Μάρκος Τρούλης, Η σημασία του ελληνικού χώρου για τον ευρωπαϊκό εφοδιασμό σε φυσικό αέριο

  1. Εισαγωγή

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ταυτίσει την έννοια της ενεργειακής ασφαλείας (energy security) με τη διασφάλιση του σταθερού και ανεμπόδιστου ενεργειακού εφοδιασμού της κοινής αγοράς των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Προς τούτο, η ενεργειακή ασφάλεια συνεπάγεται την υλοποίηση της προτεραιότητας της διαφοροποίησης (diversification) των παραγωγών και των διόδων ενεργειακού εφοδιασμού, ενώ η Ανατολική Μεσόγειος ως πεδίο παραγωγής και η Βαλκανική Χερσόνησος ως περιοχή διέλευσης αυξάνουν ιδιαιτέρως τη γεωοικονομική σημασία τους κατά την επαύριον της εύρεσης των σχετικών κοιτασμάτων εντός των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (ΑΟΖ) της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ισραήλ. Η συγκεκριμένη θέση συνδέεται με τη βιωσιμότητα της εσωτερικής παραγωγής, την κατοχή επαρκών στρατηγικών αποθεμάτων (strategic deposits) και κυρίως τη διατήρηση και επαύξηση πολλαπλών Τρούλης 1και διαφοροποιημένων διόδων μεταφοράς (transit routes) από αντιστοίχως πολλαπλούς και διαφοροποιημένους παραγωγούς.

Πέραν της ιδιοσυστασίας των υδρογονανθράκων ως κρισιμότατο στρατηγικό αγαθό και της διαρκώς μειούμενης εσωτερικής παραγωγής, η  επιτακτικότητα πλήρωσης της αρχής της διαφοροποίησης αιτιολογείται από τις ανησυχίες περί μονομερούς εξάρτησης από την Ρωσία και την αποσταθεροποίηση διόδων μεταφοράς του ρωσικού ενεργειακού προϊόντος, όπως η Ουκρανία. Επιπροσθέτως, εξαιρετικά ενδεικτικά είναι τα δεδομένα σύμφωνα με τα οποία η ΕΕ εισάγει άνω της μισής καταναλισκόμενης ενέργειάς της, καθώς και το 66% του ζητούμενου φυσικού αερίου. Επί τω σκοπώ της εξυπηρέτησης των συγκεκριμένων εισαγωγών ενεργειακών προϊόντων καταβάλλεται άνω του 1 δισεκατομμυρίου ευρώ επί καθημερινής βάσης.[1] Τα εν λόγω ζητήματα εξετάζονται εν συναρτήσει με τη σχετική διαχρονική θεωρητική συζήτηση, καθώς και την εγγενή γεωπολιτική και γεωοικονομική αξία του ελληνικού χώρου προς υπογράμμιση των δυνατοτήτων της Αθήνας και της Λευκωσίας.

Η έννοια της ενεργειακής ασφάλειας[2]

Κατά συνέπεια, θέτοντας το ευρύτερο πλαίσιο του παρόντος κειμένου και ορίζοντας εν γένει την προβληματική περί της ευρωπαϊκής προτεραιότητας της διαφοροποίησης των παραγωγών και των διόδων ενεργειακού εφοδιασμού, προκύπτει το ερώτημα σχετικά με τη δυνατότητα του ελληνικού – και όχι αποκλειστικά του ελλαδικού – χώρου να αποτελέσει μέρος της λύσης υπό την έννοια της μεγιστοποίησης του βαθμού διαφοροποίησης. Επί του πυρήνα της προαναφερθείσας προβληματικής, η παρούσα ανάλυση φιλοδοξεί να διαγιγνώσει τη θέση και τη σημασία του ελληνικού χώρου ως προς τις ενεργειακές ανάγκες της ΕΕ και τις προϋποθέσεις συμβολής της Ελλάδος και της Κύπρου προς την κατεύθυνση της μέγιστης και βέλτιστης δυνατής επίτευξης του στόχου της διαφοροποίησης. Εν παραλλήλω, αποκρυπτογραφούνται τα γεωοικονομικά οφέλη, τα οποία θα δύναντο να προκύψουν για την Ελλάδα και την Κύπρο. Η έννοια της γεωοικονομίας, όπως θα περιγραφεί εκτενέστερα εντός ακόλουθου υποκεφαλαίου, χρησιμοποιείται επί της παρούσης ως απαύγασμα του συγκερασμού πολιτικών-στρατηγικών και οικονομικών παραμέτρων κατά την ανάλυση της θέσης και του ρόλου ενός δρώντα.

Οριοθέτηση των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (ΑΟΖ) στην Ανατολική Μεσόγειο[3]

Τρούλης 2

  1. Θεωρητικές επισημάνσεις

Πριν πραγματοποιηθεί αναφορά στο προκείμενο, ήτοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ανατολική Μεσόγειο και την Ελλάδα, οφείλουν να γίνουν ορισμένες θεωρητικές επισημάνσεις αναφορικά με την έννοια της γεωοικονομίας, την εγγενώς στρατηγική σημασία των υδρογονανθράκων, καθώς και την ιδιοσυστασία της μεταφοράς και εμπόρευσης του φυσικού αερίου κυρίως εν σχέσει με το πετρέλαιο. Οι εν λόγω επισημάνσεις συμβάλλουν προς την υπογράμμιση της σημασίας των πραγματευόμενων ζητημάτων υπό όρους θεωρητικού κεκτημένου.

Η γεωοικονομία, σύμφωνα με τις επισημάνσεις του Edward Luttwak, αντικατοπτρίζει τη συνέχιση της ύπαρξης του συγκρουσιογενούς διεθνούς σκηνικού και της εκδήλωσης ανταγωνιστικών σχέσεων υπό το μανδύα του οικονομικού και εμπορικού ανταγωνισμού.[4] Με άλλα λόγια, υπό γεωοικονομικούς όρους, ο συγκρουσιογενής χαρακτήρας του διεθνούς συστήματος ανάγεται πλέον στο επίπεδο χρήσης οικονομικών μέσων προς επίτευξη στρατηγικών σκοπών και το εθνικό συμφέρον υλοποιείται υπό τη συγκεκριμένη πραγματικότητα. Παραφράζοντας την κλασική ρήση του Carl Von Clausewitz, δύναται να λεχθεί ότι «η γεωοικονομία είναι, εν πολλοίς, η συνέχιση του αρχέγονου ανταγωνισμού μεταξύ των εθνών με νέα βιομηχανικά μέσα».[5] Τα μερίσματα επί της παγκόσμιας αγοράς έχουν ουσιαστικά αποκτήσει διακριτή σημασία εντός των πλαισίων της στρατηγικής σκοποθεσίας των κρατών. Οι γεωοικονομικού χαρακτήρα συντελεστές ισχύος περιλαμβάνουν «τις πρώτες ύλες, τον πληθυσμό, τη βιομηχανική δυνατότητα, καθώς και το επίπεδο της επιστημονικής και της τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας».[6] Η έννοια της γεωοικονομίας αποτελεί την πλέον απτή απόδειξη συνύπαρξης της πολιτικής και της οικονομίας, καθότι αποκρυπτογραφεί την οικονομική ισχυροποίηση ως πυλώνα πολιτικής και στρατηγικής υπεροχής και προς τούτο, τίθεται στο επίκεντρο πολιτικής συμπεριφοράς και της στρατηγικής σκοποθεσίας ενός κρατικού δρώντα.

Εξάρτηση των ευρωπαϊκών κρατών από το ρωσικό φυσικό αέριο[22]

Η συγκεκριμένηΤρούλης 3 ταύτιση της πολιτικής και της οικονομίας αποτελεί την εξήγηση της ίδιας της έννοιας της ενεργειακής ασφάλειας, καθότι ένας οικονομικός συντελεστής ισχύος, όπως η ενέργεια, συνδέεται με το ζήτημα της ασφάλειας. Η ενεργειακή πολιτική συνιστά μείζονα πτυχή της υψηλής στρατηγικής, η  οποία εξ αντικειμένου σκοπεύει στην υλοποίηση των εθνικών συμφερόντων μέσω της αποκρυστάλλωσης των σκοπών και των μέσων του κράτους. Κατά τον Liddell Hart, ο ρόλος της υψηλής στρατηγικής συνδέεται άρρηκτα με τη διαδικασία της εσωτερικής εξισορρόπησης, ήτοι την κινητοποίηση των κατεχομένων πόρων και δη των οικονομικών μέσων και του ανθρώπινου δυναμικού προς το σκοπό υλοποίησης ενός πολιτικού αποτελέσματος.[7] Προς τούτο, ο αδιάληπτος ενεργειακός εφοδιασμός αποκτά τεράστια σημασία για το κράτος. Όσον αφορά την έννοια της ενεργειακής ασφάλειας, επ’ αυτής αντικατοπτρίζεται το σύνολο των ευαισθησιών ενός κράτους κατά τη χάραξη της υψηλής στρατηγικής. Εξάλλου, η ίδια η έννοια της ασφάλειας συνυφαίνεται με το ύψιστο συμφέρον της επιβίωσης και άρα, καθ’ εαυτής της ύπαρξης του κράτους, καθώς αντικατοπτρίζει το σύνολο των πρωτοβουλιών και των μέσων προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση.[8] Αναπόσπαστα συνεκτιμώμενα μέσα είναι οι ενεργειακοί πόροι. Σύμφωνα με τον Raymond Aron, «το σύνολο των υλικών μέσων, το οποίο χρειάζεται ένα κράτος για να διασφαλίσει την ύπαρξη και την ευημερία του» συνιστά τους πόρους του.[9] Όντας αναμφίλεκτα ταυτισμένη με τις αλληλεπιδράσεις των δρώντων σε διεθνές επίπεδο, η ενεργειακή ασφάλεια αφορά την προστασία του εθνικού εισοδήματος έναντι είτε τυχουσών αυξομειώσεων των τιμών των ενεργειακών προϊόντων είτε διαταράξεων της ομαλής φυσικής πρόσβασης σε αυτά.

Οι αγωγοί του φυσικού αερίου, οι οποίοι διαπερνούν το ουκρανικό έδαφος[23]

ΤρούληςςΑκολούθως, η εστίαση επί της εκμετάλλευσης και της διαμετακίνησης του φυσικού αερίου υπογραμμίζει κατάτι περισσότερο τη σημασία της ενεργειακής ασφάλειας εξαιτίας μίας βασικής παραμέτρου πέραν καθ’ εαυτού του χαρακτήρα των ευρημάτων της Ανατολικής Μεσογείου. Ενόσω η τεχνολογία του υγροποιημένου φυσικού αερίου (Liquefied Natural Gas – LNG) δεν είναι ακόμη ευρέως χρησιμοποιούμενη, το φυσικό αέριο εμπορεύεται κατά βάση μέσω διμερών συμφωνιών παραγωγού και καταναλωτή, διακινείται κυρίως μέσω αγωγών και προς τούτο, αποτελεί ευεπίφορο πεδίο επί τω σκοπώ χειραγώγησης και αύξησης πολιτικής επιρροής. Εξεναντίας, το πετρέλαιο διακινείται στις διεθνείς αγορές κατά τρόπο εγγύτερο προς τη λογική της οικονομίας της αγοράς και της πολυμερούς ελεύθερης εμπορικής συνεργασίας,[10] δίχως να αγνοούνται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες κράτη είναι μακροχρόνια δεσμευμένα μέσω συμφωνιών ή της ανάγκης απόσβεσης μίας μεγάλης αρχικής επένδυσης στην εισαγωγή ποσοτήτων πετρελαίου μέσω αγωγών. Καθότι η αδιάληπτη παροχή των ενεργειακών προϊόντων στηρίζει την οικονομική ανάπτυξη στο εσωτερικό των κρατών-παραγωγών, τα εν λόγω κράτη επιθυμούν να πολλαπλασιάζουν τους συνεργαζόμενους εταίρους τους τόσο σε επίπεδο αγοραστών όσο και σε επίπεδο κρατών διέλευσης (transit countries).[11] Ενδεικτικό παράδειγμα έχει αποτελέσει η ρωσική ενεργειακή στρατηγική αναφορικά με τις προσπάθειες απαγκίστρωσης της Μόσχας από τη μονομερή εξάρτηση από την Ουκρανία ως κράτος διέλευσης των υδρογονανθράκων προς την ευρωπαϊκή αγορά και η υλοποίηση του Nord Stream – ήτοι του υποθαλάσσιου αγωγού, ο οποίος συνδέει απευθείας την Ρωσία και τη Γερμανία, στη Βαλτική Θάλασσα – προς την εν λόγω κατεύθυνση.

Εκ των ανωτέρω, τεκμαίρεται ότι τα ενεργειακά προϊόντα και εν προκειμένω το φυσικό αέριο συνιστούν στρατηγικά αγαθά για τη βιωσιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης και κατ’ επέκταση για την επιβίωση των κρατών-μελών της ΕΕ. Τα στρατηγικά αγαθά ορίζονται ως εκείνα «για τα οποία η οριακή ελαστικότητα ζήτησης είναι εξαιρετικά χαμηλή και δεν υπάρχει κάποιο άμεσα διαθέσιμο υποκατάστατο (substitute)».[12] Υπό τους στενούς όρους του διεθνούς εμπορίου, τα στρατηγικά αγαθά αποτελούν τα απαραίτητα στοιχεία κατά τη διαμόρφωση της στρατηγικής, ιδιαιτέρως όταν είναι σχετικά αδύνατον να παραχθούν στο εσωτερικό, τουλάχιστον σε επαρκείς ποσότητες. Τοιουτοτρόπως, η παροχή ενός στρατηγικού αγαθού δύναται να αντικατοπτρίζει σχέση εξάρτησης μεταξύ του καταναλωτή και του παραγωγού, ιδιαιτέρως κατά την περίπτωση που ο παραγωγός εξάγει το στρατηγικό αγαθό προς διαφοροποιημένους προορισμούς και έχει επιτύχει, υπό αυτή την έννοια, το στρατηγικό σκοπό της διαφοροποίησης μόνο από πλευράς του.

  1. Η ευρωπαϊκή διάσταση

Όπως έχει ήδη περιγραφεί, η επίτευξη της μέγιστης δυνατής διαφοροποίησης των παραγωγών και των διόδων, διαμέσου των οποίων εισάγεται το φυσικό αέριο στην Ευρώπη, αποτελεί κεντρικό διακύβευμα των πολιτικών των κρατών-μελών και εν γένει της ΕΕ.[13] Προς τούτο, η εν λόγω προτεραιότητα ευρίσκεται σε διακριτή θέση εντός της ημερήσιας διάταξης της Ένωσης, ενώ το εν λόγω γεγονός τεκμαίρεται διαμέσου συγκεκριμένων παραμέτρων, τόσο θεωρητικών όσο και πραγματολογικών.[14]

Πρώτον, το φυσικό αέριο συνιστά στρατηγικό αγαθό για την ΕΕ, δεδομένο το οποίο ενισχύεται εξαιτίας της ανεπαρκούς και διαρκώς μειούμενης εσωτερικής παραγωγής, της αυξανόμενης κατανάλωσης, καθώς και της διαθεσιμότητας εναλλακτικών πηγών ενέργειας. Πράγματι, κατά τα τελευταία έτη, η ανάπτυξη των εναλλακτικών πηγών ενέργειας, όπως της αιολικής, της ηλιακής ή της βασισμένης σε βιομάζα, είναι εντυπωσιακή αλλά όχι στο βαθμό κατά τον οποίο να δύναται να εξυπηρετήσει την κατακόρυφη άνοδο στην κατανάλωση. Προς τούτο, η ενεργειακή συνεργασία με την Ρωσία, σε βαθμό θεμελίωσης μονοπωλιακών πρακτικών προέκυψε ως «μονόδρομος» για τουλάχιστον ορισμένα κράτη-μέλη ιδίως της Ανατολικής Ευρώπης. Ακριβώς εξαιτίας της ευαισθησίας της ΕΕ όσον αφορά ζητήματα μονοπωλίων και εύρυθμης λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς, η θεμελιωμένη εν πολλοίς εξαρτησιακή ενεργειακή σχέση με τη Μόσχα κρίνεται ως ανεπιθύμητη και κατά το πλείστον αποφευκτέα. Είναι ενδεικτικό ότι, εντός των συμπερασμάτων της Συνόδου της Βουδαπέστης με αντικείμενο την υλοποίηση του αγωγού φυσικού αερίου ‘Nabucco’ στις 27 Ιανουαρίου 2009, επισημάνθηκε η «τεράστια σημασία της διαφοροποίησης των πηγών, των αγορών και των διόδων των υδρογονανθράκων επί τη βάσει των αρχών της οικονομίας της αγοράς, της διαφάνειας, της αξιοπιστίας, της προβλεψιμότητας [σ.σ. αδιάκοπης και σταθερής λειτουργίας], του ελεύθερου ανταγωνισμού και των αμοιβαίων οφελών, καθώς επίσης και επί της ανεμπόδιστης και ασφαλούς παροχής φυσικού αερίου για τις εγχώριες αγορές του συνόλου των κρατών με ανταγωνιστικές τιμές και προϋποθέσεις».[15]

Δεύτερον, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι γεωοικονομικές παράμετροι είναι αξιοσημείωτα κρίσιμες. Υπό το εν λόγω πρίσμα, η συζήτηση περί των ζητημάτων της ενεργειακής ασφάλειας αντικατοπτρίζει και αφορά την ισχύ και το βαθμό επιρροής, που τα ευρωπαϊκά κράτη δύνανται να ασκούν σε πλανητικό επίπεδο. Η βιωσιμότητα της οικονομικής, αγροτικής και βιομηχανικής ανάπτυξης κρίνεται από το βαθμό κατά τον οποίο ένας δρών διαθέτει ομαλή και απρόσκοπτη πρόσβαση στις αναγκαίες πρώτες ύλες, οι οποίες τοιουτοτρόπως συνεισφέρουν προς την υλοποίηση του εθνικού συμφέροντος.[16] Διαμέσου της – γεωοικονομικής – δεύτερης παραμέτρου, προκύπτει ότι η προτεραιότητα της διαφοροποίησης σχετίζεται με τον πυρήνα των συμφερόντων των κρατών-μελών, ήτοι την επιβίωση και διεύρυνση της ευμάρειας. Άλλωστε, η ενέργεια συνιστά έναν κρίσιμο συντελεστή ισχύος για το κράτος και τούτο διαφαίνεται μέσω αφ’ ενός της συμβολής της στην οικονομική ανάπτυξη και εν γένει ισχυροποίηση και αφ’ ετέρου της δυνατότητας λειτουργίας της ως μέσο-εργαλείο άσκησης πολιτικής και χάραξης στρατηγικής.[17]

Η τρίτη παράμετρος, συντελούσα στην ανάγκη της διαφοροποίησης, αφορά τις εσωτερικές δυνατότητες της ΕΕ, ήτοι την ίδια παραγωγή των κρατών-μελών, η οποία κινείται σταθερά πτωτικά κατά τα τελευταία έτη. Η πλέον σημαίνουσα ευρωπαϊκή περιοχή εκμετάλλευσης είναι στη Βόρειο Θάλασσα με το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Δανία, την Ολλανδία, δευτερευόντως τη Γερμανία, αλλά και τη Νορβηγία ως μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, να συνιστούν μείζονες παραγωγούς. Το 1999 υπήρξε το έτος, κατά το οποίο η παραγωγή έφθασε στην κορυφή (output peak) και έκτοτε βαίνει μειούμενη επηρεάζοντας όχι μόνο το εμπορικό ισοζύγιο των κύριων παραγωγών, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Νορβηγία, αλλά και τη διαθεσιμότητα φυσικού αερίου στο εσωτερικό της ΕΕ. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο υπήρξε αυτάρκες για σειρά δεκαετιών, προχώρησε σε εισαγωγές, για πρώτη φορά, το 2004 ικανοποιώντας το 1% της εσωτερικής ζήτησής του, ενώ έχει διατυπωθεί η ανησυχητική πρόβλεψη ότι, το 2030, το αντίστοιχο νούμερο θα εκτοξευθεί στο 75%.[18] Επιπρόσθετη αρνητική πρόβλεψη αναφέρει ότι ανεξαρτήτου του γεγονότος ότι 14 δισεκατομμύρια λίρες Αγγλίας επενδύθηκε με άξονα τη διεύρυνση της παραγωγής το 2013, «η συντήρηση και οι επισκευές κοστίζουν περαιτέρω 9 δισεκατομμύρια».[19] Κατά συνέπεια, ακόμη και ο μεγαλύτερος παραγωγός φυσικού αερίου μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης διαφαίνεται να καθίσταται ολοένα και περισσότερο εξαρτημένος από εισαγωγές από τρίτες χώρες.

Η τέταρτη παράμετρος είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την προηγούμενη και συνίσταται στην αυξανόμενη εσωτερική κατανάλωση, η οποία δε δύναται να καλυφθεί από τη διαρκώς μειούμενη εσωτερική παραγωγή. Η οικονομική βιωσιμότητα ταυτίζεται με την ομαλή και σταθερή πρόσβαση σε ενεργειακούς πόρους, όπως το φυσικό αέριο. Η κατανάλωση φυσικού αερίου αυξήθηκε κατά 30% κατά τη δεκαετία του 1990, οπότε και ξεκίνησε η κορύφωση της σύσφιξης των ενεργειακών σχέσεων με την Ρωσία. Κατά την ίδια περίοδο, περιβαλλοντικές ανησυχίες έθεσαν στις καλένδες οιεσδήποτε σκέψεις αναφορικά με ενδεχόμενη περαιτέρω ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας ή διεύρυνση της χρήσης του πετρελαίου, το οποίο είναι μία εξαιρετικά ρυπογόνα καύσιμη ύλη για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες και τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Επίσης, η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας – κυρίως της αιολικής και της ηλιακής – αποδείχθηκε αξιοσημείωτα βραδεία διαδικασία σε βαθμό κατά τον οποίο δε δύνατο να εξυπηρετήσει την αυξανόμενη ζήτηση. Ενδεικτικά, αξίζει να τονισθεί ότι η ποσότητα φυσικού αερίου των περίπου 209 εκατομμυρίων τόνων ισοδυνάμων πετρελαίου (Mtoe – Million tonnes of oi equivalent) της εσωτερικής κατανάλωσης του 1990 σημείωσε ραγδαία άνοδο στους 387 εκατομμύρια τόνους το 2013.[20] Υπό το συγκεκριμένο πρίσμα, η διαρκώς μειούμενη εσωτερική παραγωγή κλήθηκε να καλύψει τη διαρκώς αυξανόμενη εσωτερική ζήτηση.

Πέμπτον, το γεγονός ότι η αυξανόμενη ζήτηση από πλευράς των κρατών-μελών της ΕΕ ικανοποιείται από την Ρωσία και ασταθή κράτη διαμετακόμισης, όπως η Ουκρανία, συμβάλλει στην υπογράμμιση της ανάγκης διαφοροποίησης. Η ανησυχία, σύμφωνα με την οποία η ενεργειακή εξάρτηση δύναται να μετατραπεί σε πολιτικό ή και στρατηγικό πρόβλημα, είναι έκδηλη με διακριτό παράδειγμα εκείνο των ρωσοουκρανικών σχέσεων. Οι εν λόγω προβληματικές σχέσεις έχουν κυμανθεί από τη διαφωνία του 2009 σχετικά με χρέη του Κιέβου προς τη Μόσχα έως την προσάρτηση της Κριμαίας από τη δεύτερη και τα ερωτήματα ως προς ενδεχόμενη – έστω έμμεση – εμπλοκή στις ταραχές της Ανατολικής Ουκρανίας μεταξύ της επίσημης κυβέρνησης και ρωσόφωνων ανταρτών. Τοιουτοτρόπως, πέραν της υπονόμευσης βασικών αρχών της ΕΕ ως προς την οικονομία της αγοράς και της ανάγκης εμπέδωσης ανταγωνιστικού οικονομικού περιβάλλοντος, η ευρεία εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο έχει οδηγήσει πλειστάκις στον περιορισμό της ασφαλούς παροχής προς τις καταναλώτριες χώρες. Τέτοιου είδους εντάσεις όπως οι ρωσοουκρανικές, καθώς και οι συνέπειές τους επί των κρατών-μελών, έχουν αποδειχθεί σημαντικά εμπόδια προς την ενίσχυση της ευρωρωσικής ενεργειακής συνεργασίας. Σημειώνεται ενδεικτικά ότι περίπου το 80% των ρωσικών παραδόσεων φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά διασχίζει το ουκρανικό έδαφος, ενώ η εξάρτηση ορισμένων κρατών-μελών αγγίζει ποσοστά όπως 89% για τη Βουλγαρία και 100% για τη Σλοβακία.[21] Για αυτό το λόγο, η πολιτική και στρατηγική αστάθεια σε εμβόλιμα κράτη μεταξύ της Ρωσίας και των κρατών-μελών της ΕΕ ταυτίζεται συχνά με πλήγματα εις βάρος της ύψιστης προτεραιότητας της ενεργ
ειακής ασφάλειας.

Η έκτη και τελευταία παράμετρος σχετίζεται με την αποσταθεροποίηση στην περιφέρεια της ευρωπαϊκής ηπείρου. Το πλέον ενδεικτικό τέτοιου είδους παράδειγμα αφορά τη Βόρειο Αφρική ως μία δυνητική περιοχή παραγωγής φυσικού αερίου, το οποίο θα συνέβαλε στην εξυπηρέτηση των αυξανόμενων ευρωπαϊκών αναγκών. Ωστόσο, το ξέσπασμα των γεγονότων της Αραβικής Άνοιξης στην Τυνησία στις 19 Δεκεμβρίου 2010 και η ευρύτερη εξάπλωσή τους έχει θέσει υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης μίας τέτοιας επιλογής. Η Λιβύη – μέσω του «Πράσινου Αγωγού» (Green Stream) – μεταφέρει ήδη φυσικό αέριο με προορισμό τη Νότιο Ιταλία, αλλά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και ο θάνατος του άλλοτε δικτάτορα Muammar Qaddafi έχει σηματοδοτηθεί με την είσοδο της χώρας στο απόλυτο χάος και την αμφισβήτηση ακόμη και της εδαφικής συνοχής της. Οι εν λόγω εξελίξεις έχουν θέσει στις καλένδες όσες επενδύσεις προγραμματίζονταν επί των κοιτασμάτων φυσικού αερίου, τα οποία είναι ούτως ή άλλως σχετικά περιορισμένα τοποθετώντας τη Λιβύη στην 45η θέση της παγκόσμιας κατάταξης μεταξύ των παραγωγών.[24]

Συνακολούθως, αποκρυσταλλώνεται το γενικό συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο η εγγενής σημασία των ενεργειακών προϊόντων, οι γεωοικονομικές παράμετροι, η περιορισμένη εσωτερική παραγωγή, η αυξανόμενη εσωτερική ζήτηση, η γεωπολιτική αστάθεια επί της ρωσοουκρανικής διαμετακομιστικής οδού και η γενικότερη αποσταθεροποίηση στη Βόρειο Αφρική, αλλά και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή έχουν καταστήσει τη διαφοροποίηση των παραγωγών και των διόδων ενεργειακού εφοδιασμού μία πολιτική στόχευση άμεσης προτεραιότητας. Προς τούτο, η εύρεση εναλλακτικών παρόχων και διόδων, οι οποίοι έστω θα μείωναν το βαθμό εξάρτησης των κρατών-μελών, αποτελεί μείζον διακύβευμα για τους διακυβερνητικούς και υπερεθνικούς λήπτες των αποφάσεων της ΕΕ.

  1. Η θέση και ο ρόλος της Ελλάδος και της Κύπρου

Μέσω της αναφοράς στον «ελληνικό χώρο» αναγνωρίζεται και υπογραμμίζεται η διαφορετική ερμηνευτική σκοπιά της έννοιας του «ελλαδικού χώρου». Τοιουτοτρόπως, εντός του παρόντος κειμένου, η έννοια του «ελληνικού χώρου» επικαλύπτει τη γεωγραφική ζώνη Ελλάδος και Κύπρου εν τω συνόλω της, ήτοι από τα σημεία παραγωγής και εκμετάλλευσης στην Ανατολική Μεσόγειο έως τον θαλάσσιο και ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο διαμέσου του οποίου υπάρχει η δυνατότητα διαμετακόμισης του παραγόμενου φυσικού αερίου. Τα αποδεδειγμένα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου υπολογίζονται περί τα 122 τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα (Trillion cubic feet
– Tcf) και το μεγαλύτερο μερίδιο ευρίσκεται εντός της ισραηλινής ΑΟΖ με μείζονα πεδία εκμετάλλευσης το Tamar και το Leviathan.[25] Είναι διακριτό ότι το δυναμικό της Ανατολικής Μεσογείου δε δύναται να συγκριθεί με εκείνο της Ρωσίας, η οποία διαθέτει 1.680 αποδεδειγμένα τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα και κατ’ επέκταση, ο πλήρης εξοβελισμός της Ρωσίας καθιστά αδύνατη την εξασφάλιση αυτάρκειας για μακρύ χρονικό ορίζοντα για την ΕΕ.[26]

Ωστόσο, όπως έχει ήδη τονισθεί, στόχος της προτεραιότητας της διαφοροποίησης αποτελεί η ελάφρυνση και η μείωση της εξάρτησης της ΕΕ ει δυνατόν περισσότερο. Τοιουτοτρόπως, τα αποθέματα της Ανατολικής Μεσογείου, δεδομένου ότι η παραγωγή της Βορείου Θάλασσας ευρίσκεται σε κάμψη, δύνανται να αποκτήσουν συμπληρωματικό ρόλο επί τω σκοπώ της βέλτιστης διαχείρισης κρίσεων παρόμοιων της ρωσοουκρανικής του 2009. Από τη μία πλευρά, πρόκειται για αποθέματα ευρισκόμενα εντός της κυπριακής ΑΟΖ και κατ’ επέκταση, εντός της ΑΟΖ ενός σταθεροποιημένου κράτους-μέλους της ΕΕ. Από την άλλη πλευρά, τα μεγαλύτερα κοιτάσματα ευρίσκονται εντός της ισραηλινής ΑΟΖ, ήτοι υπό την αποκλειστική διαχείριση από ένα κράτος φίλιο προς την ΕΕ, το οποίο στηρίζεται σε κράτη-μέλη, όπως η Κύπρος και η Ελλάδα, προκειμένου να καταφέρει να εξάγει προς τις αγορές της δύσης.

Ο ελληνικός χώρος, κατά συνέπεια, αποκτά διφυή σημασία τόσο ως πεδίο παραγωγής όσο και ως περιοχή διέλευσης. Έχει ήδη προταθεί ο αγωγός East Med, ο οποίος θα δύνατο να μεταφέρει 15 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα (billion cubic meters – bcm) σε μήκος 1.700 χιλιομέτρων εκτεινόμενων – μεταξύ άλλων – στο βυθό της θαλάσσιας περιοχής Κύπρου-Κρήτης.[27] Επίσης, αν και οι εργασίες έχουν ανασταλεί επί της παρούσης, εντός του 2013, ξεκίνησαν οι εργασίες κατασκευής ενός τερματικού σταθμού στον κυπριακό λιμένα του Βασιλικού από τη γαλλική Total επί τω σκοπώ υγροποίησης του φυσικού αερίου και μεταφοράς μέσω πλοίων στις ευρωπαϊκές αγορές. Οι εν λόγω ποσότητες LNG
θα άγγιζαν τα 20,4 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως προσφέροντας – μεταξύ άλλων – νέες επενδυτικές ευκαιρίες για τον ελληνικό εφοπλισμό.[28]

Ο υποθαλάσσιος αγωγός East Med[29]

Σε οιαδήποτε περίπτωση, η σημαΤρούληςςςσία του ελληνικού χώρου υπογραμμίζεται εξαιτίας της απουσίας εναλλακτικών επιλογών για τη διαμετακόμιση του φυσικού αερίου της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Εντός ενός συστήματος διακρατικών σχέσεων μηδενικού αθροίσματος, η θέση και ο ρόλος ενός δρώντα είναι αντιστρόφως ανάλογος των άμεσων ανταγωνιστών του. Σε αυτή την κατεύθυνση, η μοναδική διακριτή εναλλακτική επιλογή είναι αυτή της Τουρκίας, αλλά κρίνεται ως προβληματική για συγκεκριμένους λόγους. Πρώτον, η Τουρκία αδυνατεί να υιοθετήσει εποικοδομητική στάση όσον αφορά την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και τη δίκαιη επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Υπό το συγκεκριμένο πλαίσιο, δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία αποτελεί κράτος-μέλος της ΕΕ στην οποία η Άγκυρα επιθυμεί να ενταχθεί. Δεύτερον, δείχνει απρόθυμη να εγκολπώσει το κοινοτικό κεκτημένο (acquis communautaire) αναφορικά με την αγορά ενέργειας στο εσωτερικό της. Μάλιστα, η εν λόγω ασυμβατότητα κατέστη ευκρινής κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την υλοποίηση του αγωγού Nabucco επί του αερίου του οποίου η Τουρκία ζήτησε το δικαίωμα μεταπώλησης σε ποσοστό 15%, ενώ ο Recep Tayyip Erdoğan έφθασε να χρησιμοποιήσει τον αγωγό ως μέσο πίεσης με σκοπό την ένταξη στην ΕΕ.[30] Τρίτον, η Τουρκία δεν έχει καταφέρει η ίδια να διαφοροποιήσει τους προμηθευτές της σε φυσικό αέριο όντας εξαρτημένη κατά 66% από την Ρωσία μέσω του αγωγού του Ευξείνου Πόντου ‘Blue Stream’, ενώ το συγκεκριμένο ποσοστό αναμένεται να αυξηθεί κατόπιν των υπογεγραμμένων συμφωνιών εντός των πλαισίων της επίσκεψης του Ρώσου Προέδρου Vladimir Putin στην Άγκυρα το Δεκέμβριο του 2014.[31]

Η εξάρτηση της Τουρκίας από το ρωσικό φυσικό αέριο συνιστά ένα σημαντικό ζήτημα, του οποίου οι παράμετροι είναι αξιοσημείωτα διαφορετικές εν σχέσει, επί παραδείγματι, με την Ελλάδα. Η οικονομική ανάπτυξη της τελευταίας δεκαετίας στην Τουρκία έχει στηριχθεί, εν πολλοίς, στη διεύρυνση της πρωτογενούς παραγωγικής βάσης. Η ραγδαία άνοδος της βιομηχανίας έχει ταυτιστεί με τη δυνατότητα πρόσβασης σε φθηνές πρώτες ύλες και σταθερή ενεργειακή τροφοδοσία. Όπως φαίνεται στον παρατιθέμενο πίνακα, η βιομηχανία αποτελεί τον πρώτο τομέα όσον αφορά την απορρόφηση του εισαγόμενου φυσικού αερίου δεσμεύοντας τους 57,493 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμους πετρελαίου από τους συνολικά 120,15 για το έτος 2010. Ακολουθούν, για το ίδιο έτος, η οικιακή χρήση με 33,193 εκατομμύρια τόνους, οι μεταφορές με 21,722, η αγροτική χρήση με 5,862 και λοιπές χρήσεις με 1,89.[32] Ακριβώς για τους ανωτέρω λόγους, η Τουρκία καθίσταται ιδιαιτέρως επιρρεπής σε ενδεχόμενες μεταβολές της ρωσικής ενεργειακής πολιτικής, γεγονός το οποίο δεν την κατατάσσει μεταξύ των βέλτιστων επιλογών για την υλοποίηση των κοινοτικών προτεραιοτήτων.

 

Ενεργειακή ζήτηση ανά οικονομικό κλάδο στην Τουρκία (κατ’ αντιστοιχία με εκατομμύρια τόνους πετρελαίου)[33]
Βιομηχανία Οικιακή χρήση Μεταφορές Γεωργία Λοιποί Σύνολο
1995 18,181 17,475 10,827 2,79 1,514 50,787
1997 22,779 21,374 12,209 3,12 0,158 61,040
1999 26,576 23,021 13,512 3,485 1,604 68,205
2001 30,815 24,708 14,842 3,87 1,651 75,883
2003 35,49 26,414 16,146 4,275 1,7 84,024
2005 40,764 28,238 17,564 4,724 1,75 93,037
2007 46,863 30,125 19,122 5,15 1,8 103,068
2010 57,493 33,193 21,722 5,862 1,89 120,15

 

Μερίδιο εκάστου ενεργειακού πόρου επί της εσωτερικής κατανάλωσης στην Τουρκία (ποσοστιαία απεικόνιση)[34]
1990 1995 2000 2010 2020
Άνθρακας 22,7 17,6 19 20,5 36
Πετρέλαιο 48,3 50,4 46,5 35,7 27,6
Φυσικό αέριο 0,1 6,1 9,7 16,4 10,9
Ηλεκτρικό ρεύμα 6,3 11,4 13,9 17,7 18,9
Λοιποί 28,1 14,5 10,9 9,7 6,6
  1. Συμπεράσματα

Εντός του παρόντος κειμένου, πραγματοποιήθηκε μια προσπάθεια αποκρυπτογράφησης της σημασίας της αρχής της διαφοροποίησης για τα κράτη-μέλη της ΕΕ και τον ρόλο, τον οποίο δύνανται να διαδραματίσουν η Ελλάδα και η Κύπρος με άξονα αναφοράς τα κοιτάσματα του φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου. Υπό το συγκεκριμένο πλαίσιο, σημειώθηκαν οι λόγοι της επιτακτικότητας επίτευξης του στόχου από μέρους της ΕΕ. Επίσης, έγιναν ορισμένες θεωρητικές επισημάνσεις αναφορικά με το περιεχόμενο και τη σημασία των εννοιών της γεωοικονομίας, της ενεργειακής ασφάλειας, καθώς και της ιδιοσυστασίας της εμπόρευσης του φυσικού αερίου, προκειμένου να τονισθεί η αξία της εν λόγω συζήτησης. Εν παραλλήλω, σκοπός ήταν να καταγραφεί ο τρόπος μέσω του οποίου η συζήτηση περί της προτεραιότητας της διαφοροποίησης δεν είναι αμιγώς οικονομική ή ενεργειακή, αλλά και βαθύτατα πολιτική και στρατηγική.

Ο ενιαίος χώρος της Ελλάδος και της Κύπρου, ήτοι ο ελληνικός όπως καταγράφεται εντός του παρόντος κειμένου, συνιστά τη μοναδική γεωγραφική ζώνη της περιοχής, η οποία είναι σταθεροποιημένη, συναποτελείται από δύο κρατικές οντότητες ενταγμένες στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και άρα, έχουσες εγκολπώσει πλήρως το κοινοτικό κεκτημένο σχετικά με την ενεργειακή πολιτική, ενώ δεν έχουν εξαρτήσει την οικονομική βιωσιμότητά τους στις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου. Οι τεχνικές δυνατότητες παραγωγής και εμπόρευσης του φυσικού αερίου της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου διαμέσου είτε σταθμού LNG στο λιμένα του Βασιλικού είτε υποθαλάσσιου αγωγού με κατεύθυνση την Κρήτη και τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο υπογραμμίζουν τη δυνατότητα της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας να αποκτήσουν τη θέση και τον ρόλο της συμπληρωματικής «τέταρτης αρτηρίας» της ΕΕ μετά τη Βόρειο Θάλασσα, τη Βόρειο Αφρική και την Ρωσία. Αντιστρόφως, η αξία μίας συγκεκριμένης πολιτικής και οικονομικής πλεύσης τονίζει τη θέση, τον ρόλο και τη βούληση των ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων να εισέλθουν και να παρέμβουν εποικοδομητικά εντός των παρυφών μίας φλεγόμενης και αναδιατασσόμενης γεωγραφικής περιφέρειας. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους ανωτέρου λόγους και υπό την αίρεση των τεχνικών και των επενδυτικών παραμέτρων, οι οποίες δε δύνανται να εξετασθούν εντός του παρόντος, ο ελληνικός χώρος ευρίσκεται ενώπιον σημαινουσών γεωπολιτικών και γεωοικονομικών ευκαιριών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

Ο Μάρκος Τρούλης έλαβε το μεταπτυχιακό δίπλωμά του στις Ευρωπαϊκές Σπουδές από το London School of Economics και ολοκλήρωσε τη διδακτορική διατριβή του με τίτλο «Επιθετικός ρεαλισμός και τουρκική εξωτερική πολιτική: Το στρατηγικό βάθος του ενεργειακού συντελεστή ισχύος» στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Έχει διεξάγει έρευνα στο Ελληνικό Κέντρο Ευρωπαϊκό Μελετών, καθώς και στο κέντρο στρατηγικών μελετών Begin-Sadat (BESA) του Ισραήλ ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ). Δημοσιεύει κείμενά του σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά και ιστοσελίδες με πεδία ενδιαφέροντος την Τουρκία, τη θεωρία διεθνών σχέσεων, την ενεργειακή πολιτική και τις στρατηγικές σπουδές. Επί της παρούσης, είναι διδάσκων στα μεταπτυχιακά προγράμματα του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς και του Τμήματος Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Βιβλιογραφικές παραπομπές

Aron, R., 1966. Peace and war: A theory of international relations. New York: Doubleday & Company.

Bacik, G., 2001. The Blue Stream project, energy cooperation and conflicting interests. Turkish studies, 2 (2), σελ. 85-93.

Baldwin, D.A., 1985. Economic statecraft. New Jersey: Princeton university press.

Buzan, B., Waever, O. and De Wilde, J., 1998. Security: A new framework for analysis. London: Lynne Rienner publishers.

Cohen, A., 2007. Europe’s strategic dependence on Russian energy. The Heritage foundation: Backgrounder, 2083, σελ. 1-13.

Cohen, S., 1974. Geography and politics in a world divided. 2nd ed. Oxford: Oxford University press.

Council of the European Union, 2009. Nabucco summit (Budapest, January 2009) – Information from the Hungarian delegation. Document 6252/09 published in Brussels on February 12, 2009.

Eurostat, 2015a. Energy security strategy. [Online] Brussels: European Commission. Διαθέσιμο στο: https://ec.europa.eu/energy/en/topics/energy-strategy/energy-security-strategy [Τελευταία πρόσβαση 5 Οκτωβρίου 2015].

Eurostat, 2015b. Supply, transformation and consumption of gas – annual data. [Online] Brussels: European Commission. Διαθέσιμο στο: http://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=nrg_103a&lang=en [Τελευταία πρόσβαση 4 Οκτωβρίου 2015].

Gilpin, R., 2008. Παγκόσμια πολιτική οικονομία: Η διεθνής οικονομική τάξη. Αθήνα: Ποιότητα.

Grieco, J., 1988. Anarchy and the limits of cooperation: a realist critique of the newest liberal institutionalism. International organization, 42 (3), σελ. 485-507.

Grygiel, J.J., 2006. Great power and geopolitical change. Baltimore: The John Hopkins University press.

Hart Energy, 2013. East Mediterranean finds reveal area’s gas potential. [Online] Houston: Hart Energy. Διαθέσιμο στο: http://www.epmag.com/east-mediterranean-finds-reveal-areas-gas-potential-699581 [Τελευταία πρόσβαση 5 Οκτωβρίου 2015].

Ήφαιστος, Π., 2005. Ιστορία, θεωρία και πολιτική φιλοσοφία των διεθνών σχέσεων. 7η εκδ. Αθήνα: Ποιότητα.

Ιγνατίου, Μ., 2014. Νέος αγωγός από Ισραήλ μέσω Κύπρου και Κρήτης. [Online] Mignatiou.com. Διαθέσιμο στο: http://mignatiou.com/2014/11/i-energia-allazi-ti-mesogio-neos-agogos-apo-israil-meso-kiprou-ke-kritis/ [Τελευταία πρόσβαση 25 Οκτωβρίου 2015].

Ifestos, P., 1987. European political cooperation: Towards a framework of supranational diplomacy? England: Gower publishers.

IGI-Poseidon S.A., 2014. Eastern Mediterranean pipeline. [Online] Athens: DEPA. Διαθέσιμο στο: http://www.depa.gr/uploads/files/poseidon/Eastmed%20pipeline%20for%20PCIs_ENG_final.pdf [Τελευταία πρόσβαση 5 Οκτωβρίου 2015].

International Energy Agency, 2015. What is energy security? [Online] IEA. Διαθέσιμο στο: https://www.iea.org/topics/energysecurity/subtopics/whatisenergysecurity/ [Τελευταία πρόσβαση 22 Οκτωβρίου 2015].

Kardas, S., 2011. Turkish-Azerbaijani energy cooperation and Nabucco: Testing the limits of the new Turkish foreign policy rhetoric. Turkish studies, 12 (1), σελ. 55-77.

Knorr, K.E., 1975. The power of nations: The political economy of international relations. New York: Basic books.

LeBlanc, S., 2015. Russia, Ukraine and the weapon of energy. [Online] World Watch Today. Διαθέσιμο στο: http://worldwatchtoday.org/archives/2242 [Τελευταία πρόσβαση 24 Οκτωβρίου 2015].

Lee, H., 2009. Oil security and the transportation sector. Εντός του: K.S. Gallagher, ed. 2009. Acting in time on energy policy. Washington: Brookings institution press, σελ. 56-88.

Luttwak, E.N., 1990. From geopolitics to geo-economics: Logic of conflict, grammar of commerce. The national interest, 20, σελ. 17-23.

Mearsheimer, J., 1995. The false promise of international institutions. International security, 19 (3), σελ. 5-49.

Ministry of energy, commerce, industry and tourism, 2013. Vassilikos energy center. [Online] Nicosia: Republic of Cyprus. Διαθέσιμο στο: http://www.mcit.gov.cy/mcit/mcit.nsf/All/02B6E904DE1DC822C2257B2100257B20?OpenDocument [Τελευταία πρόσβαση 3 Οκτωβρίου 2015].

Παρίσης, Ι., 2011. Παράγοντες ισχύος στο διεθνές σύστημα. Αθήνα: Ινφογνώμων.

Platias, A.G. and Koliopoulos, C., 2010. Thucydides on strategy: Grand strategies in the Peloponnesian war and their relevance today. London: Hurst and company.

Powell, R., 1991. Absolute and relative gains in international relations theory. The American political science review, 85 (4), σελ. 1303-1320.

Regional Energy News, 2014. Eastern Mediterranean: Deals in the making. [Online] Oil Gas Mediterranean. Διαθέσιμο στο: http://www.oilandgasmediterranean.com/?p=151 [Τελευταία πρόσβαση 24 Οκτωβρίου 2015].

Shaffer, B., 2009. Energy politics. Philadelphia: University of Pennsylvania press.

The Economist, 2015. Crude realities: The tumbling oil price piles more pressure on a sinking industry. [Online]. London: The Economist Newspaper. Διαθέσιμο στο: http://www.economist.com/news/britain/21640344-tumbling-oil-price-piles-more-pressure-sinking-industry-crude-realities [Τελευταία πρόσβαση 2 Οκτωβρίου 2015].

The UK Government, 2015. UKCS oil and gas production projections. [Online] London: Gov.uk. Διαθέσιμο στο: https://www.gov.uk/government/uploads/system/uploads/attachment_data/file/414172/Production_prjections.pdf [Τελευταία πρόσβαση 6 Οκτωβρίου 2015].

The World Factbook, 2015. Natural gas production. [Online] Virginia: Central Intelligence Agency (CIA). Διαθέσιμο στο: https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/rankorder/2249rank.html [Τελευταία πρόσβαση 5 Οκτωβρίου 2015].

Toklu, E. et al., 2010. Energy production, consumption, policies and recent developments in Turkey. Renewable and sustainable energy reviews, 14, σελ. 1172-1186.

Tuathail, G.O., 2005. Critical geopolitics: The politics of writing global space. London: Routledge.

U.S. Energy Information Administration, 2014. Russia. [Online] EIA: Independent Statistics and Analysis. Διαθέσιμο στο: http://www.eia.gov/countries/country-data.cfm?fips=RS&trk=m [Τελευταία πρόσβαση 5 Οκτωβρίου 2015].

Waltz, K., 2011. Θεωρία διεθνούς πολιτικής. Αθήνα: Ποιότητα.

Weisenthal, J., 2014. Europe’s dependency on Gazprom in one chart. [Online] Business Insider. Διαθέσιμο στο: http://www.businessinsider.com/european-dependency-on-gazprom-2014-3 [Τελευταία πρόσβαση 23 Οκτωβρίου 2015].

 

[1] Eurostat, 2015a. Energy security strategy. [Online] Brussels: European Commission. Διαθέσιμο στο: https://ec.europa.eu/energy/en/topics/energy-strategy/energy-security-strategy [Τελευταία πρόσβαση 5 Οκτωβρίου 2015].

[2] International Energy Agency, 2015. What is energy security? [Online] IEA. Διαθέσιμο στο: https://www.iea.org/topics/energysecurity/subtopics/whatisenergysecurity/ [Τελευταία πρόσβαση 22 Οκτωβρίου 2015].

[3] Regional Energy News, 2014. Eastern Mediterranean: Deals in the making. [Online] Oil Gas Mediterranean. Διαθέσιμο στο: http://www.oilandgasmediterranean.com/?p=151 [Τελευταία πρόσβαση 24 Οκτωβρίου 2015].

[4] Luttwak, E.N., 1990. From geopolitics to geo-economics: Logic of conflict, grammar of commerce. The national interest, 20, σελ. 17. Κατ’ αντιστοιχία, η μείζων έννοια της γεωπολιτικής αντικατοπτρίζει την αλληλεπίδραση της διεθνούς κατανομής ισχύος και της γεωγραφικής θέσης. Τοιουτοτρόπως, η γεωπολιτική ως έννοια σχετίζεται με την επιρροή γεωγραφικών παραγόντων, όπως «η γεωγραφική θέση, το κλίμα, οι πρώτες ύλες, ο πληθυσμός και η γεωμορφολογία», επί της κρατικής συμπεριφοράς και της κατάταξης του δρώντα επί της κλίμακας ισχύος. Cohen, S., 1974. Geography and politics in a world divided. 2nd ed. Oxford: Oxford University press. Σελ. 24. Grygiel, J.J., 2006. Great power and geopolitical change. Baltimore: The John Hopkins University press. Σελ. 22, 36.

[5] Tuathail, G.O., 2005. Critical geopolitics: The politics of writing global space. London: Routledge. Σελ. 185.

[6] Ifestos, P., 1987. European political cooperation: Towards a framework of supranational diplomacy? England: Gower publishers. Σελ. 45.

[7] Platias, A.G. and Koliopoulos, C., 2010. Thucydides on strategy: Grand strategies in the Peloponnesian war and their relevance today. London: Hurst and company. Σελ. 14.

[8] Buzan, B., Waever, O. and De Wilde, J., 1998. Security: A new framework for analysis. London: Lynne Rienner publishers. Σελ. 21.

[9] Aron, R., 1966. Peace and war: A theory of international relations. New York: Doubleday & Company. Σελ. 14.

[10] Shaffer, B., 2009. Energy politics. Philadelphia: University of Pennsylvania press. Σελ. 34.

[11] Shaffer, B., 2009. Ό.π., σελ. 40.

[12] Baldwin, D.A., 1985. Economic statecraft. New Jersey: Princeton university press. Σελ. 214-215.

[13] Κατά τον Edward Luttwak, «τα κράτη τείνουν εγγενώς να πασχίζουν για την απόκτηση σχετικού πλεονεκτήματος εις βάρος των υπολοίπων δρώντων εντός του διεθνούς προσκηνίου, ακόμα και υπό την επίκληση άλλων μέσων πέραν της σκληρής ισχύος». Ο συγκεκριμένος ορισμός συνυφαίνεται με τη σημασία και τη θέση του διανεμητικού ζητήματος εντός της ευρύτερης προβληματικής περί των διεθνών σχέσεων και τοιουτοτρόπως, υπογραμμίζεται η πολιτική των κρατικών δρώντων με άξονα την αναζήτηση σχετικών κερδών. Το ζήτημα των σχετικών κερδών έχει αναλυθεί ενδεικτικά από τους Joseph Grieco, John Mearsheimer, Robert Gilpin, Robert Powell και Kenneth Waltz, καθώς και εντός της ελληνικής βιβλιογραφίας από τον Παναγιώτη Ήφαιστο. Luttwak, E.N., 1990. Ό.π., σελ. 19. Grieco, J., 1988. Anarchy and the limits of cooperation: a realist critique of the newest liberal institutionalism. International organization, 42 (3), σελ. 495-497. Mearsheimer, J., 1995. The false promise of international institutions. International security, 19 (3), σελ. 12-13. Gilpin, R., 2008. Παγκόσμια πολιτική οικονομία: Η διεθνής οικονομική τάξη. Αθήνα: Ποιότητα. Σελ. 116-117. Powell, R., 1991. Absolute and relative gains in international relations theory. The American political science review, 85 (4), σελ. 1306. Waltz, K., 2011. Θεωρία διεθνούς πολιτικής. Αθήνα: Ποιότητα. Σελ. 403-404. Ήφαιστος, Π., 2005. Ιστορία, θεωρία και πολιτική φιλοσοφία των διεθνών σχέσεων. 7η εκδ. Αθήνα: Ποιότητα. Σελ. 104-105.

[14] Επιπροσθέτως, υπό περισσότερο πραγματολογικούς όρους και αναφορικά με τη σημασία της μέγιστης δυνατής ενεργειακής αυτονομίας, αξίζει να παρατεθούν τα λεγόμενα του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Richard Nixon το 1973 αναφορικά με τη χώρα του. Σύμφωνα με τον Nixon, «[οι ΗΠΑ οφείλουν] να ικανοποιήσουν τις ενεργειακές ανάγκες τους δίχως να εξαρτώνται σε εξωτερικούς πόρους». Εν πλήρη συναρτήσει, ο γερουσιαστής Henry Jackson σημείωσε τη σημασία της ενεργειακής επάρκειας για την εθνική ασφάλεια υποστηρίζοντας τη δημιουργία ενός «Στρατηγικού Αποθέματος Πετρελαίου» (Strategic Petroleum Reserve – SPR) ικανού να εφοδιάσει τον αμερικανικό στρατό εν καιρώ πολέμου και μάλιστα, διμέτωπου. Προς τούτο, το τωρινό φάσμα της απειλής της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης σημειωνόταν ήδη από το 1973 για τις ΗΠΑ με επίκεντρο του ενδιαφέροντος τις πολιτικές και τις στρατηγικές επιπτώσεις, πέραν των οικονομικών. Lee, H., 2009. Oil security and the transportation sector. Εντός του: K.S. Gallagher, ed. 2009. Acting in time on energy policy. Washington: Brookings institution press, σελ. 57.

[15] Council of the European Union, 2009. Nabucco summit (Budapest, January 2009) – Information from the Hungarian delegation. Document 6252/09 published in Brussels on February 12, 2009.

[16] Grygiel, J.J., 2006. Ό.π., σελ. 30. Knorr, K.E., 1975. The power of nations: The political economy of international relations. New York: Basic books. Σελ. 80. Η σημασία των ενεργειακών προϊόντων και ιδιαιτέρως του πετρελαίου και του φυσικού αερίου ως στρατηγικά αγαθά, ήτοι ως πρώτες ύλες υψηλής χρηστικής αξίας, οι οποίες άπτονται της επιβίωσης του κράτους, υπογραμμίζεται ποικιλοτρόπως. Μάλιστα, οι συγκεκριμένες πρώτες ύλες συμβάλλουν τόσο αποφασιστικά στην απόκτηση πλούτου και κατ’ επέκταση στρατιωτικής ισχύος ώστε καλούνται συχνά και ως «στρατιωτικές πρώτες ύλες». Προφανώς, αξίζει να τονισθεί ότι, εν τη απουσία στρατιωτικού σκέλους της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η παρούσα σημείωση συνδέεται με την αποδίδουσα σημασία εκ μέρους των κρατών-μελών προς την ίδια ισχυροποίησή τους. Με άλλα λόγια, η αναφορά σε ζητήματα σκληρής ισχύος δε συνδέεται με τη μεταχείριση της ΕΕ ως μία ενιαία και αδιαίρετη κρατική οντότητα, αλλά πραγματοποιείται επί τω σκοπώ τονισμού της σημασίας ορισμένων εννοιών. Παρίσης, Ι., 2011. Παράγοντες ισχύος στο διεθνές σύστημα. Αθήνα: Ινφογνώμων. Σελ. 133-134.

[17] Knorr, K.E., 1975. Ό.π., σελ. 9.

[18] The UK Government, 2015. UKCS oil and gas production projections. [Online] London: Gov.uk. Διαθέσιμο στο: https://www.gov.uk/government/uploads/system/uploads/attachment_data/file/414172/Production_prjections.pdf [Τελευταία πρόσβαση 6 Οκτωβρίου 2015].

[19] The Economist, 2015. Crude realities: The tumbling oil price piles more pressure on a sinking industry. [Online]. London: The Economist Newspaper. Διαθέσιμο στο: http://www.economist.com/news/britain/21640344-tumbling-oil-price-piles-more-pressure-sinking-industry-crude-realities [Τελευταία πρόσβαση 2 Οκτωβρίου 2015].

[20] Eurostat, 2015b. Supply, transformation and consumption of gas – annual data. [Online] Brussels: European Commission. Διαθέσιμο στο: http://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=nrg_103a&lang=en [Τελευταία πρόσβαση 4 Οκτωβρίου 2015].

[21] Cohen, A., 2007. Europe’s strategic dependence on Russian energy. The Heritage foundation: Backgrounder, 2083, σελ. 3.

[22] Πρόκειται για μία ποσοστιαία απεικόνιση επί της εσωτερικής ζήτησης. Weisenthal, J., 2014. Europe’s dependency on Gazprom in one chart. [Online] Business Insider. Διαθέσιμο στο: http://www.businessinsider.com/european-dependency-on-gazprom-2014-3 [Τελευταία πρόσβαση 23 Οκτωβρίου 2015].

[23] LeBlanc, S., 2015. Russia, Ukraine and the weapon of energy. [Online] World Watch Today. Διαθέσιμο στο: http://worldwatchtoday.org/archives/2242 [Τελευταία πρόσβαση 24 Οκτωβρίου 2015].

[24] The World Factbook, 2015. Natural gas production. [Online] Virginia: Central Intelligence Agency (CIA). Διαθέσιμο στο: https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/rankorder/2249rank.html [Τελευταία πρόσβαση 5 Οκτωβρίου 2015].

[25] Hart Energy, 2013. East Mediterranean finds reveal area’s gas potential. [Online] Houston: Hart Energy. Διαθέσιμο στο: http://www.epmag.com/east-mediterranean-finds-reveal-areas-gas-potential-699581 [Τελευταία πρόσβαση 5 Οκτωβρίου 2015].

[26] U.S. Energy Information Administration, 2014. Russia. [Online] EIA: Independent Statistics and Analysis. Διαθέσιμο στο: http://www.eia.gov/countries/country-data.cfm?fips=RS&trk=m [Τελευταία πρόσβαση 5 Οκτωβρίου 2015].

[27] IGI-Poseidon S.A., 2014. Eastern Mediterranean pipeline. [Online] Athens: DEPA. Διαθέσιμο στο: http://www.depa.gr/uploads/files/poseidon/Eastmed%20pipeline%20for%20PCIs_ENG_final.pdf [Τελευταία πρόσβαση 5 Οκτωβρίου 2015].

[28] Ministry of energy, commerce, industry and tourism, 2013. Vassilikos energy center. [Online] Nicosia: Republic of Cyprus. Διαθέσιμο στο: http://www.mcit.gov.cy/mcit/mcit.nsf/All/02B6E904DE1DC822C2257B2100257B20?OpenDocument [Τελευταία πρόσβαση 3 Οκτωβρίου 2015].

[29] Ιγνατίου, Μ., 2014. Νέος αγωγός από Ισραήλ μέσω Κύπρου και Κρήτης. [Online] Mignatiou.com. Διαθέσιμο στο: http://mignatiou.com/2014/11/i-energia-allazi-ti-mesogio-neos-agogos-apo-israil-meso-kiprou-ke-kritis/ [Τελευταία πρόσβαση 25 Οκτωβρίου 2015].

[30] Kardas, S., 2011. Turkish-Azerbaijani energy cooperation and Nabucco: Testing the limits of the new Turkish foreign policy rhetoric. Turkish studies, 12 (1), σελ. 62-63.

[31] Bacik, G., 2001. The Blue Stream project, energy cooperation and conflicting interests. Turkish studies, 2 (2), σελ. 85-93.

[32] Toklu, E. et al., 2010. Energy production, consumption, policies and recent developments in Turkey. Renewable and sustainable energy reviews, 14, σελ. 1177.

[33] Toklu, E. et al., 2010. Ό.π., σελ. 1177.

[34] Toklu, E. et al., 2010. Ό.π., σελ. 1176.

Advertisements


Κατηγορίες:AOZ, Διεθνείς σχέσεις, Ελλάδα, Ενέργεια, Ρωσία, Τρούλης Μάρκος, Τουρκία

Ετικέτες: , , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: