Σταύρος Λυγερός, Το εκλογικό αποτέλεσμα, οι δημοσκοπήσεις και οι εκλογικοί πρόσφυγες

Ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι στην Κουμουνδούρου εξεπλάγησαν από το εκλογικό αποτέλεσμα. Για μία ακόμα φορά οι δημοσκοπήσεις έπεσαν παταγωδώς έξω. Αντί για ντέρμπι οι κάλπες κατέγραψαν μία νέα σαρωτική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, για την ακρίβεια μία νέα σαρωτική νίκη του Τσίπρα.

Το πρώτο ζήτημα που εκ των πραγμάτων τίθεται είναι η καταρρακωμένη αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων. Είναι κοινό μυστικό ότι αρκετές εταιρείες «πειράζουν» τα αποτελέσματα, προκειμένου να ανταποκlygerosριθούν στις απαιτήσεις αυτών που τις πληρώνουν. Φαίνεται, όμως, πως υπάρχει ευρύτερο πρόβλημα. Μία μεγάλη μερίδα πολιτών θεωρεί τις εν λόγω εταιρείες μέρος της διαπλοκής των ΜΜΕ με την οικονομική ολιγαρχία και το παλαιό πολιτικό κατεστημένο και φαίνεται πως δεν απαντά με ειλικρίνεια.

Πέρα, όμως, από το ναυάγιο των δημοσκοπήσεων θα πρέπει να ομολογήσουμε πως και οι εμπειρικές εκτιμήσεις έβλεπαν νίκη του ΣΥΡΙΖΑ με τρεις, το πολύ με τέσσερις μονάδες. Μετά τα όσα συνέβησαν, την επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων, τη μνημονιακή στροφή που μετέτρεψε το ηχηρό «όχι» σε «ναι» και τη διάσπαση, ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι στην Κουμουνδούρου θεωρούσαν απίθανο να πλησιάσουν το 36,5% του Ιανουαρίου. Κι όμως, το εκλογικό κόστος ήταν μόνο μία μονάδα!

Είναι κοινός τόπος ότι από το 2012 τα εκλογικά πα
νιά του ΣΥΡΙΖΑ τα φούσκωσε το αντιμνημονιακό ρεύμα στην κοινωνία. Οι πολίτες που κινούνταν σ’ αυτό το ρεύμα έτρεφαν την ελπίδα πως με την ψήφο τους θα μπορούσαν να τερματίσουν τις μνημονιακές πολιτικές που από το 2010 συσσωρεύουν οικονομικά και κοινωνικά ερείπια. Τα προηγούμενα χρόνια, ο Τσίπρας υποσχόταν πως εάν οι ψηφοφόροι του δώσουν την εξουσία θα τις τερματίσει σε συνθήκες οικονομικής ομαλότητας και εντός της Ευρωζώνης. Γι’ αυτό και του την έδωσαν.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Οι αντιμνημονιακοί ψηφοφόροι που έκαναν τον ΣΥΡΙΖΑ μεγάλο κόμμα βίωσαν τη μνημονιακή στροφή του ως πολιτική διάψευση. Κατά κανόνα δεν αξιολογούν θετικά την επίδοση της επτάμηνης διακυβέρνησης. Του καταλογίζουν αυταπάτες, απειρία, διαχειριστική ανεπάρκεια και κυρίως έλλειψη πολιτικού σχεδίου.

Από την άλλη πλευρά, όμως, θεωρούν πως ο Τσίπρας ήταν ειλικρινής, ότι –σε αντίθεση με τους προκατόχους του– διαπραγματεύθηκε σκληρά και μέχρι το τέλος για την καλύτερη συμφωνία, αλλά προσέκρουσε στην εχθρική αδιαλλαξία του ευρωιερατείου. Θεωρούν ακόμα πως απέναντι στον κίνδυνο κατάρρευσης της οικονομίας υπέκυψε στον εκβιασμό των δανειστών και υπέγραψε το 3ο Μνημόνιο. Με άλλα λόγια του αναγνωρίζουν καλές προθέσεις και τουλάχιστον εν μέρει δικαιολογούν τη μνημονιακή στροφή του.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε ότι οι ψηφοφόροι αυτής της κατηγορίας (στην πραγματικότητα εκλογικοί πρόσφυγες) δεν έχουν εναλλακτικές λύσεις. Αναζητούσαν εναλλακτική κυβερνητική λύση, όχι ιδεολογική καθαρότητα και καθαρόαιμη αριστερή ρητορική. Είχαν συνείδηση ότι μετά τη στροφή του Τσίπρα η υπερψήφιση αντιμνημονιακών κομμάτων θα ήταν ψήφος διαμαρτυρίας που ελάχιστα θα επηρέαζε τα πράγματα.

Κατά κανόνα, άλλωστε, είναι κεντρώοι και κεντροαριστεροί πρώην ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, χωρίς να λείπουν και κεντροδεξιοί πρώην ψηφοφόροι της ΝΔ. Αυτοί είναι και οι λόγοι που στα μάτια τους η Λαϊκή Ενότητα δεν ήταν ελκυστική επιλογή. Έτσι ερμηνεύεται και η εκλογική αποτυχία της. Το κόμμα του Λαφαζάνη αλίευσε ψηφοφόρους σχεδόν αποκλειστικά από την παραδοσιακή εκλογική βάση του «μικρού ΣΥΡΙΖΑ» που δεν ξεπερνούσε το 5%.

Για τη συντριπτική πλειονότητα των ψηφοφόρων αυτής της κατηγορίας, ούτε ο «επαναπατρισμός» στο ΠΑΣΟΚ ή στη ΝΔ ήταν επιλογή. Χρεώνουν την κατάντια της χώρας και τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ανατροπή των σταθερών του δικού τους βίου στις προηγούμενες κυβερνήσεις. Ξέρουν σε γενικές γραμμές ότι ο λογαριασμός του 3ου Μνημονίου θα είναι επώδυνος, αλλά δεν έχουν ακόμα το βίωμα.

Σ’ αυτή τη χρονική στιγμή και μη διαθέτοντας ρεαλιστική αντιμνημονιακή κυβερνητική λύση, οι πιεζόμενοι από την οικονομική δυσπραγία μικρομεσαίοι αντιμνημονιακοί ψηφοφόροι κατέληξαν να δώσουν μία δεύτερη ευκαιρία στον Τσίπρα, έστω και αμφίθυμα, έστω και με επιφυλάξεις. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η δέσμευσή του ότι θα κατανείμει τα επώδυνα βάρη με τρόπο που να ευνοεί τους πιο αδύναμους. Με άλλα λόγια, προτίμησαν Μνημόνιο με Τσίπρα παρά Μνημόνιο με ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι.

Η απέχθεια της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών προς το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό κατεστημένο, το οποίο έριξε την Ελλάδα στα βράχια φάνηκε καθαρά και στο δημοψήφισμα. Το ηχηρό «όχι» δεν ήταν μόνο όχι στην πρόταση Γιούνκερ. Ήταν κυρίως μία ευθεία αποδοκιμασία των αρχουσών ελίτ, οι οποίες με κατηγορηματικό τρόπο είχαν στρατευθεί υπέρ του «ναι».

Η προεκλογική ρητορική του Τσίπρα για τη σύγκρουση του νέου με το παλαιό βρήκε απήχηση, ακριβώς λόγω αυτής της απέχθειας που είναι διάχυτη στην κοινωνία. Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφεται και η απήχηση της δέσμευσής του ότι θα ανοίξει μέτωπο εναντίον της διαπλοκής και της διαφθοράς.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η ψήφιση του 3ου Μνημονίου, η αποκατάσταση των σχέσεων με το ευρωιερατείο, η σταδιακή ομαλοποίηση της οικονομικής ζωής και η απόσχιση της Αριστερής Πλατφόρμας προσκόμισε στον ΣΥΡΙΖΑ ψήφους από μία διαφορετική δεξαμενή. Πρόκειται για πολίτες, οι οποίοι επιθυμούν αλλαγές, αλλά τον Ιανουάριο είχαν φοβηθεί να τον ψηφίσουν. Με άλλα λόγια, οι εκλογικές απώλειες από τους αμφιλεγόμενους χειρισμούς στη διαπραγμάτευση και τελικώς από τη μνημονιακή στροφή του Τσίπρα σχεδόν καλύφθηκαν από τις νέες εκλογικές εισροές (σε επίπεδο ποσοστών).

Το εκλογικό αποτέλεσμα επιβεβαίωσε ότι το ποσοστό της ΝΔ έχει σκληρό κάτω φράγμα, αλλά και δυσκολία ανόδου. Το σκληρό κάτω φράγμα δεν οφείλεται στην ομοιογένεια των ψηφοφόρων της. Οφείλεται στα στέρεα αντι-ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηριστικά τους που είναι ο κοινός παρονομαστής. Αυτά είναι που εξωθούν κεντρώας και κεντροαριστερής ιδεολογίας φιλελεύθερους αστούς να αθροίζονται εκλογικά με παραδοσιακούς σκληροπυρηνικούς δεξιούς.

Το γεγονός ότι προσφάτως ο ΣΥΡΙΖΑ προσχώρησε στο μνημονιακό στρατόπεδο δεν καταργεί το αντιμνημονιακό ρεύμα στην κοινωνία. Απλώς το αφήνει χωρίς πολιτική εκπροσώπηση με προοπτική εξουσίας. Τώρα πλέον, την αντιμνημονιακή σημαία κρατούν η Λαϊκή Ενότητα και η Χρυσή Αυγή. Είναι δύο κόμματα με αντιδιαμετρική ιδεολογικοπολιτική ταυτότητα, αλλά με κοινό παρονομαστή τον αντισυστημικό χαρακτήρα τους και τη θέση για επιστροφή στη δραχμή.
Ούτε το ένα ούτε το άλλο κόμμα, όμως, προσφέρουν προοπτική εξουσίας. Γι’ αυτό και δεν κατάφεραν να κεφαλαιοποιήσουν εκλογικά το αντιμνημονιακό ρεύμα. Η μεν Χρυσή Αυγή δεν έκανε κάποιο εκλογικό άλμα, η δε Λαϊκή Ενότητα δεν κατάφερε να μπει στη Βουλή.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όταν θα έλθει ο λογαριασμός του 3ου Μνημονίου η κοινωνική δυσαρέσκεια αναμένεται να επεκταθεί και να παροξυνθεί. Δεν θα έχει, όμως, κοινοβουλευτική διέξοδο, όπως είχε μέχρι τον Ιανουάριο και υπό μία έννοια μέχρι και το δημοψήφισμα. Δεν θα υπάρχει ελπίδα ότι ψηφίζοντας ένα μεγάλο κόμμα θα τερματισθούν με ομαλότητα οι μνημονιακές πολιτικές.
Μ’ αυτή την έννοια, το ενδεχόμενο κοινωνικής αναταραχής καθίσταται πιθανότερο μετά την παρέλευση, βεβαίως, ικανού χρόνου. Οι πιθανότητες διολίσθησης προς αυτή την κατεύθυνση αυξάνονται λόγω και του γεγονότος ότι η ψήφος προς τον ΣΥΡΙΖΑ είναι κατά βάση αντιμνημονιακή ψήφος. Δεν έχει, δηλαδή, ενσωματώσει τη λογική που έχει η ψήφος στη ΝΔ και στο Ποτάμι ότι το Μνημόνιο είναι αναγκαίο κακό και σε κάθε περίπτωση πρέπει να εφαρμοσθεί.
Το διάχυτο αντιμνημονιακό κλίμα στην εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ αναμένεται να επεκταθεί και να οξυνθεί όταν προσεχώς θα αρχίσει να έρχεται ο βαρύς λογαριασμός σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η ρητορική της Κουμουνδούρου για αντικατάσταση των επώδυνων μέτρων από ισοδύναμα μπορεί να λειτούργησε στην προεκλογική περίοδο παρηγορητικά και να διευκόλυνε την υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν είναι ρεαλιστική.
Με άλλα λόγια, το 35,5% που απέσπασε ο Τσίπρας την Κυριακή είναι προοπτικά πολιτικά ασταθής. Μπορεί σε πρώτο επίπεδο αυτό να μην έχει επηρεάζει τον κοινοβουλευτικό συσχετισμό δυνάμεων, αλλά από ένα σημείο και πέρα είναι πιθανόν σε επόμενο χρόνο να σπάσει κάποιους κρίκους και στη νέα Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Κι αυτό παρότι οι νέοι βουλευτές του γνωρίζουν τι θα πρέπει στο επόμενο διάστημα να ψηφίσουν και παρότι το εκλογικό ναυάγιο της Λαϊκής Ενότητας λειτουργεί αποτρεπτικά σε νέα απόσχιση.
Τέλος, έχει σημασία να εστιάσουμε και στην εκτίναξη του ποσοστού της αποχής. Μία αιτία είναι το κόστος της μετακίνησης των ετεροδημοτών για τρίτη φορά αυτή τη χρονιά, το οποίο ώθησε αρκετούς από αυτούς να μην πάνε στους τόπους καταγωγής τους για να ψηφίσουν. Η σημαντικότερη αιτία, όμως, είναι πολιτική. Ένα σημαντικό ποσοστό του εκλογικού σώματος επέλεξε την αποχή, επειδή είτε είναι οργισμένο είτε δεν εκφράζεται από τα κόμματα που διεκδίκησαν την ψήφο του.
Αυτό το ποσοστό και ιδιαιτέρως οι νέοι που επέλεξαν σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό την αποχή είναι εκ των πραγμάτων μία εύφλεκτη κοινωνική ύλη. Προφανώς είναι ανόητο κανείς να προεξοφλήσει μία κοινωνική έκρηξη. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι εξίσου προφανές πως συσσωρεύονται οι προϋποθέσεις για μία τέτοια εξέλιξη.

Πηγή

Advertisements


Κατηγορίες:Ελλάδα, Κρίση, Λυγερός Σταύρος

Ετικέτες: , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: