Χρίστος Κράππας, Η Δίκη του Χριστού

«τα εγγύτατα της ξυμπάσης γνώμης… » 
[Θουκυδίδης 1.22] 

Από τους Ομηρικούς χρόνους περιγράφονται δίκες στα Ομηρικά έπη με σκοπούμενο αποτέλεσμα, με προδιαγεγραμμένο σκοπό, είτε πολιτικό είτε θρησκευτικό ως προς την ετυμηγορία τους. Ή όπως θα λέγαμε σήμερα «στημένες», άλλοτε εν γνώσει των δικαστών και άλλοτε με παραπλάνηση αυτών από τους κατήγορους, με χαλκευμένες κατηγορίες και ψευδομάρτυρες.
Το άδικο υπάρχει γιατί υπάρχει το δίκαιο. Και τα δύο αφορούν τον άνθρωπο. Και ο άνθρωπος ήταν και είναι νικημένος από την «τιμή» το «φόβο» και την «ωφέλεια».(υπό <τριών> των μεγίστων νικηθέντες , τιμής καί δέους και ωφελείας. (Θουκ. 1.76 )) Είναι οι τρεις δυνάμεις που λειτουργούν μέσα του ως αιτιώδης συνάφεια με τις πράξεις του. Πράττει και ενεργεί από αυτές και γι’ αυτές. Με βάση αυτές τις δυνάμεις αδικεί και δικαιώνει. Και οι συμπολίτες του δεν είναι καλύτεροι. Κι αυτοί νικημένοι είναι από τις ίδιες αυτές δυνάμεις. Μόνο οι Άγιοι και οι νεκροί δεν είναι νικημένοι από τις δυνάμεις αυτές, και για αυτούς έγραψε την Πολιτεία και τους Νόμους του ο Πλάτωνας σε αντίθεση με τον Θουκυδίδη και τον Αριστοτέλη που περιέγραψαν την κοινωνία των νικημένων ανθρώπων που είμαστε όλοι εμείς.

Όλος ο Ποινικός μας Κώδικας, είναι γραμμένος για να τιθασεύσει τις δυνάμεις αυτές. Όλες του οι διατάξεις έχουν γνώμονα την προστασία (αντίστοιχα καταστολή) της τιμής, την πρόληψη (αντίστοιχα καταστολή) της βίας που προκαλεί τον φόβο, και την κατοχύρωση της ωφέλειας από τα υλικά και άϋλα αγαθά μας από την αρπαγή που επιχειρεί ο άλλος πάνω σε αυτά, νικημένος κι αυτός από τις ίδιες δυνάμεις αλλά πλέον επιδέξιος στο αδικείν τους ομοίους του που είμαστε εμείς ίσως λιγότερο επιδέξιοι, αλλά νικημένοι.
Εμείς οι Έλληνες ως εθνότητα, την υπέρ τρισχιλιετή ιστορία μας με καυγά την ξεκινήσαμε. Η πρώτη λέξη της Ιλιάδας με αυτό τον καυγά ξεκινά. « Μήνιν άειδε θεά Πηληϊάδω Αχιλήος …», κι αυτός ο καυγάς καλά κρατεί μέχρι σήμερα και ο Θεός ξέρει πότε θα τελειώσει. Ή μάλλον, αν τελειώσει, τότε θα τελειώσει κι ο Ελληνισμός. Με αυτό λοιπόν το κείμενο της Ιλιάδας, που περιγράφει και διαγράφει την εθνική μας εντελέχεια, μορφώθηκαν ως ανάγνωσμα όλοι οι Έλληνες των αρχαίων χρόνων για χίλια χρόνια. Οι αρχαίοι δάσκαλοι των ελληνοπαίδων έκαναν και διασκευές αυτής για τις διδακτικές ανάγκες. Ο Αριστοτέλης, αυτή δίδαξε στους εταίρους του Μακεδονικού Βασιλείου επί τέσσερα χρόνια στη Μίεζα (341 – 337 θερινά ανάκτορα του Φιλίππου στη σημερινή Νάουσα), όπου ήταν έγκλειστοι με διαταγή του Φιλίππου μαζί με το γιό του Αλέξανδρο. Μάλιστα, είναι περίφημη η διασκευή της Ιλιάδας που έγραψε για χρήση του Αλέξανδρου, την οποία δεν αποχωριζόταν σ’ όλη την εκστρατεία του. Σ’ αυτό το μνημειώδες έργο, για όλο τον κόσμο κι όχι μόνο για μας τους Έλληνες, περιγράφονται με απαράμιλλο τρόπο οι περίφημες δίκες του ευγενούς ήρωα Παλαμήδη, κατασκεύασμα του πανούργου και πολυμήχανου Οδυσσέα με σκοπό την εκδίκηση, τη δίκη των όπλων με συνεργούς στη λαθροχειρία όλων των ηγεμόνων δικαστών υπέρ του Οδυσσέα που οδήγησαν με την απόφασή τους τον Αίαντα σε αυτοκτονία, και τη δίκη του ιερόσυλου Αίαντα του Οϊλέους κατά τα «νόμιμα των Ελλήνων» με εμπλεκόμενο πάλιν τον Οδυσσέα ως εισαγγελέα της δίκης.
Είναι κρίμα που αυτές οι δίκες δεν αναλύονται σε βάθος και πλάτος για την ηθικοπλαστική και εθνική διαπαιδαγώγηση των Ελληνοπαίδων στα σύγχρονα σχολεία μας. Γιατί οι δικαστικές αποφάσεις, δεν είναι μια απλή παράθεση των ρημάτων των νόμων, αλλά επειδή επηρεάζουν αμετάκλητα και αποτελεσματικά, με τη ρήτρα της εκτελεστότητάς των, τη σχέση μεταξύ των πολιτών, πρέπει να έχουν και περιεχόμενο ηθικό και φιλοσοφικό για την κοινωνία των πολιτών που απευθύνονται.
Μετά τους Ομηρικούς χρόνους ακολουθούν κι άλλες δίκες είτε «στημένες» είτε με χαλκευμένα κατηγορητήρια. Η περιφημότερη αυτών εκείνη του Σωκράτη το 399 των αρχαίων χρόνων. Είναι ίσως από τις λίγες δίκες που έχουμε λεπτομερή περιγραφή αυτής, ή όπως θα λέγαμε σήμερα λεπτομερή πρακτικά της δίκης που διασώθηκαν από δύο αρχαίους συγγραφείς. Το φιλόσοφο Πλάτωνα και τον ιστορικό Ξενοφώντα, και οι δύο μαθητές του Σωκράτη και παρόντες στη δίκη. Προσομοιάζει δε με εκείνη του Χριστού, στο τέλος των αρχαίων χρόνων, ως προς τα κίνητρα των κατηγόρων, ως προς το κατηγορητήριο θρησκευτικό και πολιτικό συγχρόνως, και ως προς το αποτέλεσμα, το «τίμημα», την επιβολή της θανατικής ποινής. Διαφέρουν όμως ως προς την αντιμετώπιση της ποινής από τους καταδικασθέντες. Ο μεν Σωκράτης, μόνο με ανθρώπινη φύση, αγογγύστως δέχτηκε και υπέστη την ποινή, ο δε Χριστός παρ’ ότι Θεός, ζήτησε από τον επουράνιο Πατέρα Του τη στιγμή του μαρτυρίου, «απελθέτω το ποτήριον τούτο απ’ εμού». Και τα δύο συμβάντα έχουν συμβολικό χαρακτήρα. Ο μεν Σωκράτης δήλωσε στην απολογία του ότι χαίρεται γιατί με την εκτέλεση της απόφασης θα πάει να συναντήσει και θα κάνει παρέα τον ευγενή ήρωα Παλαμήδη ο οποίος «δια κρίσιν άδικον τέθνηκεν» (Πλατ.: Απολ. Σωκρ. 32) και τον Ραδάμανθυ, ο δε Χριστός γνώριζε με το θάνατο της ανθρώπινης φύσεώς του, θα αναστηθεί και θα πάει εκ δεξιών του Πατρός Του. Και οι δύο δήλωσαν σε τρεις μέρες( Σωκρ., Πλάτων: Κρίτων) ότι θα βρεθούν στον παράδεισο. Ο μεν Σωκράτης υπερέβη την ανθρώπινη φύση του με την πνευματική του δύναμη, ο δε Χριστός έλαβε ανθρώπινη φύση για να σώσει το ανθρώπινο γένος πάσχοντας ως άνθρωπος.
Η δίκη του Θεανθρώπου Χριστού, ιστορικά αναμφισβήτητο γεγονός, διεξήχθη την άνοιξη του 29 μ.Χ. ακολουθώντας τον παλιό τρόπο χρονολόγησης, ή το 33 μ.Χ. κατά τον νέο τρόπο χρονολόγησης με χρόνο D-0 έναρξη χρονολόγησης τη γέννηση του Χριστού η οποία προσδιορίζεται το 4 π.Χ. Δηλαδή η έναρξη της χρονολόγησης που ακολουθούμε έτσι κι αλλιώς συνέπιπτε με τη λήξη της χιλιετίας που έληγε παρά τέσσερα χρόνια, αν και οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι δεν μετρούσαν έτσι αλλά οι μεν Έλλήνες με τις Ολυμπιάδες (με πρώτη το 776 π.Χ.) και οι Ρωμαίοι από κτήσεως Ρώμης.
Η κατηγορία, χωρίς να έχει διατυπωθεί ποτέ με ακρίβεια το περιεχόμενό της, ήταν διπλή. Θρησκευτική και πολιτική. Η μεν θρησκευτική κατηγορία εκδικαζόταν από το Εβραϊκό ιερατείο, η δε πολιτική από το δικαιοδοτικό σύστημα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αφού στην πρώτη δίκη στο ιερατείο των Εβραίων, δεν μπόρεσε να ευδοκιμήσει η θρησκευτική κατηγορία, χάλκευσαν την πολιτική κατηγορία και τον έστειλαν στον Πιλάτο για να δικαστεί. Η ευδοκίμηση της πρώτης κατηγορίας επέσυρε την ποινή του θανάτου δια λιθοβολισμού, η δε ευδοκίμηση της πολιτικής κατηγορίας επέσυρε πάλι την ποινή του θανάτου αλλά δια σταυρώσεως. Έτσι εσύρθη και υπέστη διπλή δίκη. Μία στο αρχιερατείο με πρόεδρο τον αρχιερέα Καϊάφα, και μία εν συνεχεία στο πραιτόριο με δικαστή τον Πιλάτο, έπαρχο της Ρώμης στην Παλαιστίνη. Κατά τη διάρκεια και των δύο δικών δεν υπήρχαν συνήγοροι ούτε τηρήθηκαν πρακτικά. Το δε ρόλο του εισαγγελέα τον είχε αναλάβει ο αρχιερέας Άννας, ο οποίος είχε συγγένεια με τον Καϊάφα. Ό,τι πληροφορία έχουμε για τις δύο δίκες, τα έχουμε από τους ευαγγελιστές οι οποίοι δεν ήταν παρόντες, και ουσιαστικά ήταν κρυπτόμενοι «δια τον φόβο των Ιουδαίων». Η δε σύνθεση των πρακτικών και των δύο δικών δυσχεραίνεται από τις διαφορετικές πληροφορίες που αναφέρονται από τους ευαγγελιστές. Ένα πράγμα είναι όμως βέβαιο. Η εκτέλεση της επιβληθείσης ποινής δια σταυρώσεως, προϋποθέτει αφ’ ενός καταδίκη σε θάνατο και αφ’ ετέρου ρωμαϊκή απόφαση.
Η ασάφεια του κατηγορητηρίου δείχνει ότι, η δίκη αυτή δεν γεννήθηκε από συνειδησιακή ανάγκη πραγματώσεως του δικαίου και από τα δύο δικαστήρια. Ο τρόπος εισαγωγής σε δίκη του Χριστού και στα δύο δικαστήρια, αλλά και ο τρόπος που πραγματώθηκαν οι δίκες, αποδεικνύουν κίνητρα που δεν είχαν σχέση με παρόρμηση απονομής δικαιοσύνης. Τα κίνητρα ήταν καθαρά, όπως πιο πάνω ανέφερα, το απειλούμενο συμφέρον, η απειλή της συνέχισης της ωφέλειας που απολάμβαναν τόσο το ιερατείο όσο και το κράτος της Ρώμης, κυρίως όμως η απειλή κατά του εβραϊκού ιερατείου εξ αιτίας της διαφαινόμενης απώλειας των προνομίων του, το οποίο και χάλκευσε τις κατηγορίες και με δόλο αποφάσισε την εξόντωσή του.
Τα κίνητρα του Εβραϊκού ιερατείου ήταν η απήχηση που είχε η διδασκαλία του στο λαό της Παλαιστίνης, η οποία μεταξύ άλλων καταργούσε τους μοχλούς εξουσίας του ιερατείου με το αυστηρό τυπολατρικό της σύστημα. Επί παραδείγματι, η διδασκαλία του καταργούσε την αυστηρότητα της τήρησης της αργίας του Σαββάτου, δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στους 4 κανόνες της περιτομής που σκοπό είχε τη διαφύλαξη της θρησκευτικής και εθνικής ταυτότητας, καταργούσε την παραδοχή ότι ο ναός του Σολομώντος, ως οικοδόμημα, είναι η κατοικία του Θεού, και ήταν υπέρ της κατάργησης των αιματηρών θυσιών ζώων. Το ίδιο το ιδεολογικό περιεχόμενο της διδασκαλίας του κλόνιζε συθέμελα την εξουσία του ιερατείου. Ήταν η μεγαλύτερη επανάσταση χωρίς χρήση βίας. Η διακήρυξη της ισότητας όλων των ανθρώπων με το «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ …», και την ελευθερία απάντων, «σεις αδελφοί, προσεκλήθητε εις ελευθερίαν… , εν τη ελευθερία λοιπόν, με την οποίαν ελευθέρωσεν ημάς ο Χριστός, μένετε σταθεροί και μη υποβληθείτε πάλιν εις ζυγόν δουλείας» (Παύλος, επιστολή προς Γαλάτες, Αισχύλος, με τον Προμηθέα πρόβαλε τον δίκαιο και ελεύθερο άνθρωπο ), συντάραξε το ιερατείο και διαπίστωσαν καταλυτική απειλή εναντίον της εξουσίας των.
Με τη φιλοσοφία του προεπιβουλεύειν παρά αντιεπιβουλεύειν το ιερατείο, αρχιερείς και γραμματείς, συνεδρίασαν και αποφάσισαν τη φυσική εξόντωση του Χριστού δια θανατώσεως. «..τότε συνήχθησαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι του λαού εις την αυλήν του αρχιερέως Καϊάφα, και συνεβουλεύσαντο ίνα τον Ιησού δόλω κρατήσωσι και αποκτείνωσιν, έλεγον δε. Μη εν τη εορτή, ίνα μη θόρυβος γένηται εν τω λαώ.» (Κατά Ματθαίου ΚΣ 3 ). Η δόλια και απεχθείς αυτή πράξη έπρεπε να έχει νομιμοφάνεια προκειμένου να γίνει πειστική από τον εβραϊκό λαό. Έτσι αποφάσισαν τη σύλληψή του, από ρωμαίους στρατιώτες ως εκτελεστικά όργανα, το βράδυ της Πέμπτης πριν από το Πάσχα, παρ’ ότι η εβραϊκή δικονομία δεν επέτρεπε σύλληψη τη νύκτα, και οδηγήθηκε στον οίκο του αρχιερέως όπου έμεινε κρατούμενος όλη τη νύχτα από ρωμαίους στρατιώτες οι οποίοι τον χλεύαζαν και ενέπαιζαν καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας.
Την επομένη το πρωί, ημέρα Παρασκευή οδηγήθηκε ενώπιον του αρχιερέως Άννα προς ανάκριση, ο οποίος δεν μπόρεσε βεβαίως να του αποσπάσει τίποτε το επιβαρυντικό στοιχείο. Εν συνεχεία οδηγήθηκε και πάλιν στον εν ενεργεία αρχιερέα Καϊάφα προς περαιτέρω ανάκριση η οποία και πάλι δεν απέδωσε καρπούς. Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι ο Καϊάφας ήταν ο αρχιερέας αυτός που είχε συστήσει στους Ιουδαίους να θανατώσουν τον Χριστό υπέρ της διατήρησης της υποταγής του λαού. «συμβουλεύσας τοις Ιουδαίοις ότι συμφέρει έναν άνθρωπο απολέσθαι υπέρ του λαού». (Κατά Ιωάννη ΙΗ 14)
Μετά από αυτή τη διαδικασία συνεκλήθη το Συνέδριο των αρχιερέων και γραμματέων, που αποτελούσε το ανώτατο εβραϊκό δικαστήριο, στο οποίο ο Χριστός προσήχθη για να δικαστεί. Και κατά την σκηνοθετημένη αυτή δικαστική διαδικασία το «δικαστήριο», προσπάθησε να αποσπάσει μαρτυρία για να τον θανατώσουν. «… οι αρχιερείς και όλον το συνέδριον εζήτουν κατά του Ιησού μαρτυρίαν εις το θανατώσαι αυτόν, και ουχ εύρισκον· πολλοί γαρ εψευδομαρτύρουν κατ’ αυτού, και ίσαι αι μαρτυρίαι ουκ ήσαν…» ( Κατά Μάρκου ΙΔ 55-56). Μπροστά στο αδιέξοδο ευρέσεως αποδεικτικών στοιχείων σε βάρος του, ο ίδιος ο Καϊάφας και οι αρχιερείς επιχειρούν να αποσπάσουν από το Χριστό ομολογία ότι είναι υιός του Θεού, προκειμένου έστω και σε μία τέτοια ομολογία ασαφή και αόριστη να στηρίξουν την προαποφασισμένη θανατική καταδίκη του. Για το λόγο αυτό του θέτουν το ερώτημα αν ισχυρίζεται ότι πράγματι είναι υιός του Θεού. Ο Χριστός απάντησε κατά τον Λουκά (ΚΒ 70), «…υμείς, λέγετε ότι εγώ ειμί», κατά το Μάρκο (ΙΔ 62) «…εγώ ειμί και όψεσθε τον υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως και ερχόμενον μετά των νεφελών του ουρανού…» και κατά Ματθαίο (ΚΣ 64) «…συ είπας». Τότε ο Καϊάφας συνειδητοποιώντας το ναυάγιο της δίκης και θέλοντας να υποκλέψει οπωσδήποτε την απόφαση της καταδίκης του Χριστού, με θεατρινισμό διέρρηξε τα ιμάτιά του αναφωνώντας, «…τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων; Ίδε νυν ηκούσατε την βλασφημίαν αυτού…» ( Κατά Ματθαίο ΚΣ 65). Και με αυτό τελείωσε η διαδικασία της δίκης και ένδυσαν την προειλημμένη απόφαση με το ένδυμα της «δικαστικής απόφασης». Το ένδυμα όμως αυτό ήταν διάτρητο. Ακόμη και με τον εβραϊκό νόμο, η καταδίκη απαιτούσε δύο τουλάχιστον μαρτυρίες που δεν υπήρξαν, δεδομένου ότι οι ψευδομάρτυρες που κατέθεσαν είχαν αντιφατικές καταθέσεις και αποπέμφθηκαν. Και στο να μην ληφθούν υπ’ όψιν οι ψευδομαρτυρίες αυτές, οφείλεται στην αντίσταση του Νικόδημου ο οποίος συμμετείχε ως μέλος του δικαστηρίου.
Η απόφαση όμως αυτή, δεν μπορούσε να εκτελεστεί αν δεν επικυρωνόταν με απόφαση της ρωμαϊκής διοίκησης, την οποία εκπροσωπούσε εκείνη τη στιγμή ο Πόντιος Πιλάτος. Έτσι ο Χριστός οδηγήθηκε ενώπιον του, στο πραιτόριο που ήταν η έδρα της ρωμαϊκής διοίκησης, και ξεκίνησε μια καινούργια διαδικασία δίκης με μοναδικό δικαστή τον Πόντιο Πιλάτο. Δεν έμεινε όμως ανεπηρέαστος στην κρίση του παρότι αντιστάθηκε αρχικά στη λυσσαλέα πίεση του Καϊάφα και των αρχιερέων οι οποίοι ζητούσαν την οπωσδήποτε επικύρωση της απόφασης του Συνεδρίου. Οι αρχιερείς είχαν φροντίσει εκτός της απροκάλυπτης παρέμβασής τους, να έχουν ερεθίσει το θρησκευτικό φανατισμό των Εβραίων με τον όχλο να βρίσκεται έξωθεν του πραιτορίου φωνασκώντας υπέρ του Βαραββά και σκορπίζοντας τον τρόμο. Απόδειξη αυτού του κλίματος αποτελούν οι διασωθείσες μαρτυρίες, η άρνηση του αγωνιστικώτατου Απόστολου Πέτρου, η φράση του Πιλάτου «πολύς θόρυβος γίνεται» που αποδεικνύει την υποψία του Πιλάτου περί σκηνοθετημένης κατηγορίας, η προσφυγή του Πιλάτου προς το πλήθος ότι το αίμα αυτού του αθώου θα πέσει επί των κεφαλών τους, η εντολή να τον φραγκελώσουν προκειμένου να μαλακώσει το κατευθυνόμενο εντέχνως εξαγριωμένο πλήθος, και τέλος όταν όλα αυτά δεν απέδωσαν, «ένιψε τα χείρας του» και αποφάσισε τη θανατική καταδίκη του Χριστού και έδωσε την εντολή της εκτέλεσης δια σταυρώσεως.
Ο Πιλάτος πραγματικά βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Η απόφαση του συνεδρίου ήταν με έγκλημα τη βλασφημία. Για τέτοια κατηγορία θρησκευτικού χαρακτήρα δεν είχε δικονομική αρμοδιότητα εκδικάσεως ο Ρωμαίος έπαρχος. Έτσι βλέποντας οι αρχιερείς ότι ο Πιλάτος δεν θα επικύρωνε την απόφασή τους, μετατρέπουν την κατηγορία σε πολιτικό χαρακτήρα, αντιποίησης της βασιλικής εξουσίας. Σε όλα αυτά ο Πιλάτος αντιδρά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ως εξής:
α) Με την προσαγωγή του Χριστού στον Πιλάτο, διατυπώνεται από τους αρχιερείς η κατηγορία ότι ο Χριστός αντιποιείται βασιλική εξουσία. Ο Πιλάτος εξετάσας το Χριστό ως προς την κατηγορία αυτή, διαπιστώνει την αθωότητά του, αφού ο Χριστός του απάντησε ότι η βασιλεία του «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου» και έτσι ήταν ποινικώς αδιάφορη για τη Ρώμη, αλλά διστάζει να εκδώσει απόφαση απαλλακτική ή να απονείμει χάρη ίσως από φόβο να κατηγορηθεί για υπέρβαση εξουσίας. Καταφεύγει λοιπόν στο εθιμικό δίκαιο των εβραίων, της απελευθέρωσης ενός υποδίκου ή καταδίκου λόγω της εορτής του εβραϊκού Πάσχα. Στα πλαίσια αυτής του της απόφασης, βγήκε και πλησίασε το πλήθος για την εξασφάλιση, κατά τη ρωμαϊκή δικονομία της δημοσιότητας, και δήλωσε προς το πλήθος ότι θεωρεί τον κατηγορούμενο αθώο και ζήτησε ποιόν να απολύσει, Ιησού ή Βαραββά, και το πλήθος καθοδηγούμενο από τους θρησκευτικούς του ηγέτες προέκρινε την απελευθέρωση του Βαραββά.
β) Μετά την αποτυχημένη αυτή προσπάθεια απονομής χάρης ο Πιλάτος προσπαθεί και πάλι να αποφύγει την επικύρωση της θανατικής καταδίκης, διατάσσοντας τη μαστίγωση του Χριστού ως υποκατάστατο της θανατικής ποινής. Στα πλαίσια αυτής του της προσπάθειας και γνωρίζοντας από την εξέταση του Ιησού ότι η καταγωγή του είναι από τη Γαλιλαία, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στον κατά τόπο αρμόδιο, τον Ηρώδη Αντύπα γιό του Ηρώδη του Μεγάλου ο οποίος ήταν τετράρχης της Γαλιλαίας και εκείνες τις μέρες βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ. (η πληροφορία είναι από τον ευαγγελιστή Λουκά). Κατά την ανάκριση από τον Ηρώδη παρουσία των κατηγόρων του ο Χριστός σιώπησε. Έτσι ο τετράρχης αφού τον εχλεύασε, τον περιέβαλε με πολυτελές ένδυμα προκειμένου να τον εξευτελίσει και τον έστειλε πίσω στον Πιλάτο. Αυτή η κίνηση από τον Πιλάτο και η διαδικασία που έγινε ενώπιον του Ηρώδη, δεν είχε δικονομικές επιπτώσεις αφού ο τετράρχης δεν είχε εξουσία επικύρωσης ή κρίσεως των εβραϊκών αποφάσεων με βάση το ρωμαϊκό δίκαιο. Απλά, επειδή ο Ηρώδης ήταν φίλος του αυτοκράτορα Τιβέριου, η ενέργεια αυτή από τον Πιλάτο ήταν πράξη μάλλον φιλοφρόνησης προς αυτόν επειδή και οι σχέσεις των δύο ανδρών δεν ήταν και οι καλύτερες.
γ) Αφού αποδείχθηκε ανεπαρκής η αρχική κατηγορία για την επικύρωση της θανατικής ποινής, οι κατήγοροι συμπλήρωσαν την κατηγορία δια προσθήκης ικανής να οδηγήσει τον Ιησού σε θανατική καταδίκη κατά τη 7 ρωμαϊκή έννομη τάξη, λόγω προσβολής της οφειλόμενης προς τον ηγεμόνα προσκύνησης. Και αυτή όμως η κατηγορία δεν στάθηκε ικανή να πείσει τον Πιλάτο για την ενοχή του Ιησού και έχουμε τρίτη προσπάθεια απελευθέρωσης.
δ) Τέλος οι κατήγοροι, έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο ανοικτής απειλής κατά του Πιλάτου θέτοντάς τον ενώπιον της πολιτικής και υπηρεσιακής του ευθύνης, επειδή κατά τη γνώμη τους δεν εξετίμησε ορθώς την κατηγορία για αντιποίηση της βασιλικής ιδιότητας. Και πάλιν ο Πιλάτος κάνει προσπάθεια απελευθέρωσης εμφανίζοντας τον Ιησού ως βασιλέα μόνο των Ιουδαίων. Τότε οι αρχιερείς, γραμματείς και οι περί αυτούς αντέτειναν, «ουκ έχομεν βασιλέα ει μη Καίσαρα» πιέζοντας για καταδικαστική απόφαση σε σταύρωση. Ο Πιλάτος τότε βρέθηκε σε κίνδυνο και αναλογιζόμενος, είτε τη σταδιοδρομία του, είτε τη ζωή του προσπαθώντας να σώσει έναν έστω και αδίκως διωκόμενο από τους ομοθρήσκους του, εφάρμοσε στην πράξη τις αρχές του Ποινικού Δικαίου γνωστές σε αυτόν από τον Αριστοτέλη γιατί είχε καλή Ελληνική παιδεία, περί «σταθμίσεως των εννόμων αγαθών» ή περί «υπερέχοντος συμφέροντος» (ωφέλεια και φόβος) ή «του υπερτέρου καθήκοντος» (τιμή), ένιψε τα χέρια του και εξέδωσε την απόφαση διατάζοντας την εκτέλεση δια σταυρώσεως.
Από την εξιστόρηση της σκηνοθετημένης αυτής διαδικασίας ενώπιον του εβραϊκού ιερατείου και του Πιλάτου, ιστορικά διαπιστωμένη, με καμμία λογική δεν μπορεί να ενταχθεί σε δικαιϊκή σχέση απονομής δικαίου. Είναι περίπτωση βάναυσης άσκησης κυριαρχικής εξουσίας της οποίας η αποτελεσματικότητα επιχειρήθηκε να ενισχυθεί εικονικά και με κατ’ επίφαση δίκη. Αποτελεί μοναδική περίπτωση στην παγκόσμια ιστορία «ανθρώπου» απόλυτα αθώου, να καταδικάζεται από τρεις συντεταγμένες κοινωνικές δυνάμεις – εξουσίες. Την θρησκευτική από το Εβραϊκό ιερατείο, την πολιτική δια του Πιλάτου, και του όχλου. Αυτό το απεχθές κατάντημα της κοινωνίας μας ήρθε να σώσει ο Θεάνθρωπος Χριστός. Εμείς ως πιστοί, μπροστά στη γνώση μας για την παρωδία δίκης Tου Χριστού, την άκρα ταπείνωσή Του ενώπιον των διωκτών Του και το σταυρικό Του μαρτύριο, ως ελάχιστη ανταπόδοση της αγάπης Του προς τον άνθρωπο που εξ αιτίας αυτής της αγάπης μαρτύρησε, είναι το αμοιβαίο της δικής μας αγάπης προς τον Θεάνθρωπο ως ψυχικός άδολος δεσμός μαζί Του, συμπάσχοντας με τα Άγια Πάθη Του.

Πηγή: Ινφογνώμων 

Advertisements


Κατηγορίες:Διάφορα

Ετικέτες: , ,

Αρέσει σε %d bloggers: