Διονύσης Τσιριγώτης*, Είμαστε στο ίδιο έργο θεατές

Defence-point.jpg
Η προοδευτικά κλιμακούμενη, σ’ ένταση και έκταση, τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο και στην Κύπρο, επιβεβαιώνει τον αντικειμενικό πολιτικό στόχο της Άγκυρας για επαναδιαπραγμάτευση και επαναοριοθέτηση του εδαφικού καθεστώτος, σύμφωνα και με τα λεγόμενα του τούρκου προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, περί επικαιροποίησης της Συνθήκης της Λοζάνης. Αναλυτικότερα και μέσα από μια συντεταγμένη ανάλυση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, καθ’ όλη την περίοδο των ελληνικών μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων, καταδεικνύεται, ως πάγια σταθερά της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, η εφαρμογή μιας στρατηγικής εξαναγκασμού (απειλή χρήσης βίας) προς την Αθήνα.

Η τουρκική διαμφισβήτηση του ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο, εκδηλώνεται την 1 Νοέμβριου του 1973, όταν κατά εντολή της Τουρκικής κυβέρνησης, η Τουρκική Κρατική Εταιρεία Πετρέλαιων (Tyrkiye Petrolleri Anonim Ortakligi- TPAO) ανέλαβε τη διεξαγωγή ερευνών για εντοπισμό υδρογονανθράκων, εκτός των χωρικών υδάτων της Τουρκίας και δυτικά των νησιών Σαμοθράκης, Λήμνου, Αγίου Ευστρατίου, Λέσβου, Ψαρών και Χίου. Εντός της επόμενης διετίας (1973-1975) η Άγκυρα θα εκ διπλώσει τις μονομερείς, αναθεωρητικές, πολιτικές της αξιώσεις, στο σύνολο των θαλάσσιων, εναέριων και εδαφικών καθεστώτων του Αιγαίου –αιγιαλίτιδα ζώνη, εθνικός εναέριος χώρος, περιοχή πληροφόρησης πτήσεων (FIR), καθεστώς αποστρατικοποίησης των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, καθεστώς επιχειρησιακού ελέγχου στο Αιγαίο στα πλαίσια του ΝΑΤΟ – δημιουργώντας καταστάσεις πολιτικής κρίσης με την Αθήνα, ενίοτε προκαλώντας και θερμά επεισόδια για τη δημιουργία εδαφικών τετελεσμένων (βλέπε Ίμια).
3-neoterh_kai_sygxronh_ellhnikh_istoria.jpgΤο ερώτημα που εγείρεται στο σημείο αυτό και θα μας απασχολήσει ευθύς αμέσως, συνδέεται με τα αίτια της αναθεωρητικής πολιτικό-στρατηγικής συμπεριφοράς της Άγκυρας, με κορυφαίο σημείο την Τουρκική εισβολή και κατοχή της Βόρειας Κύπρου (1974).
Λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική ρητορεία και πράξη των διαμορφωτών της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, από τη διακήρυξη του τούρκου πρωθυπουργού Σαντί Ιρμάκ (Χουριέτ, 18.1.1975):
«Δεν θα εκχωρήσω το Αιγαίο σε κανέναν. Το μισό Αιγαίο ανήκει σε μας»,
στην τελευταία δήλωση του τούρκου προέδρου, Ρ. Τ. Ερντογάν (Καθημερινή, 13.2.2018):
«[…] Προειδοποιούμε από αυτό το βήμα όσους υπερβαίνουν τα όρια τους σε Κύπρο και Αιγαίο για να μην κάνουν λανθασμένους υπολογισμούς. […] Για εμάς τα δικαιώματα μας στο Αιγαίο έχουν την ίδια σημασία με το Άφριν. […] Τα πολεμικά μας πλοία, η Πολεμική Αεροπορία μας παρακολουθεί (την περιοχή) για να επέμβουν σε περίπτωση που χρειαστεί», αυτό το οποίο εξάγεται, είναι η πολιτική αξίωση της Τουρκίας για συνδιαχείριση/ συγκυριαρχία/συνιδιοκτησία στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Η εν λόγω αξίωση, αποτελεί στρατηγικό συμφέρον δυνάμεως για την Άγκυρα, εφόσον αποσκοπεί στον έλεγχο / συνεκμετάλλευση, του ενεργειακού πλούτου της Αιγιακής-Κυπριακής υφαλοκρηπίδας και δύναται να μεταφρασθεί σε μετρήσιμο συντελεστή ισχύος, άμεσα υπολογίσιμο στο ισοζύγιο δυνάμεων (σχετικά κέρδη) των τριών κρατών. Συνεπαγόμενα, ο αντικειμενικός πολιτικός στόχος των διαμορφωτών της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, είναι, με τη χρήση απειλών, την επίδειξη ισχύος και τις συνεχείς παραβιάσεις του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου και των χωρικών υδάτων, να οδηγήσει την Ελλάδα σε παραίτηση από την άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Η εξέλιξη αυτή, αντικατοπτρίζει το άνοιγμα της ψαλίδας στο ισοζύγιο της λανθάνουσας (ακαθάριστο εγχώριο προϊόν & πληθυσμός) και της στρατιωτικής ισχύος μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, στην μεταψυχροπολεμική περίοδο, προδιαγράφοντας συνθήκες ρευστότητας-αβεβαιότητας στις διμερείς ελληνοτουρκικές σχέσεις και επαληθεύοντας την υπόθεση του πρώην πρωθυπουργού-προέδρου της Τουρκίας, Τουργκούτ Οζάλ, (Μάρτιος 1987) ότι:

19-i-eliniki-stratigiki-b-ekdosi.jpg«[…] Όσο η Τουρκία δυναμώνει η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να φρονιμεύει… Μόνο μία ισχυρή Τουρκία θα εξαναγκάζει τους Έλληνες να συμφωνήσουν… [μιας και] η Τουρκία είναι απολύτως αποφασισμένη στο Αιγαίο».
Ως εκ τούτου, το διακύβευμα για Αθήνα και Λευκωσία, είναι η προάσπιση της εσωτερικής-εξωτερικής τους κυριαρχίας, μέσω της διαμόρφωσης συνθηκών ισορροπίας-σταθερότητας με τη γείτονα χώρα. Η αναντίρρητη αυτή πολιτική αναγκαιότητα, επιτάσσει την οικοδόμηση μιας αξιόπιστης στρατηγικής αποτροπής, πείθοντας την Άγκυρα ότι οποιοδήποτε ενέργεια που θα πλήξει τα ζωτικά τους συμφέροντα, θα της επιφέρει ένα μη αποδεκτό-απαγορευτικό οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κόστος. Η αποτροπή είναι μια σύνθετη διανοητική λειτουργία/διαδικασία που αποσκοπεί στον επηρεασμό του τρόπου σκέψης-δράσης του εκάστοτε αντιπάλου, ακυρώνοντας οποιαδήποτε επιβουλή του έναντι των εθνικών συμφερόντων, μέσω της απειλής τιμωρίας του ή της άρνησης επιτυχίας του σχεδιαζόμενου επιθετικού του εγχειρήματος. Υπό αυτό το πρίσμα, Ελλάδα και Κύπρος καλούνται να οικοδομήσουν μια ενιαία αποτρεπτική στρατηγική, στα πλαίσια της ανάπτυξης ικανών συντελεστών στρατιωτικής ισχύος για την προβολή μιας αξιόπιστης απειλής τιμωρίας ή άρνησης επιτυχίας, ανεξαρτήτου επιπέδου έντασης-έκτασης επιθετικού εγχειρήματος της Τουρκίας. Το κλειδί για την ευόδωση της εν λόγω στρατηγικής, είναι ο παράγοντας της αξιοπιστίας, ή οποία, κτίζεται καθημερινά στη βάση της ακολουθίας των διακυβευόμενων συμφερόντων, της ισορροπίας ισχύος, των πολιτικών δεσμεύσεων και της πολιτικής βουλήσεως των εκατέρωθεν μερών για την πραγμάτωσή τους. Για Αθήνα-Λευκωσία η προάσπιση των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων (εδαφική ακεραιότητα, εξωτερική κυριαρχία, οικονομική –πολιτική ευημερία) ανάγεται σε συμφέρον επιβίωσης (έσχατη βαθμίδα) και συνεπώς υψηλού βαθμού αξιοπιστίας. Τουναντίον, η ασσυμετρία στο ισοζύγιο εθνικής ισχύος, η προσφυγή στον εξωτερικό εξισορροπητή «ύστατης προσφυγής» (Η.Π.Α.) σε περιόδους κρίσεων με την Τουρκία και η «κουλτούρα διεθνούς δικαίου» που υιοθετήθηκε από Αθήνα-Λευκωσία έναντι των τουρκικών αναθεωρητικών αξιώσεων, υπονομεύει το μέτρο αξιοπιστίας μιας στρατηγικής αποτροπής. Αυτό γιατί όπως ορθά επισημαίνει ο Παναγιώτης Κονδύλης: «Η διακήρυξη “δεν παραχωρούμε τίποτε” δεν έχει έμπρακτο αντίκρυσμα όταν η χώρα εκλιπαρεί σε κρίσιμες ώρες τις μεσολαβητικές προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών ξέροντας εκ των προτέρων ότι αυτές θα πληρωθούν με παραχωρήσεις».
*Ο Διονύσης Τσιριγώτης, είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστημίου Πειραιώς
Advertisements


Κατηγορίες:Διάφορα, Διεθνείς σχέσεις, Διονύσης Τσιριγώτης, Πολιτική

Ετικέτες: , , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: