεργάζονται και προσδιορίζουν τις ηθικές και κανονιστικές δομές του κοινωνικοπολιτικά σμιλευμένου συλλογικού τρόπου ζωής. Γι’ αυτό, κοινωνία χωρίς ιεραρχίες ισχύος είναι κάτι το αδιανόητο: Τα μέλη της κοινωνίας προσδιορίζουν και ελέγχουν τις διανεμητικές λειτουργίες της ισχύος και η ισχύς όσων την κατέχουν νόμιμα και νομιμοποιημένα είναι το μέσο τάξης, ασφάλειας και τήρησης των νόμων.

Ακριβώς, επειδή στο εσωτερικό ενός βιώσιμου κράτους η τάξη και η ισχύς συναρτώνται με ένα νομιμοποιητικό κα ελεγκτικό κοινωνικό σώμα ηθικοφιλοσοφικά ενοποιημένο δεν έχουμε πόλεμο. Οι αλλαγές γίνονται είτε μέσο επαναστάσεων είτε μέσο του συστήματος ελέγχων και εξισορροπήσεων που καταλήγει σε νομοθετικές αναθεωρήσεις της υφιστάμενης τάξης ή και αλλαγή της εξουσίας. Το αντίθετο ισχύει στις διεθνείς σχέσεις απ’ όπου απουσιάζει ομοιογενής κοινωνία, απουσιάζουν αποδεκτά και νομιμοποιημένα κριτήρια άσκησης βίας και απουσιάζουν κριτήρια αλλαγών όταν ένα ή περισσότερα κράτη συμπεριφέρονται αναθεωρητικά. Αυτό σημαίνει, σημειώνει ο Edward H. Carr, πως «ο πόλεμος καραδοκεί στα παρασκήνια της διεθνούς πολιτικής όπως η επανάσταση καραδοκεί στα παρασκήνια της εσωτερικής πολιτικής» (σ. 155).

Όπως θα τονίσω πιο κάτω, η κατανομή της διεθνούς τάξης και δικαιοσύνης στα έθνη-κράτη δημιουργεί πρόβλημα τάξης μεταξύ τους. Αφήνει αναπάντητο το ζήτημα της διεθνούς «δικαιοσύνης». Στην καλύτερη περίπτωση διεθνής «δικαιοσύνη» είναι το υφιστάμενο εδαφικό και κυριαρχικό καθεστώς (για το οποίο όμως συχνά υπάρχουν μεγάλες διαφωνίες) και στην χειρότερη περίπτωση αφήνει τις ηθικανονιστικές απαντήσεις να αποφασιστούν με πόλεμο ή αποτρεπτικές στρατηγικές που επηρεάζουν την κατανομή ισχύος. Είναι ένα πράγμα λοιπόν οι συμφωνίες για την εδαφική/κυριαρχική οριοθέτηση του πλανήτη και άλλο το τι θεωρεί ο καθείς δίκαιη κυριαρχική οριοθέτηση. Αυτό ήταν, είναι και θα συνεχίσει να είναι ανέφικτο. Επιπλέον, παρακάμπτοντας τις άκαρπες μέχρι σήμερα προσπάθειες διεθνικής «δικαιοσύνης», θα έλεγα πως τα οριζόμενα από το διεθνές δίκαιο (δηλαδή η διεθνής τάξη μεταξύ των κυρίαρχων κρατών) είναι κάτι ο σεβασμός των οποίων επαφίεται στην θέληση των κρατών. Τα κράτη είτε συμβιβάζονται με συνομιλίες («ειρηνική επίλυση των διαφορών») είτε επιδιώκουν να προκαλέσουν αλλαγές της ισχύουσας τάξης με πόλεμο (ή να επιχειρήσουν διατήρηση του status quo με αποτρεπτική πολεμική προετοιμασία).

Εάν εξαιρέσουμε τους πολέμους του παρελθόντος που αφορούσαν τις διαδικασίες εθνικού γίγνεσθαι, οι περισσότεροι μεγάλοι πόλεμοι ξέσπασαν λόγω ακριβώς κατανομής ισχύος που άφηνε στις αναθεωρητικές δυνάμεις περιθώρια αλλαγής του ισχύοντος εδαφικού και κυριαρχικού καθεστώτος. Αυτό το υπέρτατο αίτιο πολέμου που με οξυδέρκεια διερεύνησε ο Θουκυδίδης, αποτέλεσε το εστιακό σημείο κάθε σοβαρής και αξιόπιστης θεωρίας διεθνών σχέσεων τις τελευταίες δεκαετίες. Ουσιαστικά, δεν υπάρχει επιστήμη των διεθνών σχέσεων αν δεν εστιάζεται στις σχέσεις ισχύος και ιδιαίτερα στις δυναμικές που αναπτύσσει η άνιση ανάπτυξη.

Το θέμα του πολέμου, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με ελαφρότητα. Είναι «κοινωνικό» φαινόμενο στις «κοινωνικές» σχέσεις μεταξύ των μελών του συστήματος κρατών το οποίο δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί και το οποίο ενδεχομένως δεν θα σταθεροποιηθεί στον ορατό χρονικό ορίζοντα λόγω της άνισης ανάπτυξης και των ανισοτήτων ισχύος μεταξύ των κρατών του διεθνούς συστήματος.

Στην Ελλάδα, συχνά εκφράζεται η λανθασμένη και επικίνδυνη για την ειρήνη θέση πως η εθνική στρατηγική, η αμυντική θωράκιση μιας χώρας και οι αποτρεπτικοί μηχανισμοί κατά των απειλών είναι περιττοί. Τέτοια ανεύθυνα, ανιστόρητα και επικίνδυνα επιχειρήματα εδράζονται, ουσιαστικά, σ’ μια μόνο απίστευτα λανθασμένη θέση: Πως η ισχύς στο διεθνές σύστημα είναι –ή επίκειται να συντελεστεί αυτή η κοσμογονικής σημασίας εξέλιξη– κοινωνικά, πολιτικά και νομικά ελεγχόμενη.

Αν και η λανθασμένη υφή αυτού του επιχειρήματος είναι ορατή ακόμη και από μύωπες, η ανάλυση διεθνών σχέσεων είναι υποχρεωμένη να αντικρούσει αυτούς τους κατά τα άλλα ευρύτατα διαδεδομένους  συμβατικούς μύθους. Μια τέτοια προσπάθεια δεν ενέχει, κατ’ ανάγκη, πολεμικό χαρακτήρα. Απλώς καταδεικνύεται το Υπαρκτό, εντοπίζονται τα προβλήματα και ερμηνεύονται τα διλήμματα του άναρχου διεθνούς συστήματος. Η αξιολογικά ελεύθερη ανάλυση των αιτιών πολέμου, ασφαλώς, δεν στοχεύει σε κοινωνικές ή διεθνείς αλλαγές ούτε φιλοδοξεί να προσφέρει συνταγές επίλυσης συγκεκριμένων διεθνών προβλημάτων. Ο κοινωνικός ρόλος μιας αξιολογικά ελεύθερης ανάλυσης των διεθνών σχέσεων συνίσταται απλώς στο να καταστήσει σαφή τα προβλήματα και να φωτίσει τα διλήμματα εναλλακτικών στρατηγικών προσανατολισμών[1]. Αναδεικνύει επίσης τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις της λανθασμένης ανάλυσης βοηθώντας έτσι την κοινωνία και την πολιτική ηγεσία να προσδιορίσει τις επιμέρους τακτικές και στρατηγικές επιλογές. Το μνημειώδες έργο του Edward H. Carr Εικοσαετής Κρίση 1919-1939 που αποτελεί έκτοτε τη βάση της σύγχρονης επιστημονικής ενασχόλησης με τις διεθνείς σχέσεις, είχε αυτό ακριβώς τον χαρακτήρα.

Ασφαλώς, το πρόβλημα της ανάλυσης διεθνών προσλαμβάνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις όταν μαζικά και συστηματικά διαφθείρεται ο στοχασμός από προπαγανδιστικές εκλογικεύσεις, όταν χιλιάδες φοιτητές πανεπιστημίων δέχονται προπαγανδιστικές πολιτικές εκλογικεύσεις αντί στέρεας πνευματικής τροφής και όταν η κοινωνία βομβαρδίζεται από κάθε λογής πνευματικά περιττώματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα άναρθρων κραυγών –που συνειδητά ή ανεπίγνωστα στοχεύουν ευθέως τα συμφέροντα αυτοσυντήρησης και επιβίωσης της Ελλάδας ως έθνους-κράτους μέλους του διεθνούς συστήματος– έχουμε εάν και όταν αλλοπρόσαλλα και αντιφατικά υποστηρίζονται τα συμφέροντα του «Άλλου» ακόμη και αν αυτά είναι σοβινιστικά και επεκτατικά.

Η καλή θεωρία διεθνών σχέσεων, κατά συνέπεια, είναι τόσο προϋπόθεση επιβίωσης ενός κράτους όσο και προϋπόθεση διεθνούς ειρήνης και σταθερότητας. Όπως ορθά υποστήριξε ο Ηans Morgenthau, ένας από τους λιγοστούς ταγούς της σύγχρονης θεωρίας διεθνών σχέσεων, όταν σε μια χώρα αντί ορθής-καλής θεωρίας διεθνών σχέσεων επικρατήσουν τσαρλατανιές, συρρικνώνεται ή εκμηδενίζεται. Αυτό σημαίνει, συνεχίζει, πως αν και το διεθνές σύστημα δεν αλλάζει μορφή ή χαρακτήρα, μεταξύ των κρατών έχουμε πόλεμο ενώ λαμβάνουν χώρα ανακατανομές συνόρων και άλλων ζωτικών συμφερόντων.

[1] Εκτός και αν γράφεται από εμπειρογνώμονες κυβερνητικών υπηρεσιών που διαθέτουν υπηρεσιακή πληροφόρηση επί συγκεκριμένων προβλημάτων της διεθνούς πολιτικής, μια ανάλυση διεθνών σχέσεων δεν έχει τη δυνατότητα να προτείνει έγκυρες πρακτικές συμβουλές. Ο ρόλος της ανάλυσης διεθνών σχέσεων αφορά κατά κύριο λόγο την διερεύνηση των προβλημάτων και διλημμάτων καθώς και τους στρατηγικούς

Κεφάλαιο 2. Ο ηγεμονισμός, τρομοκρατία και το σύγχρονο διεθνές σύστημα

Η αναπαράσταση της εικόνας των φλεγομένων δίδυμων πύργων του Μανχάταν στο εξώφυλλο του παρόντος βιβλίου δεν είναι τυχαία επιλογή. Συμβολίζει το γεγονός πως η σταθεροποίηση του διακρατικού συστήματος δεν είναι δεδομένη στο ορατό μέλλον και πως τα κράτη είναι υποχρεωμένα να συνυπάρξουν επί μακρόν υπό συνθήκες διεθνούς αναρχίας, δηλαδή υπό συνθήκες απουσίας μιας παγκόσμιας ρυθμιστικής εξουσίας. Συμβολίζει επίσης το γεγονός πως σ’ αντίθεση με την ύστερη παραφιλολογία της ήδη εκτροχιασμένης νεοφιλελεύθερης θεωρίας διεθνών σχέσεων και των υποπροϊόντων της στις μικρές και εξαρτημένες χώρες[1], ο «ήπιος ηγεμονισμός» της μιας μεγάλης δύναμης είναι μια πολιτική προσδοκία χωρίς θεμέλια στον πραγματικό σύγχρονο κόσμο.

Στο πραγματικό σύγχρονο κόσμο, υποστηρίζεται πιο κάτω, οι ηγεμονικές και αυτοκρατορικές αξιώσεις είναι καταδικασμένες να αποτυγχάνουν επειδή είναι παρωχημένες και αναποτελεσματικές. Αυτή δεν είναι μια ιδεολογική θεώρηση του διεθνούς συστήματος αλλά μια θεμελιωμένη θεωρητική θέση που αναδεικνύεται από τη μελέτη της ιστορίας διεθνών σχέσεων και της κοινωνικοπολιτικής οντολογίας των διεθνών σχέσεων (βλ. Ήφαιστος 2001 κεφ. 7-8).

Ασφαλώς, η θεωρία διεθνών σχέσεων δεν περίμενε ένα τυχαίο τρομοκρατικό κτύπημα για να καταδείξει το γεγονός πως τα αίτια του πολέμου είναι υπαρκτά. Όπως θα υποστηρίξω στη συνέχεια, τέτοιες ενέργειες μη κρατικών ομάδων, ασφαλώς, δεν είναι μόνο φρικτές αλλά και εκτός κοινωνικής και πολιτικής λογικής. Αν θα μπορούσαν όμως να «χρησιμεύσουν» σε κάτι είναι το γεγονός πως φέρνουν στην επικαιρότητα πολιτικές ανωμαλίες όπως η τρομοκρατία που αποτελεί επακόλουθο της διαιώνισης του «διεθνούς προβλήματος». Η άνιση ανάπτυξη, ο ηγεμονισμός, οι διεθνείς επεμβάσεις και οι στρατηγικοί ανταγωνισμοί που οξύνουν τα ιστορικά περιφερειακά προβλήματα βρίσκονται στη ρίζα του διεθνούς προβλήματος.

Πως και πόσο, θα μπορούσε κάποιος να διερωτηθεί εύλογα, επηρέασε την εξέλιξη των περιφερειακών διενέξεων ο επί πέντε δεκαετίες στρατηγικός ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων στη Μέση Ανατολή; Πως και πόσο αυτός ο ανταγωνισμός, συνδυασμένος με στρατηγικές επιλογές «διαίρει και βασίλευε» και πολιτικές που τρέφουν την άνιση ανάπτυξη[2], συνέτεινε στην ανάδειξη τρομοκρατικών ομάδων με τα γνωστά αποτελέσματα[3]; Γιατί, εξάλλου, μερικές μόνο εβδομάδες μετά το τρομοκρατικό κτύπημα κατά των πύργων του Μανχάταν, οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας διακήρυξαν μια ριζοσπαστική αλλαγή στάσης στο Παλαιστινιακό πρόβλημα, βήμα που επί δεκαετίες αρνούνταν να κάνουν[4];

Στο σύγχρονο διεθνές σύστημα –το οποίο όπως θα υποστηριχθεί πιο κάτω, θα σταθεροποιηθεί μόνο όταν εξαλειφτούν τα κύρια αίτια πολέμου και κυρίως η άνιση ανάπτυξη και ο ηγεμονισμός– τα βιώσιμα κράτη είναι ευαίσθητα στις εξωτερικές απειλές. Η παγκοσμιοποίηση των διεθνικών-διεθνιστικών φαινομένων όπως η τρομοκρατία, εξάλλου, αποτελεί πηγή αστάθειας στις διακρατικές σχέσεις σε βαθμό που ελάχιστοι αναλυτές πρόβλεψαν, με εξαίρεση στοχαστές του διαμετρήματος του Παναγιώτη Κονδύλη[5].

Ο ηγεμονισμός και διεθνικές ανωμαλίες όπως η τρομοκρατία, θα τονιστεί πιο κάτω, αν και είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος έχουν πολλά πρόσωπα και συνδυάζονται για να οξύνουν τα προβλήματα των διακρατικών σχέσεων. Υπό αυτό το πρίσμα, βασικό συμπέρασμα των διεθνολογικών μου διερευνήσεων της τελευταίας δεκαετίας είναι πως η ισχύς και τα προβλήματα αποκλείεται να εξαλειφτούν τελείως από το διεθνές σύστημα, το οποίο αποτελείται από «ζωντανές», αναπτυσσόμενες και εξελισσόμενες κοινωνίες.

Μολαταύτα, η άλλη όψη του νομίσματος είναι πως οι ηγεμονικές συμπεριφορές και οι συμπαρομαρτούσες εκδηλώσεις του είναι παρωχημένα φαινόμενα, γεγονός που ενδεχομένως δείχνει προς ένα πιο σταθερό μελλοντικό κόσμο συγκροτημένο σ’ εθνική-κρατική βάση. Ιδιαίτερα, οι δονκιχωτικές αμερικανικές συμπεριφορές της μεταψυχροπολεμικής εποχής –που διατυπώνονται παραστατικά από το νεοφιλελεύθερο παράδειγμα και τα υποπροϊόντα του στην Ελλάδα και αλλού– αποτελούν, όπως συμπεραίνω σε άλλη περίπτωση (2001 κεφ. 18) το κύκνειο άσμα παρωχημένων και αναποτελεσματικών στάσεων και παραδοχών.

Υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων που έκανα μόλις, επίσης, η επιλογή του υπότιτλου του βιβλίου δεν είναι τυχαία. Συμβολίζει το γεγονός πως η τρομοκρατία, μια σημαντική ανωμαλία του διακρατικού συστήματος στην ύστερη φάση ανάπτυξής του, συναρτάται άμεσα με το «διεθνές πρόβλημα», ιδιαίτερα την άνιση ανάπτυξη και τις παρωχημένες ηγεμονικές αξιώσεις που την αναδεικνύουν και συντείνουν στην διαιώνισή της.

«Κάποια στιγμή πρέπει να αντιμετωπίσεις τα υποβόσκοντα προβλήματα των διεθνών σχέσεων», είπε υψηλόβαθμο στέλεχος της αμερικανικής κυβέρνησης σε ομιλία του στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2001, για να συμπληρώσει πως ακόμη και μια μεγάλη δύναμη όπως οι ΗΠΑ χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τα εθνικά συμφέροντα των άλλων κρατών, να επικοινωνεί ακόμη και με κράτη που δεν είναι της αρεσκείας της και να ξανασκεφτεί ορισμένα στερεότυπα της εξωτερικής της πολιτικής. Χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την αμερικανική συλλογική ψυχολογία μετά το τρομοκρατικό κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 πρόσθεσε πως «η κατάρρευση των δύο ψηλότερων πύργων σήμαινε και κατάρρευση του κόσμου μας τον οποίο και προσπαθούμε να την ξανακτίσουμε» («our world collapsed and we are trying to rebuild it»)[6]. Το ερώτημα που τίθεται, βεβαίως, είναι γιατί θα έπρεπε κάποιος να περιμένει ένα τρομοκρατικό κτύπημα για να αντιληφτεί εξόφθαλμες πραγματικότητες του διεθνούς συστήματος! Γιατί θα έπρεπε να περιμένει κάποιος την εκδήλωση ενός τέτοιου κτυπήματος για να καταλάβει πως το εθνικό συμφέρον κάθε κράτους αποτελεί τη βάση λειτουργίας του διεθνούς συστήματος, κάτι το οποίο κορυφαίοι αγγλοσάξονες αναλυτές όπως οι Edward H. Carr, Hans Morgenthau, Robert Gilpin, Kenneth Waltz και Hedley Bull τονίζουν στις βαθυστόχαστες αναλύσεις τους!

Για τους μη υποψιασμένους, τους κακόπιστους ή αυτούς που δεν είναι εξοικειωμένοι με άλλες δημοσιεύσεις μου, αυτά τα ρητορικά ερωτήματα δεν τίθενται για να υπονοήσουν πως πλησίασε η στιγμή που η άσκηση ισχύος στο διεθνές σύστημα θα ελεγχθεί από κάποιο παγκόσμιο κοινωνικό σώμα ή κάποια νομιμοποιημένη παγκόσμια εξουσία. Υποδηλώνουν, αντίστροφα, πως το πολιτικό εθνικό-κρατικό γεγονός εξ ορισμού (λόγω του οντολογικού χαρακτήρα αυτού του γεγονότος) λειτουργεί στη βάση του εθνικού συμφέροντος και πως μέχρι να εξαλειφτεί το «διεθνές πρόβλημα» όπως ορίζεται πιο κάτω η κατανομή ισχύος και η πολεμική προετοιμασία θα είναι κεντρικής σημασίας παράγοντες για τη διεθνή ειρήνη, την σταθερότητα και την επιβίωση κάθε κράτους.

Το κοινό «διεθνές συμφέρον», θα υποστηριχθεί στη συνέχεια, είναι συμψηφισμός των επιμέρους εθνικών συμφερόντων επιβίωσης και αυτοσυντήρησης που προεκτείνονται στο επίσης κοινό συμφέρον επιβίωσης του διακρατικού συστήματος, κοινός σκοπός τον οποίο ιστορικά υπηρετούν το διεθνές δίκαιο και τα συστήματα συλλογικής ασφάλειας. Όμως, αν και υπηρετούν αυτό τον κοινό σκοπό δεν τον διασφαλίζουν, γεγονός που καθιστά την αρχή της αυτοβοήθειας και την κατανομή ισχύος κρίσιμα κριτήρια τόσο για την ακεραιότητα ενός κράτους όσο και για την επιβίωση του διακρατικού συστήματος και την διεθνή σταθερότητα.

Η έμφαση στα αίτια της αναποτελεσματικότητας του διεθνούς δικαίου και της συλλογικής ασφάλειας στις σελίδες  που ακολουθούν, κατά συνέπεια, δεν είναι τυχαία. Ακριβώς, οι εκρήξεις των δίδυμων πύργων του Μανχάταν στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 δεν εκδηλώθηκαν εν αιθρία. Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος είναι πρώτο, τα παρωχημένα ηγεμονικά στερεότυπα που πεισματικά αντιμάχονται την εθνική-κρατική ετερότητα επιχειρώντας να την ελέγξουν και δεύτερο, οι πολιτικά ανώμαλες καταστάσεις που αποσκοπούν στην εκθεμελίωση του εθνικού-κρατικού συστήματος τάξης και δικαιοσύνης.

Έτσι, από τη μια πλευρά διαιωνίζονται διεθνιστικοί, κοσμοπολίτικοι και επαναστατικοί παραλογισμοί και από την άλλη πλευρά αναπαράγονται  διεθνικές ανωμαλίες όπως τρομοκράτες και αναρχικοί που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν παρά  μόνο με την στερέωση του έθνους-κράτους, την ενίσχυση της κρατικής κυριαρχίας και ευρύτερα με την καταπολέμηση των αιτιών πολέμου ευρύτερα στις διακρατικές σχέσεις.

Ο τρόπος που χρησιμοποιώ τον όρο ηγεμονισμός στα κεφάλαια που ακολουθούν αποτελεί κατά κάποιο τρόπο και ορισμό του υπό το πρίσμα της παρούσης ανάλυσης. Μολαταύτα, είναι ίσως χρήσιμο, έστω και στοιχειωδώς, να περιγράψω το γενικότερο εννοιολογικό του πλαίσιο.

Καταρχήν, στην παρούσα ανάλυση ο όρος ηγεμονισμός δεν χρησιμοποιείται με την συνήθη συμβατική ιδεολογική έννοια του όρου. Πρωτίστως, αφορά την θέση και τον ρόλο ενός κράτους στο σύστημα κατανομής ισχύος και συνδέεται με ορισμένες συμπεριφορές. Ο αναγνώστης είναι ελεύθερος να συναγάγει τις δικές του πολιτικές εκλογικεύσεις με κριτήριο τις φιλοσοφικές και ιδεολογικές του παραδοχές. Σε κάθε περίπτωση, θα ανακαλύψει πως όλες οι εκδοχές του ηγεμονισμού ίσαμε τις ακραίες συνέπειές τους οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: Είτε κάποιος παραδέχεται-αποδέχεται την κλασική ηγεμονική λογική και με ενδεχομένως γενοκτονικό τρόπο καταργεί το διεθνές σύστημα εγκαθιδρύοντας μια παγκόσμια αυτοκρατορία ή ηγεμονία είτε κατανοεί πως το σύστημα της κρατικής κυριαρχίας που τον αντιπαλεύει αποτελεί την ιστορική διέξοδο στην μακραίωνη αναζήτηση συλλογικού τρόπου ζωής στον διεθνή χώρο. Ενδιάμεσες λύσεις δεν υπάρχουν και αυτό επιβεβαιώνεται από τα πολλά προβλήματα της ύστερης εποχής, τις πολιτικά κουτοπόνηρες και επιστημονικά ανόητες εκλογικεύσεις περί «ήπιου ηγεμονισμού» και τους πολλούς πειραματισμούς με διαδοχικές νέες τάξεις. Λέγοντας αυτό, δεν προδικάζεται ασφαλώς διέξοδος, τελική λύση, τελική σταθεροποίηση ή κάτι άλλο. Οι ίδιες οι κοινωνίες θα το αποφασίσουν όπως εξάλλου καθημερινά κάνουν.

Εξάλλου, αυτό που ενδιαφέρει την παρούσα ανάλυση δεν είναι να διερευνήσει σε πιο συγκεκριμένες περιπτώσεις μια χώρα κατέχει ηγεμονική θέση αλλά τι σημαίνουν συγκεκριμένες απορρέουσες όταν κάποιο κράτος βρίσκεται σε δεσπόζουσα θέση και υιοθετεί συγκεκριμένες στάσεις και παραδοχές που επηρεάζουν τη μορφή του διεθνούς συστήματος και το περιεχόμενό του. Το κέντρο βάρους του επιχειρήματος εστιάζεται στο γεγονός πως αν και πάντοτε κάποια κράτη θα βρίσκονται σε δεσπόζουσα θέση στο σύστημα οι προσπάθειες επαναστατικής εξομοιωτικής αλλαγής του συστήματος είναι ανεπίστροφα παρωχημένες.

Μολαταύτα, η δεσπόζουσα θέση ενός κράτους ενέχει αυτόματα συνέπειες για το ίδιο και τα άλλα κράτη. Έτσι, τα τελευταία εκατό χρόνια και με εξαίρεση την ιδιόμορφη περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης, τα ηγεμονικά κράτη αν και συνειδητοποιούν καθημερινά πως είναι αδύνατο πλέον –λόγω της ευόδωσης των αξιώσεων κυριαρχίας των μικρότερων κρατών– να αλλάξουν επαναστατικά τη μορφή του διεθνούς συστήματος και να εγκαθιδρύσουν κάποιου είδους αυτοκρατορία, επιδιώκουν εν τούτοις να επηρεάσουν το περιεχόμενό του με τρόπο που θα μπορούν να το ελέγχουν ποικιλοτρόπως. Αυτό από μόνο του, υποστηρίζω πιο κάτω, είναι το σημαντικότερο ίσως αίτιο πολέμου στο σύγχρονο διεθνές σύστημα με προεκτάσεις για πολλά άλλα αίτια πολέμου και κυρίως την δημιουργία ή όξυνση μικρής κλίμακας διενέξεων και άλλων προβλημάτων όπως η τρομοκρατία.

Πόρρω απέχει η παρούσα ανάλυση να υιοθετήσει ιδεαλιστικές ή ουτοπικές θέσεις και παραδοχές κατά ή υπέρ του ηγεμονισμού ως έννοια. Υπό το πρίσμα του διεθνολόγου, εξηγείται πότε ο ηγεμονισμός προκαλεί πρόβλημα αστάθειας ή άλλα προβλήματα, επεξεργάζεται τα αδιέξοδά του, διερευνά τη σημασία που αυτό ενέχει για το διακρατικό σύστημα και συναγάγει πως αυτή η κύρια πηγή αστάθειας θα στερέψει εάν και όταν τα ισχυρότερα κράτη συνειδητοποιήσουν πως είναι προς το συμφέρον επιβίωσης όχι μόνο του διακρατικού συστήματος αλλά και των ίδιων να περιορίσουν το εύρος των αναθεωρητικών τους επιλογών. Η σύνδεση, που κάποιος λανθασμένα θα μπορούσε να εκλάβει ως αξιολογική κρίση, είναι πως το διεθνές σύστημα θα σταθεροποιηθεί ικανοποιητικά εάν και όταν εφαρμοστούν οι θεμελιώδεις αρχές της διακρατικής ισοτιμίας και της μη επέμβασης γεγονός που θα σηματοδοτήσει την εμπέδωση της κρατικής κυριαρχίας ως θεμελιωμένου κα αναλλοίωτου καθεστώτος ρύθμισης των πνευματικών και άλλων συναλλαγών του διεθνούς συστήματος.

Ως προς το θέμα της κρατικής κυριαρχίας αποφάσισα από καιρό πως δεν χωρούν συμβιβασμοί για να ικανοποιηθούν οι ιδεολογικές διαστροφές αυτών που την καταπολεμούν. Από καιρό, απόρροια επιστημολογικών και μεθοδολογικών επιλογών, αποφάσισα πως η ζωή είναι σύντομη για να την αναλώνει κάποιος με το γούστο και τις ιδιοτροπίες του καθενός που φέρει ακαδημαϊκό μανδύα. Αν θέλει κάποιος να ασχοληθεί με την ουσία των διεθνών σχέσεων η πορεία είναι μονόδρομος: Διερεύνηση της δομής, των προβλημάτων και των διλημμάτων όπως τα προσδιόρισε το μνημειώδες επιστημονικό έργο του Θουκυδίδη και όπως το επεξεργάστηκαν μερικοί σύγχρονοι ταγοί του κλάδου όπως ο Edward H. Carr, o Hans Morgenthau, o Kenneth Waltz, o Hedley Bull, ο  Martin Wight, ο Raymond Aron, ο Robert Gilpin και μερικοί άλλοι.

Πολλές αναλύσεις διεθνών σχέσεων –γι’ εμένα αυτό δεν αποτελεί πειθαναγκαστικό επιχείρημα επειδή ενδεχομένως καθιέρωσα αυτοδύναμα τη δική μου επιστημονική θέση στη βιβλιογραφία επί ουσιωδών θεμάτων και γι’ αυτό δεν θεωρώ τον επιστημονικό μου ρόλο ως υποπροϊόν κάποιων «διαπρεπών» δήθεν «καθηγητών– έχουν πλέον χάσει τον προσανατολισμό τους επειδή μυωπικά και ιδεολογικά προκατειλημμένα επιδίδονται όχι στην ανάλυση των διεθνών σχέσεων αλλά στην ανάλυση του τρόπου που θα τις καταργήσουν. Ουσιαστικά δεν κάνουν επιστημονική ανάλυση αλλά με περίπλοκες και εν πολλοίς μπερδεμένες αναλύσεις αναλώνονται στην καταπολέμηση της κρατικής κυριαρχίας, δηλαδή του καθεστώτος που ενσαρκώνει την εθνική ανεξαρτησία-ελευθερία των κοινωνιών, με κάθε κριτήριο κατάκτηση πολιτισμού στην μακραίωνη αναζήτηση τρόπου ρύθμισης των διεθνών σχέσεων.

Για το πότε ένα κράτος είναι ηγεμονικό και το τι σημαίνει αυτό με διεθνολογικούς όρους ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει σε έξοχα επιστημονικά κείμενα του Kenneth Waltz (1979), Robert Gilpin (1981), Robert Keohane (1984) και Charles Kindleberger. Αναμενόμενα, οι τρεις τελευταίες αναφέρονται κατά κύριο λόγο στην δεσπόζουσα θέση ενός κράτους στο διεθνές οικονομικό σύστημα και τις συνέπειες που αυτό ενέχει για τη διεθνή σταθερότητα και κυρίως των φιλελεύθερων οικονομιών. Κυρίως, εστίασαν τις αναλύσεις τους στον σταθεροποιητικό ρόλο της δεσπόζουσας δύναμης με όρους χρηματοπιστωτικών καθεστώτων, τις εμπορικές συναλλαγές, την κατανομή παραγωγικών πόρων

Εγώ το βλέπω κυρίως ως σταθεροποιητικό συντελεστή αλλά ως επαναστατική δύναμη με την έννοια που το χρησιμοποιεί ο Martin Wight: Είτε να καταργήσει το διεθνές σύστημα εγκαθιδρύοντας μια παγκόσμια αυτοκρατορία είτε να το ελέγξει με ποικίλους μηχανισμούς και με τρόπο που θα ακυρώνεται το καθεστώς της κρατικής κυριαρχίας και η εθνική-κρατική ανεξαρτησία των μελών του διακρατικού συστήματος.

[1] Ενδεικτικά, όσον αφορά το επίπεδο αναλύσεων οίκαδε, όταν πλέον ήταν πασίγνωστο στην διεθνή βιβλιογραφία για το άδοξο τέλος της νεοφιλελεύθερης θεωρίας μετά από τα σφυροκοπήματα της ρεαλιστικής θεωρίας (βλ. Ήφαιστος 2001 κεφ. 11), περιφερόμενοι διεθνολογούντες ειδικευμένοι στις επιστημονικές τσαρλατανιές και στις στρατευμένες πολιτικές εκλογικεύσεις υποστήριζαν πως για να βελτιωθεί η μελέτη των διεθνών σχέσεων στην Ελλάδα «πρέπει να εισαγάγουμε την νεοφιλελεύθερη θεωρία». Όπως ήδη σημειώνω σε άλλο σημείο, για να αποφύγω ανεπιθύμητες προσωπικές αντιπαραθέσεις και την αναβάθμιση διεθνολογούντων σπιθαμιαίου επιστημονικού αναστήματος, αποφάσισα να μη παραπέμπω κάποιον στα κείμενά μου επωνύμως παρά μόνο όταν οι αναφορές μου είναι θετικές.

[2] Οι τιμές αγοράς του πετρελαίου της Μέσης Ανατολής ήταν επί πολλές δεκαετίες πολύ πιο κάτω της τιμής αγοράς. Αυτό επιτυγχανόταν –και συνεχίζει, σε κάποιο τουλάχιστον βαθμό, να επιτυγχάνεται– με τη βοήθεια φιλικών αυταρχικών καθεστώτων.

[3] Ο ενδιαφερόμενος δεν πρέπει να ξεχνά πως οι τρομοκράτες που κτύπησαν τους δίδυμους πύργους στο Μανχάταν στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 δεν ήταν οι μόνοι που κατά καιρούς εύρισκαν καταφύγιο και εκπαιδεύονταν σε «ανεξέλεγκτες περιοχές» της Μέσης Ανατολής. Οι τρομοκρατικές ομάδες που έδρασαν τις δεκαετίες του 1970 και 1980 στην Ευρώπη είχαν επίσης ως αναγκαίο γι’ αυτούς και μη εξαιρετέο σταθμό εκπαίδευσης και οργάνωσης την Μέση Ανατολή. Δεν πρέπει να ξεχνιέται επίσης πως λίγα χρόνια πριν το κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου οι τρομοκρατικές ομάδες που έδρασαν κατά των ΗΠΑ είχαν, στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης Ανατολής-Δύσης στο Αφγανιστάν και αλλού, βοηθηθεί από τις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών.

[4] Η ανάλυση που ακολουθεί θα κάνει σαφές πως θέτοντας αυτό το ερώτημα δεν υιοθετώ ταυτόχρονα την λανθασμένη θέση πως ιστορικά προβλήματα οξυμένα στον τόπο και στον χρόνο μπορούν να επιλυθούν εύκολα ή με μαγικές μεθόδους. Ακόμη, ένας διεθνολόγος που σέβεται τον ρόλο του και τους αναγνώστες του ποτέ δεν θα υποστήριζε πως η δικαιοσύνη είναι εύκολη υπόθεση σε τέτοιες τραγικές ιστορικές συγκρούσεις. Όμως, αυτά τα ιστορικά προβλήματα των διακρατικών σχέσεων θα εξαλείφονταν πολύ πιο γρήγορα και με πολύ πιο ήπιο τρόπο αν δεν υπήρχε το «διεθνές πρόβλημα», εν πολλοίς απόρροια των αναχρονιστικών ηγεμονικών αξιώσεων και αδιέξοδων αυτοκρατορικών φιλοδοξιών.

[5] Η προσοχή που δόθηκε στις επιστημονικές αναλύσεις του Παναγιώτη Κονδύλη στη γενέτειρά του δεν είναι ανάλογη της στοχαστικής του εμβέλειας. Σίγουρα, οι αναλύσεις του Παναγιώτη Κονδύλη όπως και κάθε άλλου στοχαστή δυνατό να τύχουν κριτικής για αδυναμίες, ελλείψεις και αντιφάσεις. Όμως, το πιο σύνηθες φαινόμενο κριτικών που υπέπεσαν στην αντίληψή μου για μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα έργα του είναι αμαθείς θεωρήσεις των έργων του από περιφερόμενους επιστημονολογούντες σπιθαμιαίου στοχαστικού αναστήματος οι οποίοι νομίζουν πως αναδεικνύονται όταν με ευκολία και ανέξοδα επιτίθενται κατά ενός μεγάλου στοχαστή. Από μια άλλη σκοπιά, βεβαίως, οι κακόπιστες επιθέσεις κατά του αείμνηστου Παναγιώτη Κονδύλη είναι αναμενόμενες: Είναι φυσικό πως όταν σε μια μικρή και εξαρτημένη χώρα αξιολογικά ελεύθερες και θεμελιωμένες θεωρήσεις θίγουν το σύστημα εξωγενών εξαρτήσεων να στρατεύονται μυριάδες ποικιλόμορφοι προπαγανδιστές ή άλλου είδους στρατευμένες υπάρξεις για να υποσκάψουν τα θεμέλια της ευθυκρισίας-ορθολογισμού που οικοδομείται. Όπως διάβασε το μνημειώδες θεωρητικό του έργο Ισχύς και Απόφαση, γνωρίζει πως ο Π.Κ. το πρόβλεψε με ακρίβεια.

[6] Επειδή η συζήτηση ήταν κλειστή και «of the record» δεν αναφέρω το όνομά του. Ούτως ή άλλως, όμως, πολλοί αμερικανοί στοχαστές και πολλά πολιτικά πρόσωπα, λίγες εβδομάδες μετά το τρομοκρατικό κτύπημα άρχισαν να δηλώνουν δημόσια τις ίδιες περίπου αναθεωρητικές θέσεις που εμπεριέχουν στοιχεία αυτοκριτικής.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ

Τα πολλά πρόσωπα του ηγεμονισμού και της τρομοκρατίας

Περιεχόμενα

Μέρος Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΆ ΚΑΙ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

 Κεφάλαιο 1. Η ανάλυση των διεθνών σχέσεων και ο πόλεμος

Κεφάλαιο 2. Ο ηγεμονισμός, η τρομοκρατία και το σύγχρονο διεθνές σύστημα

Κεφάλαιο 3. Ερμηνευτικά σχήματα των διεθνών σχέσεων, η τρομοκρατία και οι απόγονοι ακραίων νεωτερικών ιδεών

Κεφάλαιο 4. Μεθοδολογικά ζητήματα και οι στρεβλές θεωρήσεις διεθνών σχέσεων ως αίτιο πολέμου

Κεφάλαιο 5. Τι είναι και τι δεν είναι η παρούσα ανάλυση και η σχέση της με το βιβλίο μου «Κοσμοθεωρητική Ετερότητα και Αξιώσεις Πολιτικής Κυριαρχίας»

Μέρος ΙΙ. ΠΟΛΕΜΟΣ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΣΚΟΠΟΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΤΥΠΟΛΟΓΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΡΑΤΩΝ.

Κεφάλαιο 6. Πόλεμος, σκοπός, πολιτική, πολιτισμός και «κατακτήσεις του πολιτισμού

Κεφάλαιο 7. Φαινομενολογία, πόλεμος και η θεμελιώδης διάκριση εσωτερικής και διακρατικής τάξης

Κεφάλαιο 8. Πόλεμος ως συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα, η ποικιλομορφία των πολιτικών υποκειμένων και η τρομοκρατία

Κεφάλαιο 9. Τυπολογία πολέμου: Πόλεμος συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα ή επαναστατική λογική και άνευ ορίων (ιερός) πόλεμος;

Μέρος III. ΗΓΕΜΟΝΙΣΜ0Σ, ΑΙΤΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ, ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΛΥΣΉ ΤΟΥΣ

 Κεφάλαιο 10. Εκλογικεύσεις περί ηγεμονικής σταθερότητας

Κεφάλαιο 11. Ηγεμονισμός, ανάλυση των διεθνών σχέσεων και τα αίτια πολέμου

Κεφάλαιο 12. Αίτια αστάθειας, ηγεμονισμός και η εθνική-κυριαρχία ως πολιτικό και ηθικοκανονιστικό κριτήριο

Κεφάλαιο 13. Η εθνική-κρατική οντολογία ως αντιστρόφως ανάλογο φαινόμενο των ηγεμονικών αξιώσεων

Κεφάλαιο 14. Η απροσμέτρητη ποικιλομορφία και αμφισημία του διεθνούς συστήματος υπό το πρίσμα των κύριων αιτίων αστάθειας

Κεφάλαιο 15. Η ποικιλομορφία των θεωρήσεων των αιτιών πολέμου στην αιχμή των διεθνολογικών συζητήσεων

Κεφάλαιο 16. Επέμβαση, πόλεμος-δημοκρατία και η ύστερη ανάπτυξη της φιλελεύθερης ανάλυσης 

Κεφάλαιο 17. Δημοκρατία και πόλεμος μέσα από την αμερικανική πολιτική σκέψη και την αμερικανική ιστορία

Κεφάλαιο 18. Τα κύρια αίτια πολέμου. Διεθνικά φαινόμενα, κρατική κυριαρχία και τρομοκρατία

Μερος ΙV. Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ-ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

 Κεφάλαιο 19. Οι αξιώσεις διακριτής κυρίαρχης: Τα διλήμματα μεταξύ αυτοκρατορικής τάξης και εθνικού-κρατικού συστήματος

Κεφάλαιο 20. Η διαπάλη αξιώσεων ανεξαρτησίας-κυριαρχίας που ανέδειξε το εθνικό-κρατικό σύστημα και οι συνέπειές της

Κεφάλαιο 21. Η διαπάλη αξιώσεων κυριαρχίας, το εθνικό-κρατικό σύστημα και θεσμικές ρυθμίσεις αντιμετώπισης των αιτιών πολέμου.

Κεφάλαιο 22. Τα πολλά συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης και ο παραλογισμός των κοσμοπολίτικων και ηγεμονικών αξιώσεων.

Κεφάλαιο 23. Ανισότητες ισχύος υπό συνθήκες διεθνούς αναρ0χίας και η παρακμή κρατικών συντελεστών που προκαλεί αστάθεια και ανακατανομές εδαφών.

Κεφάλαιο 24. Ο παρωχημένος, αναποτελεσματικός ηγεμονικός αναθεωρητισμός ως κοσμοπολίτικο φαινόμενο και πηγή διεθνών ανωμαλιών και ενδημικής αστάθειας

Κεφάλαιο 25. Τάξη, «συμμόρφωση», διεθνισμός-κοσμοπολιτισμός και ηγεμονικές εκλογικεύσεις ως ακόμη ένα καίριο αίτιο αστάθειας.

Μέρος V. ΕΘΝΙΚΗ-ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΤΟ «ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ» ΚΑΙ ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΑΙΤΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ

Κεφάλαιο 26. Θεμελιώδη χαρακτηριστικά του διεθνούς συστήματος και αναθεωρητικές ή ανατρεπτικές θεωρήσεις του

Κεφάλαιο 27. Αρχές και κριτήρια ρύθμισης του διακρατικού συστήματος, κατακτήσεις του πολιτισμού και τα αίτια πολέμου

Κεφάλαιο 28. Ατέλειες του συστήματος κρατών και τα αίτια πολέμου

Κεφάλαιο 29. Διεθνισμός-κοσμοπολιτισμός: Πολιτική, νομική και κοσμοθεωρητική ανωμαλία. Είναι ο πατριωτισμός αίτιο πολέμου;

Κεφάλαιο 30. Τα συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης και τα αίτια πολέμου

Μέροος VI. Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ 21ΟΥ ΑΙΩΝΑ ΜΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΗ «ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΧΑΤΑΝ» ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ

Κεφάλαιο 31.Ο «μεγάλος ασθενής»: η ανάλυση των διεθνών σχέσεων και τα ιδεολογικά-πολιτικά παρεπόμενά της.

Κεφάλαιο 32. Η κρίση της 11 Σεπτεμβρίου 2001 ως περιπτωσιολογικό πλαίσιο ανάλυσης.

Κεφάλαιο 33. Οι πύργοι του Μανχάταν και τα αεροπλάνα της Ολυμπιακής: «Τι θα έκανε η Ελλάδα αν αλβανοί κτυπούσαν τον πύργο της οδού Πανόρμου;»

33.1. Αεροπλάνα της Ολυμπιακής, ο πύργος της οδού Πανόρμου και αλβανοί τρομοκράτες

33.2. Σκοπός, πολιτική και κοινωνία στη κρίση του Μανχάταν

33.3. Εκδίκηση ως σκοπός πολέμου ή επιστροφή στη βαρβαρότητα

33.4. Κοινωνικοπολιτικό και θεσμικό πλαίσιο άσκησης «διεθνούς βίας»

33.5. «Διεθνείς σκοποί» και άσκηση «διεθνούς βίας»

33.6. Διεθνείς σκοποί και διεθνή ποινικά δικαστήρια

33.7. Επιβίωση του διακρατικού συστήματος

33.8. Καταχρηστική άσκηση βίας

33.9. Τα αίτια πολέμου

33.10. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 21 Σεπτεμβρίου 2001

Κεφάλαιο 34. Πόλεμος και πυρηνικά όπλα: Σκοπός, πολιτική, η κρίση στο Αφγανιστάν και ο πόλεμος στο κατώφλι του 21ου αιώνα

Κεφάλαιο 35. Διεθνείς σχέσεις και πόλεμος στο κατώφλι του 21ου αιώνα και τα πολλαπλά πρόσωπα του ηγεμονισμού και της τρομοκρατίας

35.1. «Αξιώσεις των λιγότερο ισχυρών και οι ηγεμονικές αξιώσεις παγκόσμιας ενοποίησης που υποχωρούν και προσαρμόζονται»

35.2. Διεθνές δίκαιο, διεθνής δικαιοσύνη, παγκόσμια δικαιοσύνη Διεθνές Είναι και αξιώσεις παγκόσμιας ενότητας

35.3. Η θεμελιώδης θουκυδίδεια θεώρηση και η ερμηνεία των κυριότερων  αιτιών πολέμου.

35.4. Πόλεμος και διεθνείς σχέσεις στο κατώφλι του 21ου αιώνα.

 

 

Advertisements


Κατηγορίες:Διάφορα, Διεθνή, Διεθνείς Σχέσεις, Επιστήμη, Ηφαιστος Παναγιώτης, Στρατηγική

Ετικέτες: , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: