Η ΚΥΠΡΟΣ ΝΑ ΣΤΕΙΛΕΙ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΤΙΣ ΠΡΟΕΔΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ. Διακήρυξη της Επιτροπής των Δέκα για την Κύπρο (Δ. Αλευρομάγειρος, Β. Φίλιας, Ι. Μάζης, Π. Ήφαιστος, Γ. Κασιμάτης, Π. Νεάρχου, Λ. Αξελός, Κ. Γρίβας, Λ. Βάσσης, Φ. Κλόκκαρης)

Εν όψει των Προεδρικών εκλογών στην Κύπρο, στις 28 Ιανουαρίου και 4 Φεβρουαρίου 2018, η Eπιτροπή των Δέκα για την Κύπρο θεωρεί σκόπιμο να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου από μια ενδεχόμενη συνέχιση της ίδιας αυτοκαταστροφικής πολιτικής, που οδήγησε στην Πενταμερή Διάσκεψη της Γενεύης και, στη συνέχεια, του Κραν Μοντανά.

Η Κύπρος διέφυγε, υπό ακραίες συνθήκες, μια εθνική καταστροφή στο Κραν Μοντανά. Την κατάλυση, συγκεκριμένα, της Κυπριακής Δημοκρατίας και την αποδοχή μιας δήθεν «λύσεως», που θα άνοιγε το δρόμο για την Τουρκοποίηση ολόκληρου του νησιού. Η Άγκυρα, αγόμενη από ακραία αδιαλλαξία και έπαρση νικητή, απαίτησε να γίνουν δεκτές οι αξιώσεις της και στα θέματα των εγγυήσεων και της παρουσίας , στο διηνεκές, Τουρκικού στρατού στην Κύπρο και μετά τη «λύση». Η άκαμπτη αυτή και προκλητική Τουρκική αξίωση, οδήγησε την Πενταμερή Διάσκεψη σε ναυάγιο.

Προηγουμένως όμως, ο Κύπριος Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης, ως εκπρόσωπος της Ελληνικής πλευράς, έσπευσε να εγκαταλείψει τις τελευταίες κόκκινες γραμμές στην εσωτερική πτυχή του Κυπριακού και να δεχθεί, υπό ορισμένους αμφιλεγόμενους όρους:

 

  • την εκ περιτροπής Προεδρία που διεκδικεί η Τουρκική πλευρά
  • την αριθμητική ισότητα ή το βέτο των Τουρκοκυπρίων σε όλους τους τομείς και σε όλα τα επίπεδα της συζητούμενης ομοσπονδιακής δομής 
  • την προτεραιότητα του λεγομένου χρήστη των κατεχομένων Ελληνοκυπριακών περιουσιών έναντι του πραγματικού ιδιοκτήτη. 
  • την αναγνώριση στην Κύπρο των τεσσάρων Ευρωπαϊκών ελευθεριών, που έχουν οι Ευρωπαίοι πολίτες, σε όλους τους Τούρκους υπηκόους, ανεξάρτητα αν η Τουρκία δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και δεν έχει κανένα τέτοιο δικαίωμα.

Αντιλαμβάνεται κανείς ποιές θα ήταν οι συνέπειες των νέων αυτών παραχωρήσεων, που προστίθενται σ’ όλες τις άλλες παλαιότερες υποχωρήσεις. Καμιά απόφαση δεν θα μπορούσε να λαμβάνεται χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Άγκυρας, που θα ήλεγχε το ισότιμο Τουρκοκυπριακό συνιστών κρατίδιο (και σε περίπτωση αδιεξόδου, θα αποφάσιζε κάποιος ξένος παράγοντας, που ενεργούσε ως μπαλαντέρ. Η Κυπριακή Δημοκρατία δε θα υπήρχε πια). Η Ελληνική πλειοψηφία θα υποτασσόταν στην Τουρκοκυπριακή μειοψηφία και η δήθεν Ενωμένη Διζωνική Ομοσπονδιακή Κύπρος θα ήταν, στην πραγματικότητα, ένα δυσλειτουργικό και μη βιώσιμο κράτος και ένα προτεκτοράτο, χωρίς καμιά ουσιαστική ανεξαρτησία και κυριαρχία. Η εφαρμογή επιπλέον των τεσσάρων Ευρωπαϊκών ελευθεριών υπέρ των Τούρκων υπηκόων, θα άνοιγε την πόρτα για τη δημογραφική και οικονομική άλωση ολόκληρης της Κύπρου μέσα σε σύντομο χρόνο.

Είναι δυνατόν μια «λύση» του είδους αυτού να παρουσιάζεται στον Κυπριακό λαό ως δήθεν επανένωση, αποτροπή της διχοτομήσεως, σεβασμός του Ευρωπαϊκού κεκτημένου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Πολύ περισσότερο μάλιστα, είναι δυνατόν η πολιτική αυτή να παρουσιάζεται ως «πολιτική αρχών»; Είναι δυνατόν, με τη φενάκη αυτή, η Ελληνική πλευ ρά να επισπεύδει και ν’ αντιμετωπίζει σοβαρά την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την αναγνώριση και νομιμοποίηση των τετελεσμένων της Τουρκικής εισβολής, υπό τη μορφή ενός ισότιμου συνιστώντος κράτους, ελεγχομένου από την Άγκυρα;

Προβάλλεται ως δόλωμα η επιστροφή κατεχομένων εδαφών. Με το όπλο αυτό, η Τουρκική πλευρά κατόρθωσε να αποσπάσει από την Ελληνική πλευρά αδιανόητες υποχωρήσεις, που παραβιάζουν κάθε έννοια δικαιοσύνης, δημοκρατικής αρχής, πραγματικής ισότητας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ποιά ήταν όμως στην πράξη η Τουρκική πολιτική; Ο εποικισμός, η διασφάλιση της προτεραιότητας του χρήστη έναντι του ιδιοκτήτη των Ελληνοκυπριακών περιουσιών, η διαβουκόληση των προσφύγων με ψευδείς ελπίδες για τη διάσπαση του κοινού αγώνα τους, ο εμπαιγμός, με στόχο την επιβολή των Τουρκικών στρατηγικών σχεδίων έναντι όσο το δυνατόν ελαχίστων υποχωρήσεων στο εδαφικό.

Η Άγκυρα δεν αποκρύπτει ότι το ενδιαφέρον της για την Κύπρο είναι κυρίως γεωστρατηγικό. (Και είναι για τις Μεγάλες Δυνάμεις και προς όφελός της.). Επιδιώκει τον στρατηγικό έλεγχο της Κύπρου ως βάσεως προβολής ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο. Στον αρχικό αυτό στόχο, προστίθεται τώρα και το ενδιαφέρον της για τον ενεργειακό πλούτο της Κυπριακής ΑΟΖ και την είσοδό της, μέσω Κύπρου και Κυπριακής ΑΟΖ, στο μεγάλο ενεργειακό παιχνίδι της Ανατολικής Μεσογείου.

Η Κύπρος κατόρθωσε, παρά τις Τουρκικές απειλές να δρομολογήσει την ανακήρυξη της ΑΟΖ και την οριοθέτησή της με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τον Λίβανο. Με τον τελευταίο βρίσκεται μόνο σ’ εκκρεμότητα η επικύρωση της οριοθετήσεώς της από το Λιβανικό Κοινοβούλιο. Κατόρθωσε επίσης να προσελκύσει μεγάλες διεθνείς εταιρείες φυσικού αερίου, που συνιστούν, λόγω των συμφερόντων τους, ισχυρά ερείσματα για την Κύπρο. Αυτό όμως που είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι η σύγκλιση στρατηγικών συμφερόντων μεταξύ της Κύπρου και της Ελλάδος και ισχυρών χωρών της περιοχής, όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ, αλλά και άλλων χωρών, όπως ο Λίβανος και η Ιορδανία.

Οι περιφερειακές στρατηγικές συμμαχίες στην Ανατολική Μεσόγειο ενισχύουν καταλυτικά τη θέση της Κύπρου και της Ελλάδος. Αυτό όμως δεν αναιρεί την ανάγκη για αμυντική θωράκιση, η οποία αφέθηκε να υποβαθμισθεί. Πώς είναι όμως δυνατό η Κύπρος να διαπραγματεύεται, στο πλαίσιο των λεγομένων διακοινοτικών συνομιλιών, αλλά και της Πενταμερούς  Διασκέψεως, την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την υποκατάστασή της από ένα απίστευτο μόρφωμα, παρόμοιο του οποίου δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο και το οποίο θα ήταν, στην πραγματικότητα, υπό τον στρατηγικό έλεγχο της γεωπολιτικής των Δυνάμεων που θέλουν να ελέγχουν την περιοχή και προς το συμφέρον της Άγκυρας; Πώς συμβιβάζεται η πολιτική αυτή με την πολιτική των στρατηγικών συμμαχιών;

Η Ελληνική πλευρά διέπραξε διαχρονικά μεγάλα και στρατηγικά σφάλματα, τα οποία την έχουν φέρει σήμερα σε δεινή και άκρως επικίνδυνη θέση. Δεν υπάρχει πλέον κανένα περιθώριο ούτε για αυταπάτες ούτε για πειραματισμούς και υποχωρήσεις. Αντιθέτως, είναι ώρα για υπεύθυνους απολογισμούς και συναγωγή συμπερασμάτων για τη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής και στρατηγικής. Η εμμονή στην ίδια πολιτική θα εγκλώβιζε την Κύπρο στην πλεκτάνη που απεργάζεται, για δικά του συμφέροντα, ο ξένος παράγων, με προεξάρχοντα τον Βρετανικό, στρατηγικό σύμμαχο της Άγκυρας από τη δεκαετία του 1950. Θα πρέπει, επιτέλους, ότι δεν μπορεί να είναι συνομιλητής μας για την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας η Τουρκία που είναι εγγυήτρια για αυτή την ανεξαρτησία. Συνομιλητές μας πρέπει να είναι μόνο οι Δυνάμεις που ανταγωνίζονται για τον γεωπολιτικό έλεγχο της περιοχής.

Οι ηγεσίες των δύο κομμάτων, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, που εμμένουν στη συνέχιση της ίδιας πολιτικής, αναλαμβάνουν μεγάλες ευθύνες απέναντι στον Κυπριακό λαό αλλά και σ’ ολόκληρο τον Ελληνικό λαό, που θεωρεί το μέλλον του Κυπριακού Ελληνισμού πρώτιστο εθνικό θέμα. Τί νόημα θα είχε για την Κύπρο ο επανεγκλωβισμός σε μια νέα Πενταμερή Διάσκεψη, που θα επανέφερε τις εγγυήτριες δυνάμεις και θα υποβίβαζε την Κυπριακή Δημοκρατία σε κοινότητα; Ποιό θα ήταν το αντικείμενο της διαπραγματεύσεως; Η ικανοποίηση της Άγκυρας και στα θέματα εγγυήσεων και παραμονής Τουρκικού στρατού, ώστε να στέρξει σε μια δήθεν «λύση», που θα οδηγούσε, στην πραγματικότητα, σε Τουρκοποίηση ολόκληρου του νησιού;

Οι Προεδρικές εκλογές της 28ης Ιανουαρίου και της 4ης Φεβρουαρίου 2018 έχουν γι’ αυτό πολύ ιδιαίτερη σημασία. Ο Κυπριακός λαός δεν πρέπει να επαναπαυθεί στην ιδέα ενός μελλοντικού δημοψηφίσματος, που θα διοργανωθεί στην περίπτωση ενός νέου σχεδίου λύσεως και να καθηλωθεί σε κομματικά σύνορα ή να πέσει θύμα επιτήδειας παραπλανητικής προπαγάνδας. Πρέπει να στείλει μηνύματα εμμονής στην κυριαρχία του κράτους του, της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είναι το βάθρο της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας του. Μηνύματα επίσης ότι απορρίπτει τον εμπαιγμό, τον φενακισμό, τα τετελεσμένα γεγονότα και την εύσχημη συνθηκολόγηση και υποδούλωση, υπό την επίφαση και τη ψεύτικη σημαία μιας δήθεν «λύσεως».

Η Κύπρος δεν είναι τόσο ανίσχυρη όσο ορισμένοι θέλουν να την παρουσιάζουν. Έχει ισχυρούς συμμάχους και καίρια πλεονεκτήματα, τα οποία πρέπει να αξιοποιήσει με σύνεση και αποφασιστικότητα. Έχει επίσης μια δίκαιη υπόθεση και ένα δίκαιο αγώνα, τον οποίο δεν πρέπει να εγκαταλείψει, με ψευδείς παραστάσεις, παραπλανητική προπαγάνδα και αυτοκαταστροφική πολιτική.

Δημήτρης Αλευρομάγειρος, Αντιστράτηγος εν αποστρατεία, π. Γενικός Επιθεωρητής Ελληνικού Στρατού

 Βασίλης Φίλιας, Καθηγητής Κοινωνιολογίας, π. Πρύτανης Παντείου Πανεπιστημίου

 Ιωάννης Μάζης, Καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής και Πρόεδρος του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών

 Πανίκκος Ήφαιστος, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων – Στρατηγικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς

Γιώργος Κασιμάτης, Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών

 Περικλής Νεάρχου, Πρέσβυς ε.τ.

Λουκάς Αξελός, Συγγραφέας, Διευθυντής Εκδόσεων «Στοχαστής» – Περ. «Τετράδια»

 Κωνσταντίνος Γρίβας, Καθηγητής Γεωπολιτικής, Σχολή Ευελπίδων

 Λαοκράτης Βάσσης, Φιλόλογος, Συγγραφέας

 Φοίβος Κλόκκαρης, Αντιστράτηγος ε.α., π. Αντιστράτηγος ε.α. π. Υπουργός Άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας και π. Υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς

Advertisements


Κατηγορίες:πατρίδα, πολιτική ελευθερία, Έποικοι, Αποτρεπτική στρατηγική, Γεωπολιτική, Διεθνές δίκαιο, Διεθνείς σχέσεις, Ελλάδα, Κυπριακό ζήτημα, Κύπρος, ΟΗΕ, διεθνής νομιμότητα

Ετικέτες: , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: