Μάριος Ευρυβιάδης, O Έσπεν Μπαρθ Άιντα και το Ζήτημα της Ασφάλειας

 

Ο Νορβηγός εκπρόσωπος του Γ.Γ. του ΟΗΕ στην Κύπρο Έσπεν Μπαρθ Άιντα (ΕΜΑ),  θεωρεί  το ζήτημα της ασφάλειας κυρίαρχο και εκ των ων ουκ άνευ για την επίλυση διαφορών, την εμπέδωση της ειρήνης και τη μελλοντική οικονομική ανάπτυξη χωρών οι οποίες υπέστησαν δεινά πολέμων, εμφυλίων και εθνοτικών συγκρούσεων και ταραχών.

Η θέση αυτή του Άιντα προκύπτει από τις επαγγελματικές του εμπειρίες ως Νορβηγού αξιωματούχου και από συναφείς συλλογικές  μελέτες σε περιοχές του κόσμου, κυρίως στη Δυτική Αφρική, όπου δραστηριοποιήθηκαν διεθνείς και άλλες δυνάμεις για την οικοδόμηση της ειρήνης, συμπεριλαμβανομένων κυβερνητικών και μη δυνάμεων από τις Σκανδιναβικές χώρες.

Ο ΕΜΑ υιοθετεί τη θέση που εκφράζεται από το σύνθημα «Security First Approach» («Ασφάλεια Πρώτιστη Προσέγγιση») και επιχειρηματολογεί υπέρ της ανάπτυξης και οικοδόμησης «κλίματος» και «κουλτούρας» ασφάλειας ώστε να κυριαρχήσει στον πληθυσμό το «αίσθημα της ασφάλειας». Κατά τον ίδιο η οικοδόμηση της ειρήνης απέτυχε σε κάθε περίπτωση όπου δεν διασκεδάστηκε το αίσθημα της ανασφάλειας ανάμεσα στον πληθυσμό.

Ας μην βάζω, ωστόσο, λόγια στο στόμα του έντιμου εκπρόσωπου του Γ.Γ., ο οποίος, τους επόμενους μήνες θα πρωτοστατήσει στις συνομιλίες, φιλοδοξώντας να βοηθήσει καταλυτικά στην οικοδόμηση της ειρήνης ώστε  να είναι ο τελευταίος τέτοιος εκπρόσωπος του ΟΗΕ στην Κύπρο και να τιμηθεί δεόντως.  Τον αφήνω, λοιπόν, να μιλήσει μόνος του:

«Η λεγόμενη «Security First Approach» προέκυψε από τις προσπάθειες οικοδόμησης της ειρήνης στη Δυτική Αφρική. Κατά το επιχείρημα, για να υπάρξει οικονομική και κοινωνική πρόοδος,  η δημιουργία  και διατήρηση ενός επιπέδου ασφάλειας είναι θεμελιακό προαπαιτούμενο. Είναι μηδαμινή η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, όταν ο κόσμος διακατέχεται από φόβο για τη ζωή και την περιουσία του….

Η ασφάλεια πρέπει να νοείται ως ζήτημα διαδικασίας και αντίληψης. Αντιλήψεις περί ασφάλειας είναι εξ´ορισμού αντιλήψεις για το μέλλον. Ένα «κλίμα» ή «κουλτούρα» ασφάλειας είναι απαραίτητη ώστε να προωθηθεί αποτελεσματικά η διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης. Το αποτέλεσμα, ακόμη  και η αντίληψη ότι έπεται ανάπτυξη, μπορεί να ενισχύσει την τάση για υποστήριξη ειρήνης και ανάπτυξης.

Πέραν των επίσημων θεσμών του νόμου και της τάξης, εκείνο που πρέπει να επιτευχθεί είναι ένα …αίσθημα ασφάλειας ανάμεσα στο ευρύ κοινό. Στέρεα και διαρκής ειρήνη απαιτεί περισσότερα από την έλλειψη σύγκρουσης. Ο κόσμος προσδοκεί ότι θα υπάρξει  ειρήνη στο μέλλον και ανάλογα λαμβάνει αποφάσεις με την προσδοκία αυτή…. Στο τέλος της ημέρας οι πολλές αποφάσεις που λαμβάνονται …αποφασίζονται στη βάση εκτιμήσεων για το μέλλον. Εκεί που οι άνθρωποι δεν πιστεύουν σε ένα ειρηνικό μέλλον …, δεν λαμβάνονται τέτοιες αποφάσεις….».

Είναι προφανές από τα παραπάνω αποσπάσματα (τα οποία μπορούν να εντοπισθούν στην εισαγωγή που έγραψε ο Άιντα του συλλογικού τόμου υπό την επιμέλειά του, «Peace Keeping and Police  Reform», 2000, και που θα πρέπει να μελετήσει η διαπραγματευτική ομάδα του Ανδρέα Μαυρογιάννη για να χρησιμοποιήσει

τα επιχειρήματα του Άιντα μαζί του ή εναντίον του) πως ο Άιντα έχει αντίληψη ως προς το τί συνεπάγεται το ζήτημα της ασφάλειας για την εμπέδωση της ειρήνης και την οικοδόμηση μιας πολιτείας. Αναμφίβολα, ως διαβασμένος ευρωπαίος, γνωρίζει και το θεμελιακό έργο για την οικοδόμηση του σύγχρονου κράτους του Άγγλου στοχαστή Thomas Hobbes «Leviathan» (1651),  όπου το ζήτημα της ασφαλείας των πολιτών αναγάγεται κυρίαρχο για την εγκατάσταση μιας ευνομούμενης «Κοινοπολιτείας» («Commonwealth»).

Ωστόσο, τόσο ο Άιντα όσο και ο καθένας, αλλά κυρίως ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και οι συμβουλάτορές του, μπορούν να μάθουν και κάτι ακόμη για το ζήτημα της ασφάλειας άμεσα σχετικό με τα δρώμενα στην Κύπρο. Και τουλάχιστον σε ότι αφορά στον Άιντα, αυτό προέρχεται από  ένα πρόσωπο που υπολήπτεται, θαυμάζει και θεωρεί πρότυπο του ικανού και αποτελεσματικού ηγέτη (statesman). Αναφέρομαι στον Henry Kissinger και στο επιστημονικό του έργο. Στο πιο σημαντικό  ίσως έργο του, «A World Restored: Metternich, Castlereagh and the Problems of Peace,1812-1822, (υπάρχει σε μετάφραση  από τις εκδόσεις Παπαζήση, «Ένας Αποκαταστημένος Κόσμος», 2003) κάνει μια σοφή διαπίστωση. Υπογραμμίζοντας το αίσθημα ανασφάλειας, που είναι εγγενές στο σύγχρονο διακρατικό σύστημα το οποίο έχει τις καταβολές του στις Συνθήκες της Βεστφαλίας (1645-1648) και, το οποίο αίσθημα ανασφάλειας περιγράφει εξόχως παραστατικά και o Hobbes, γράφει πως κάθε κράτος επιδιώκει να εξασφαλισθεί απόλυτα, αδιαφορώντας για το διπλανό του και τους υπόλοιπους διακρατικούς δρώντες του συστήματος.

Όμως, υπογραμμίζει ο Kissinger, η επιδίωξη της «απόλυτης ασφάλειας» («absolute security») από ένα κράτος  είναι καταστροφική συνταγή στις διεθνείς σχέσεις, διότι παράγει ανασφάλεια για όλα τα υπόλοιπα. Για το κράτος αυτό, «only absolute security -the neutralization of the opponent -is considered a sufficient guarantee, and thus the desire of one power for absolute security means absolute insecurity for all the others»(«μόνο απόλυτη ασφάλεια -η εξουδετέρωση του αντιπάλου- θεωρείται ικανοποιητική εγγύηση, και συνεπώς η θέληση μίας δύναμης για απόλυτη  ασφάλεια σημαίνει απόλυτη ανασφάλεια για όλους  τους υπόλοιπους»). Και ο Kissinger καταλήγει πως, «η διπλωματία, η τέχνη για τον περιορισμό της άσκησης της ισχύος, δεν μπορεί να λειτουργήσει σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Είναι λάθος η παραδοχή ότι η διπλωματία δύναται πάντοτε να επιλύει διεθνείς διενέξεις εφόσον υφίσταται «καλή πίστη» και «βούληση για επίτευξη συμφωνίας»(«diplomacy, the art of restraining the exercise of power cannot function in such an environment. It is a mistake to assume that diplomacy can always settle international disputes, if there is «good faith» and «willingness to come to an agreement»).

Η Τουρκία των κεμαλιστών παλαιότερα και των ισλαμιστών σήμερα, επιδιώκει την «απόλυτη ασφάλεια» στην Κύπρο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Και το διατυμπανίζει. Θέλει τον απόλυτο έλεγχο της Κύπρου με την εσαεί εκεί παραμονή του τουρκικού στρατού και με «διεθνή βούλα», δηλαδή διά της «επανανομιμοποίησης» του ανυπόστατου και χρεοκοπημένου συστήματος «εγγυήσεων» του 1960. Αλλά όπως με οξυδέρκεια υπογράμμισε ο πατριώτης Σενέρ Λεβέντ στην «Αφρίκα»(29/1/2005), απαντώντας στον τότε caudillo της Άγκυρας Γιασάρ Μπουγιούτκανιτ

ο οποίος δήλωσε, «χωρίς μια οριστική και μόνιμη λύση ούτε ένας στρατιώτης δεν θα φύγει»…, «Ε κι εσείς το ξέρετε», έγραψε  ο Λεβέντ, «αν η αποχώρηση του στρατού από το νησί εξαρτάται από το αν θα υπάρξει συμφωνία, – είναι δυνατόν να υπάρξει συμφωνία;»

Έχω ασκήσει δριμύτατη κριτική στον ´Εσπεν Μπαρθ Άιντα (βλ. Από τη Νορβηγία στη Λευκωσία», Φιλελεύθερος της Κυριακής 4/5/15). Οι πιθανότητες του να εκμεταλλευτεί  «την ίσως καλύτερη ευκαιρία» όπως πρόσφατα δήλωσε, εξαρτάται κατά πόσο εννοεί και για την Κύπρο αυτά που γράφει για το ζήτημα της ασφάλειας. Και πρέπει. Διότι η ασφάλεια, όπως και η ειρήνη  είναι έννοιες αδιαίρετες.

Οι πιθανότητες του ΕΜΑ να πετύχει στην Κύπρο θα αυξηθούν κατακόρυφα αν μελετήσει και συμβουλευτεί και τις «μεταθανάτιες εκθέσεις» («post-mortem reports») των δυτικών καγκελλαριών, ως προς τους λόγους που η καταπληκτική πλειοψηφία του κυπριακού λαού ψήφισε «όχι» το 2004. Ψήφισε «όχι» διότι το κρατοκτόνο Σχέδιο Ανάν θα την άφηνε στο «έλεος» της ´Αγκυρας. Ψήφισε «όχι» διότι, όπως και ένας από τους  αρχιτέκτονές του, ο Λόρδος Χάνεϊ παραδέχθηκε εκ των υστέρων, βέβαια, το Ανάν υπήρξε «απερίσκεπτα γενναιόδωρο προς τους Τούρκους» («unwisely generous to the Turks»). Ψήφισε «όχι» διότι όπως δήλωσε πρόσφατα σε τηλεοπτική συνέντευξή του στο ΡΙΚ (4/12/14) ο τ. Πρόεδρος Χριστόφιας, με το Σχέδιο Ανάν «οι Τούρκοι δεν θα έφευγαν ποτέ  από την Κύπρο».

Αν ψάξει βαθύτερα τα αίτια του «όχι» του 2004, ο ΕΜΑ θα διαπιστώσει πως το μεγαλύτερο ποσοστό της άρνησης ήταν από γυναίκες, από μανάδες που έχουν, κατ´ εμέ, πιο ανεπτυγμένη αντίληψη από τους άνδρες σε πολλά ζητήματα αλλά σίγουρα σε αυτά που αφορούν στην ασφάλεια των οικογενειών τους και το μέλλον των παιδιών τους. Και κάτι που θα ευχαριστήσει απόλυτα τον Άιντα και που πρέπει να εκμεταλλευτεί: συμφωνούν απόλυτα μαζί του, ότι «αντιλήψεις περί ασφάλειας είναι εξ´ορισμού αντιλήψεις για το μέλλον». Παρεπιπτόντως, ειδικά το κρίσιμο αυτό

στοιχείο ως προς το ρόλο των γυναικών, έγινε αντιληπτό από τον προκάτοχο του Άιντα, τον Αλεξάντερ Ντάουνερ, ο οποίος, έχοντας κατά νού ένα μελλοντικό δημοψήφισμα έδωσε εντολές να καλλιεργηθούν εντατικά οι γυναικείες οργανώσεις της Κύπρου.

Στο ζήτημα της ασφάλειας τίποτα δεν έχει αλλάξει από το 2004. Η Κύπρος δεν είναι σατραπεία της Άγκυρας. Και κανενός άλλου. Και δεν πρόκειται να γίνει. Η ασφάλεια είναι αμφίδρομη και αμοιβαία. Δεν είναι απόλυτη. Δεν είναι μονόδρομος. Και είναι αδιαίρετη. Ξένοι μπάστακες και ξένοι στρατοί δεν έχουν λόγο και κανένα μελλοντικό ρόλο στην Κύπρο. Ο Άιντα έχει τα διανοητικά όπλα να το αντιληφθεί αυτό και θα το εμπεδώσει  καλύτερα με την πρώτη επίσκεψή του στην Αθήνα. Εναπόκεινται σε αυτόν τα υπόλοιπα . Η Λευκωσία οφείλει να σηκώσει τη μπάλα που της πέταξε η κυβέρνηση Τσίπρα για το ζήτημα των «εγγυήσεων» και να αφήσει πίσω τα όποια συμπλέγματά της έναντι στην Άγκυρα  και στο Λονδίνο.

Εάν τώρα ο Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης δεν μπορεί τον «πύρουλλο» ας σταματήσει να κάνει τον «μάηρα».

Πηγή: Συγγραφέας

Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 4.5.2015

Advertisements


Κατηγορίες:Κοντογιώργης Γεώργιος, διεθνείς σχέσεις

Ετικέτες: , ,

Αρέσει σε %d bloggers: