Γεώργιος Κοντογιώργης, «Τι ρόλο οπισθοδρόμησης έπαιξε το επιχείρημα του εξευρωπαϊσμού, αντί το επιχείρημα της προόδου, για τον ελληνικό κόσμο» – «Ο ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ»

Επέλεξα να σας μιλήσω για κάτι που, δεν έχει να κάνει με την επανάσταση αυτή καθεαυτή, αλλά, με το τι ήθελαν οι Έλληνες, πώς ήθελαν να ανασυγκροτηθούν αποτινάσσοντας τον οθωμανικό ζυγό, πως δηλαδή σκεφτόντουσαν αυτό που θα αποτελούσε το μέλλον υπό μια ελεύθερη πολιτεία.

Αυτό μας εισάγει απευθείας στον προβληματισμό των Ελλήνων πριν από την Επανάσταση, και, σε ό,τι αφορά την κοινωνία και την πολιτική, μας φέρνει όμως αντιμέτωπους και με αυτά που συντελούνταν στη Δύση, στην Δυτική Ευρώπη κυρίως την ίδια αυτή περίοδο, που σημαίνει βασικά την περίοδο των μεγάλων γεγονότων της Ευρώπης, δηλαδή του διαφωτισμού και της Γαλλική Επανάστασης τον 18ο αιώνα, και, αυτή η σύγκριση μπορεί να μας δώσει πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα γιατί είναι μια σύγκριση που, επιτρέπει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Τι ήμασταν εμείς σε σχέση με την Ευρώπη αυτή την εποχή.

Πρέπει να σας πω ευθύς εξ αρχής ότι υπάρχουν δύο ερμηνείες για τον Ελληνισμό και για το τι ήθελε να δημιουργήσει για τον εαυτό του για το μέλλον. Η μια η παραδοσιακή που θεωρεί ότι υπάρχει μια αδιάπτωτη συνέχεια του Ελληνισμού, που την τοποθετούν χονδρικά την περίοδο προς το τέλος μετά το 1204, δηλαδή προς το τέλος του Βυζαντίου, και μια άλλη αντίληψη η οποία θεωρεί ότι δεν υπάρχει καμιά συνέχεια και ότι ο Ελληνισμός συγκροτήθηκε ως αποτέλεσμα της αναγεννησιακής διαδικασίας του Διαφωτισμού, της Γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή των συμβάντων στη Δυτική Ευρώπη.

Από την πλευρά μου θα ισχυριστώ ότι, ούτε η μια ούτε η άλλη άποψη εκφράζουν την πραγματικότητα. Και δεν εκφράζουν την πραγματικότητα διότι, αυτό που είναι ο Δυτικοευρωπαϊκός κόσμος την ίδια αυτή περίοδο κι αυτό που είναι ο Ελληνισμός, αντιπροσωπεύουν δυο διαφορετικούς κόσμους, που έχουν διαφορετική προέλευση και που αυτή η διαφορετική προέλευση σηματοδοτεί και τις διαφορές τους ως προς αυτό που αντιλαμβάνονται ως «πολιτεία». Ως κράτος, ως οργάνωση, κοινωνική, οικονομική και πολιτική για μια κοινωνία.

Τι συμβαίνει στη Δυτική Ευρώπη αυτήν την περίοδο; Ξέρουμε λίγο πολύ ότι ο Δυτικοευρωπαϊκός κόσμος, ξεκινάει μια πορεία, να φύγει από την φεουδαρχία, και να ανασυγκροτηθεί με τους όρους της ελευθερίας. Δηλαδή, αντί να είμαστε υποκείμενα και ιδιοκτησία κάποιου φεουδάρχη -λένε οι κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης- να γίνουμε κοινωνίες που ο καθένας θα συγκροτεί τις κοινωνίες αυτές, τα μέλη τους δηλαδή θα είναι ελεύθεροι άνθρωποι. Όπως είμαστε σήμερα. Ελεύθεροι άνθρωποι στην προσωπική μας ζωή, στις επιλογές μας για την ζωή και για την πορεία μας στο χρόνο. Ατομική και συλλογική. Τι συμβαίνει στον ελληνικό κόσμο; Στον ελληνικό κόσμο, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Οι κοινωνίες είναι συγκροτημένες ως ελεύθερες κοινωνίες. Δεν ζουν το καθεστώς της φεουδαρχίας. Και διαπιστώνουμε μάλιστα, κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία ερμηνεύουν τη Δυτική εξέλιξη. Τη Δυτικοευρωπαϊκή εξέλιξη. Ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτά; Ότι, ο ελληνικός κόσμος στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, -υπό καθεστώς επομένως εθνικής κατοχής- θεωρεί ότι έχει θεμελιώδες κοινωνίες μέσα στις οποίες ζει, αναπτύσσεται και θεωρεί ότι είναι η πατρίδα, τα «κοινά». Αυτά που στη συνέχεια κακώς αποκαλύθηκαν «κοινότητες». Δεν είναι το οθωμανικό κράτος η πατρίδα. Πατρίδα του καθενός, είναι η πόλις κράτος, δηλαδή το «κοινό». Και μάλιστα παρουσιάζουν αυτά τα «κοινά» τέτοια ομοιότητα ως προς το κοινωνικό και πολιτικός τους σύστημα με τις κοινωνίες των πόλεων κρατών της αρχαιότητας, που, μας κάνει να διερωτόμαστε, «τα ανακάλυψαν ξαφνικά την περίοδο της Τουρκοκρατίας;…» ή μήπως τα συναντάμε σε διάρκεια κι αυτό συγκροτεί τη συνέχεια του ελληνισμού; Εξαιτίας του γεγονότος δηλαδή ότι δεν άλλαξε ο χαρακτήρας των κοινωνιών του ελληνισμού και ήταν κοινωνίες με ελευθερία. Που σημαίνει από την άλλη μεριά και κοινωνίες που, αναπτύσσουν δραστηριότητες που υποστηρίζουν την ελευθερία. Όπως το εμπόριο, όπως η μεταποίηση, όπως η γνώση, τα γράμματα -που είναι αναγκαία για το εμπόριο και λοιπά- κι ένα αντίστοιχο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα. Όπου υπάρχουν δημοκρατικά «κοινά»/κοινότητες, έχουν με όρους ταυτολογίας το σύστημα που συναντάμε στην Αθήνα της εποχή του Περικλή. Τις ίδιες αρχές. Το ίδιο όπου συναντάμε ολιγαρχίες. Όπως ακριβώς την εποχή που δεν είχαμε ένα κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, άλλο ήταν η Σπάρτη, άλλο η Αθήνα, άλλο η Θήβα και ούτω καθεξής, έτσι και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας έχουμε αυτή τη διαφοροποίηση.

Επομένως, είναι διαφορετικό το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα που επιδιώκει κάποιος που εξέρχεται από τη φεουδαρχία, από κάποιον που ζει το πολιτειακό και κοινωνικό γεγονός με ελευθερία. Γι΄αυτό και βλέπουμε λοιπόν, τις διαφορές οι οποίες υπάρχουν την περίοδο αυτή, μεταξύ των Ελλήνων και μεταξύ των Δυτικοευρωπαίων τόσο σε επίπεδο στοχασμού όσο και σε επίπεδο κοινής οργάνωσης των πραγμάτων. Πού συναντιόνται οι δύο αυτοί κόσμοι; Στο επίπεδο της ελληνικής γραμματολογίας. Τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα διαβάζουν και οι μεν, τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα διαβάζουν και οι δε. Η διαφορά είναι ότι οι μεν Δυτικοί τον διαβάζουν προκειμένου να εμπνευστούν για την κοινωνία του μέλλοντος, -είτε είναι συντηρητικοί, είτε ριζοσπάστες όπως οι Ιακωβίνοι- επιλέγουν όμως ένα σύνταγμα ακόμα και οι ριζοσπάστες, που δεν είναι δημοκρατικό, είναι το πολίτευμα του Σόλωνα. Ο Σόλωνας για πρώτη φορά καθιερώνει την καθολική ψηφοφορία των αντρών. Και, εγκαθιδρύει ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο είναι ημι-αντιπροσωπευτικό. Του επιτρέπει να έχει πλήρη αυτονομία, δηλαδή να κατέβει ολόκληρη η κοινωνία της Αθήνας στην πλατεία, ή ολόκληρη η ελληνική κοινωνία στην πλατεία Συντάγματος σήμερα, μπορεί ο πρωθυπουργός να πει, όπως μπορούσε και ο Σόλωνας να πει, ότι αυτός θεωρεί ότι είναι άλλο το συμφέρον του κράτους, της πόλεως, του έθνους κι επομένως ακολουθεί τη δική του πολιτική. Είναι υποχρεωμένος όμως επειδή εκλέγεται να λαμβάνει και υπόψιν κάποιες παραμέτρους. Αυτό είναι το σύστημα στην ακραία μορφή, στην πιο ριζοσπαστική, που υιοθετούν οι ριζοσπάστες της Γαλλικής Επανάστασης και του διαφωτισμού. Ο βασικός τους προβληματισμός είναι πώς θα βγουν από τη φεουδαρχία. Πώς θα φτιάξουν αρχικά ένα σύστημα το οποίο θα κάνει πιο ήπια την απόλυτη μοναρχία που κυριαρχεί αυτή την εποχή και γι΄αυτό βλέπουμε τον Μοντεσκιέ παραδείγματος χάρη, που εισάγει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Που την έχουμε αποθεώσει σήμερα, θεωρώντας ότι είναι η αρχή της δημοκρατίας. Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, λέει, να μην κατέχει ο μονάρχης όλες της αρμοδιότητες, αλλά να τις μοιράσουμε μέσα στο κράτος. Δε λέει να μεταβάλλουμε τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Αυτή τη θέλουμε ίδια. Η κοινωνία να είναι εκτός συστήματος, ένας ιδιώτης, το πολιτικό σύστημα να κατέχεται από το κράτος. Και, οι πιο προοδευτικοί, οι οποίοι εισάγουν, επεξεργάζονται εκείνοι την εποχή, και στην πραγματικότητα θα εγκαθιδρυθεί μόλις στο τέλος του 20ου αιώνα, το σύστημα του κράτους έθνους. Ένα πολιτικό σύστημα δηλαδή μια ημι-αντιπροσωπευτική/προ-αντιπροσωπευτική χροιά, όπως είναι το σημερινό πολιτικό σύστημα. …………… Μόνο μετά τον ψυχρό πόλεμο αυτό έχει γίνει αδιαμφισβήτητο στην εποχή μας. Το ίδιο συμβαίνει και στον τρόπο που αντιλαμβάνονται το έθνος. Που σημαίνει τη συνείδηση του ότι ανήκουμε σε μια κοινωνία και θέλουμε πολιτικά να συγκροτηθούμε. Στην περίοδο αυτή, στη Δυτική Ευρώπη, και, στην εποχή μας κυριαρχεί επίσης η αντίληψη ότι, το έθνος δεν είναι μια συνειδητή οργανική κατάσταση μιας ανθρώπινης κοινωνίας, αλλά ότι είναι μια κατασκευή, μια επινόηση του κράτους προκειμένου να αποσπάσει την κοινωνία από την πρόσδεσή της στο μονάρχη και να προσδεθεί στο κράτος. Να υποστηρίζει δηλαδή το κράτος να τον νομιμοποιεί. Αυτό περιέχει μια πονηριά. Η οποία πονηριά έγκειται στο ότι, μας δηλώνει ότι η κοινωνία δεν μπορεί να έχει δική της ταυτότητα, αλλά ότι υπάρχει ως έθνος επειδή έρχεται να υπηρετήσει το συγκεκριμένο κράτος. Στην πραγματικότητα το πολιτικό σύστημα του κράτους αυτού που είναι το σύστημα της πολιτικής κυριαρχίας κατέχει το σύνολο της πολιτικής αρμοδιότητας και άρα, το κράτος αυτό ορίζει τι είναι εθνικό και τι δεν είναι. Αποφασίζει δηλαδή για το συμφέρον μας και τη συνείδησή μας. Εκείνο που δεν αποδέχεται λοιπόν η αντίληψη ότι έθνος είναι το να ανήκουμε σε ένα κράτος, είναι να αναλάβουμε εμείς την αρμοδιότητα να προσδιορίσουμε τι είναι εθνικό συμφέρον και τι δεν είναι. Διότι, μπορεί να βλέπουμε σήμερα τις πολιτικές δυνάμεις να διαγκωνίζονται μεταξύ τους, αλλά όταν τίθεται το ζήτημα της ουσίας του πολιτικού συστήματος, του τι θα υπηρετήσει, τι σκοπό θα υπηρετήσει –το βλέπουμε με τη σημερινή κρίση- τότε εκεί διακρίνουμε ότι, ο βασικός αντίπαλος ο θεμελιώδης εχθρός είναι η κοινωνία. Η κοινωνία δεν πρέπει να εισέλθει στο πολιτικό σύστημα και άρα να έχει αποφασιστικό λόγο στην πολιτική διαδικασία. Μπορεί να διαδηλώνει για να πιέσει την κοινωνία, αλλά δεν μπορεί να διαδηλώνει για να πάρει η ίδια, να αναλάβει η ίδια την αρμοδιότητα του εντολέα. Σήμερα την ιδιότητα του εντολέα, σύμφωνα με την ιδέα του διαφωτισμού για το τι είναι δημοκρατία, την κατέχει το κράτος, όπως κατέχει και την ιδιότητα του εντολοδόχου. Αυτό λοιπόν είναι το πρόβλημα. Τι μας λέει λοιπόν ο ελληνικός κόσμος την εποχή αυτή; Τι σκέφτεται; Αυτά σκέφτεται; Πώς θα φτιάξει, θα διώξει τον Οθωμανό κατακτητή και θα δημιουργήσει στη θέση του μια απόλυτη μοναρχία, όπως έγινε με τους βαυαρούς παραδείγματος χάρη; Μήπως σκέφτεται να δημιουργήσει ένα κράτος έθνος όπως έγινε στη συνέχεια; Σαφώς όχι. Ούτε την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προτείνει, ούτε αυτές τις λύσεις τις οποίες επεξεργάζονται οι Δυτικοί στοχαστές και στη συνέχεια θέτουν σε εφαρμογή οι Δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες. Εκείνο που κάνει και το αποκρυσταλλώνει μ΄έναν παραδειγματικό τρόπο στο σύνταγμά του ο Ρήγας Βελεστινλής, ο Φεραίος, είναι να προσπαθούν να συνδυάσουν τις κοινωνίες εν ελευθερία που είναι τα κοινά, οι κοινότητες, με ένα ελεύθερο κεντρικό πολιτειακό σύστημα, το οποίο είναι το πρώτο και το τελευταίο στην ιστορία της νεότερης ανθρωπότητας αλλά και της ανθρωπότητας, θα συνδυάζει αυτό που συντελούνταν με αφετηρία τη Δυτική Ευρώπη αυτή την εποχή, δηλαδή την ελεύθερη κοινωνία με τη δημοκρατία. Αυτό σημαίνει άμεση δημοκρατία. Να διευκρινίσω εδώ ότι, δεν υπάρχει άμεση και έμμεση δημοκρατία. Η δημοκρατία είναι σύστημα. Ως σύστημα είναι πράγμα. Ή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Όπως δεν υπάρχει ένα έμμεσο ξύλο, ένας έμμεσος άνθρωπος, έτσι δεν υπάρχει και ένα έμμεσο σύστημα. Ή είναι ή δεν είναι. Τα συστήματα όπως και τα πράγματα είναι ή δεν είναι κάτι. Δεν είναι λοιπόν η έμμεση δημοκρατία, δεν είναι καν αντιπροσωπευτικό σύστημα. Και βεβαίως, άλλο αντιπροσώπευση, άλλο δημοκρατία. Ο Ρήγας λοιπόν, αυτό που προτείνει είναι, την δημοκρατία στα κοινά και στις περιφέρειες και συγχρόνως τη δημοκρατία στο σύνολο. Δηλαδή, στο κεντρικό πολιτικό σύστημα. Σε τι διαφέρει απ΄αυτό που μετά τον Αλέξανδρο και μέχρι την άλωση του Βυζαντίου έχουμε στον ελληνικό κόσμο ως πολιτειακό σύστημα; Αυτό το είχαν αποκαλέσει «κοσμόπολη». «Κοσμόπολις» ήταν ο συνδυασμός των πόλεων κρατών, που τώρα εντάσσονται σε ένα κοσμοκράτος, δηλαδή σε ένα κράτος που περιλαμβάνει τις πόλεις κράτη και συγχρόνως έχει και ένα πολιτικό σύστημα το οποίο ρυθμίζει ό,τι περισσεύει απ΄αυτές. Παραδείγματος χάρη σήμερα την διεθνή οικονομία τη ρυθμίζουν οι μεγάλες δυνάμεις. Με συνέργεια ή με επιβολή. Η «κοσμόπολη» έλεγε ότι, αντί τη δύναμη θα συγκροτήσουμε σχέση εξουσίας. Δηλαδή κανόνες οι οποίοι όπως και μέσα στο κράτος δεν θα επικυρώνονται ή δεν θα διαμορφώνονται από την δύναμη αλλά θα διαμορφώνονται από ένα προαποφασισμένο κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εντάσσεται και η δύναμη. Υπάρχει λοιπόν μια πολύ μεγάλη διαφορά διότι το ένα εισάγει τη δύναμη ως προϋπόθεση για τις ανθρώπινες σχέσεις, το άλλο εισάγει την ελευθερία και τον κανόνα τον οποίο γνωρίζουμε όλοι και τον οποίο εάν τον παραβούμε μας τιμωρούν. Αυτή λοιπόν είναι η διαφορά. Η «κοσμόπολη» όμως αυτή, είχε ως κεντρικό πολιτικό σύστημα, στο τέλος όταν ολοκληρώθηκε, τι; Μια πόλη που λειτουργούσε ως πρωτεύουσα. Η Κωνσταντινούπολη, ήταν η βασιλεύουσα πόλη, η μητρόπολη που συγκροτούσε το κεντρικό πολιτικό σύστημα. Ο Ρήγας λοιπόν έρχεται και μας λέει, “δεν θέλουμε πια αυτό”, θέλουμε το σύστημα των πόλεων διότι ο καθένας στη μικρή θεμελιώδη του κοινωνία θα αυτοκυβερνιέται και θα καθορίζει τα δικά του, στη περιφέρειά του επίσης, αλλά θέλουμε εκτός απ΄αυτό και το σύνολο κράτος, η επικράτεια, να αυτοκυβερνιέται επίσης. Δηλαδή, να συμμετέχουν όλα τα μέλη της κοινωνίας, οι «κοσμοπολίτες» όπως τους λέγανε, -η έννοια του «κοσμοπολίτη» δεν είναι αυτό που είναι σήμερα, που νοείται σήμερα, ότι δηλαδή είμαστε ελεύθεροι και κυκλοφορούμε στον κόσμο και, επομένως δεν έχουμε θεσμική ιδιότητα- «κοσμοπολίτης» ήταν ο πολίτης της Κοσμόπολης, του κράτους δηλαδή που υπερείχε, του Βυζαντίου παραδείγματος χάρη, της Ρώμης παραδείγματος χάρη, ήταν πολίτης της πόλης όπου ανήκε και πολίτης της κοσμόπολης. Κοσμοπολίτης. Αυτό λοιπόν, το θέλει σήμερα ο Ρήγας να είναι στο σύνταγμά του ένα κεκτημένο όλων των μελών της κοινωνίας. Εγώ είμαι πολίτης του μικρού χωριού της πόλης μου, είμαι πολίτης της περιφέρειάς μου, που αυτοκυβερνιώμαι -δεν ορίζω αντιπροσώπους να με κυβερνούν- αλλά, είμαι επίσης και πολίτης της σύνολης πολιτείας, του κράτους. Και, αυτό ακριβώς είναι αν θέλετε το καινούργιο παράδειγμα το οποίο βεβαίως παρακάμφτηκε από τις Δυτικές κοινωνίες, διότι δεν προσιδίαζε με την εποχή τους. Δεν μπαίνει κανείς στην δημοκρατία όταν απλώς απελευθερώνεται απ΄τη φεουδαρχία. Επιδιώκει, όχι αυτό που επαγγέλλεται δημοκρατία, που είναι η ατομική, η κοινωνική και η πολιτική ελευθερία, αλλά, αυτό που επαγγέλλεται η πρώιμη εποχή της ελεύθερης κοινωνίας, δηλαδή απλώς την ατομική ελευθερία. Η απόσταση είναι τεράστια. Ο Ρήγας λοιπόν, αυτό έρχεται να μας υποδείξει. Ως προς το πολιτικό σύστημα. Το δεύτερο που έρχεται να μας υποδείξει ως προς σ΄αυτό που αποκαλούμε «έθνος», είναι όπως θα το έλεγα η «πολυσημία» του. Αναγνωρίζει δηλαδή ότι έθνος δεν είναι η ιδιότητα το να αναφέρομαι σε ένα ιστορικό παρελθόν και να ανήκω σε ένα κράτος το οποίο θα με αποδίδει αυθεντικά 100%. Το έθνος το συνδυάζει με την ελευθερία κι όχι το ανήκειν. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι, αντιλαμβάνεται το έθνος ως το λαό στο σύνολό του, ο οποίος αν θέλει εσωτερικά να αυτοθεσμείται, που σημαίνει να φτιάχνει τη δική του πολιτεία μέσα στο συνολικό κράτος, μπορεί να το κάνει. Και, εάν θέλει να έχει τη δική του ταυτότητα, μπορεί να την έχει και να την διαχειρίζεται ο ίδιος. Η ολότητα δηλαδή που ανήκει στην ταυτότητα αυτού. Και, εάν θέλει επίσης να οργανώνεται πέραν αυτής και να δημιουργεί προεκτάσεις μεταφοράς της ιδιότητας του πολίτη απ΄τη μια περιοχή στην άλλη, να μπορεί να το κάνει εσωτερικά. Αυτό είναι η ελληνική κληρονομιά της έννοιας της ταυτότητας. Της συλλογικής ταυτότητας. Που λέει ότι, την ταυτότητά μας, δε μας τη φτιάχνει το κράτος. Το κράτος έρχεται να την οικειοποιηθεί για το δικό του σκοπό. Η ταυτότητα, όπως η ατομική μας ταυτότητα του τι είμαστε εμείς σε σχέση μετ τους άλλους, τι ορίζουμε αν ρωτήσουμε κάποιον, πώς ορίζει τον εαυτό του, θα σας δώσει πέντε στοιχεία ή δέκα τα οποία αναγνωρίζει στον εαυτό του και, είτε αληθινά είτε όχι δεν έχει σημασία. Και, τα οποία αντιδιαστέλλονται με αυτά που αποτελούν διαφοροποιά στοιχεία του άλλου. Μπορεί οι διαφορές να είναι ανύπαρκτες, αλλά η ταυτότητα δεν έχει να κάνει μόνο με τις διαφορές. Έχει να κάνει με τη διαφορετική συνείδηση. Άρα, η ταυτότητα υπάρχει εκεί που υπάρχει ελεύθερος άνθρωπος. Αυτός που δεν είναι ελεύθερος όπως ο δουλοπάροικος, έχει την ταυτότητα του αφεντικού του. Δεν θα τον ρωτήσουν “ποιος είσαι;”, “τι αντιπροσωπεύεις;”, αλλά “σε ποιον ανήκεις;”. Εδώ λοιπόν είναι το καίριο ζήτημα. Ο Ρήγας έρχεται να μας πει, ότι δεν πρέπει να ισχύσει αυτό που έλεγαν οι άνθρωποι του διαφωτισμού, η αρχή της «ομοιογένειας», να μην υπάρχει διαφορετικό, να αναγνωρίζονται όλοι ως πολίτες και να μην υπάρχει διαφορετική συγκρότηση ανάλογα με τις επιμέρους ταυτότητες αλλά μια πολιτική εξουσία, ένα ενιαίο κράτος και τίποτε πέραν αυτού, έρχεται να μας πει λοιπόν ότι αυτό δεν το αναγνωρίζει διότι είναι ανελεύθερο. Ότι λέγαν οι αρχαίοι, ότι δε φτιάχνανε ένα ενιαίο κράτος –και γι΄αυτό αντιτάχθηκαν στο κράτος του Αλέξανδρου- διότι, θεωρούν ότι είναι πράξη ανελευθερίας να στερηθούν αυτή την πολυσημία της ελευθερίας που είχαν. Ο Ρήγας λοιπόν, εγκαθιδρύει δύο, τρία ή περισσότερα επίπεδα ταυτότητας. Στη κορυφή υπάρχει αυτό που ενοποιεί το σύνολο, η ελληνική ταυτότητα. «Έλληνες», όπως και όλοι οι άλλοι Έλληνες και όχι μόνο της εποχής –τον 18ο αιώνα δηλαδή και τον 19ο αιώνα- θεωρούσαν ότι ήσαν , όχι μόνον οι Έλληνες στην καταγωγή, αλλά και οι ελληνίζοντες, δηλαδή οι Βούλγαροι –τους αναφέρει ρητά- οι Ρουμάνοι, οι Αλβανοί, όλοι όσοι ανήκουν στο πεδίο της ελληνικής πολιτικής περιοχής. Ό,τι ήταν ο ελληνισμός, το έθνος το ελληνικό από την αρχαιότητα, από την εποχή που ο Ισοκράτης όρισε ότι έθνος των Ελλήνων, Έλληνες είναι οι μετέχοντες της ελληνικής παιδείας. Ελληνικής παιδείας, όχι της παιδείας της μάθησης, αλλά της παιδείας ως πολιτισμού, δηλαδή ως τρόπου ζωής. Ελευθερίας με ό,τι αυτό συγκροτεί ως δημιουργία στον πολιτισμό και στις ελευθερίες. Αυτό λοιπόν είναι το κλειδί για να ερμηνεύσουμε αυτό που αντιλαμβάνεται ο Ρήγας. Ότι, όλοι έχουν τη δική τους ταυτότητα, αλλά, υπάρχει η ενοποιός ταυτότητα του έθνους που είναι η ελληνική. Και μάλιστα, λαμβάνει πρόνοια ώστε, να ενισχύεται ο πατριωτισμός αυτής της ταυτότητας. Προνοεί τη δημιουργία -τη γενίκευση μάλλον, το μοναδικό σχολικό εκπαιδευτικό σύστημα που υπήρχε και μάλιστα κοσμικό για αυτή την εποχή, ήταν το ελληνικό- προνοεί να είναι παντού και να είναι καθολική παιδεία που να περιλαμβάνει και τις γυναίκες! Όπως, οι γυναίκες προνοείται να στρατεύονται! Ουσιαστικά δηλαδή, εισάγει την ισότητα των ανδρών και των γυναικών σε μια εποχή που, η Γαλλική Επανάσταση όπως ξέρουμε αποφάσιζε ότι οι γυναίκες δεν είναι άνθρωποι και συνεπώς δε μπορούν να έχουν το δικαίωμα του πολίτη. Δεν εφαρμόστηκε ποτέ ούτε και ως προς τους άνδρες. Η καθολική ψήφος υιοθετήθηκε, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, μόλις, στις παραμονές του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Ρήγας λοιπόν, προνοεί αυτό. Αυτό είναι το ριζοσπαστικό αν θέλετε στοιχείο, διότι, η ιδιότητα του πολίτη και της ψήφου υπάρχει ήδη στα κοινά κι ο Ρήγας δεν έρχεται να δημιουργήσει ένα σύστημα για το μέλλον. Έρχεται να δημιουργήσει ένα σύστημα που αναπαράγει το παρόν. Που αποδίδει το παρόν. Γι΄αυτό και δεν μιλάει για απελευθέρωση της κοινωνίας απ΄τη φεουδαρχία, μιλάει για την ανασυγκρότηση των κοινών με όρους δημοκρατίας, όλα –αντί να είναι ορισμένα και ορισμένα όχι- και, την ανασυγκρότηση με την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, του κεντρικού πολιτικού συστήματος με όρους δημοκρατίας. Και επίσης, το κράτος του Ρήγα έχει εδαφικά όρια, όσα και η φιλοδοξία και η πραγματικότητα του ελληνισμού της εποχής. Και σ΄αυτό αποδίδει τις πραγματικότητες αυτές. Περιλαμβάνει δηλαδή το σύνολο της οθωμανικής αυτοκρατορίας και επίσης ένα μέρος που ξεφεύγει από αυτήν και που θεωρεί ότι είναι στον ελληνικό ζωτικό χώρο. Είναι στην πραγματικότητα ο ζωτικός χώρος που, ιππεύει σε τρεις αυτοκρατορίες κατά ένα μέρος –το μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής αλλά και στις παριφές της ρωσικής και της αυστριακής- διότι έως εκεί δέσποζαν οι ελληνικές κοινωνίες της εποχής και οικονομικά με μια αστική τάξη που δεν συγκρίνεται με τις εθνικές αστικές τάξεις, είναι οικουμενική για την εποχή εκείνη, με μια πνευματική τάξη η οποία συγκρίνεται με τις πιο ανεπτυγμένες και τις πιο μεγάλες χώρες της εποχής αυτής, και, βεβαίως με ένα υπόβαθρο κοινωνικό, ανθρωποκεντρικό όπως θα το λέγαμε, δηλαδή βασισμένο στην ελευθερία που δεν έχει να το επιδέξιε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα για την εποχή.

[Διακρίνω τον ελληνικό ζωτικό χώρο που περιλαμβάνει την οθωμανική αυτοκρατορία και ορισμένες παρυφές, ας πούμε τη Μάλτα. Και υπό ένα ερωτηματικό, ακόμα και τη Νότια Ιταλία. Δηλαδή, περιοχές που θεωρεί –και θεωρούν όλοι οι έλληνες την εποχή αυτή- ότι ανήκουν στον ελληνικό ζωτικό χώρο και είναι έλληνες. Απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, Όχι αιματολογικά. Γιατί αυτό που συμβαίνει που ακόμα και σήμερα δεν το έχουμε αντιληφτεί, είναι ότι έχουμε μια επιστροφή από μια αντίληψη έθνους-κομοσυστήματος, που υπερβαίνει το αιματολογικό σε μια πρωτόλεια εποχή που είναι η εποχή της μετάβασης από την φεουδαρχία στην κοινωνία των ελευθεριών, που εκεί, το συλλογικό συγκροτείται με βάση το αιματολογικό στοιχείο. Διότι αυτό που αντιλαμβάνεται ο κοινός άνθρωπος είναι, την οικογένεια. Όπως στην οικογένεια δεν αναγνωρίζουμε το νόθο τέκνο, διότι αιματολογικά δε μας βγαίνει, έτσι συμβαίνει και με τα έθνη που πρωτοσυγκροτούνται. Αλλά, αυτό το είχε ξεπεράσει ο ελληνικός κόσμος απ΄τον 5ο αιώνα. Ίσως και πριν. Εδώ λοιπόν, περιπίπτει σ΄αυτή την παγίδα, της αντίληψης που εισάγει ο Φαλμεράυερ μ΄αυτή τη μελέτη που παρουσίασε, που προσεγγίζει τον ελληνισμό όπως ο ελληνισμός είχε να αντιμετωπίσει τον εαυτό του από τον 5ο αιώνα. Και επομένως απ΄αυτή τη στιγμή, αρχίζει το νέο διακύβευμα που είναι οι «εθνικισμοί». Δηλαδή, η αποχώρηση των κοινωνιών που ανήκαν και το αποδέχονταν ότι ανήκαν στον ελληνικό πολιτισμικό χώρο και η ανασυγκρότησή τους με όρους κράτους έθνους. Αυτό το συναντάμε ακόμα και σήμερα στην ορολογία που έχει μείνει στον βουλγαρικό κόσμο, όπου υπάρχει η έννοια του «γραικομανούς». Οι εξελληνισμένοι δηλαδή Βούλγαροι, οι οποίοι αντιστέκονταν –όχι οι Έλληνες που ήταν εκεί- και αντιστέκονταν σ΄αυτή την αντίληψη του έθνους που ήταν η καθαρά αιματολογική και εθνοκεντρική.]

Ας δούμε λοιπόν αυτό το σύνταγμα του Ρήγα, τι προνοεί, έτσι για να διαμορφώσουμε μια μικρή εικόνα.

Είπαμε ότι ουσιαστικά είναι, η «κοσμόπολη», το «κοσμοκράτος», που περιλαμβάνει πολλές εθνότητες αλλά υπό ένα έθνος, που είναι το ελληνικό έθνος, γι΄αυτό αποκαλεί το σύστημά του «Ελληνική Δημοκρατία» και που είναι μια οικουμενική κοσμόπολη. Είπαμε επίσης ότι προνοεί την συνέχιση ύπαρξης των κοινών, των πόλεων δηλαδή, όχι τα αστικά κέντρα –δηλαδή τις θεμελιώδης κοινωνίες, τις πόλεις κράτους που απλώς τις αποκαλούν “κοινότητες” στην εποχή μας κακώς, διότι δεν είναι κοινότητες είναι κοινά.- Και δεύτερον, οι αρχές, τα αξιώματα. Χρειάζονται αξιώματα για να διαχειριστούν κάποιες υποθέσεις. Σ΄αυτή την περίπτωση, είναι όπως μας το περιγράφει ο Αριστοτέλης για την Αθηναίων Πολιτεία, είναι συνοδικά. Συνοδικές. Ποτέ προσωποπαγείς. Μια. Ένας να κατέχει ένα αξίωμα. Είναι συνοδικές. Ό,τι ήταν και μέσα στα κοινά της Οθωμανοκρατίας και πριν. Τι ξέρουμε; Οι προύχοντες. Οι προύχοντες ήταν πάντα τρεις, τέσσερις, ή πέντε, έξι, ανάλογα με το μέγεθος της πόλης –του κοινού-. Και, για να εξασφαλίζεται η ομοφωνία απαγορευόταν μεταξύ των αρχών το σύστημα της πλειοψηφίας για να μην αποκτούν αυτονομία. Και γι΄αυτό το λόγο η σφραγίδα στα κοινά της Οθωμανοκρατίας, κοβόταν σε τόσα κομμάτια όσοι ήταν οι προύχοντες και ο καθένα κατείχε ένα κομμάτι. Για να αποκτήσει ισχύ η απόφαση έπρεπε να ομονοήσουν όλοι, άρα να φέρουν τα κομμάτια της σφραγίδας και να μπει για να έχει ενότητα, αλλιώς δεν έχει ισχύ. Αυτό σήμαινε τι; Ότι αν δεν συμφωνούσαν έπρεπε να συγκαλέσουν τη μάζωξη, “μικροί και μεγάλοι” λέει, δηλαδή σημαντικοί και μη σημαντικοί, να αποφασίσουν εκείνοι. Εκεί που υπήρχε δημοκρατία. Εκεί που υπήρχε ολιγαρχία, πάλι να αποφασίσουν οι ολιγάρχες. Και, αυτό το σύστημα λοιπόν εισάγει, γιατί είναι το σύστημα που εμπνέεται από την αθηναϊκή Δημοκρατία αλλά που το ζουν οι Έλληνες στην εποχή, ο Ρήγας για να πει ότι οι αρχές οι αστικές αρχές παραδείγματος χάρη πρέπει να΄ναι συνοδικές και να εφαρμόζουν την αρχή της ομοφωνίας. Επιπλέον, η διάρκειά τους είναι μέχρι έναν χρόνο. Όχι πάρα πάνω. Για να μην αποκτούν εδραία βάση επιρροής. Και, προσθέτω επίσης, περιορισμένες αρμοδιότητες ελευθέρως ανακλητές και για την πολιτική τους πράξη υποκείμενες στην δικαιοσύνη.

Επισήμανση: Σήμερα όχι μόνον οι πολιτικοί δεν υπόκεινται στη δικαιοσύνη, -όταν δεν αναλαμβάνουν την πολιτική πράξη λέει “παράτα με”, γιατί σημαίνει… αν έχει διαπράξει το σφάλμα για το οποίο αναλαμβάνει την πράξη πρέπει να πάει στη δικαιοσύνη να πληρώσει-. Αυτή είναι η λογική του πράγματος. Οι πολιτικοί λοιπόν, δεν υπόκεινται σήμερα στη δικαιοσύνη. Οι πολιτικοί στο σύνταγμα του Ρήγα, υπόκεινται στη δικαιοσύνη. Δε μιλάμε για την ασυλία, που ο καθένας σήμερα πολιτικός μπορεί να παραβιάζει το νόμο, να υπογράφει ακάλυπτες επιταγές, ή να διαπράττει αδικήματα στην ιδιωτική του ζωή και να μην υπόκεινται στη δικαιοσύνη, αυτή είναι η έννοια της ασυλίας, αλλά αναφερόμαστε στην πολιτική πράξη την οποία βλάπτει την κοινωνία. Αυτό, ο Αριστοτέλης και ο Πολύβιος μας στο λέει με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο: τα ατομικά αδικήματα, τιμωρούνται ελαφρύτερα διότι βλάπτουν έναν. Τα πολιτικά αδικήματα τιμωρούνται αυστηρότερα διότι βλάπτουν τους πολλούς. Η αρχή είναι ότι, στη δικαιοσύνη υπόκεινται αυτός που δεν κατέχει την καθολική και την κυρίαρχη πολιτική αρμοδιότητα. Κανείς δεν νομοθετεί για να ελέγξει τον εαυτό του ή να τον υποβάλλει στη δικαιοσύνη όταν αυτός νομοθετεί.

Δεύτερον, η έννοια του πολίτη δεν είναι μια, όπως είναι σήμερα που εξομοιώνεται με τον απλό ψηφοφόρο. Αλλά είναι η έννοια του πολίτη που αυτοκυβερνιέται, η ψήφος του δηλαδή έχει αναφορά στην κυβέρνηση και όχι στην εξουσιοδότηση κάποιου να τον κυβερνήσει και πολυεπίπεδη, δηλαδή, ο πολίτης ασκεί την ιδιότητα του πολίτη στο κοινό, στην περιφέρεια, στο κέντρο και ούτω καθεξής. Το έθνος είπαμε ότι αναφέρεται σε μια πολυσημία αλλά, δεν αναγνωρίζει –όπως και ο ελληνικός κόσμος, στο σύνολό του το ελληνικό κοσμοσύστημα- την δυνατότητα να ανασυγκροτείτε μια πολιτισμική οντότητα ως ολότητα. Οι Αλβανοί, οι Βούλγαροι, οι Έλληνες και όποιοι άλλοι. Μπορούν να ανασυγκροτούνται μέσα στους θεσμούς στις πολιτείες της κοσμόπολης, δηλαδή στο κοινό, αν στη Θεσσαλονίκη παραδείγματος χάρη υπάρχουν Σλάβοι θα φτιάξουν το δικό τους κοινό μες τη Θεσσαλονίκη, αν υπάρχουν Εβραίοι το δικό τους, αν υπάρχουν Έλληνες το δικό τους, και όλοι μαζί έχουν εσωτερική αυτονομία, αλλά και συνολική στη πόλη έκφραση εκεί που υπάρχουν κοινά συμφέροντα να διαχειριστούν. Αυτό λοιπόν, είναι το σύστημα του Ρήγα. Τι μας λέει λοιπόν αυτό το σύστημα με τα σημερινά μέτρα; Ότι ήτανε τοπικό; Προφανώς όχι. Το σύστημα που δημιούργησαν οι ριζοσπάστες της Γαλλική Επανάστασης, ακόμα και οι μετριοπαθείς, εμπνεόμενοι από την πόλη της εποχής του Σόλωνα και όχι της Δημοκρατίας, ήταν τοπικό για την εποχή εκείνη. Διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις. Δεν ήξερε ο δουλοπάροικος να ψηφίσει και δεν τον ενδιέφερε. Να απελευθερωθεί ως άτομο ήθελε. Το σύστημα που πρότεινε ο Ρήγας, προσιδίαζε απολύτως στις κοινωνίες και στην οργάνωση των ελληνικών κοινωνιών της εποχής όπως προείπαμε. Απόδειξη ότι, όλα τα συντάγματα της Ελληνικής Επανάστασης, στην ίδια αρχή βασίζονται. Γι΄αυτό και δεν έχουν κεντρικές εξουσίες κυρίαρχες και άλλα. Και θα έλεγα και το πολίτευμα του Καποδίστρια, ουσιαστικά έχει αυτή τη χροιά ακόμη. Ο Καποδίστριας όμως γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε δυνατότητα την εποχή αυτή να εφαρμοστεί ένα τέτοιο σύστημα διότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν είχαν θέληση να αναγνωρίσουν αυτό το αιρετικό πολιτειακό σχήμα, έλεγε σε όλους: “να λέτε ότι το σύστημά μας είναι προσωρινό”. Να κερδίσει χρόνο.

Αυτό λοιπόν, είναι το πρόταγμα των Ελλήνων στην περίοδο αυτή. Ο ελληνισμός, δε διαχειρίστηκε καλά το ζήτημα της παλιγγενεσίας, της Επανάστασης, και γι΄αυτό, ηττήθηκε. Διότι αυτό που αποτελεί κρατικό μόρφωμα στη πραγματικότητα επιβεβαιώνει την ήττα και την κατάρρευση ενός συστήματος στο οποίο ηγεμόνευσε ο ελληνικός κόσμος και αντιπροσώπευε αυτή την πρόταση ελευθερίας από την αρχαιότητα μέχρι και τον 19ο αιώνα. Η τομή δημιουργείται ακριβώς με την επιλογή να δημιουργηθεί ένα οριακό κράτος, στο οποίο δεν ήθελαν καν οι Έλληνες να ενσωματωθούν, διότι θεωρούσαν ότι δεν τους εξέφραζε. Η αστική τάξη παραδείγματος χάρη των Ελλήνων, ήταν οικουμενική. Δεν είχε ανάγκη τα κρατικά όρια για να αντρωθεί και να προστατευτεί απ΄τις άλλες. Γι΄αυτό και διαπιστώνουμε ότι, μέχρι και τον 19ο αιώνα –θα΄λεγα μέχρι και τον 20ο, δηλαδή μέχρι το 1922- αρνείται. Αλλά και οι κυρίαρχοι του κράτους αυτού, δεν θέλουν την εθνική ολοκλήρωση. Γιατί δεν την θέλουν; Ενώ ακούμε, θα μου πείτε όλοι, ότι μιλούσανε για μεγάλη ιδέα. Έστω, η μεγάλη ιδέα δεν θέλει την ανασυγκρότηση της κοσμόπολης, αλλά ένα εθνικό κράτος που να περιλαμβάνει εδάφη που θεωρούσαμε ελληνικά για την εποχή εκείνη που κατοικούνταν από έλληνες. Γιατί δεν θέλει λοιπόν η άρχουσα τάξη, η πολιτική τάξη των Ελλήνων αυτή την εποχή, την εθνική ολοκλήρωση; Είναι πολύ απλό. Αν υποθέσουμε όχι ότι το ελληνικό κράτος ενσωμάτωνε την Κωνσταντινούπολη, τα εδάφη της Μικράς Ασίας που ήταν Σμύρνη ή Τραπεζούντα είτε τα Γιάννενα, που ήταν τα μεγάλα αστικά κέντρα. Μπορείτε να φανταστείτε σ΄αυτή την περίπτωση, τι θα σήμαινε για την άρχουσα τάξη του ελληνικού κράτους. Που ψήφιζε νόμο εναντίον τους για να προστατευτεί στα προνόμιά της. Θα γινόταν πρόεδροι κοινοτήτων, το πολύ. Διότι, οι άλλοι είχαν ισχύ και είχαν και γνώση παγκόσμια των πραγμάτων. Άρα λοιπόν, δεν είναι τυχαίο ότι, 1897 γίνεται ο πόλεμος, κηρύσσεται ο πόλεμος εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, στην πραγματικότητα ο στρατός ο ελληνικός έχει 14.000 φαντάρους, που όπως μας λέει ο Βικέλας και οι άλλοι της εποχής -όχι μόνο Έλληνες αλλά και οι ξένοι που παρακολουθούσαν τα γεγονότα- δεν φορούσαν καν άρβυλα για να περπατήσουν. Ξυπόλυτοι ήταν. Δεν είχαν όπλα. Δεν υπήρχε στρατόπεδο να τους εκπαιδεύσει. Δε γνωρίζανε να πυροβολούν με το όπλο. Οι αξιωματικοί λέει, δεν γνώριζαν να ιππεύσουν. Όχι να διεξαγάγουν πόλεμο ιππικού, αλλά να ανέβουν στο άλογο. Οι δε αρμόδιοι, οι υπουργός ναυτικών που, ήταν αρμόδιος για τα πολεμικά γεγονότα της θάλασσας, μας διηγούνται ότι, τη στιγμή που δε γνώριζε καν -διερωτόταν πού είναι ο στόλος, δεν ήξερε- είχε ουρά ολόκληρη από πελάτες του, από την περιφέρειά του, που κατέγραφε ο ίδιος λέει, με τα χέρια του, τα ρουσφέτια που του ζητούσαν. Αντιλαμβάνεστε δηλαδή ότι, δεν υπήρχε η θέληση και απλώς τους ξέφυγε ο έλεγχος, γιατί όπως ομολόγησε και ο βασιλιάς Γεώργιος είχε μπει στην ίδια τη λογική αυτή την εποχή, για να δοξάσει το διάδοχο –νόμιζε ότι, τι; Ότι η μεγάλες δυνάμεις θα μας σταματούσαν.- Κι αυτό που έκαναν οι μεγάλες δυνάμεις, μας άφησαν να εκτεθούμε για να μας ξανά σώσουν. Εκεί ήταν λοιπόν το μεγάλο πρόβλημα.

Διαπιστώνουμε λοιπόν, ότι το ίδιο συμβαίνει και στα εσωτερικά. Δηλαδή, το κράτος αυτό δεν ανταποκρίνεται στις κοινωνικές προσδοκίες. Όπως δεν ανταποκρίνεται στις εθνικές. Γιατί δεν ανταποκρίνεται; Διότι δεν έχει λόγους να ανταποκριθεί. Η κοινωνίες, οι ελληνική κοινωνία δεν είχε αιτήματα απελευθέρωσης ώστε οι σοσιαλιστές να προστρέξουν στις α΄κοινωνικές τάξεις, οι φιλελεύθεροι στις β΄ κοινωνικές τάξεις και να δημιουργήσουν μια εξωθεσμική συνάντηση. Δεν υπάρχει τέτοιο αίτημα, τέτοιο πρόβλημα. Στην ελληνική κοινωνία, το ζήτημα ήταν η βελτίωση των οικονομικών της κάθε οικογένειας. Γι΄αυτό και, το κεντρικό σύνθημα την εποχή αυτή, πέραν του διορισμού ή της πρόνοιας –που, κατέρρευσε βεβαίως και σύστημα της πρόνοιας που υπήρχε στα κοινά, έτσι;…να τους φέρουν φάρμακα- το αίτημα ήταν, έμεινε ιστορικό, της «διλοχίας». Να φέρνουν δηλαδή δύο λόχους στην περιοχή, για να κινήσει λίγο το χρήμα, την παραγωγή. Ό,τι γίνεται σήμερα, στις σημερινές κοινωνίες. Δεν υπήρχε δηλαδή σωτηριακό αίτημα για να οδηγηθούμε σε κάποιον Χίτλερε, γι΄αυτό και δεν είχαν. Ο Χαρίλαος Τρικούπης, έλεγε στο τέλος του 19ου αιώνα, ότι για να εκσυγχρονιστεί η Ελλάδα, πρέπει να απελευθερωθεί ο πολιτικός από τον πολίτη. Το πρόταγμά του ήταν η Μεγάλη Βρετανία όπου δεν υπήρχε. Το 1832, το 7% του αρσενικού πληθυσμού είχε δικαίωμα ψήφου. Βλέπετε λοιπόν ότι, δεν έβαζαν την σκέψη που έβαζε ο Ρήγας να ενσωματώσουμε την κοινωνία στο πολιτικό σύστημα ώστε, να έχει κατ΄ελάχιστον την ιδιότητα του εντολέα. Άρα να αποφασίζει αυτή τι πολιτική θα ασκήσει ο πολιτικός, αλλά πώς θα την φέρουμε στον ιδιωτικό τους χώρο, να την αναγκάσουμε δηλαδή, διότι η κοινωνία τι έκανε; Γνωρίζοντας να πολιτεύεται, διαπραγματευόταν κατά άτομο την ψήφο της. Δηλαδή οδηγηθήκαμε στο πελατειακό σύστημα και άρα στη δυσμορφία του πολιτικού συστήματος που δεν ανταποκρινόταν. Θα με ρωτήσετε, σήμερα έχει κάποια επικαιρότητα αυτό το πρόταγμα εκείνης της εποχής; Θα σας έλεγα ναι. Σε πολλά επίπεδα. Θα πω, επιγραμματικά. Πρώτα πρώτα διότι η ιδέα της συνέχειας ή της μη συνέχειας του ελληνισμού, δεν έχει να κάνει μόνο με την ιστορία μας. Έχει να κάνει με το αν επιλέγουμε μια ιδέα για την εξέλιξη που θα είναι προοδευτική, άρα που θα ανοίγει την κοινωνία και το κράτος στην ελευθερία και στην ευημερία, ή στη χειραγώγηση όπως γίνεται και σήμερα. Αυτό, εάν το δούμε με όρους ελληνικού κόσμου, σημαίνει ότι η αναδρομή σ΄αυτόν δεν σημαίνει να επιστρέψουμε σ΄αυτόν, αλλά να προβάλουμε στο μέλλον το παράδειγμά του. Κι αυτό δεν θέλουν. Διότι αν αυτό το κάνουμε, σημαίνει ότι αυτοί που κατέχουν σήμερα το σύστημα, θα βρεθούν σε μια θέση η οποία δεν θα είναι αυτή που εύχονται μέσα στις παρούσες συνθήκες. Δες τε τη σημερινή κρίση. Να δείτε τη χρησιμότητα αυτού του παραδείγματος. Γιατί υπάρχει; Γιατί δημιουργήθηκε η σημερινή κρίση στον κόσμο; Η χρηματοπιστοτική όπως λέγεται. Είναι κατεξοχήν πολιτικό το ζήτημα. Διότι αυτονομήθηκε η αγορά και έγινε πολιτικά κυρίαρχη και ανέτρεψε την παραδοσιακή ισορροπία που ήταν μεν εξωθεσμική, αλλά, ανέτρεψε την παραδοσιακή ισορροπία μεταξύ κράτους, κοινωνίας και αγοράς. Το κράτος έγινε ένας μοχλός ικανοποίησης βασικών αιτημάτων της αγοράς, η αγορά –όταν μιλάει για αυτορρύθμιση σημαίνει να ρυθμίζει με όρους ισχύος τους κανόνες οι οποίοι θα διέπουν τη σχέση με το κράτος και την κοινωνία, που σημαίνει η κοινωνία, έμεινε έξω από τους δύο αυτούς συντελεστές που κινούν τα νήματα σε μια εποχή. Και, τι σημαίνει αυτό; Ότι αν δεχθούμε πως η κοινωνία, η αγορά και το κράτος υπάρχει επειδή υπάρχει η κοινωνία –δε μπορούμε να διανοηθούμε ελληνική αγορά και ελληνικό κράτος αν δεν υπάρχει ελληνική κοινωνία- το ερώτημα είναι, πού θα συναντηθεί. Άρα ποιος θα βάλει τους κανόνες. Και τους κανόνες της λειτουργίας της αγοράς και τους κανόνες λειτουργίας του κράτους, άρα το σκοπό που θα υπηρετεί το κράτος, και, βεβαίως τους ίδιους τους κανόνες που μπορούν να αποτελέσουν ρυθμιστικό παράγοντα για την αναδιανομή του οικονομικού προϊόντος.

Αυτά και μόνο τα ολίγα, μπορούν να μας δώσουν μια ιδέα για το πού πηγαίνει ο κόσμος, αλλά κυρίως πώς μπορεί κανείς να εμπνευστεί ώστε, ειδικά για την ελληνική κοινωνία, να σκεφτεί τι αρνητικό ρόλο, τι ρόλο οπισθοδρόμησης έπαιξε το επιχείρημα του εξευρωπαϊσμού, αντί το επιχείρημα της προόδου. Γιατί ενοχοποιήθηκε το παρελθόν, ότι για όλα φταίει η Τουρκοκρατία, όταν, υπό καθεστώς εθνικής κατοχή κυριαρχεί ο ελληνικός κόσμος σε τρεις αυτοκρατορίες, ενώ ως ελληνικό κράτος δεν κατορθώνει να δημιουργήσεις ούτε καν μια στοιχειώδη οικονομική ανάπτυξη κι ένα ισόρροπο κράτος; Αυτό δε μας βάζει σε μια απορία να διερωτηθούμε, μήπως κάτι κρύβουμε ως προς αυτό; Την μη ανταποκρισιμότητα του κράτους αυτού προς τη δυναμική αυτής της κοινωνίας κι αυτό που εκφράζει; Όχι για να αρνηθούμε την Ευρώπη. Αυτό που συνέβη στην Ευρώπη ήταν μια κολοσσιαίας σημασίας πρόοδος σε σχέση με το παρελθόν της. Αλλά, η κατάλυση των κατακτήσεων του ελληνικού κόσμου για να οπισθοδρομήσουμε από το πρόταγμα του Ρήγα, της κοσμόπολης, στην απόλυτη μοναρχία, δηλαδή τον «έναν» που είναι ιδιοκτήτης του κράτους και της κοινωνίας όπως ήταν η βαυαρική μοναρχία και η συνέχεια, ε αυτό αποτελεί οπισθοδρόμηση. Δεν αποτελεί διαδικασία απελευθέρωσης. Κι αυτή είναι η σημασία του αναστοχασμού του παρελθόντος διότι σηματοδοτεί μια άλλη αντίληψη για το μέλλον και όχι μια λογική οπισθοδρόμησης στο παρελθόν.

Σας ευχαριστώ πολύ.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Δ. ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας, Ελένη Ξένου.

Ομιλία του καθηγητή και πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Ο Ρήγας Φεραίος και το πολιτειακό πρόταγμα των Ελλήνων της Τουρκοκρατίας», που δόθηκε στα πλαίσια επετειακού αφιερώματος των εκπαιδευτηρίων «Ελληνογερμανική Αγωγή» για την 25η Μαρτίου, στις 23 Μαρτίου 2009.

kontogiwrgis-ceb5ceb8cebdcebfcf82 kontogkosmb1

Πηγή: http://elenivx.blogspot.gr/2018/04/blog-post.html

Advertisements


Κατηγορίες:Διάφορα, Ελλάδα, Ελληνική επανάσταση, Κοντογιώργης Γεώργιος, Ρήγας Φεραίος

Ετικέτες: , , , , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: