Προσδιοριστικές γεωπολιτικές / γεωστρατηγικές θεωρήσεις και οι άξονες των ηγεμονικών αντιπαραθέσεων στις περιφέρειες τον 21ο αιώνα.

Αποσπάσματα από το βιβλίο Αρβανιτόπουλος / Ήφαιστος, Ευρωατλαντικές Σχέσεις (Εκδόσεις Ποιότητα), από τις σελίδες 51-60,  κεφ. 1 (Π. Ήφαιστος, «Η γεωπολιτική και γεωστρατηγική διάσταση του Ευρωατλαντικού βάθρου ισχύος σε σύγχρονο πλαίσιο»)

«[…]  Αν και ενίοτε γίνεται λόγος για «γεωπολιτικές σχολές σκέψης» η καλύτερη ίσως ταξινόμηση και ιεράρχηση είναι κατά συγγραφέα και θέση που κατάλαβε στο στερέωμα της θεωρητικής συζήτησης[1]. Στην παρούσα ανάλυση θα εστιάσω την προσοχή μου στους Mackinder και Spykman, των οποίων η ανάλυση καταγράφει, θα έλεγα με εκπληκτική ακρίβεια, την μορφή, το χαρακτήρα και τις γεωγραφικές οριοθετήσεις που προσδιορίζουν την μεταπολεμική αμερικανική στρατηγική και ιδιαίτερα τις πτυχές εκείνες που σχετίζονται με τον ευρωατλαντικό χώρο.

Πριν από τους Mackinder και Spykman, ο Alfred Mahan (1840-1914), ήδη από τον 19ο αιώνα, πρόβλεψε την παρακμή της βρετανικής ναυτικής ισχύος και την αντικατάσταση της Μεγάλης Βρετανίας ως μεγάλης ναυτικής δύναμης από τις ΗΠΑ. Όμως, ο αναλυτής ο οποίος διακρίθηκε για την συστηματική διερεύνηση και ανάλυση των γεωπολιτικών συσχετισμών και των εθνικών-συμμαχικών στρατηγικών στον ευρωασιατικό χώρο από την αρχαιότητα μέχρι την σύγχρονη εποχή είναι ο Mackinder (1861-1947).

Ο Mackinder τόνισε τη στρατηγική σημασία των ηπειρωτικών εδαφικών μαζών σ’ αντιδιαστολή με το θαλάσσιο χώρο[2]. Οι κεντρικές έννοιες που χρησιμοποίησε ο Mackinder είναι: «παγκόσμια νήσος» (Ευρασία μαζί με την Αφρικανική ήπειρο),  και ο Έστωρας (κάπου στην Κεντρική Ευρώπη). Σε μεταγενέστερα κείμενά του ονόμασε την ίδια περίπου περιοχή με αυτή του Έστωρα ως καρδιά της γης (βλέπε χάρτες). Η κατά Mackinder «καρδιά της γης» είναι μια μεγάλη περιοχή την οποία θεωρούσε γεωπολιτικά ενιαία ενώ δεν είχε επαφή με ανοιχτές θάλασσες. Οι νομαδικοί λαοί που την κατοικούσαν, επίσης, προσπαθούσαν πάντοτε να φτάσουν στην θάλασσα και γι’ αυτό ασκούσαν μεγάλη πίεση πάνω στα κράτη της περιμέτρου της Ευρασίας. Πέραν της περιμέτρου της Ευρασίας βρίσκεται η εξωτερική περίμετρος των ανοικτών θαλασσών και των νησιωτικών περιοχών τους Δυτικού ημισφαιρίου όπου ιστορικά κυριαρχούσαν οι ναυτικές δυνάμεις.

Η «καρδιά της γης» περιλαμβάνει εδαφικές μάζες οι οποίες έχουν γεωγραφικό βάθος και φυσική προστασία από τον αρκτικό βορρά. Ταυτόχρονα οι περιοχές της «καρδιάς της γης» έχουν εύκολη πρόσβαση σε διώρυγες στενά οικονομικά εκμεταλλεύσιμους ποταμούς και βιομηχανικά ανεπτυγμένες περιοχές. Επομένως, υποστήριξε, εάν ένα κράτος ή μια συμμαχία κρατών κατορθώσει να ελέγξει το χώρο αυτό θα επηρεάσει σημαντικά την παγκόσμια πολιτική. Η γνωστή ρήση του Mackinder είναι η εξής:

«Αυτός ο οποίος κυβερνά την Ανατολική Ευρώπη κυριαρχεί στην καρδιά της γης. Αυτός ο οποίος κυβερνά στην καρδιά της γης κυριαρχεί την παγκόσμιο νήσο. Αυτός ο οποίος κυβερνά την παγκόσμιο νήσο κυριαρχεί στον κόσμο»[3].

Η συνέπεια αυτών των συλλογισμών, οι οποίοι υπενθυμίζεται προέρχονται από Άγγλο θεωρητικό της ισχύος με ιστορική αντίληψη των Βρετανικών και αγγλοαμερικανικών συμφερόντων, είναι το συμπέρασμα πως η τότε μεγάλη ναυτική δύναμη, δηλαδή η Μεγάλη Βρετανία, έπρεπε να επεμβαίνει στην ηπειρωτική τάξη πραγμάτων ούτως ώστε, πρώτο, να υπάρχει ισορροπία δυνάμεων πάνω στην Ευρασιατική ήπειρο, και δεύτερο, να μην ενωθεί η κεντρική Ευρώπη, και γενικότερα η ηπειρωτική Ευρώπη κάτω από ένα κράτος ή μια συμμαχία κρατών.

Το «διαίρει και βασίλευε» της Βρετανικής στρατηγικής έχει τις ρίζες του σε αυτό ακριβώς το σκεπτικό. Ας μην ξεχνούμε επίσης ότι πολλή πριν τον Mackinder, δηλαδή από τον 16ον έως τον 18ον αιώνα, η Βρετανία διαδραμάτιζε τον ρόλο του «εξισορροπητή». Δηλαδή, με ρυθμιστικές παρεμβάσεις προσπαθούσε να επηρεάσει την κατανομή ισχύος ούτως ώστε κανένα κράτος ή συνδυασμός κρατών να μην μπορέσουν να επικρατήσουν στην ηπειρωτική τάξη πραγμάτων. Στο πλαίσιο του ίδιου σκεπτικού εμπόδιζε τις ηπειρωτικές δυνάμεις και ιδιαίτερα την Ρωσία από το να αποκτήσει πρόσβαση στα «θερμά νερά»[4].

Στο ίδιο πλαίσιο εάν παρατηρήσουμε την βρετανική στρατηγική κατά την διάρκεια της Μεταπολεμικής περιόδου η Βρετανία ήταν αρνητική σε κάθε μορφής συμμαχιών στον ηπειρωτικό χώρο ή σχεδίων ολοκλήρωσης των κρατών του χώρου αυτού. Σε μεγάλο βαθμό αυτή η ιστορική γεωπολιτική αντίληψη πολλών βρετανών πολιτικών ηγετών ερμηνεύει και την επιφυλακτική στάση τους στο φαινόμενο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Τέλος οι στάσεις και συμπεριφορές της Βρετανίας σε αυτά τα θέματα επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τον νησιωτικό χαρακτήρα της και τη γεωπολιτική της θέση στις παρυφές της Ευρώπης.

Προτού επανέλθουμε στον Mackinder, ο οποίος έδωσε τον ακριβέστερο ορισμό του Ευρωατλαντικού Χώρου πριν την ίδρυση της Ατλαντικής Συμμαχίας το 1943, θα αναφερθούμε εν συντομία στις απόψεις του Spykman, αμερικανού αναλυτή, ο οποίος αν και έγραψε τα κειμενά τους σε αντιδιαστολή με το Mackinder κατέληξε σε συμπεράσματα που συμπληρώνουν την ανάλυση του τελευταίου. Ο Spykman, τόνισε το ιστορικό γεγονός ότι τρεις διαφορετικούς πολέμους του 19ου και εικοστού αιώνα η Βρετανία και η Ρωσία βρέθηκαν σε συμμαχία κατά δυνάμεων της περιμέτρου της Ευρασίας υπό τους Ναπολέοντα, Κάισερ και Χίτλερ.

Ο Spykman υποβάθμισε την αντιπαράθεση ναυτικών και ηπειρωτικών δυνάμεων και προσπάθησε να δώσει μια πιο σύνθετη εικόνα του τρόπου με τον οποίο εξελίχθηκαν η κατανομή ισχύος, οι Συμμαχίες και οι συγκρούσεις σε αναφορά με την περίμετρο της Ευρασίας[5].

Η ανάλυση αυτή του Spykman αποσκοπούσε στο να αναδείξει τον ρόλο των ΗΠΑ στον ευρύτερο χώρο που καλύπτει τις περιοχές που αρχίζουν από τη δυτική Ευρώπη και διατρέχουν τα Βαλκάνια τη Μέση Ανατολή τον Περσικό κόλπο την Ινδική χερσόνησο για να καταλήξει στην Κίνα και την Ιαπωνία. (Βλέπει Χάρτες). Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Spykman, χωρίς ουσιαστικά να θέσει υπό αμφισβήτηση την βασική ανάλυση του Mackinder για τους πόλους ισχύος και την κατανομή δυνάμεως στην παγκόσμια νήσο, τόνισε τον ρόλο της κατανομής ισχύος όχι τόσο στην ηπειρωτική Ευρώπη αλλά στην περίμετρο της Ευρασίας.

Με τον τρόπο αυτό ο Spykman συμπεριέλαβε σ’ ένα ευρύτερο θεωρητικό μοντέλο παράγοντες και ιεραρχήσεις ισχύος που βρίσκονταν κοντύτερα στην νέα διεθνή πραγματικότητα όπως αυτή προέκυπτε λόγω της σταδιακής ισχυροποίησης του διεθνούς ρόλου των Ηνωμένων Πολιτειών στις διεθνείς σχέσεις.

Ο Spykman, κατά κάποιον τρόπο, προδιέγραψε τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μέχρι και τις μέρες μας όπως αυτός διατυπώθηκε αργότερα με πιο πολιτικούς όρους από τον George Kennan (στρατηγική της ανάσχεσης-συγκράτησης). Οι εκτιμήσεις οι οποίες αντιδιαστέλλουν τις γεωπολιτικές θεωρήσεις των Mackinder και Spykman παραβλέπουν το γεγονός πως, ουσιαστικά, η ανάλυση του Spykman πρώτο, αποδέχεται τις εκτιμήσεις του Mackinder για τους πόλους ισχύος στην ευρασιατική ήπειρο, και δεύτερο, ότι συμπεριλαμβάνει τον γεωπολιτικό χώρο που περιέγραψε ο Mackinder[6]. Η «ρήση Spykman» με την οποία ο αμερικανός γεωπολιτικός αντιδιέστειλε την ανάλυσή του από αυτή του Mackinder» είναι η εξής:

«Όποιος ελέγχει την περίμετρο κυριαρχεί στην Ευρασία. Όποιος κυριαρχεί στην Ευρασία ελέγχει τις τύχες του κόσμου»[7].

Επανερχόμενοι στον Mackinder, τον Ιούλιο του 1943 εν μέσο του Πολέμου έγραψε στο πολυσυζητημένο του άρθρο στο Foreign Affairs[8] ότι αν και η βασική θεώρηση των πόλων ισχύων και της κατανομής ισχύος στον Ευρασιατικό χώρο παραμένει η ίδια η ισορροπία ισχύος και η σταθερότητα θα διασφαλιστεί με την ανάδειξη μιας συμμαχίας των ναυτικών δυνάμεων του Ατλαντικού χώρου. Γράφοντος εν μέσο του πολέμου παρατήρησε ότι,

«εάν η Σοβιετική Ένωση αναδειχθεί ως ο νικητής του πολέμου κατά της Γερμανίας θα αναδειχθεί ως η μεγαλύτερη ηπειρωτική δύναμη της υδρογείου. Επιπλέον, θα είναι ισχυρότερη δύναμη από άποψη δυνατοτήτων άμυνας κατά εξωτερικών επιθέσεων. Η καρδιά της γης είναι το μεγαλύτερο φυσικό οχυρό της γης. Για πρώτη φορά στην ιστορία κυβερνάται από ένα μεγάλο στρατό υψηλών ποιοτικών προδιαγραφών»[9].

Πέραν αυτού εκφράζοντας την παραδοσιακή δυσπιστία για τον ρόλο της Γερμανίας στην ηπειρωτική Ευρώπη υποστήριξε ότι η

«Γερμανία ακόμη και αν ηττηθεί και τιμωρηθεί θα αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για τα Βρετανικά συμφέροντα. Όπως παρατήρησε τα στενά της Μάγχης θα εξουδετερωθούν από ισχυρά αναχώματα δυνάμεως είτε από μεγάλες ηπειρωτικές δυνάμεις προς Ανατολάς στην καρδιά της Γής είτε από ναυτικές δυνάμεις στα δυτικά στον βορειοατλαντικό ωκεανό»[10].

Βλέπουμε ότι, οι θεωρήσεις αυτές της κατανομής ισχύος και των πιθανών συμμαχικών σχημάτων εκφράζουν, πρωτίστως βρετανικές ανησυχίες για θέματα μελλοντικής άμυνας και ασφάλειας που αφορούν ζωτικά εθνικά συμφέροντα της χώρας τους. Δηλαδή οι αρχικές σκέψεις που ώθησαν προς την κατεύθυνση δημιουργίας της Ατλαντικής Συμμαχίας και του πλέγματος των ευρύτερων Ευρωατλαντικών σχέσεων αντανακλούσαν συγκεκριμένες αντιλήψεις για τα μακρόχρονα εθνικά συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας.

Σημειώνεται επίσης ότι ενώ οι σκέψεις αυτές είχαν ήδη απασχολήσει τους Βρετανούς διπλωμάτες πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν αποτελούσαν κατά ανάγκη θέματα τα οποία βρίσκονταν στην ημερησία διάταξη της αμερικανικής διπλωματίας. Είναι ακριβώς χρήσιμο να παρατηρηθεί αυτό που αναφέρεται σε άλλο σημείο, ότι δηλαδή στις ΗΠΑ κυριαρχούσαν ακόμη οι πολιτικές εκείνες δυνάμεις που υποστήριζαν «αποφυγή εξωτερικών εμπλοκών» και ότι η Αμερική εισήλθε στον πόλεμο με καθυστέρηση δύο ετών και μόνον εφόσον είχε πληγεί από την Ιαπωνική αεροπορία στο Perl Harbor. Με άλλα λόγια δεν ήταν ούτε αυτονόητο ούτε δεδομένο ότι θα προέκυπτε, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο όπως το περιέγραφαν οι Βρετανοί αναλυτές και διπλωμάτες.

Ο Mackinder πάντως περιγράφοντας με καταπληκτική ακρίβεια το μεταπολεμικό συμμαχικό σχήμα έγραψε ότι για να προκύψει ένα τέτοιο συμμαχικό σχήμα,

 «απαιτείτε να υπάρξει αποτελεσματική και διαρκής συνεργασία μεταξύ της Αμερικής της Βρετανίας και της Γαλλίας, η πρώτη για αμυντικό βάθος η δεύτερη ως ένα προκεχωρημένο πλωτό αεροδρόμιο – ως μια Μάλτα σε μεγαλύτερη κλίμακα – και η τρίτη ως ένα προκεχωρημένο υπερασπίσημο ισχυρό προγεφύρωμα. Το τελευταίο δεν λιγότερο σημαντικό από τα άλλα δύο επειδή η ναυτική δύναμη εν τελευταία αναλύσει πρέπει να είναι αμφίβια για να είναι ικανή να εξισορροπήσει τις ηπειρωτικές δυνάμεις. Κατά δεύτερο λόγο, είναι ανάγκη όπως αυτές οι τρείς χώρες και η τέταρτη η νικήτρια δύναμη η Ρωσία να συνεργαστούν άμεσα εάν απειληθεί η ειρήνη, ούτως ώστε οι γερμανικοί δαίμονες να εξαντληθούν και να μην μπορέσουν να ξανασηκώσουν κεφάλι. (…) Στην βάση των παραπάνω απόψεών μου εδράζεται η δεύτερη γεωγραφική έννοια αυτή του μεσόγειου ωκεανού – του βορειατλαντικού – και των εξαρτώμενων θαλασσών και ποταμών χωρίς να επεξεργαστώ λεπτομέρειες αυτής της έννοιας θα μπορούσα να αναφέρω τα τρία στοιχεία του: ένα προγεφύρωμα στην Γαλλία, ένα πλωτό αεροδρόμιο στην Βρετανία και εφεδρείες ανθρώπινου δυναμικού, αγροτικών και βιομηχανικών προϊόντων στις Ανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά»[11].

Μια κρίσιμη παρατήρηση όσον αφορά αυτήν την – βασικά «αγγλοσαξονική» – γεωπολιτική θεώρηση πριν την δημιουργία του ανατολικού και δυτικού συνασπισμού (κατάσταση η οποία θα μπορούσε να συγκριθεί πλήρως με την μεταψυχροπολεμική εποχή), είναι ότι οι μεγαλύτερες επιφυλάξεις εκφράζονται σε σχέση με την Γερμανία και τον ιστορικό της ρόλο, καθώς και για την θέση της στο κέντρο των Ευρασιατικών ισορροπιών. Αυτή η επιφυλακτική στάση, όπως είναι το συμπέρασμά μας σ’ άλλη μελέτη, συνεχίστηκε καθ’ όλη την διάρκεια του ψυχρού πολέμου, εκδηλώθηκε με τον πιο έντονο τρόπο στην φάση της ενοποίησης το 1988-92 και συνεχίστηκε μετά την δεκαετία του 1990 στην μεταψυχροπολεμική εποχή[12].

Παρά το ότι ο Mackinder υπερεκτίμησε τον ρόλο του Γερμανικού παράγοντα μετά την λήξη των συγκρούσεων η ανάλυση των συσχετισμών και πόλων ισχύος μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο είναι ακριβής και επηρέασε τα μέγιστα τόσο τα Βρετανικά όσο και τα αμερικανικά πολιτικά και στρατιωτικά ελίτ στις αποφάσεις για την δημιουργία και ανάπτυξη των θεσμών και άλλων διμερών ή πολυμερών διευθετήσεων[13] στον ευρωατλάντικό χώρο[14].

Αμφότερες οι θεωρίες των   Mackinder και Spykman, δηλαδή του «ευρωατλαντικού βάθρου ισχύος» και της «περιμέτρου της Ευρασίας» περιγράφουν τις δύο κυριότερες στρατηγικές προσεγγίσεις των ναυτικών δυνάμεων – και πρωτίστως των Ηνωμένων Πολιτειών ως της νέας μεγάλης ναυτικής δύναμης – στον Ευρασιατικό, και ευρύτερα παγκόσμιο, χώρο. Η πλήρης θεσμική και πολιτική έκφραση του ευρωατλαντικού βάθρου ισχύος είναι η Ατλαντική Συμμαχία, η οποία, παρά την κατάρρευση του Ανατολικού ηπειρωτικού συνασπισμού σε αναφορά με τον οποίο οικοδομήθηκε, όπως θα διαπιστωθεί – στην επόμενη ενότητα αλλά και στα κεφάλαια που ακολουθούν – μετεξελίχθηκε ο αξονικός πόλος ισχύος γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η διεθνής πολιτική μετά την δεκαετία του 1950 αλλά και κατά την διάρκεια του 21ου αιώνα, πολύ περισσότερο επειδή το διεθνές σύστημα καθίσταται πολυπολικό και οι εξισορροπήσεις πάνω στα ιστορικά γεωπολιτικά πεδία αναπόδραστα θα καθίστανται ολοένα και πιο πυκνές [15].   […]

Περιεχόμενα του Κ Αρβανιτόπουλος, Π. Ήφαιστος, Ευρωατλαντικές σχέσεις.

Περιεχόμενα:

Π. Ήφαιστος, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1. Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΑΤΛΑΝΤΙΚΟΥ ΒΑΘΡΟΥ ΙΣΧΥΟΣ ΣΕ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

  • Εισαγωγή
  • Απαρχές του ευρωατλαντικού χώρου και αµερικανική πολιτική σψέψη
  • Η διστακτική και αδέξια είσοδος των ΗΠΑ στη διεθνή πολιτική προς τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα
  • Η γεωπολιτική θεώρηση των ευρωατλαντικών σχέσεων πριν και µετά τον Δεύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο και τα βασικά στρατηγικά και θεσµικά χαρακτηριστικά
  • Τα αίτια και ο καταλυτικός ρόλος της Μεγάλης Βρετανίας στην οικοδόµηση του ευρωατλαντικού βάθρου ισύος
  • Θεµελιώδη θεσµικά και γεωπολιτικά χαρακτηριστικά του ευρωατλαντικού χώρου στο µεταίχµιο του Ψυχρού Πολέµου

Κ. Αρβανιτόπουλος, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2. ΕΥΡΩΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ: 1945-1989

  • Η περίοδος µετά τον Δεύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο
  • Ο «ατλαντικός συνεταιρισµός» της Κυβέρνησης Κέννεντυ
  • Η στρατηγική του Ντε Γκωλ
  • Η περίοδος 1968-1973 – Το EUROGROUP
  • 1973 – Το Έτος της Ευρώπης
  • Ο πόλεµος στη Μέση Ανατολή το 1973 και η πετρελαϊκή κρίση: επιπτώσεις στις ευρωατλαντικές σχέσεις
  • Η περίοδος 1974-1989: Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία και ευρωαµερικανικές σχέσεις
  • Συµπεράσµατα

Κ. Αρβανιτόπουλος, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3. ΟΙ ΕΥΡΩΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ

  • Η αναδιαµόρφωση της αµερικανικής στρατηγικής
  • Ιδεολογικά ρεύµατα στη διαµόρφωση της αµερικανικής στρατηγικής µετά τον Ψυχρό Πόλεµο: Διεθνής Παρεµβατισµός ή Αποµονωτισµός;
  • Ιδεολογική Νοµιµοποίηση του Διεθνούς Παρεµβατισµού: Φιλελεύθερος Ιδεαλισµός και Πολιτικός Ρεαλισµός
  • Οι ευρωαµερικανικές σχέσεις µετά τον Ψυχρό Πόλεµο
  • Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ
  • Πεδία ανταγωνισµού στις ευρωαµερικανικές σχέσεις µετά τον Ψυχρό Πόλεµο

Π. Ήφαιστος, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4. ΜΕΡΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΥΡΩΑΤΛΑΝΤΙΚΟ ΧΩΡΟ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1990 ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΕΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΩΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

  • Εισαγωγή
  • Σηµαντικοί σταθµοί στη µετεξέλιξη του ευρωατλαντικού χώρου τη δεκαετία του 1990
  • Ασύµµετρες σχέσεις, ασύµµετρες εξαρτήσεις, πελατειακές σχέσεις και το µέλλον των ευρωατλαντικών σχέσεων
  • Μερικά συµπεράσµατα στη βάση κλασικών θεωρήσεων των διεθνών σχέσεων

Υποσημειώσεις των αποσπασμάτων

[1] Στην συνέχεια θα δοθεί έμφαση στους Mackinder και Spykman. Για επισκόπηση διαφόρων αναλυτικών προσεγγίσεων και σημαντικών συγγραφέων γεωπολιτικών θεωριών βλ. Dougherty James & Pfaltzgraff, Ανταγωνιστικές Θεωρίες Διεθνών Σχέσεων (Παπαζήσης, Αθήνα, 1992), κεφ. 2. Επίσης, Renouvin P. & Duroselle J. B., κεφ. 1. Επίσης, Gray Colin, The Geopolitics of the Nuclear Era, ό,π.,  ιδ. κεφ. 1.

[2] Η κεντρική έννοια που αρχικά χρησιμοποίησε ο Mackinder ήταν «η παγκόσμιος νήσος, δηλαδή η Ευρασία και η αφρικανική ήπειρος». Άλλες έννοιες είναι «ναυτικές δυνάμεις» και «ηπειρωτικές δυνάμεις», «περίμετρος της Ευρασίας» και «ευρωατλαντικό βάθρο ισχύος»

[3] Mackinder J. Halford, Democratic Ideals and Reality (Norton, NY, 1962), σελ 150

[4] Βλ Gray Colin, The Geopolitics of the Nuclear Era, ό,π., ιδ. σελ. 23. Επίσης Spykman, N., The Geography of Peace, σελ 41.

[5] Βλ Spykman, N., The Geography of Peace, σελ 41, σελ. 43.

[6] Όπως αναφέρεται σ’ άλλο σημείο η περίμετρος της Ευρασίας κατά Spykman αρχίζει από την Δυτική Ευρώπη και καταλήγει στην Κίνα-Ιαπωνία.

[7] Spykman, N., The Geography of Peace, σελ 43.

[8] Βλ. Mackinder J. Sir Halford, «The Round World and the Winning of the Peace», Foreign Affairs, vol. 21, no 4, July 1943.

[9] Mackinder J. Sir Halford, «The Round World and the Winning of the Peace», Foreign Affairs, ό.π., σελ 601

[10] Mackinder J. Sir Halford, «The Round World and the Winning of the Peace», Foreign Affairs, ό.π.,

[11] Mackinder J. Sir Halford, «The Round World and the Winning of the Peace», Foreign Affairs, ό.π., σελ. 601, 602,604.

[12] Βλ. Ήφαιστος Παναγιώτης, Διπλωματία και Στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, Γαλλίας, Μεγάλης Βρετανίας, Γερμανίας (Εκδ. Ποιότητα, Αθήνα, 1999), κεφ. 5.

[13] Για την Βρετανία βλ. την επόμενη ενότητα.

[14] Για τη καλύτερη ίσως ανάλυση που αναπτύσσει αυτή την πτυχή βλ. Gray Colin, The Geopolitics of Superpower (The University Press of Kentusky, 1988), ιδ. κεφ. 2-6. Βλ. επίσης Hahn, «The Frustration of National Power», στο Hartmann Frederick (ed), World in Crisis, (Macmillan, London, 1973), ιδ. σελ. 65.

[15] Η μόνη εξήγηση για το γεγονός πως αυτός ο – ουσιαστικά αγγλοαμερικανικός – πόλος ισχύος δεν μετεξελίχθηκε σε ηγεμονικό σύστημα με την πλήρη έννοια του όρου, είναι ότι είχε εξισορροπηθεί από τον ανατολικό συνασπισμό του οποίου επικεφαλής βρισκόταν η Σοβιετική Ένωση. Αν και δεν είναι του παρόντος, θα μπορούσε να τονιστεί πως οι προσδοκίες πως η πτώση της ΕΣΣΔ θα σηματοδοτούσε τάχιστη μεταλλαγή των διεθνών ιδεολογικών και πολιτικών δομών που θα έφερναν μια νέα ευνομούμενη και σταθερή τάξη πραγμάτων, ήταν τουλάχιστον βιαστικές. Εν πολλοίς, η «πολιτική προσγείωση» της διεθνολογικής ανάλυσης και η αποφυγή περίπλοκων ιστορικών αναλύσεων που θα θεμελίωναν αυτή την θέση ενόψει της μεγάλης ευφορίας που δημιούργησαν οι εξελίξεις της δεκαετίας του 1990, «διευκολύνθηκε» λόγω δύο ιστορικής σημασίας γεγονότων. Πρώτο,  τον παράνομο βομβαρδισμό του Ιράκ τον Δεκέμβριο 1988 και την ανάλογη επίθεση κατά της Σερβίας τον Μάρτιο 1999. Δεύτερο, και την μετατροπή της Ατλαντικής Συμμαχίας σε θεσμό με πολιτική εξουσιοδότηση επεμβάσεων άνευ εξουσιοδότησης του Συμβουλίου Ασφαλείας, γεγονός για το οποίο ασκήθηκαν μεγάλες πιέσεις επί των απρόθυμων Ευρωπαίων συμμάχων των ΗΠΑ. Για το τελευταίο σημείο βλ. Βλ. Fitchett Joseph, «Ευρώπη-ΗΠΑ διαφωνούν για το νέο ΝΑΤΟ», ΤΟ ΒΗΜΑ-The New York Times, 10 Ιανουαρίου 1999, σελ. Α30. Βλ. επίσης «Η νέα πρόκληση για το ΝΑΤΟ», Time-Καθημερινή, 3 Ιανουαρίου 1999, σελ. 16.

Advertisements


Κατηγορίες:πυρηνικά όπλα, πόλεμος, Αρβανιτόπουλος Κωνσταντίνος, Γεωπολιτική, Γεωστρατηγική, Διεθνείς Σχέσεις, Ευρωατλαντικές σχέσεις, Ευρώπη, Ηφαιστος Παναγιώτης, γεωπολιτική

Ετικέτες: , , , , , , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: