Π. Ήφαιστος, 1821 και σήμερα: Η Ελληνική Επανάσταση και η αξίωση για δημοκρατικό προσανατολισμό και Εθνική Ανεξαρτησία.

Π. Ήφαιστος, 1821 και σήμερα: Η Ελληνική Επανάσταση και η αξίωση για δημοκρατικό προσανατολισμό και Εθνική Ανεξαρτησία.

Γράφοντας δύο αιώνες μετά την Εθνεγερσία των Ελλήνων για δημοκρατία, ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία καλό είναι να τονιστεί εξαρχής ότι η θετική αποτίμησή της δεν σχετίζεται με υποκειμενισμούς και αξιολογήσεις. Η ελευθερία μιας οποιασδήποτε κοινωνικής οντότητας και ο προσανατολισμός του Κοινωνικού και Πολιτικού γεγονότος προς την κοινωνική και πολιτική ελευθερία υπό συνθήκες εθνικής ανεξαρτησίας, είναι έσχατες λογικές και κοσμοθεωρητικά θέσφατα που κείνται πέραν και υπεράνω υποκειμενισμών και αξιολογήσεων. Η εθνική ανεξαρτησία είναι η συλλογική ελευθερία μιας κοινωνικής οντότητας και η προϋπόθεση δυνατότητάς της να επιδοθεί στο άθλημα της αυτεξούσιας πολιτικής συγκρότησής της σύμφωνα με τις ανθρωπολογικές της προϋποθέσεις όπως είναι και όπως εξελίσσονται. Αυτά τα κοσμοθεωρητικά θέσφατα θεωρούνταν δεδομένα στην κλασική εποχή (το ιδεώδες της ανεξαρτησίας, ήταν προϋπόθεση δυνατότητας δημοκρατικής αυτοσυγκρότησης) και τα κωδικοποίησε, βασικά, ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ το 1945 ιδιαίτερα στο άρθρο 2 του Κεφαλαίου Ι. Υποκειμενικά, αξιολογικά, προπαγανδιστικά είναι όλα όσα βρίσκονται στον αντίθετο πόλο από φορείς ιδεολογικών δογμάτων, ιδεολογημάτων και θεωρημάτων που παρακάμπτουν επιδεικτικά την οντολογία και επιδιώκουν να κατασκευάσουν μια εσχατολογικά προσδιορισμένη δική τους φαντασιόπληκτη ανθρωπολογία. Διόλου τυχαία, στο όνομα της συμμόρφωσης στα ιδεολογικά δόγματα γέμισε η ιστορία με μεγάλα νεκροταφεία.

Αρχή και τέλος κάθε συζήτησης για τον άνθρωπο, τις κοινωνικές οντότητες της ιστορίας, τα κράτη-Πολιτείες και το διεθνές σύστημα είναι η εθνική ανεξαρτησία η οποία αποτελεί, βασικά, μια μορφικά πανομοιότυπη έσχατη λογική όλων των κοινωνικών οντοτήτων και ενσαρκώνει την αξίωσή τους για αυτεξούσιο Κοινωνικό και Πολιτικό γεγ0νός. 

Υπό το φως των πιο πάνω τίθεται το ρητορικό ερώτημα: «έπρεπε» να γίνει η Επανάσταση το 1821; Όσοι πάντως θα απαντούσαν θετικά τυγχάνει να διχάζονται με μερικούς να διερωτώνται κατά πόσο οι Έλληνες θα μπορούσαν να αναμένουν κάποια άλλη ευνοϊκότερη ιστορική συγκυρία; Τέτοια ερωτήματα δεν απαντώνται γιατί αφορούν κάτι που δεν γνωρίζουμε: Πότε και πως κοχλάζει και πότε εκρήγνυται ο συλλογικός υπαρξιακός πυρήνας ενός έθνους για να αξιώσει Εθνική Ανεξαρτησία; Αυτό δεν εμποδίζει πάντως, να διερευνάται πως η Ελληνική Επανάσταση ή μια άλλη αξίωση ελευθερίας μπορεί να εντάσσεται σε μια εθνική στρατηγική που εκπληρώνει τους σκοπούς. Συνέχεια μελέτης για την ιστορική παρουσία του Ιωάννη Καποδίστρια σ’ αυτό το πλαίσιο θα αναφερθούν στο τέλος. 

Στοιχειώδης κατανόηση κάποιων αιτίων που προκάλεσαν την Ελληνική Επανάσταση απαιτεί σωστή αντίληψη της τρισχιλιετούς διαδρομής της Ελληνικότητας και του τι έγινε μετά την Πτώση της Βασιλεύουσας Πόλης μέχρι και το 1821. Των Ελλήνων οι Πόλεις και τα Κοινά κατόρθωσαν να διαιωνιστούν επί αιώνες. Πριν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και στην συνέχεια μέσα στο Βυζαντινό κοσμοσύστημα, οι Πόλεις αυτό-θεσπίζονταν. Διαμέσου της Συγκλήτου των Πόλεων, επιπλέον, ήταν, ουσιαστικά, οι εντολείς του Βασιλέα της Πόλης. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης και η έλευση των Οθωμανών υπέταξε πολλές, εξισλάμισε ουκ ολίγους, πλην τελικά η Υψηλή Πύλη τους άφησε να αυτό-θεσπίζονται πληρώνοντας φόρους. Συνέχισαν να οργανώνονται δημοκρατικά μέχρι και την Ελληνική Επανάσταση. Ο πρώτος νόμος των  Βαυαρών, που συμβολίζει την αφετηρία της ξενοκρατίας του νεοελληνικού κράτους, κατάργησε το πολιτικό αυτεξούσιο των Πόλεων. Για τους σκοπούς του παρόντος παραθέτω αυτούσιο στο τέλος δοκίμιο του Γιώργου Κοντογιώργη, μελετητή της διαχρονίας της Ελληνικότητας, ο οποίος, επιπλέον, ερεύνησε και έγραψε ουκ ολίγα για την πολιτική οργάνωση των Πόλεων κατά την διάρκεια της Οθωμανοκρατίας.

Στο σημείο αυτό υπογραμμίζεται ότι ίσως είναι αχρείαστο να ασχοληθούμε με τα επιστημονικά ανυπόστατα και ψευδεπίγραφα ξενόφερτα εθνομηδενιστικά θεωρήματα και ιδεολογήματα για την κατάσταση των Ελλήνων τον 18ο αιώνα. Το περίεργο είναι, όμως, ότι παρά το γεγονός πως οι Έλληνες άντεξαν δύο αιώνες ξενοκρατίας διατηρώντας πολιτική ανθρωπολογία υψηλής υπόστασης που συχνά εκδηλώνεται, δεν αντιδρά επαρκώς στην βεβήλωση της μνήμης της πρώτης βασικά αληθινής Επανάστασης των Νέων Χρόνων. Καμιά σχέση δεν είχε η πολιτική ανθρωπολογία των Πόλεων με τους δύσμοιρους είλωτες και δουλοπάροικους («αβράκωτους – “sans culottes”») που εξεγέρθηκαν στο Παρίσι (δεν τους κατηγορούμε για αυτό! πλην αυτή είναι μια τραγική μετά-Μεσαιωνική πραγματικότητα!). Διαβάζοντας τον Ρήγα Βελεστινλή ή τον Μακρυγιάννη, και όχι μόνο, κανείς κατανοεί ότι η Ελληνικότητα ήταν ο άξονας των διάσπαρτων μελών Ελληνικού έθνους. Ότι επίσης σε όλες τις υπόδουλες Πόλεις η αξίωση Ελευθερίας κόχλαζε. Επί αιώνες μετά την πτώση της Πόλης, εξάλλου, είχαμε πολλές μικρότερες αλλά διόλου αμελητέες Επαναστάσεις.

Για να υπάρξει όμως Επανάσταση σημαίνει και κάτι άλλο: Σημαίνει ότι τα μέλη των διάσπαρτων Πόλεων διέθεταν πολιτική παιδεία. Πραγματική και αληθινή, δηλαδή, πολιτική μόρφωση σμιλευμένη μέσα στις δημοκρατικά οργανωμένες Πόλεις. Δεν πρέπει να συγχέεται η πολιτική παιδεία τέτοιων προδιαγραφών με την ψευδεπίγραφη “μόρφωση” των Νέων Χρόνων. Με τις φαντασιόπληκτες δηλαδή ιδεολογικές κατασκευές που θεωρούν τους πολίτες όχλο δουλοπάροικων (που οι Έλληνες της διαχρονίας ποτέ δεν ήταν) τους οποίους οι αυτόκλητοι φορείς εσχατολογικών δογμάτων επιδιώκουν “κατασκευάσουν” ανθρωπολογικά.  

Στα υψηλών επιστημονικών βαθμίδων κείμενά του ο Γιώργος Κοντογιώργης, στις δημοσιεύσεις του οποίου αναφερθήκαμε ήδη,  τεκμηρίωσε ότι πέραν της αυτοδιοίκησης οι Πόλεις τόσο της Βυζαντινής Οικουμένης αλλά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις κυριολεκτικά αποτελούσαν ομοθετική μετεξέλιξη των Πόλεων-Κρατών της Κλασικής εποχής και εδράζονταν στις ίδιες δημοκρατικές αξίες, αρχές και θεσμούς, μάλιστα χωρίς τη δουλεία. Σε αυτό βασικά οφείλεται το γεγονός ότι οι μακραίωνες Ελληνικές πολιτικές παραδόσεις διαιωνίστηκαν, ότι οι Πόλεις και τα Κοινά διέθεταν πολιτική ανθρωπολογία υψηλής πολιτικής υπόστασης και ότι το 1821 οι πολίτες τους ήταν πανέτοιμοι να Επαναστατήσουν αξιώνοντας συλλογική ελευθερία, δηλαδή εθνική ανεξαρτησία.

Το 1821 τα διάσπαρτα μέλη του Ελληνικού έθνους διέθεταν μακραίωνα σμιλευμένη πολιτική υπόσταση και μοναδική πολιτική παιδεία. Καμιά άλλη εθνική οντότητα δεν ήταν έτσι προικισμένη τότε (και για ιστορικούς λόγους δεν θα μπορούσε να είναι, μάλιστα ανθρωποκεντρικά, όπως οι φορείς των ανθρωποκεντρικών πολιτικών παραδόσεων της Ελληνικότητας). Ούτε και στις μέρες μας, καθότι η έμμεση αντιπροσώπευση είναι, κατ’ ουσίαν, καθηλωμένη στην ατομική ελευθερία και το κατά πόσο προσανατολίζεται έστω και στοιχειωδώς προς την κοινωνική και πολιτική ελευθερία είναι ένα ερώτημα. Επιπρόσθετα, όχι μόνο καταμαρτυρείται συχνά ότι τα κράτη της έμμεσης αντιπροσώπευσης δεν προχώρησαν στην κοινωνική και πολιτική ελευθερία , αλλά επιπλέον ο μεταμοντερνισμός εθνομηδενισμός προκαλεί συχνές οπισθοδρομήσεις στην προ-πολιτική βαρβαρική εποχή.

Στο σημείο αυτό υποστηρίζεται πως άξονας κάθε μελέτης δύο αιώνες μετά την Ελληνική Επανάσταση άξιζε να είναι όχι παραμιλητά γυρολόγων της ξενοκρτίας που βεβηλώνουν την μνήμη ενός μεγάλου ιστορικού γεγονότος με ανυπόστατα εθνομηδενιστικά ιδεολογήματα αλλά ο φωτισμός του τι σήμαινε η  καλλιέργεια δημοκρατικής παιδείας πανταχόθεν εντός των διάσπαρτων μελών του Ελληνικού έθνους. Να φωτιστεί επαρκώς και να συνειδητοποιηθεί από τους πολίτες του Ελληνικού κράτους το γεγονός ότι όχι μόνο μετά από μια μακραίωνη διαδρομή η διαχρονική οικουμενική Ελληνικότητα υπήρξε ο διαμορφωτικός άξονας του διαχρονικού πολιτισμού όλων βασικά των εθνών αλλά ότι επιπλέον οι “αγράμματοι” Επαναστάτες ήταν φορείς της.

Μετά την Κλασική εποχή, διαμέσου των Αλεξανδρινών και Ελληνιστικών χρόνων, στην συνέχεια κάτω από τους Ρωμαίους και μετά μέσα στο πολιτικό μετακρατοκεντρικό θαύμα του κοσμοσυστήματος της Βυζαντινής Οικουμένης, η Ελληνικότητα ήταν ο οικουμενικός άξονας του πολιτικού πολιτισμού και της ανοδικής του τροχιάς των Ελληνικών Πόλεων, και όχι μόνο.
Ο Ελληνικός πολιτικός πολιτισμός, οι Ελληνικές πολιτικές παραδόσεις και τα ανθρωποκεντρικά ορθόδοξα διδάγματα, εξάλλου, επί μια χιλιετία στέκονταν ολόρθα απέναντι στην Ρωμαιοκαθολική Θεοκρατία και διαμόρφωναν τον κόσμο. Αυτή την κολοσσιαίας σημασίας ιστορική αλήθεια πλήττει το εγχώριο αξιοθρήνητο επιστημονικά ανυπόστατο εθνομηδενιστικό σύστημα δύο αιώνες μετά την Εθνεγερσία και τις αξιώσεις για δημοκρατία, ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία.

Πολύ φυσιολογικά λοιπόν, το 1821, τα υψηλής πολιτικής υπόστασης μέλη του Ελληνικού έθνους επαναστάτησαν. Επαναστάτησαν με αίτημα την δημοκρατία και την Ελευθερία. Όχι κάποια «δικαιώματα» όπως έγινε με τους εξεγερμένους στο Παρίσι. Το τι ήταν το αίτημα της Ελληνικής Επανάστασης αποτυπώνεται ξεκάθαρα τόσο σε κείμενα όσο και μέσα στις εκπληκτικές διαβουλεύσεις και αποφάσεις των Εθνοσυνελεύσεων στο Άστρους και στην Επίδαυρο.

Το αίτημα ήταν η Δημοκρατία και η Ελευθερία, οι υψηλές δηλαδή αρχές του πολιτικού πολιτισμού που οι Πόλεις διαιώνισαν ακόμη και όταν ήταν υπόδουλες στην δεσποτική Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ξεκάθαρα οι Επαναστάτες καθολικά είχαν ως κύριο αίτημα να ενσαρκωθούν η Ελευθερία και η Δημοκρατία μέσα σε ένα δημοκρατικά δομημένο και ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος. Τι κράτος όμως; Κράτος μορφολογικά όμοιο με αυτά της Δύσης μετά την Συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648 ή αναβίωση κάποιου είδους Βυζαντινού Κοσμοσυστήματος; ΕΔΩ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΤΑ ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΑ:

ΠΡΩΤΟΝ, έξη χρόνια πριν, στην Βιέννη, το Κονσέρτο των μεγάλων, ηγεμονικών και δεσποτικών δυνάμεων, αποφάσισε όχι Επαναστάσεις και όχι δημοκρατικές αξιώσεις. Στο μυαλό τους είχαν τους δύσμοιρους (επαναλαμβάνουμε: ασφαλώς και δεν τους κατηγορούμε γι’ αυτό) μετά-Μεσαιωνικούς «αβράκωτους» που εξεγέρθηκαν στο Παρίσι που αποτελούσαν την συντριπτική πλειονότητα (συνάδελφος Γερμανίδα που το μελέτησε ανέφερε γύρω στο 95%). Οι Έλληνες διέθεταν μακραίωνα πολιτική παράδοση και Δημοκρατία ζητούσαν. Αν το πετύχαιναν θα ήταν οι μόνοι και Παράδειγμα πολλούς άλλους με αποτέλεσμα να διαταραχθούν -όπως τελικά συνέβηκε – τα στρατηγικά σχέδια των ηγεμονικών κρατών.

Παρά την αναμενόμενη συμπάθεια πολλών, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και στην Ευρώπη στο επίπεδο των διανοουμένων (βέβαια, άνευ ουσιαστικού αποτελέσματος), δεν είναι να διερωτάται κανείς τι σκέφτηκαν και πως αντέδρασαν μέσα στις καγκελαρίες οι ηγέτες των δεσποτικών ηγεμονικών κρατών όταν το 1821 δεν είχαμε κάποια εξέγερση  δύσμοιρων πολιτικά ανυπόστατων και κατά βάση γι’ αυτούς ακίνδυνων «αβράκωτων». Εύκολα τότε τους έδωσαν «δικαιώματα» και τελείωσε (μέχρι και σήμερα).

Η Ελληνική Επανάσταση, αντίθετα, αφορούσε τους υψηλοτάτης πολιτικής υπόστασης ανθρώπους του μακραίωνου Ελληνικού έθνους στα πεδία της καταληφθείσης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μάλιστα, σε μια ιστορική στιγμή παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία, βρισκόταν στο πιο σημαντικό γεωπολιτικό πεδίο της Περιμέτρου της Ευρασίας. Άνθρωποι γαλουχημένοι εμπράγματα με πολιτική παιδεία εμποτισμένη στις υψηλές αρχές της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας. Επί αιώνες καρτερούσαν να έλθει η στιγμή να τις κατακτήσουν για το δικό τους έθνος (αλλά και για τα άλλα έθνη! – Ρήγας! Βλ. Κοντογιώργης «Η Ελληνική Δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή»).

Στο σημείο αυτό, χρήζει να πούμε πως δύο ζητήματα αποδείχθηκαν μοιραία: Αφενός, επί αιώνες, πέραν της πολιτικής κουλτούρας αυτεξούσιων / αυτόνομων αποφάσεων των Πόλεων, για αντικειμενικούς λόγους και για να επιβιώσουν εθίστηκαν στις κάθε είδους συναλλαγές με υπέρτερες εξουσίες. Βασικά πάνω σε αυτό σκόνταψε ο Καποδίστριας και ίσως αυτό εκμεταλλεύτηκαν οι ξένοι, ιδιαίτερα οι Βρετανοί. Αφετέρου, διάσπαρτοι όπως ήταν –προγενέστερα έγιναν και κάποια αναπόφευκτα ίσως λάθη  από διακεκριμένα μέλη της Ελληνικής Διασποράς– δεν διέθεταν μια υψηλή εθνική στρατηγική του συνόλου των Πόλεων και της Διασποράς.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ, αν και πρέπει να γνωρίζουμε ότι όπως λέγεται «το δικαστήριο των εθνών είναι η ιστορία», προσεκτική μελέτη του στρατηγικού περιβάλλοντος της εποχής δείχνει ότι η κακοτυχία των Ελλήνων δεν ήταν τυχαία. Αφενός ο 18ος αιώνας ήταν βασικά το μεταίχμιο της κορύφωσης της αποικιοκρατίας και αφετέρου των εξισορροπητικών διενέξεων των μεγάλων δυνάμεων που έφερε η εξέγερση στο Παρίσι και ο Ναπολέων.

Επιπρόσθετα, κάτι πολύ πιο σημαντικό το οποίο δεν φαίνεται να λήφθηκε υπόψη από τους ηγέτες των Επαναστατών και ο Καποδίστριας στην συνέχεια προσπάθησε να το διαχειριστεί: Η υπερδύναμη της εποχής και η μεγάλη θαλασσοκράτειρα, το Ηνωμένο Βασίλειο, ήλεγχε την Περίμετρο της Ευρασίας (Ευρώπη, Βαλκάνια, Μέση Ανατολή, Ινδική Χερσόνησο μέχρι την Κίνα). Με το πανίσχυρο ναυτικό κυριαρχούσε στις θάλασσες, έκανε ναυτικούς αποκλεισμούς της Ευρώπης και κυριολεκτικά απαγόρευε στις ηπειρωτικές δυνάμεις, κυρίως στην Ρωσία, να κατέβουν στα θερμά νερά. Αυτά λοιπόν είχαμε στο στρατηγικό επίπεδο όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση.

Σε μια εποχή, μάλιστα, Βρετανικής διαχείρισης της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με στρατηγικό σκοπό του Λονδίνου να μην διαταραχθεί η κυριαρχία της πάνω στην Περίμετρο της Ευρασίας, και να μην υπάρχει ενδεχόμενο να εγερθεί κάποιου είδους νέα Βυζαντινή Αυτοκρατορία που θα μπορούσε να αμφισβητήσει στρατηγικά το Ηνωμένο Βασίλειο (ή και να συμμαχήσει με την Ρωσία).

ΤΡΙΤΟΝ, ολοκληρώνοντας ερχόμαστε προς το τέλος της δεκαετίας του 1820 όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας ανέλαβε την διακυβέρνηση των Ελλήνων. Πέραν του γεγονότος ότι τα Ελληνικά πεδία παρουσίαζαν εικόνα χάους και διαιρέσεων, η Πελοπόννησος ήταν κυριολεκτικά ρημαγμένη. Οι Βρετανοί –και ως προς τούτο έπεισαν και τους Γάλλους– ήθελαν μόνο εκεί «αυτοδιοίκηση», όχι κράτος (και μάλιστα φόρου υποτελή  στον Σουλτάνο). Η τριετία του Καποδίστρια είναι η σημαντικότερη της νεότερης Ελληνικής ιστορίας. Η δολοφονία του καθόρισε την τύχη μας μέχρι και σήμερα. Δεν είναι του παρόντος και το έχουμε διερευνήσει αλλού.

Όμως, μπορεί να ειπωθεί ότι εντυπωσιάζει η πολιτική και διπλωματική δεξιοτεχνία του Καποδίστρια, μιας από τις παγκοσμίως μεγαλύτερες πολιτικές και διπλωματικές φυσιογνωμίες του 18ου αιώνα. Με αριστοτεχνικούς διπλωματικούς ελιγμούς και εν μέσω όπως ήδη αναφέραμε διαιρέσεων και ειλημμένων Βρετανικών στρατηγικών επιλογών, κατόρθωσε να δημιουργήσει κράτος, να το εκτείνει μέχρι τον Βόλο και την Άρτα και να θέσει αιτήματα για άλλες περιοχές όπου υπήρχαν Έλληνες.

Τον δολοφόνησαν! Ποιος ή ποιοι; Που να ξέρουμε! Σίγουρα ξέρουμε για κάποιο τοπικό παράγοντα που τον μαχαίρωσε. Πολλοί άλλοι, μαθαίνουμε, μέσα στην Εκκλησία και στο προαύλιο κρατούσαν διάφορα φονικά  όπλα. Αναζητώντας όμως τα βαθύτερα αίτια, κύριο δικό μας συμπέρασμα είναι ότι την τριετία μετά το 1828 ο κατά τα άλλα καταμόναχος Καποδίστριας στην τιτάνια προσπάθειά του να ενώσει κάτω από ένα δημοκρατικό κράτος τους διάσπαρτους και διαιρεμένους Έλληνες, κατόρθωσε να υπερφαλαγγίσει τις αντιρρήσεις της στρατηγικά πανίσχυρης τότε Μεγάλης Βρετανίας. Ποιοι να ήταν άραγε οι ηθικοί αυτουργοί και ενδεχομένως οι υποκινητές των πολυάριθμων επίδοξων δολοφόνων του Καποδίστρια; Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία, «νομίζω». Ίσως η «απόδειξη» να μην έχει και μεγάλη σημασία.
Οι τότε εμπειρίες, όμως, είναι διδακτικές: Επειδή οι Έλληνες διαιρέθηκαν και κυρίως επειδή κάποιοι «συνομιλούσαν» με ξένους η δολοφονία του Καποδίστρια αποτέλεσε αφετηρία της μέχρι και σήμερα δύο αιώνων ξενοκρατίας. Οι Βαυαροί, όπως ήδη αναφέρθηκε, μόλις έφθασαν δεν άργησαν να καταργήσουν την αυτό-θέσπιση των Πόλεων και των Κοινών ενώ μέσα στο νεοσύστατο «κράτος» όπως και στα δικά τους κράτη Πολιτική όπως εμείς οι Έλληνες την κατανοούμε δεν υπήρξε και δεν υπάρχει μέχρι σήμερα (αυτοί όμως είχαν και έχουν κρατικά ελίτ και διοίκηση).

Ο Καποδίστριας επειδή γνώριζε καλά τις ανελέητες κρατοκεντρικές λογικές, φέρεται να είπε: «Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύσει εις την καρδία μας μόνο το αίσθημα το Ελληνικό. Ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης». Έκτοτε, το ζήτημα είναι κατά πόσο η τροχιά εξάρτησης και κυριαρχίας πραιτοριανών υπηρετών των ξένων θα αντιστραφεί για να τεθούν ξανά στο πολιτικό τραπέζι τα αιτήματα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Το ζήτημα για τους συγκαιρινούς Έλληνες είναι βασικά το εξής: Μετά από δύο αιώνες ξενοκρατίας είναι εις θέση να κατανοήσουν τις ανελέητες κρατοκεντρικές λογικές και μπορούν στην βάση αυτή να δομήσουν ένα αξιόπιστο σύγχρονο κράτος ισχυρό και αξιόπιστη εθνική στρατηγική;!

Για να κυριαρχήσει η φιλοπατρία εντός ενός δημοκρατικά προσανατολισμένου και εθνικά ανεξάρτητου κράτους όπου οι πολίτες σύμφωνα με τις Ελληνικές πολιτικές παραδόσεις θα είναι εντολείς της ανακλητής εντολοδόχου εξουσίας και όπου ουδείς με θέση ευθύνης δεν θα τολμά να είναι «φιλήκοος ξένων». Στο ίδιο πλαίσιο, η Εθνική Ανεξαρτησία (το «ιδεώδες της Ανεξαρτησίας» στην Κλασική εποχή) θα είναι για όλους τους πολίτες αδιαπραγμάτευτη έσχατη λογική. Όχι κατασκευαστικές ιδεολογίες, ιδεολογήματα και θεωρήματα. Δημοκρατικό προσανατολισμό προς την Ιθάκη της κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας υπό συνθήκες Εθνικής Ανεξαρτησίας.

Πόσο μακριά είμαστε από το 1821 και την κακοτυχία της δολοφονίας του Καποδίστρια; Μήπως μετά την δολοφονία του Καποδίστρια και την Οδύσσεια δύο αιώνων ξενοκρατίας και εμφυλίων τα μνημόνια, τελικά, είναι η χαριστική βολή κατά του νεοελληνικού κράτους και όσων Ελλήνων απέμειναν! Όλοι οι σύγχρονη Έλληνες εν μέσω μνημονίων υποτέλειας και πανδημίας που προκαλεί πλανητική αναστάτωση και ανακατατάξεις, έχουν συμφέρον να απαντήσουν αυτά τα ερωτήματα και λειτουργήσουν ορθολογιστικά.

Άρθρο του Γιώργου Κοντογιώργη για τις Πόλεις κατά την διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Γιώργος Κοντογιώργης, Τα κοινά της Οθωμανοκρατίας και οι αναστροφή της λογικής της εξέλιξηςΤο ‘κοινό’ ως πολιτεία, η ‘κοινότητα’, και η ‘αυτοδιοίκηση’

  1. Η κρατούσα άποψη αποδίδει το φαινόμενο των ‘κοινών’ της οθωμανοκρατίας ως κοινότητες ή ακόμη ως κοινοτική αυτοδιοίκηση, εγγράφοντάς τα ως οργανικό παράγωγο του φεουδαλικού συστήματος και ειδικότερα της ‘ασιατικού’ τύπου δεσποτείας.
    Κατά τη γνώμη μου, τα ελληνικά ‘κοινά’ δεν αποτελούν ούτε κοινότητες ούτε αυτοδιοίκηση. Η έννοια της αυτοδιοίκησης παραπέμπει σε κοινωνίες μιας κρατοκεντρικής εποχής, με πρώιμη και κατά τούτο κυρίαρχη και ενιαία εξουσιαστική συγκρότηση της πολιτικής στο επίπεδο της επικράτειας. Η αυτοδιοίκηση αποτελεί οργανική παράμετρο του κυρίαρχου κράτους, η οποία ρυθμίζεται από αυτό κατά τρόπο ενιαίο ως προς τη σχέση της με την κεντρική εξουσία και ως προς το εσωτερικό της σύστημα.
    Ώστε, η ταξινόμηση του φαινομένου των ‘κοινών’ της οθωμανοκρατίας ως αυτοδιοίκησης αναπέμπει το σήμερα στο χθες, ερμηνεύει ‘εθνοκεντρικά’ ένα μη ‘εθνοκεντρικό’ γεγονός.
    Η κοινότητα, από την πλευρά της, αποτελεί προσάρτημα, κάτω από ορισμένες συνθήκες, της ‘ιδιωτικής’ και/ή της ‘κρατικής’ δεσποτείας, η οποία ενθυλακώνει τα πρωτο-ελεύθερα κοινωνικά στρώματα που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της. Η προσέγγιση του φαινομένου των ‘κοινών’ της οθωμανοκρατίας ως κοινοτήτων υπονοεί προφανώς ότι η περίοδος αυτή του ελληνικού κόσμου ταξινομείται στη δεσποτική φάση της εν γένει ιστορίας, με την επισήμανση ότι προσομοιάζει μάλλον στην ‘ασιατική’ παρά στη ‘δυτική’ εκδοχή της.
    Εντούτοις, μια διαφορετική ανάγνωση του προ του έθνους κράτους ελληνικού κόσμου μας οδηγεί σε μια καταστατική διαφοροποίησή του από τη (‘δυτική’ και ‘ασιατική’) δεσποτεία. Υπήρξε ανθρωποκεντρικός, με την έννοια ότι συγκροτήθηκε με υπόβαθρο τον ελεύθερο άνθρωπο και μάλιστα ως ένα πλήρες, συνεκτικά και λειτουργικά κοσμοσύστημα με πρόσημο τη μικρή κλίμακα της ‘πόλης’ . Η ‘πόλη’, με τη μετάβαση του ελληνικού κοσμοσυστήματος στη μετα-κρατοκεντρική ή οικουμενική του φάση, από τον 4ο π.Χ. αιώνα, δεν θα εκλείψει, θα μεταλλαχθεί σταδιακά σε αυτόνομη ‘πόλη’. Το ‘κοινό’ αποδίδει ακριβώς την αυτόνομη ‘πόλη’, την πολιτειακά συγκροτημένη κοινωνία της ‘πόλης’. Η οικουμενική μετάλλαξη της ‘πόλης’ δεν θα αλλοιώσει την ανθρωποκεντρική της φύση ούτε τη θέση της ως συστατικού πολιτειακού ολοκληρώματος του εν γένει ελληνικού κοσμοσυστήματος. Το ‘κοινό’ θα αποτελέσει τον κορμό του νέου πολιτικού συστήματος της οικουμενικής κοσμόπολης.
    Υπό την έννοια αυτή, η κοινότης αποδίδει μια παραλλαγμένη εκδοχή του ‘κοινού’ στο περιβάλλον της πέραν των Άλπεων ευρωπαϊκής δεσποτείας, στο οποίο μετακενώθηκε μαζί με τις λοιπές παραμέτρους (τη ‘χρηματιστική’ ή εμπορο-μεταποιητική οικονομία, το θεσμικό και ιδεολογικό κεκτημένο κλπ.) του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Επομένως, η ανάγνωση του ‘κοινού’ ως κοινότητας εννοεί να ερμηνεύσει το πρωτογενές φαινόμενο υπό το πρίσμα της ‘περιφερειακής’ παραφθοράς του.
  2. Το ‘κοινό’ λοιπόν αποτελεί στη μικρή κοσμοσυστημική κλίμακα ότι το κράτος έθνος στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα. Εν αντιθέσει όμως προς αυτό και το ομόλογό του, της κρατοκεντρικής περιόδου του ελληνικού κοσμοσυστήματος, το ‘κοινό’ της οικουμένης εγγράφεται συγχρόνως, όπως προείπα, ως συστατικό μέρος του συνόλου πολιτικού συστήματος της κοσμόπολης, δηλαδή της κοσμοπολιτείας. Η κοσμοπολιτεία ορίζεται ως ένα είδος συμπολιτείας των ‘κοινών’ της οικουμένης, της οποίας η Μητρόπολη προβάλει ως το κεντρικό πολιτικό σύστημα της κοσμόπολης. Το Βυζάντιο αποτελεί από πολλές απόψεις την πλέον ολοκληρωμένη εκδοχή οικουμενικής κοσμοπολιτείας. Η οθωμανοκρατία εκφράζει τον ‘ιστορικό συμβιβασμό’ ανάμεσα στην ‘ασιατική’ ή κρατική δεσποτεία και στο ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας. Ο συμβιβασμός αυτός έγκειται στο ότι το κεντρικό πολιτικό σύστημα μεταβλήθηκε από ανθρωποκεντρική πολιτεία σε ιδιόκτητη εξουσία του δεσπότη. Αντιθέτως, το σύστημα των ‘κοινών’ και οι παράμετροι που το υποστασιοποιούν συνέχισαν να βιώνουν το προγενέστερο ανθρωποκεντρικό καθεστώς του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Πρόκειται ουσιαστικά για μια επικάθιση της ‘ασιατικής’ δεσποτείας –κατά το προηγούμενο της πρώτης ρωμαϊκής περιόδου– επί του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού κι όχι για μετασχηματισμό του τελευταίου σε δεσποτεία. Η επικάθιση αυτή θα εστιάσει τις επιπτώσεις της κυρίως στο νομιμοποιητικό έρεισμα της κεντρικής δεσποτικής εξουσίας να αντλεί οικονομικό πλεόνασμα ή να παρεμβαίνει οριακά (πχ για τη στράτευση) στους πληθυσμούς της επικράτειας. Επί της ουσίας όμως, το οθωμανικό κράτος θα υπεισέλθει στις βασικές λειτουργίες της βυζαντινής κοσμοπολιτείας και κατά τούτο δεν θα ενοχλήσει το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο των ‘κοινών’. Η οθωμανική πολιτική κυριαρχία αν και θα επενεργήσει αρνητικά σε ορισμένες ανθρωποκεντρικές πτυχές του συστήματος (ιδίως σε ότι αφορά τη λογική της κεντρικής εξουσίας και ορισμένες δράσεις που εκπορεύονται από αυτήν, με πρώτη την πνευματική ζωή), θα διευρύνει εντέλει τα θεμέλια της ‘πόλης’ και των παραμέτρων της (της ‘χρηματιστικής’ οικονομίας κλπ.), που είχαν υποστεί σοβαρό πλήγμα από τη λεηλατική παρέμβαση της ‘δυτικής’ δεσποτείας και των ανερχομένων ‘πόλεων’ της ιταλικής χερσονήσου .

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι τα ‘κοινά’ της οθωμανοκρατίας συγκροτούν, όπως και στο παρελθόν, το πολιτειακό θεμέλιο του ελληνικού κοσμοσυστήματος, που ενεγράφησαν στο οθωμανικό κράτος ως αποτέλεσμα του ‘ιστορικού του συμβιβασμού’ με το καθεστώς της κατάκτησης.

  1. Το ‘κοινό’ στο οθωμανικό σύστημα
    Η σχέση μεταξύ ‘κοινού’ και οθωμανικής αρχής αναπαράγει, όπως είδαμε, το καθεστώς που διαμορφώθηκε κατά την τελευταία φάση της κοσμοπολιτειακής οικουμένης. Η οθωμανική κεντρική εξουσία διασφαλίζει την ηγεσία και την ενότητα της Επικράτειας. Έναντι των ‘κοινών’ περιορίζεται στην άσκηση μιας υψηλής εποπτείας της νομιμότητας, εμφανιζόμενη κυρίως ως εγγυήτρια του εσωτερικού τους κεκτημένου. Η οθωμανική εξουσία δεν διοικεί το ‘κοινό’, δεν προνοεί για το κοινωνικοπολιτικό του σύστημα, δεν επεμβαίνει στα εσωτερικά του παρά μόνον εάν του ζητηθεί να διαιτητεύσει ή για να αποκαταστήσει την έννομη τάξη. Συγχρόνως, η άσκηση των αρμοδιοτήτων του κέντρου ανήκει καταρχήν στο ‘κοινό’. Σε τελική ανάλυση, το ‘κοινό’ εκπροσωπείται στην οθωμανική αρχή όχι το αντίθετο. Την αυτονομία του ‘κοινού’ αποδίδει η αρχή της ‘συλλογικής ευθύνης’, το ‘αλληλέγγυον’ της κοινωνίας του, έναντι του κέντρου.
    Υπό την έννοια αυτή, το ‘κοινό’ συγκεντρώνει το σύνολο των αρμοδιοτήτων της ‘πόλης’ της κρατοκεντρικής περιόδου (της ανεξάρτητης ‘πόλης’), καθώς και εκείνων που ανέδειξε η ιδιότητά του ως συστατικό μέρος της οικουμενικής κοσμοπολιτείας. Σ’αυτό ανήκει, μεταξύ άλλων, η δημοσιονομική λειτουργία, η παιδεία, η πρόνοια, η οικονομία (η επάρκεια αγαθών, ο έλεγχος των τιμών, η ανταγωνιστικότητα της αγοράς, τα κοινωφελή έργα, κλπ.), η άσκηση νομοθετικού έργου, όψεις της δικαιοσύνης , η διοίκηση των υποθέσεων της εκκλησίας και ο έλεγχος του κλήρου κλπ.
    Η διατήρηση του συστήματος των ‘κοινών’ προϋπέθετε τη διατήρηση των ανθρωποκεντρικών τους θεμελίων, προεχόντως της ‘χρηματιστικής’ οικονομίας, του συν-εταιρικού συστήματος και του ιδιοκτησιακού καθεστώτος που προσιδιάζει σ’ αυτήν. Τα θεμέλια αυτά απολήγουν στην αναγνώριση της ατομικότητας, δηλαδή της ελευθερίας των μελών της κοινωνίας και εντέλει στη δημοσιονομική τους ευθύνη.
    Η δημοσιονομική ευθύνη συνδυάζεται με το ‘αλληλέγγυον’ των κατοίκων της πολιτείας και συνεπώς με τη μη αρμοδιότητα του κέντρου σε ένα έκαστο από τα μέλη της. Με απλούστερη διατύπωση, ο πολίτης του ‘κοινού’ δεν αναγνωρίζεται ως άμεσος, δηλαδή προσωπικά υπεύθυνος έναντι της οθωμανικής εξουσίας, όχι διότι είναι δουλοπάροικος αλλ’επειδή δημοσιονομικός συνομιλητής της είναι το ‘κοινό’. Η αρμοδιότητα της κεντρικής εξουσίας εξαντλείται, όπως άλλοτε στην οικουμενική κοσμοπολιτεία, στην επιμέτρηση του φόρου που αναλογεί σε κάθε ‘κοινό’. Το ‘κοινό’ διαχειρίζεται τη δημοσιονομική λειτουργία, αποφασίζει για την κατανομή του φόρου στα μέλη του, τις τυχόν φοροαπαλλαγές κλπ.

Θεμέλιο του ιδιοκτησιακού συστήματος, που επιβεβαιώνει τον ‘ιστορικό συμβιβασμό’ είναι το τιμάριο. Ο σουλτάνος, κάτοχος δεσποτικής εξουσίας, διατηρεί την τυπική ιδιοκτησία (είδος ψιλής κυριότητας) που τον νομιμοποιεί να φορολογεί κλπ τους υπηκόους. Οι τελευταίοι όμως διατηρούν μιαν εμπράγματη σχέση με τη γη, είναι νομείς της και αποκλειστικά υπεύθυνοι για την οργάνωση της παραγωγής. Ακόμη και στο τσιφλίκι η θέση του χωρικού παραμένει ενοχική, δηλαδή συμβατική και υπό μιαν έννοια συν-εταιρική με πρόσημο την καλλιέργεια της γης. Ο καλλιεργητής δεν μεταβάλλεται σε αντικείμενο ιδιοκτησίας του τσιφλικά (του οποίου η σχέση με τη γη είναι εξίσου συμβατική) ούτε δεσμεύεται στη γη. Ώστε, το τσιφλίκι δεν παρήγαγε δουλοπαροικία – δεν έγινε φέουδο – και, παρά την περί αντιθέτου βεβαιότητα, απαντώνται σ’ αυτό δείγματα ‘κοινοτικής’ συσσωμάτωσης .
Η ανάδειξη της ανθρωποκεντρικής φύσης της κοινωνίας του ‘κοινού’ θα ήταν ατελής χωρίς τη συνεκτίμηση της λεγόμενης ‘συντροφίας’ (των ‘συναφιών’). Τα ‘συνάφια’ αποδίδουν το σύστημα οργάνωσης της εργασίας ή της σχέσης εργασίας και κεφαλαίου που καθιερώθηκε, σταδιακά με την οικουμενική μετάλλαξη του ελληνικού κοσμοσυστήματος, προκειμένου να υπηρετήσει την επανένταξη των πολιτών στην οικονομική διαδικασία με όρους μη εξαρτημένης εργασίας, ιδίως στον χώρο της μη αγροτικής ‘χρηματιστικής’ οικονομίας. Η μετάβαση από το δημοκρατικό πρόταγμα της ‘κοινωνίας της σχόλης’ στην ‘εταιρική κοινωνία’ θα συντελεσθεί σχετικά σύντομα. Κατά την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο θα ολοκληρωθεί εντούτοις η κυριαρχία της συν-εταιρικής εργασίας στο σύνολο της οικονομικής διαδικασίας έτσι ώστε να μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι ήδη από τις αρχές του Βυζαντίου το σύστημα της ‘ώνιας εργασίας’ (ή ‘ώνιας δουλείας’) έχει πλήρως υποχωρήσει.

Τα ανωτέρω ολίγα συνομολογούν ότι τα ανθρωποκεντρικά θεμέλια του ελληνικού κοσμοσυστήματος εμφανίζουν μια ενδιαφέρουσα εξελικτική τροχιά, η οποία συνεχίζει και καταγράφεται ανάγλυφα στο πλαίσιο των ‘κοινών’ της οθωμανοκρατίας.

3. Μορφολογία των ‘κοινών’
Η αρχή της πολιτειακής αυτοσυγκρότησης των ‘κοινών’ συνδυάζεται προφανώς με τις πραγματικότητες της κοινωνίας τους. Η αγροτική ή αστική ιδιοσυστασία της κοινωνίας του ‘κοινού’, ο βαθμός ανάπτυξης της ‘χρηματιστικής’ οικονομίας, η παραγωγική ιδιαιτερότητα της περιοχής, οι ‘συμβάσεις’ με την κεντρική εξουσία, υπαγορεύουν, πέραν του αναπτύγματος των δράσεών του και το είδος της πολιτείας. Η γεωγραφική και παραγωγική δομή μιας περιοχής και μάλιστα η ιστορικότητά της οδηγεί συχνά σε συναρθρώσεις των ‘κοινών’, με τη μορφή είτε συμπολιτειακών ενώσεων είτε επάλληλων βαθμίδων αυτονομίας. Ειδικότερα:
– Το πρωτογενές ‘κοινό’ προσιδιάζει στην απλούστερη μορφή κοινωνικής συγκρότησης, όπως το αγροτικό ‘κοινό’, η ‘συνοικία’ του άστεως και το ‘συνάφι’. Τα ‘κοινά’ αυτά εγγράφονται συνήθως σε ευρύτερα πολιτειακά ή συμπολιτειακά σύνολα. Διατηρούν όμως την αυτονομία τους στο πλαίσιο του ευρύτερου ‘κοινού’ και μια αυτοτελή αναφορά στην οθωμανική εξουσία. Οι αρμοδιότητές τους είναι ίδιες αναλογικά με τις αρμοδιότητες των πλέον σύνθετων ‘κοινών’, εστιάζονται όμως στην χωρική ή κλαδική τους περιοχή και ασφαλώς στη συμμετοχή τους στις ευρύτερες συμπολιτειακές συσσωματώσεις.
– Το ‘κοινό’ του άστεως αποτελεί μια σύνθετη πολυ-πολιτειακή πραγματικότητα, η οποία συγκροτείται ανάλογα με την ‘πόλη’ από επιμέρους πρωτογενείς πολιτείες, όπως των ‘συναφιών’, την ‘συνοικιών’, των σύνοικων πολιτισμικών ομάδων (π.χ. τα ‘κοινά’ των Ελλήνων, των Εβραίων κλπ. στη Θεσσαλονίκη) και του περιβάλλοντος το άστυ αγροτικού ή μη χώρου (τα ‘κοινά’ των χωριών κλπ.). Οι αρμοδιότητες του ‘κοινού’ του άστεως αφορούν σε ζητήματα της σύνολης περιοχής ή που απαιτούν τη συνέργεια περισσοτέρων δυνάμεων.
– Η συγκρότηση των ‘κοινών’ εν είδη συμπολιτειών σε εδαφικό επίπεδο εμφανίζει μεγάλη αιτιολογική ποικιλία. Συνήθως, συγκεντρώνει τα ‘κοινά’ που περιβάλλουν ένα αστικό κέντρο, όπως στην περίπτωση της Αττικής με πρωτεύουσα την Αθήνα . Τα νησιά συνθέτουν κατά κανόνα μια συμπολιτειακή ιδιαιτερότητα με πολύ ενδιαφέρουσες μορφολογικές συνθέσεις. Το φαινόμενο της συμπολιτειακής συσσωμάτωσης είναι εξίσου σύνηθες στον ηπειρωτικό χώρο (το παράδειγμα των ‘κοινών’ του Πηλίου, της Κασσάνδρας κ.α.), με ξεχωριστή την περίπτωση της Πελοποννήσου. Χαρακτηριστικές είναι οι συμπολιτειακές ενώσεις που αναδύονται στα ‘κοινά’ με ενιαία παραγωγική βάση, όπως στα Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής, τα Μαστιχοχώρια της Χίου, τα Αμπελάκια κ.ά. Η εσωτερική άρθρωση της συμπολιτειακής ένωσης διαφοροποιείται, με την ανάπτυξη θεσμών δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας πολιτικής αυτονομίας, ανάλογα με τη δομή του χώρου, τους συσχετισμούς δύναμης κ.ά.

4. Οι πολιτείες των ‘κοινών’
Η πολιτειακή μορφολογία των ‘κοινών’ της οθωμανοκρατίας αναπαράγει θεμελιωδώς το προηγούμενο του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Η ολιγαρχική πολιτεία αποτελείται στην απλούστερη μορφή της από ένα ολιγάριθμο συνοδικό σώμα ‘γερόντων’ ή, στις πιο σύνθετες ‘πόλεις’, από ένα ευάριθμο σώμα ‘γνωρίμων’, εκλεγμένων ή μη, μέσα από το ‘κοινό’, και μια μικρότερη αριθμητικά συνοδική ηγεσία, επιφορτισμένη να ασκεί εκτελεστικά καθήκοντα. Από την ολιγαρχική πολιτεία απουσιάζει επομένως το κοινωνικό σώμα, το οποίο διατηρεί συχνά ένα απλό εκλογικό δικαίωμα. Δεν αποκλείεται όμως η ολιγαρχική πολιτεία να συγκροτεί τις ανώτερες βαθμίδες ενός ευρύτερου ‘κοινού’ (πχ η Πελοπόννησος), συνδυαζόμενη με τα επιμέρους δημοκρατικά (και μη) ‘κοινά’ που το απαρτίζουν .

Η δημοκρατική πολιτεία απαντάται επίσης, ανάλογα με τη συνθετότητα του ‘κοινού’, είτε στην απλή της μορφή που συνδυάζει τη συνέλευση του λαού (τη ‘σύναξη’ όλων ‘μικρών και μεγάλων’) με ένα εκτελεστικό σώμα (συνοδική αντιπροσώπευση) προυχόντων είτε ως ένα ‘πολυ-πολιτειακό’ ολοκλήρωμα, που εκφράζεται θεσμικά με την προσθήκη μεταξύ της συνοδικής προυχοντικής αρχής και της συνέλευσης του λαού ενός ευρύτερου σώματος όπου αντιπροσωπεύονται τα διάφορα πρωτογενή ‘κοινά’ κλπ. Η δημοκρατική αυτή πολιτεία, γνώριμη στα ‘κοινά’ με αστεακή δομή ή γεωγραφική ακτίνωση, χωρίς να αποκλείει τη συνέλευση σύμπαντος του λαού και πάντως επιφυλάσσοντάς την στα πρωτογενή ‘κοινά’, αποδίδει στο ενδιάμεσο, ευρείας εκπροσώπησης, βουλευτικό σώμα, σημαντικές αρμοδιότητες .
Η κατανομή των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στους θεσμούς εκπροσώπησης ή εξουσίας (προυχοντική αρχή ή γεροντομάζωξη) και στο κοινωνικό σώμα διαφοροποιείται ανάλογα με τους συσχετισμούς. Θεμέλιο ωστόσο του προυχοντικού συστήματος αποτελεί σε κάθε περίπτωση: η συνοδικότητα των αρχών , η αυτονομία της εντολής ενός εκάστου των προεστών και η εφαρμογή της αρχής της ομοφωνίας μεταξύ τους, εν αντιθέσει προς το κοινωνικό σώμα, ώστε να αποτρέπεται η δημιουργία ενδοπρουχοντικών ιεραρχήσεων, ο διαρκής έλεγχος και συνακόλουθα η υπαγωγή της πολιτικής πράξης στη δικαιοσύνη, το ελευθέρως ανακλητό, η εκλογή τους (από το λαό του πρωτοβάθμιου ‘κοινού’ ή αναλόγως από τους εκπροσώπους του ή τη γεροντομάζωξη), οι περιορισμένες αρμοδιότητες και η μικρή διάρκεια της θητείας τους (από 6 μήνες έως 1 έτος) κλπ. Μέτρο για τη δημοκρατική ή αντιπροσωπευτική φύση του πολιτικού συστήματος αποτελεί η κυρίως βουλευτική ή απλώς εκλογική λειτουργία της λαϊκής ‘σύναξης’. Σε κάθε περίπτωση όμως η αντιπροσώπευση ως πολιτικό σύστημα ή ως απλή αρχή είναι κατά κανόνα ολοκληρωμένη (συνοδική κλπ.).

Η εισαγωγική παραδοχή ότι το σύστημα των ‘κοινών’ και η σχέση τους με το οθωμανικό κέντρο διατήρησε θεμελιωδώς απαράλλακτη τη λογική και τις θεσμικές προδιαγραφές του ελληνικού κοσμοσυστήματος, γίνεται παραδειγματικά εναργής μέσα από την πολιτειακή τους μορφολογία και τις σταθερές της, ειδικότερα δε με τη διαπίστωση πως η δημοκρατία (η λεγόμενη ‘άμεση’ δημοκρατία) όχι μόνον δεν καταλύθηκε με τη μετάβαση στην οικουμένη, τον 4ο αιώνα, αλλ’ότι η οθωμανική της περίοδος εμφανίζει εξαιρετικές όσο και ομοθετικές αναλογίες με εκείνη των κλασικών χρόνων.
Προς την κατεύθυνση αυτή συνάδει, άλλωστε, και το περιεχόμενο της κοινωνικής δυναμικής στο πλαίσιο των ‘κοινών’, η οποία εστιάζεται πέραν της ατομικής ελευθερίας σε ζητήματα όχι απλώς δικαιωμάτων αλλά κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας: αλλού οι δυνάμεις των ‘συναφειών’ – οι εμπορευματικές και μεταποιητικές δυνάμεις – και του ‘μικρού’ λαού αντιτίθενται στις δυνάμεις του δημοσιονομικού και τραπεζικού κεφαλαίου· αλλού οι δυνάμεις της συν-εταιρικής εργασίας συγκρούονται με το σύνοικο κεφάλαιο (π.χ. στα νησιά) ή, πολύ συχνά, οι δυνάμεις της αγροτικής παραγωγής με το πολιτικο-εμπορευματικό κέντρο (Λειβαδιά, Άνδρος κ.ά.). Στις κοινωνικές αυτές αντιθέσεις συμπλέκονται οι δυναμικές που καλούν την πολιτεία να προβεί σε συνθέσεις πολιτικών, όπως σχετικά με την κατανομή των δημοσιονομικών βαρών, την πρόνοια, την παιδεία, τον έλεγχο των τιμών ή των μονοπωλιακών πρακτικών, την άσκηση της δικαιοσύνης κ.ά.

5. Από το οικουμενικό ‘κοινό’ στο κράτος έθνος
Το ζήτημα της ελληνικής παλιγγενεσίας τέθηκε με όρους όχι εθνοκεντρικούς, όπως γίνεται γενικώς αποδεκτό, αλλά κοσμοσυστημικούς. Ο Ρήγας επαγγελόταν την αποκατάσταση της ελληνικής κοσμοπολιτειακής οικουμένης – και ως εκ τούτου την αποκάθαρσή της από τις αναπόφευκτες δεσποτικές αγκυλώσεις – όπως ακριβώς και ο Αλ.Υψηλάντης, ενώ η ίδια η Επανάσταση και τα Συντάγματά της εμπνέονταν εξολοκλήρου από το διατακτικό του συστήματος των ‘κοινών’.
Η μετάβαση στο εθνοκεντρικό πρόταγμα και στο κράτος έθνος θα συντελεσθεί συντοχρόνω με την αποσάθρωση των ‘κοινών’ στον χώρο της Επανάστασης, την οριστική θεσμική προσάρτηση του νεοελληνικού κρατιδίου στο άρμα των Δυνάμεων της ευρωπαϊκής κρατικής δεσποτείας και εντέλει τη γένεση των βαλκανικών εθνικισμών.
Η εξέλιξη αυτή, ανεξάρτητα από τα κεφαλαιώδη γνωσιολογικά και μεθοδολογικά ζητήματα που εγείρει σε ότι αφορά τις κρατούσες αναγνώσεις της ιστορίας, αναδεικνύει την ουσία της διαφοράς μεταξύ του Ευρωπαϊκού και του Ελληνικού κόσμου: στον έναν, η οικοδόμηση του κράτους έθνους σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της πρωταρχικής μετάβασης από το δεσποτικό στο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα. Στον άλλον, η μετάβαση στο κράτος έθνος θα διέλθει κατ’ευθείαν από την ανθρωποκεντρική οικουμένη. Το ‘νεοτερικό’ κράτος έθνος θα αιτιολογηθεί από την ανάγκη της υπέρβασης της ‘ιδιωτικής’ και αργότερα της ‘κρατικής’ δεσποτείας και της συγκρότησης των ανθρωποκεντρικών θεμελίων της κοινωνίας. Στην πραγματικότητα όμως το κοινωνικό και πολιτικό του σύστημα αντανακλά τις πρωτο-ανθρωποκεντρικές αναζητήσεις των κοινωνιών της ευρωπαϊκής ηπείρου. Αντιθέτως, το ελληνικό κράτος έθνος θα ορθωθεί, όχι απλώς ενάντια στον οθωμανό κατακτητή αλλά ουσιωδώς κατά του συστήματος των ‘κοινών’, δηλαδή σε κοινωνίες που βίωναν ένα μετα-κρατοκεντρικό ή οικουμενικό στάδιο ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης.
Με την έννοια αυτή, το κυρίαρχο πολιτικά κράτος, το πρόσημο της ‘εθνικής’ ομοιογένειας, η κοινωνία της (συμβατικά εξαρτημένης) εργασίας, η μονοσήμαντη έμφαση στην ατομική ελευθερία και στα οροθετικά κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, για τις εξερχόμενες από τη φεουδαρχία ευρωπαϊκές κοινωνίες συνιστούσαν μείζονα πρόοδο. Για τον ελληνικό κόσμο όμως καταγράφονται ως μια πρωτοφανής από ανθρωποκεντρική άποψη οπισθοδρόμηση που επουδενί συμψηφίζεται με τη μετάβαση στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα..
Τούτο εξηγεί γιατί ως ζητούμενο για τη νεοελληνική ιδεολογία προβλήθηκε εξ αρχής όχι η ενσωμάτωση του ανθρωποκεντρικού κεκτημένου του ‘κοινού’ στο πολιτικό σύστημα του νέου κράτους ή, πολύ περισσότερο, η προβολή του στο ομόλογο πολιτειακό όχημα της μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας, του κράτους έθνους, [για παράδειγμα, η εγκαθίδρυση της δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης ή έστω της ολοκληρωμένης αντιπροσώπευσης σ’αυτό], αλλά ο υποβιβασμός του σε ‘αυτοδιοίκηση’ και μάλιστα σε θεσμικό προσάρτημα της οθωμανικής δεσποτείας (σε κοινότητα). Η αποσιώπηση της ανθρωποκεντρικής φύσης των ελληνικών κοινωνιών της οθωμανικής περιόδου και περαιτέρω η ενοχοποίηση συλλήβδην της ‘τουρκοκρατίας’ ήσαν αναγκαίες, προκειμένου να νομιμοποιηθεί το πολιτικό σύστημα του νέου κράτους και οπωσδήποτε, οι κοινωνικοπολιτικές δυσπλασίες που ανέδειξε η επιβολή δεσποτικών (π.χ. η απόλυτη μοναρχία) ή πρωτο-ανθρωποκεντρικών θεσμών (π.χ. η διχοτομία κοινωνίας και πολιτικής, η λογική της απλώς εκλογικής – αντί της αποφασιστικής ψήφου – και της ελλειπτικής αντιπροσωπευτικής αρχής, η πρόταξη του έθνους αντί της κοινωνίας ως σκοπού της πολιτικής, η αρχή της ‘εθνικής’ ομοιογένειας κ.ά.) στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.
Επικουρικά προς αυτό θα προβληθεί αργότερα το επιχείρημα της ασυμβατότητας της μικρο-κλίμακας του ‘κοινού’ προς τις ανάγκες της ‘καπιταλιστικής’ συσσώρευσης, που συνεπήγετο η μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα. Η εξομοίωση του ‘κοινού’ του ελληνικού κοσμοσυστήματος με την ‘περιφερειακή’ εκδοχή του, την κοινότητα, δεν θα διευκολύνει απλώς το επιχείρημα αυτό. Θα παρεμποδίσει κυρίως τη συνεκτίμηση της θέσης του στη νέα απογείωση της οικουμενικού τύπου ελληνικής ‘χρηματιστηριακής’ οικονομίας, ιδίως στο περιβάλλον της αναπόφευκτης για την ανθρωποκεντρική πρωτο-οικοδόμηση προστασίας από το ‘νεοτερικό’ κράτος του εσωτερικού κεφαλαίου. Οι εξελίξεις στην εποχή της ‘παγκοσμιοποίησης’, δηλαδή της μετάβασης από το κυρίαρχο στο απλώς ανεξάρτητο κράτος και η στο πλαίσιο αυτό σχετική απελευθέρωση του πλέγματος των τοπικών, περιφερειακών ή ευρύτερα πολιτισμικών αιτημάτων για αυτονομία, είναι αποκαλυπτικές της σαθρότητας του επιχειρήματος αυτού.
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για τα ‘κοινά’ της οθωμανοκρατίας δεν υπονοεί μια δυναμική επιστροφής στο κοσμοσύστημα της μικρής κλίμακας. Εντούτοις, η επανεκτίμηση του συστήματος των ‘κοινών’ – και των παραμέτρων τους – υπό το πρίσμα μιας κοσμοσυστημικής ανάγνωσης του ελληνικού κόσμου, αναδεικνύει τη μοναδικότητά τους ως παραδείγματος για την κατανόηση του ανθρωποκεντρικού σταδίου που βιώνει η ‘νεοτερικότητα’ και την αναγκαιότητά τους για έναν αναστοχασμό και μια νέα περιοδολόγηση του ενγένει ιστορικού χρόνου. Υπό την έννοια αυτή, το σύστημα των ‘κοινών’ προσφέρεται, κατά τη γνώμη μου, για την άντληση ασφαλών συμπερασμάτων για το περιεχόμενο της σύνολης ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης κι οπωσδήποτε, για τις κατευθύνσεις μιας εξέλιξης του σύγχρονου κόσμου που θα είχε ως πρόσημο την πρόοδο.

Πηγή http://contogeorgis.blogspot.com/search?q=%CE%A0%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%82+%CE%9F%CE%B8%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Π. Ήφαιστος – P. Ifestos
www.ifestos.edu.gr / www.ifestosedu.gr[email protected] / [email protected]
 Στρατηγική Θεωρία–Κρατική Θεωρία https://www.facebook.com/groups/StrategyStateTheory/
Προσωπική σελίδα https://www.facebook.com/p.ifestos
Προσωπικό προφίλ https://www.facebook.com/panayiotis.ifestos
Πολιτισμός, Περιβάλλον, Φύση, Ψάρεμα https://www.facebook.com/Ifestos.DimotisBBB
Διεθνής πολιτική 21ος  αιώνας https://www.facebook.com/groups/InternationalPolitics21century/
ΗΠΑ: Ιστορία, Διπλωματία, Στρατηγική https://www.facebook.com/groups/USAHistDiplStrat/
Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρος: Ανισόρροπο τρίγωνο https://www.facebook.com/groups/GreeceTurkeyCyprusImbalance/
Διαχρονική Ελληνικότητα https://www.facebook.com/groups/Ellinikotita/
Άνθρωπος, Κράτος, Κόσμος–Πολιτικός Στοχασμός https://www.facebook.com/groups/Ifestos.political.thought/
Κονδυλης Παναγιώτης– https://www.facebook.com/groups/Kondylis.Panagiotis/
Θολό βασίλειο της ΕΕ https://www.facebook.com/groups/TholoVasileioEU/
Θουκυδίδης–Πολιτικός Στοχασμός https://www.facebook.com/groups/thucydides.politikos.stoxasmos/
Μέγας Αλέξανδρος–Ιδιοφυής Στρατηγός και Στρατηλάτης https://www.facebook.com/groups/M.Alexandros/
Εκλεκτά βιβλία που αξίζουν να διαβαστούν https://www.facebook.com/groups/eklektavivlia/
Ειρηνική πολιτική επανάσταση https://www.facebook.com/groups/PolitPeacefulRevolution/
«Κοσμοθεωρία των Εθνών» https://www.facebook.com/kosmothewria.ifestos

ΗΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΕΝΕΡΓΕΙΑ: ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ» ΔΙΟΡΓΑΝΩΝΕΙ Ο ΔΗΜΟΣ ΒΑΡΗΣ ΒΟΥΛΑΣ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ

24 Μαρτίου, 2018

Η Αμερικανική Επανάσταση συναντά την Ελληνική Επανάσταση και το δόγμα Μονρόε. Διδάγματα.  Απόσπασμα από το Π. Ήφαιστος, Αμερικανική Διπλωματία και Στρατηγική 1776-2018 (υπό έκδοση)

24 Μαρτίου, 2018