Π. Ήφαιστος, Θεοφάνεια: Εθνικές παραδόσεις versus μηδενισμός (συμπεριλαμβάνει δοκίμιο για τον μεταμοντερνισμό-εθνομηδενισμό) 

Π. Ήφαιστος, Θεοφάνεια: Εθνικές παραδόσεις versus μηδενισμός (συμπεριλαμβάνει δοκίμιο για τον μεταμοντερνισμό-εθνομηδενισμό) 

Εισαγωγή Ιανουάριος 2020Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε την ημέρα των Θεοφανείων τον Ιανουάριο 2019. Έγιναν αναδιατυπώσεις και συμπληρώσεις στο κύριο κείμενο και στο τέλος προστέθηκαν περισσότερες παραπομπές σε άλλες αναρτήσεις. Πιο σημαντικό, αναρτώ στο τέλος το δοκίμιο «Πολιτική θεωρία του Διεθνούς Συστήματος: Τι συγκροτεί και συγκρατεί τα κράτη και τον κόσμο» που δημοσιεύτηκε έκτοτε στο επιστημονικό περιοδικό Φιλοσοφείν, επιστήμη, εύνοια παρρησίαΣτο δοκίμιο αυτό επιχειρήθηκε μια συνοπτική και όσο το δυνατό πιο περιεκτική ανάλυση ζητημάτων που αφορούν τον μεταμοντερνισμό, την μεταφυσική πίστη και το Κοινωνικό και Πολιτικό γεγονός. Συναρτάται ευθέως με την πιο χαλαρή ανάλυση για τον μεταμοντερνισμό τον Ιανουάριο 2019 στην παρούσα ανάρτηση. Σημειώνεται ότι στις αριθμημένες υποσημειώσεις στο τέλος του δοκιμίου γίνονται εκτενέστερα σχόλια και παραπομπές σε κύρια έργα. Σημειώνεται ότι εν τέλει, και αυτό υπογραμμίζεται στο δοκίμιο, το μείζον είναι η θέσπιση της ισχύος. Η ισχύς θεσπίζεται εάν υπάρχει Κοινωνικό και Πολιτικό γεγονός και οι βαθμίδες δημοκρατικής συγκρότησης είναι συνάρτηση του κατά πόσο η πολιτεία-κράτος προσανατολίζονται προς την Ιθάκη της πολιτικής ελευθερίας. Δική μας εκτίμηση και θα επανερχόμαστε με εκτενέστερο κείμενο είναι ότι ο μεταμοντερνισμός μηδενισμός –τον οποίο εύστοχα μεταφράσαμε στα Ελληνικά ως εθνομηδενισμός–κατά βάση και ουσιαστικά αντιβαίνει σε κάθε έννοια πολιτικού πολιτισμού και συμβολίζει την οπισθοδρόμηση στα Σόδομα και Γόμορρα της βαρβαρικής ή και κτηνώδους προ-πολιτικής εποχής. Ο λόγος για τον οποίο επανερχόμαστε στην εξέταση του μεταμοντερνισμού είναι επειδή εκτιμάται πως αποτελεί το κύριο ζήτημα του μέλλοντος, ιδιαίτερα για λιγότερο ισχυρά κράτη στα οποία εισροές εθνομηδενιστικού ιδεολογικού δηλητηρίου ροκανίζουν τα ανθρωπολογικά τους θεμέλια και μετατρέπουν την χώρα σε χώρο μεταμοντέρνων πολέμου που όσο προχωρούμε εντείνονται. Ανάγνωση και μόνο μερικών φράσεων των συνεπών μηδενιστών το υποδηλώνει. Σημαντικό είναι να τονιστεί, πάντως, ότι υπάρχουν αντιστάσεις που αντιβαίνουν στις μεταμοντέρνες μηδενιστικές τάσεις.

Ακολουθεί η παρέμβαση του Ιανουαρίου 2019, κείμενο στο οποίο έγιναν ορισμένες επαναδιατυπώσεις και στην συνέχεια αναρτώνται σύνδεσμοι μερικών ακόμη παρεμβάσεων πριν παρατεθεί το προαναφερθέν δοκίμιο  «Πολιτική θεωρία του Διεθνούς Συστήματος: Τι συγκροτεί και συγκρατεί τα κράτη και τον κόσμο» όπου τα ζητήματα αυτά εξετάζονται πιο συστηματικά και με παραπομπές σε σημαντικά έργα.

Πέραν των πατροπαράδοτων διδαχών για την φανέρωση της Αγίας Τριάδας την στιγμή της Βάπτισης όπως αναφέρονται στα σχετικά Ευαγγελικά αποσπάσματα, η εορτή των Θεοφανείων είναι βαθιά ριζωμένη στις παραδόσεις της Ελληνικής διαχρονίας. Σε άλλη περίπτωση τα Θεοφάνεια αποτέλεσαν αφορμή για προβληματισμό στα πεδία της θεολογίας αλλά και της ανθρωποκεντρικής / Αριστοτελικής Ορθόδοξης θρησκευτικής παράδοσης.

Εδώ περιοριζόμαστε να πούμε λίγα μόνο λόγια. Κυρίως ότι για όλα τα έθνη η μεταφυσική πίστη ήταν, είναι και θα συνεχίσει να είναι Καταστατικής, αξονικής και διαμορφωτικής σημασίας. Η μεταφυσική πίστη, οι απορρέουσες παραδόσεις, οι ανθρωποκεντρικές προεκτάσεις των Ορθόδοξων Χριστοκεντρικών διδαχών και ο εν γένει ρόλος της Χριστιανικής μεταφυσικής πίστης υπήρξαν κύριοι άξονες της διαδρομής των Ελλήνων.

Το ερώτημα του πόσο θρήσκοι και Εκκλησιαζόμενοι είμαστε στην προσωπική μας ζωή δεν είναι του παρόντος και ίσως ποτέ δεν πρέπει να τίθεται διατακτικά. Ανεξαρτήτως αυτής της παραμέτρου, όμως, για όσους διαθέτουν Ελληνική υπόσταση –και εάν δεν διαθέτουν Ελληνική υπόσταση ένα ερώτημα που τίθεται είναι τι υπόσταση διαθέτουν, αν διαθέτουν υπόσταση κάποιας άλλης εθνικής υπόστασης ή εάν είναι ανυπόστατοι– η Ορθόδοξη Χριστοκεντρική παράδοση ενέχει οντολογικές προεκτάσεις στην εθνική ιδιοσυστασία των μελών του Ελληνικού έθνους. Και αυτές οι προεκτάσεις δεν σχετίζονται κατ’ ανάγκη με τις βαθμίδες μεταφυσικής πίστης και Εκκλησιασμού. Η ανθρωποκεντρική Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη και πολιτική παράδοση, κοντολογίς, είναι συστατικό στοιχείο των Ελληνικών πολιτικών παραδόσεων.

Περιοριζόμαστε εδώ να πούμε, λοιπόν, ότι ένας αντί-Θεοκρατικός / ανθρωποκεντρικός προσανατολισμός της Ορθοδοξίας είναι οι ηθικές νουθεσίες της Χριστιανικής διδασκαλίας. Μεταξύ άλλων, ο ενάρετος βίος και τα Χριστιανικά διδάγματα υπέρτατα εκ των οποίων είναι η ταπεινότητα, η αγάπη και η απουσία μίσους. Αγάπη και ταπεινότητα, θα πει κάθε ορθόδοξος θεολόγος, είναι δίδυμα. Ο υπογράφων δεν χρειάστηκε να διαβάσει πολλά. Τα περισσότερα όπως και με τους περισσότερους Έλληνες της διαχρονίας είναι βιωματική γνώση. Πόσο ισχύει όμως αυτό στις μέρες μας αν κανείς λάβει υπόψη την Αστικοποίηση και την επέλαση του μεταμοντερνισμού;

   Τα διδάγματα της Ορθοδοξίας είναι ανθρωποκεντρικά / Αριστοτελικά και όχι θεοκρατικά επειδή εντάσσονται στην λογική της επίγειας συνύπαρξης των ανθρώπων στις σχέσεις των οποίων ο Δημιουργός (κατά τον Αριστοτέλη άφθαρτος, τίμιος, αθάνατος και ακίνητος) δεν παρεμβαίνει. Ο άνθρωπος είναι κινούμενος, φθαρτός και αναπόδραστα βιολογικά ανά πάσα στιγμή μπορεί πεθάνει ενώ η αποχώρηση από τα εγκόσμια είναι βεβαία και αναπόδραστη. Η μετά-θάνατο κατάσταση, κατά συνέπεια, είναι μείζον ερώτημα για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο που δεν έχει διολισθήσει στο τέλμα των μηδενιστικών εκλογικεύσεων του La Mettrie ή του Μαρκησίου de Sade (βλ. πιο κάτω). Εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν και η διολίσθηση στον μηδενισμό δεν είναι σπάνιο φαινόμενο.

Οι κατά βάση Αριστοτελικές και Χριστοκεντρικά νοούμενες επίγειες ενάρετες παραδοχές του ανθρώπου εισρέουν μέσα στο αδιάλειπτο πολιτειακό άθλημα σύμμειξης και μέθεξης των αισθητών με τα πνευματικά, τα ψυχικά  και τα πνευματικά που συγκροτεί τον συλλογικό τρόπο ζωής. Ενώ επίγειοι αγγελικά πλασμένοι άνθρωποι μάλλον δεν υπάρχουν ο προσανατολισμός του ανθρώπου και των μελών της κοινωνίας ως ταυτόχρονα πνευματικά και αισθητά όντα, συνίσταται, σύμφωνα με τα Ορθόδοξα Χριστοκεντρικά διδάγματα, στην απόρριψη δαιμονικών σκέψεων μίσους και εγωισμού και το πλημμύρισμα με ταπεινότητα, αγάπη και αλληλεγγύη . Όταν κυριαρχεί το μίσος και  ο εγωισμός επέρχονται αναπόφευκτα κακουχίες. Οι άνθρωποι θύτες και θύματα ανηφορίζουν στον Γολγοθά και στην Σταύρωση ως άτομα και ως κοινωνία.

Ενώ σε άλλα θρησκευτικά δόγματα λίγο πολύ δεσποτικών προσανατολισμών, ο Θεός είναι παρόν, παρεμβατικός και τιμωρός, στην Ορθοδοξία οι ενάρετες παραδοχές ή οι αντίθετες παραδοχές και το ανηφόρισμα προς τον Γολγοθά είναι υπόθεση των ίδιων των ανθρώπων. Η διολίσθηση στο μίσος και το εγωισμό σημαίνει ότι το υπόλοιπο της Επίγειας ζωής καταντά ιππασία με άλογο δαιμονικές σκέψεις και κατάληξη στην κόλαση της φαυλότητας του μίσους και της ιδιωτείας.

 Αφού πούμε ότι κανείς πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτικός όταν μιλά για την μεταφυσική κατάσταση των ανθρώπων –και κατά κάποιο τρόπο προσπαθήσαμε έτσι να σταθούμε προηγουμένως–  κάθε συζήτηση στα πεδία της πολιτικής σκέψης για να έχει νόημα απαιτείται να αντιπαραθέτει τους δύο πόλους. Στα ακρότατα όρια του ενός πόλου είναι οι συνεπείς υλιστές. Οι υλιστές είναι ορισμού και εκ πεποιθήσεως άπιστοι. Συνήθως ανεπίγνωστα διολισθαίνουν -και αυτό απορρέει ως λογική απόληξη μιας τέτοιας πεποίθησης- στον μηδενισμό αλλά συχνά και στα Γόμορρα και Γόμορρα του συνεπούς μηδενισμού των συνεπών μηδενιστών του μοντερνισμού, κυρίως τους Μαρκήσιο de Sade και La Mettrie. Στο κεφάλαιο του «Κοσμοθεωρία των Εθνών» όπου αντλώ από τον ωκεανό γνώσης των Νέων Χρόνων του Παναγιώτη Κονδύλη για να εξηγήσω το φαινόμενο του μηδενισμού και του μεταμοντερνισμού, διόλου τυχαία έχει στον τίτλο την φράση Σόδομα και Γόμορρα. Αλλού εξηγήσαμε και επεξεργαζόμαστε σε εκτενέστερο κείμενο, ότι ο συνεπής μηδενισμός είναι κατά βάση αυτό που στην Ελλάδα εύστοχα μεταφράστηκε ως εθνομηδενισμός. «Εύστοχα», γιατί εάν για κάθε κοινωνική οντότητα οι εθνικές πολιτικές παραδόσεις ενσαρκώνουν την ανθρωπολογική της υπόσταση, η καταπολέμηση των εθνικών πολιτικών παραδόσεων τελικά προϋποθέτει απόρριψη του πνεύματος και της ψυχής -είναι σαλέματα της ύλης, υποστήριξε ο συνεπέστερος μηδενιστής de Sade- και «φιλοσοφική» διολίσθηση στον συνεπή μηδενισμό των Μαρκήσιο de Sade και La Mettrie.

Μπορεί βέβαια κανείς είναι άθεος και ή αγνωστικιστής, και πολλοί είναι, αλλά εξ ενστίκτου ή πιο φιλοσοφημένα να μην διολισθαίνει στον συνεπή μηδενισμό που απορρίπτει την ύπαρξη πνεύματος και ψυχής. Στον άλλο πόλο του συνεπούς υλισμού είναι οι θρησκευόμενοι, οι δεδηλωμένα πιστοί και Εκκλησιαζόμενοι, αλλά και οι αγνωστικιστές. Οι τελευταίοι δεν είναι υλιστές αλλά επικαλούνται άγνοια, έλλειμμα χρόνου ή ευνοϊκών περιστάσεων για θεολογικό προβληματισμό αλλά όχι μόνο δεν καταπολεμούν αλλά και υιοθετούν τις πολιτικές παραδόσεις που απορρέουν από τις κυρίαρχες διαχρονικές εθνικές μεταφυσικές παραδόσεις. Στην Ελληνική πολιτική παράδοση διαδρομής δύο χιλιάδων χρόνων και για ιστορικούς λόγους που δεν είναι του παρόντος, η ανθρωποκεντρική ορθοδοξία αποτέλεσε άξονα των εθνικών πολιτικών παραδόσεων.

Τι είναι λοιπόν οι άνθρωποι που κατά χιλιάδες προσέρχονται στην εορτή των Θεοφανείων, των Χριστουγέννων ή του Πάσχα. Εντός κειμένου αναρτώνται μερικές φωτογραφίες των Θεοφανείων στην Βάρη-Βάρκιζα όπου ο υπογράφων κατοικεί. Ολοφάνερα και παρά την κρίση, η πλειονότητα των πολιτών στις κοινότητές τους ή ακόμη και μέσα στις πόλεις αγωνίζονται να επιβιώσουν προσκολλημένοι στον πολιτισμό τους και στις παραδόσεις τους. Περπατώντας, παρατηρώντας και φωτογραφίζοντας την εορτή των Φώτων στην Βάρκιζα πρόσεχα τα πρόσωπα. Τις συμπεριφορές, τις εκφράσεις, την εν γένει ανθρωπολογία όσων προσέρχονταν αντί να καθίσουν σπίτι βυθισμένοι στα προβλήματά τους λόγω κρίσης.

Η ευχαρίστηση να βλέπει κανείς τους πολίτες να είναι πιστοί στις παραδόσεις τους ως τρόπος ζωής που συντηρεί τον πολιτισμό τους και την ανθρωπολογική τους υπόσταση, διαταράχθηκε (πέρυσι, την ημέρα των Θεοφανείων) από φίλο που μου τηλεφώνησε. Η κόρη του μου είπε, επιδεικνύει απόλυτη αδιαφορία. Ακούει αυτή την μουσική κάποιων Αμερικανών που χορεύουν μονότονα σαν πίθηκοι και μαζί και με πολλά άλλα επαληθεύει αυτό που εσύ γράφεις, πρόσθεσε, για την μεταμοντέρνα εκμηδένιση των ανθρώπων.

Μου μίλησε απαξιωτικά, συνέχισε ο φίλος, για κάθε τι που αφορά πατροπαράδοτους τρόπους ζωής και Ελληνικές παραδόσεις οι οποίες όπως μου φώναξε με θρασύτητα δεν ενδιαφέρουν. Όπως πολλοί άλλοι νέοι, συνέχισε ο φίλος, συχνάζει σε θορυβώδη κλαμπ, δεν διαβάζει Ελληνική ιστορία, δεν ενδιαφέρεται για την κλασική εποχή, ούτε καν ξέρει ότι επί μια χιλιετία μεσουράνησε η Παμμέγιστη Βυζαντινή Οικουμένη, δεν την ενδιαφέρει το ζήτημα της μεταφυσικής πίστης και ασφαλώς ποτέ δεν πάει Εκκλησία ακόμη και σε εορτές βαθύτατα ριζωμένες στον Ελληνικό μας πολιτισμό. Ακόμη και αν δεν είσαι πιστός στον Θεό, συνέχισε ο φίλος, οι Έλληνες πηγαίνουν στην Εκκλησία κάποιες μέρες γιατί είναι μέρος αναπόσπαστο των παραδόσεών τους και της ανθρωπολογικής τους υπόστασης. Για εμάς τους Έλληνες η ανθρωποκεντρική Ορθοδοξία είναι ωκεανός παραδόσεων. Τα δε Θεοφάνεια, μου είπε απελπισμένος, όλοι της δικής μας γενιάς ξέρουμε ότι είναι μεγάλη εορτή σε όλες τις φάσεις της Ελληνικής διαχρονίας. Που το πάνε οι νέοι μας; Ρώτησε κάπως απελπισμένος και απογοητευμένος. Δικαίωμά τους να πουν είναι άθεοι ή να δηλώσουν πως δεν ξέρουν τι συμβαίνει μετά τον θάνατο, συνέχισε για να καταλήξει λέγοντας πως πλήττουν την υπόστασή τους με το να απορρίπτουν ή και περιφρονούν τις παραδόσεις της κοινωνίας στην οποία ανήκουν.

Το θέμα που έθεσε με υποκίνησε να αφιερώσω ο παρόν κείμενο που γράφω την ημέρα των Θεοφανείων, στον μηδενισμό και τις έσχατες ανθρωπολογικές του συνέπειες. Είναι κάτι που όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω ανάλυσα εκτεταμένα στο βιβλίο «Κοσμοθεωρία των Εθνών» και ιδιαίτερα στα κεφάλαια 4 και 5. Κατά καιρούς έχουν γραφτεί, επίσης, σύντομες παρεμβάσεις μερικές από τις οποίες παραθέτω στο τέλος ή με συνδέσμους εντός κειμένου.

Μεταμοντέρνος μηδενισμός

Το ζήτημα του μεταμοντέρνου μηδενισμού ενέχει μεγάλη πολιτική και εκπαιδευτική σημασία. Πρόσφατα, γράφοντας για την σχέση του πολίτη με την γνώση υπογραμμίστηκε η πολιτική παιδεία που αφορά ζωτικά τις παραδόσεις των  μελών ενός έθνους [, ο ρόλος του και η γνώση ως το αντίδοτο της ιδεολογικής εσχατολογίας. Τι σημαίνει, εν τέλει, πολιτική παιδεία και πως κανείς την αποκτά; https://wp.me/p3OlPy-29k].

Ο μηδενισμός ως συνειδητή ή ανεπίγνωστη παραδοχή είναι ίσως το σημαντικότερο ζήτημα όλων των κοινωνιών όλων των κρατών στον 21ο αιώνα. Ενώ όμως ο μεταμοντερνισμός και οι μηδενιστικές προεκτάσεις του λίγο πολύ αφορούν όλες τις κοινωνίες στις δυτικές το ζήτημα είναι οξύτερο. Σε κάθε περίπτωση, ανοδικά θα κινηθούν εκείνες οι κοινωνίες οι οποίες δεν θεωρούν τους ανθρώπους πνευματικά στερημένους. Ενώ δε η Δύση ως προς τούτο για μια σειρά λόγους βρίσκεται σε μεταίχμιο, δεν ισχύει το ίδιο για πολλά δισεκατομμύρια μελών μεγάλων και μικρών Εθνών κυρίως Ανατολικά του Αιγαίου μέχρι και την Κίνα και την Ιαπωνία.

Βασικά, εκτιμάται ότι κανείς άνθρωπος με συνείδηση πολίτη και πνευματική καλλιέργεια δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος για τον τρόπο που επηρεάζονται οι νέοι στην σύγχρονη μαζικοποιημένη και αστικοποιημένη ζωή. Όχι τόσο για τις βαθμίδες θρησκευτικής πίστης, τονίζω, όσο το πώς υλιστικές αντί-πνευματικές παραδοχές προκαλούν διολίσθηση προς τον μηδενισμό. Αναφέρω ενδεικτικά ότι όταν κυκλοφόρησε το «Κοσμοθεωρία των Εθνών» και διάβασε τα προαναφερθέντα κεφάλαια, φίλη μου με παρότρυνε να τα εκδόσω ξεχωριστά γιατί, όμως που είπε, πρέπει να τα διαβάσουν όλοι οι γονείς που αγαπούν τα παιδιά τους και που θέλουν να έχουν υπόσταση και χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση επέρχεται κείμενο για τον μεταμοντέρνο μηδενισμό που όπως ήδη υπαινιχθήκαμε είναι βασικά αυτό που στα Ελληνικά ονομάστηκε εθνομηδενισμός.

Για την σχέση υλισμού, πνεύματος, θρησκείας και εν γένει μεταφυσικής πίστης υπάρχει μεγάλη άγνοια, κυκλοφορούν πολλοί μύθοι και συχνά το ποτάμι μέσα στο οποίο κινούμαστε και η απουσία Δημοκρατικού Δήμου προκαλεί αδιαφορία για τόσο σημαντικά ζητήματα. Εάν αναφερθούν διάφορες αποχρώσεις παραδοχών και στάσεων όπως θρήσκος, άθρησκος, αγνωστικιστής (για την μετά-Θάνατο κατάσταση), υλιστής, μηδενιστής, συνεπής μηδενιστής, πνεύμα, αντί-πνευματικές παραδοχές και τα λοιπά, το βασικό που απαιτείται να συγκρατήσουμε είναι ότι ναι μεν σχετίζονται και με την μεταφυσική πίστη, πλην όμως είναι ένα μόνο κριτήριο των συζητήσεων των Νέων Χρόνων. Σημαντικό είναι να συγκρατήσουμε πως κατά κανόνα ο συνεπής υλιστής που διολισθαίνει προς τον συνεπή μηδενισμό συνειδητά ή ανεπίγνωστα υιοθετεί ταυτόχρονα και αντί-πνευματικές παραδοχές. Ο άνθρωπος, δηλαδή, υποστηρίζει, είναι σκέτη ύλη και τίποτα άλλο. 

Η διολίσθηση μετά τον 15ο αιώνα από την αντί-Θεοκρατία στον υλισμό και στην αντί-πνευματικότητα έχει εξεταστεί εκτενώς στο κλασικών προδιαγραφών αριστούργημα του Παναγιώτη Κονδύλη «Η Κριτική της Μεταφυσικής στην Νεότερη Σκέψη». Εμβάθυνε σε πολλά άλλα όπως στο δίτομο «Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός» και το μοναδικό «Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού» όπου βρίσκονται και όλες οι εκδοχές και αποχρώσεις της μεταμοντέρνας τροχιάς.

Κατ’ αρχάς, απαιτείται να υπογραμμιστεί ότι για να σκεφτούμε ορθολογιστικά και με σοβαρότητα το μείζον αυτό ζήτημα χρήζει κατανόηση του γεγονότος πως ο μηδενισμός ή ο κατά Κονδύλη συνεπής μηδενισμός είναι θεμελιωδώς αντί-πνευματική παροχή, δηλαδή υλιστική, τουτέστιν θεωρεί τον άνθρωπο στήλη ύλης στερημένο πνεύματος και ψυχής. Συζητώντας με πολλούς ενίοτε και με φορείς βαρύγδουπων τίτλων πολιτικής επιστήμης, δείχνει ότι ουκ ολίγοι με ευκολία διολισθαίνουν στο βούρκο της ανθρωπολογικής εκμηδένισης νομίζοντας ότι εάν δεν είναι θρήσκοι ή αν αδυνατούν να μελετήσουν και να σκεφτούν τα θεολογικά ζητήματα, πρέπει απαραιτήτως να γίνουν υλιστές και μάλιστα κυνικοί μηδενιστές. Η υλιστική παραδοχή όμως μέχρι την μηδενιστική της απόληξη είναι σημαντική στάση ζωής και απαιτεί σωστή κατανόηση των προϋποθέσεων που οδηγούν στον συνεπή υλισμό αλλά και σωστή κατανόηση του τι σημαίνει εμπράγματα ο συνεπής μηδενισμός.

Είναι αυτά «αξιολογικά» και «υποκειμενικά»; Θα μπορούσε να ερωτήσει με στόμφο κάποιος επειδή ενδεχομένως νομίζει πως αυτό τον καθιστά «μοντέρνο», «προοδευτικό»,  μεταμοντέρνο κτλ. Αν δεν μιλάει μέσα από κάποια ανθρωπολογικά εκμηδενισμένα Σόδομα και Γόμορρα αλλά λόγω άγνοιας μάλλον δεν γνωρίζει ότι μια τέτοια κατανόηση των πραγμάτων τον καθιστά εν δυνάμει, εάν δεν είναι ήδη, μηδενιστή μεταμοντέρνο, κάτι δηλαδή που πάει πέραν υποκειμενικών απόψεων. Είναι τα Σόδομα και τα Γόμορρα ως όρος, έννοια και περιγραφή κάτι αποδεκτό ή είναι κάτι πέραν υποκειμενισμών γιατί μας επαναφέρει στην θηριώδη-κτηνώδη εποχή;

Οι αναφορές στον συνεπή υλιστή Μαρκήσιο de Sade πιο κάτω, θα δείξουν ότι αυτό ακριβώς σημαίνει. Το μείζον εν τέλει δεν είναι η εξομολόγηση του καθενός αν είναι θρήσκος ή όχι αλλά ο προσανατολισμός προς την Ιθάκη του Πολιτικού πολιτισμού ή  αντίστροφα προς την βαρβαρότητα. Αυτό είναι βασικά το «δίλημμα», υποστηρίζεται. Εν τέλει, εάν μιλάμε για ανθρωπολογικά Σόδομα και Γόμορρα δεν έχει σημασία να πασχίζουμε γύρω από πολιτικούς στοχασμούς. Πολιτική και βαρβαρότητα ή πολιτική και αποκτήνωση δεν είναι συμβατά με τον πολιτισμένο άνθρωπο. Δεν είναι αξιολογική-υποκειμενική θέση η απόρριψη της βαρβαρότητας-κτηνωδίας που ενσαρκώνει ο συνεπής μεταμοντέρνος μηδενισμός. Εάν γίνει κατανοητό ποιες είναι οι ρίζες και η διαδρομή του μηδενισμού πολλοί άνθρωποι, εκτιμάται, θα υπογραμμίσουν ότι η ανθρωπολογική εκμηδένιση και η ανθρωπολογική αποκτήνωση δεν τίθεται ως βάση συζήτησης και δεν χωρεί κανένα υποκειμενισμό.

Ακολουθούν αυτούσια εδάφια από το προαναφερθέν «Κοσμοθεωρία των Εθνών». Είναι προσαρμοσμένα αποσπάσματα κυρίως από το κεφάλαιο 4 και συμπεριλήφθηκαν ελάχιστες από τις πολλές εκτενείς επεξηγηματικές υποσημειώσεις των σελίδων αυτών. Η έμφαση προστέθηκε για τις ανάγκες του παρόντος. Είναι περιττό να υπογραμμιστεί ότι τα εδάφια του ακολουθούν αναφέρονται σε μερικά μόνο ζητήματα τα οποία μαζί με πολλά άλλα αναπτύσσονται στο ανωτέρω βιβλίο αλλά και στα κείμενα που γίνονται παραπομπές, εκ των οποίων του Παναγιώτη Κονδύλη είναι κύρια και αξονικά. Τέλος, το πρώτο μέρος προσπαθεί να συνοψίσει πτυχές των Νέων Χρόνων. Στην συνέχεια παρατίθενται χαρακτηριστικά αποσπάσματα για να γίνει πιο κατανοητό τι σημαίνει μηδενισμός και κυρίως συνεπής μηδενισμός.

Αποσπάσματα

«… Ο εκμηδενιστικός υλιστικός μονόδρομος είναι μια τροχιά που οδηγεί ή έχει απόληξη την αναπόδραστη νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύοςΕίναι, θα έλεγα, φτηνός και δεύτερης τάξης Δαρβινισμός.

Φύση, σκέτη ύλη χωρίς ψυχή και πνεύμα, αντιπνευματικότητα, πολιτική με όρους ισχύος, αυτοσυντήρηση και νόμοι της ζούγκλας είναι κεντρικές και αλληλένδετες έννοιες του μοντερνισμού, τον χαρακτήρα των οποίων καμία προπαγανδιστική ωραιοποίηση των καθεστώτων έμμεσης αντιπροσώπευσης ή μεταφυσική «ορθολογιστική» ρητορεία δεν μπορεί να επισκιάσει. Όπως έχουμε ξαναγράψει:

α) Είναι ένα πράγμα η προσπάθεια περιγραφής και ερμηνείας από επιστημονικό πρίσμα και άλλο η ιδεολογικοπολιτική προπαγάνδα στην υπηρεσία της μιας ή άλλης αξίωσης ισχύος.

β) Είναι ένα πράγμα οι καθεστωτικές επιδόσεις στο πεδίο των θηριωδών εγκλημάτων λόγω νοηματοδότησης των ανθρώπινων σχέσεων με όρους ισχύος και άλλο οι καθημερινοί άνθρωποι της Ευρώπης, οι οποίοι αναπτύσσουν κοινωνία σχέσεων, ή τα έθνη της Ευρώπης, τα οποία εις πείσμα των καθεστώτων κτίζουν τις εθνικές τους κοσμοθεωρίες, ή ακόμη και το δημιουργικό πνεύμα των καλλιτεχνών, οι οποίοι σε όλες τις γωνιές της Γης συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης κληροδοτούν οικουμενικά πολιτισμικά αριστουργήματα. Η διεκδίκηση αυτών των επιτευγμάτων από τον μοντερνισμό είναι τουλάχιστον ιεροσυλία. Γι’ αυτό και διακρίνουμε τους όρους Νεοτερικότητα που είναι ένας φαρδύς δρόμος του ιστορικού γίγνεσθαι και μοντερνισμός που είναι ο στενός υλιστικός μονόδρομος των Νέων Χρόνων.

Μπορούμε να το πούμε και διαφορετικά: Στη διαχρονία ο πνευματικός  κόσμος των κοινωνικών οντοτήτων και οι  κοσμοθεωρίες των εθνών συγκροτούσαν την συλλογική ανθρωπολογική τους υπόσταση και συνδέονταν με τις αξιώσεις εθνικής ανεξαρτησίας και δημοκρατίας σύμφωνα με την ετερότητα κάθε μιας οντότητας ξεχωριστά.

Ιστορικά μιλώντας  και παρά τις πολλές οπισθοδρομήσεις, οι αξιώσεις δημοκρατίας και πολιτικής ελευθερίας και ο απορρέων πολιτικός πολιτισμός ανηφορίζουν κόντρα στο ρέμα των νοηματοδοτήσεων της πολιτικής και των ανθρωπίνων σχέσεων με όρους ύλης και ωμής ισχύος. Με διαφορετικά λόγια, όπως εξάλλου το είδαμε στα διαφορετικού περιεχομένου πλην μορφικά πανομοιότυπα παραδείγματα της πρώην  Σοβιετικής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτω από τα τις ιδεολογικά επινοημένες επιφάσεις των θεσμικών Εποικοδομημάτων οι κοινωνίες αυτό-θεσπίζονται.

Πηγαίνοντας ιστορικά πιο πίσω, ως κύριες και αλληλένδετες εποχές σε αυτή την ανηφορική πορεία ήδη ονοματίσαμε στο προαναφερθέν βιβλίο την κλασική εποχή, την ύστερη Αλεξανδρινή εποχή, κάποιες στιγμές της Ρωμαϊκής Εποχής, κυρίως την εποχή της Βυζαντινής Οικουμένης και την εποχή των αντιαποικιακών αγώνων ελευθερίας-ανεξαρτησίας.

Άνθρωπος, πνεύμα, ψυχή και Πολιτική είναι αλληλένδετα. Εμμένουμε εδώ, ακριβώς, στο καίριο ζήτημα της εξώθησης της λογικής της μοντερνιστικής αντίληψης της ζωής με υλιστικούς όρους ίσαμε τις έσχατες συνέπειές της, καθότι αυτό είναι που σε όλες τις εποχές έβαινε αντίρροπα στην ανηφόρα του πολιτικού πολιτισμού, στην οποία μόλις αναφερθήκαμε.

Προτάσσουμε μάλιστα την παρατήρηση ότι το Πολιτικό γεγονός κλασικά νοούμενο αφήνει πίσω την εποχή της βαρβαρότητας, εάν και όταν οι ανθρώπινες σχέσεις εντάσσονταν σ’ έναν συλλογικό κατ’ αλήθειαν βίο δημοκρατικά προσανατολισμένο, εντός του οποίου οι σχέσεις ισχύος υποτάσσονταν στην απορρέουσα πνευματικά σμιλευμένη πολιτική λογική και τα κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένα κριτήρια πολιτικής ηθικής.

Πνευματικά σμιλευμένη πολιτική λογική και κριτήρια πολιτικής ηθικής που προσδιορίζουν και οριοθετούν μέσα στο (εθνικά) ανεξάρτητο πολιτειακό Όλον τις κοινωνικά επικυρωμένες ηθικές επιταγές της διανεμητικής δικαιοσύνης, τις ουσίες, τα πνευματικά νοήματα και τις ιεραρχίες, το εκάστοτε πολίτευμα και τον τρόπο που λειτουργεί ή εξελίσσεται, τις πηγές του δικαίου, της δικαιοσύνης και της ισχύος, τις πολιτικές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα, τα όρια της ισχύος και τη συμμόρφωση των πολιτών στους πολιτειακούς νόμους που οι ίδιοι όριζαν.

Αν η σκιαγράφηση της κλασικής Πολιτικής που μόλις δώσαμε είναι ορθή, η μοντερνιστική αντίληψη της πολιτικής βρίσκεται στον αντίποδά της και κατηφορίζει προς προ-πολιτικές εποχές. Και επειδή μετά από πέντε χιλιάδες χρόνια ταξιδιού-Οδύσσειας της Πολιτικής αμιγείς καταστάσεις δεν μπορούν να υπάρχουν, αυτό για το οποίο μιλάμε για να είμαστε αληθείς και προσγειωμένοι είναι ο προσανατολισμός των πραγμάτων.

Προσανατολισμός των πραγμάτων όπου το τέρμα και ο σκοπός αλλά και οι προϋποθέσεις του ταξιδιού-Οδύσσεια είναι η Ιθάκη του πολιτικού πολιτισμού όπως την ορίσαμε μόλις. Και αντίστροφα προσανατολισμός προς ανθρωπολογικό εκμηδενισμό όπου η πορεία συμπεριλαμβάνει αξιοθρήνητους ταξιδευτές των οποίων η διαρκής ανθρωπολογική συρρίκνωση απολήγει σε κάποιου είδους Σόδομα και τα Γόμορρα ασύμβατης με τον πολιτικό πολιτισμό εντός των οποίων η ισχύς είναι αθέσπιστη, ο ατομισμός και η αισχρότητα τρόπος ζωής, η ηθική μηδενική και οι άνθρωποι στον θηριώδη πόλο της ανθρώπινης φύσης.

Για έναν τουλάχιστον λόγο η κλασικά νοούμενη πολιτική είναι γεμάτη πνεύμα, ενώ η μοντερνιστική νοηματοδότησή της πασχίζει να εξορίσει το πνεύμα. Αναπόδραστα αυτό το γεγονός επηρεάζει τη δομή, τις λειτουργίες, τις ιεραρχίες και την ανθρωπολογία, που μπορεί πλέον να είναι μόνο φυσιοκρατική. Από αυτό το φυσιοκρατικό τέλμα είναι που αγωνίστηκαν ανεπιτυχώς να εξέλθουν καλοπροαίρετοι πολιτικοί φιλόσοφοι, όπως ο Καντ και μερικοί άλλοι, χωρίς όμως να το καταφέρουν.[1]

Ο πολιτικά πολιτισμένος βίος απαιτεί κοινωνικοπολιτικά σμιλευμένο πολιτικό ορθολογισμό σύμφωνα με τις οντολογικές προϋποθέσεις κάθε κοινωνίας. Ο πολιτικός ορθολογισμός είναι πρωτίστως πνευματικό φαινόμενο συναρτημένο με την Πολιτική μιας κοσμοθεωρητικά θεμελιωμένης και προσανατολισμένης κοινωνικής οντότητας.

Χωρίς να υποτιμούμε μεμονωμένα πνευματικά επιτεύγματα που κολυμπούσαν απελπισμένα μέσα στον μεταφυσικά προσδιορισμένο μοντερνιστικό «ορθολογισμό» της πολυτάραχης νεοτερικότητας, μόνο μία συνεπής αποκοπή από την αντιπνευματική πορεία θα μπορούσε να επιτύχει αποκόλληση και απογείωση της νεοτερικής πολιτικής σκέψης.

Ένα τέτοιο επίτευγμα, όμως, απαιτεί πολλά πράγματα, όπως ριζική αποκοπή από αυτοκτονικά αντιμεταφυσικά δόγματα, γνήσια επάνοδο στο κλασικό παράδειγμα ως προς το τι είναι και πως κινείται το Κοινωνικό και Πολιτικό γεγονός, ενσάρκωση του έθνους –του πολιτισμού του και των πολιτικών του παραδόσεών του– στο Πολιτικό γεγονός και κατανόηση μεγάλων επιτευγμάτων του παρελθόντος, όπως της Βυζαντινής Οικουμένης από τα οποία θα μπορούσαν να αντληθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Κοντολογίς, απαιτείται αλλαγή παραδείγματος, που θα αφήσει πίσω τα μοντερνιστικά προπολιτικά βαρίδια και θα επανέλθει στην κλασική νοηματοδότηση της πολιτικής, στη συγκρότηση της οποίας ο πνευματικός κόσμος των ανθρώπων αποτελεί προϋπόθεση.

 … Η καθολικά και διυποκειμενικά καταμαρτυρούμενη εμπειρία των μοντερνιστικών Νέων Χρόνων είναι ανελέητα αμείλικτη:

Ακόμη και πριν την έλευση της μεταμοντέρνας εποχής (πριν ενάμιση περίπου αιώνα,  κατά τον Κονδύλη γύρω στο 1900), όσο πιο φυσικοϋλιστικά νοηματοδοτείται η ζωή, τόσο πιο αντιπνευματικά στέκεται ο άνθρωπος και τόσο περισσότερο η πολιτική διολισθαίνει στη νοηματοδότηση των ανθρωπίνων σχέσεων με όρους ισχύος και στοιχειακών ζωικών προϋποθέσεωνΗ αναπόδραστη υπονόμευση της κλασικά νοούμενης πολιτικής ζωής που προκαλεί η συνεπής απόλυτη υλικότητα της φύσης, αναβαθμίζει τους φυσικούς νόμους και θρέφει τις ορμές της αυτοσυντήρησης και τα ζωικά ένστικτα.

Για τους συνεπείς υλιστές αναβαθμίζοντας οντολογικά τη φύση στο έπακρον σημαίνει ότι καταλήγουν να θεωρούν τον άνθρωπο αμιγή φύση και τη συμπεριφορά του ως ολοσχερώς ενταγμένη στον φυσικό νόμο.

Κατά συνέπεια, αυτοσυντήρηση και επιβίωση –και μιλάμε για τις σχέσεις εντός του κράτους και όχι τις διακρατικές στις οποίες η πολιτική ηθική είναι μηδενική [ΗΘΙΚΗ και ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ, Η μη θεσπισμένη ισχύς στην διεθνή πολιτική. Πολιτική θεολογία versus πολιτική θεωρία και η σημασία της αξιολογικά ελεύθερης περιγραφής και ερμηνείας των διεθνών φαινομένων ­– http://wp.me/p3OlPy-1bH]– είτε το κατανοούν είτε όχι μέσω επιδίωξης της ωμής και αθέσπιστης ισχύος και μέσω διεύρυνσης αυτής της ισχύος είναι για τους υλιστές τα βαθύτερα κίνητρα της ανθρώπινης δράσηςΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ, ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, ΣΥΜΒΙΩΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΥΠΟΤΑΣΣΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΥΣΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΙΚΗ, ΠΟΥ ΑΠΑΙΤΕΙ ΠΑΝΤΕΛΗ ΑΠΟΚΟΠΗ ΑΠΟ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΗΘΙΚΕΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ.

Ακόμη πιο σημαντικό, οι συνεπείς υλιστές με το να σπρώχνουν τους συλλογισμούς ίσαμε τα ακραία όρια των υλιστικών παραδοχών, βλέπουν καθαρά ότι οι φυσικοϋλιστικές και φυσιοκρατικές παραδοχές τους αφορούν σε όλα τα επίπεδα των ανθρωπίνων σχέσεων.[2]

Ο La Mettrie είχε πλήρη επίγνωση αυτών των προεκτάσεων των υλιστικά συνεπών συλλογισμών του για το πώς πρέπει να είναι μία υλιστική κοινωνία. Δεν προτάσσει κάποια καταστροφή, γιατί δεν είναι συμβατό με την επιστημολογία που υιοθετεί, όταν λέει ότι ως φιλόσοφος απεκδύεται κάθε ηθική και κάθε Δέον. Ερωτοτροπεί, όμως, με τις πρακτικές προεκτάσεις των μηδενιστικών παραδοχών. Η επιστημολογία του, δηλαδή,  υποτάσσεται στο μηδενιστικό «παράδειγμα».

Η πολιτική, αφού απαλλαγεί από κάθε ηθική και κάθε Δέον μπορεί να προσβλέπει σε μία προσαρμογή των ατόμων-υλιστών ή καλύτερα ατόμων-μηχανών, όπως ο ίδιος λέει, στις προϋποθέσεις μιας ηδονιστικής ανθρωπολογίας.

Όπως σημειώνει εύστοχα ο Κονδύλης: «Όταν ο La Mettrie σκέφτεται έτσι (δηλαδή, έχοντας την υλιστική αγωγή του ανθρώπου στο βάθος του μυαλού του και πίσω από τις λέξεις του), συμμερίζεται και συνάμα ριζοσπαστικοποιεί την αντιασκητική-χειραφετητική τάση του Διαφωτισμού, μετριάζοντας τον μηδενισμό του για χάρη του ευδαιμονιστικού ιδεώδους, το οποίο, ωστόσο, δεν θα διέλυε την κοινωνία».[3]

Διατυπώνοντάς το με διαφορετικά λόγια: Για να μπορούμε να κολυμπούμε μέσα στα ηδονιστικά Σόδομα και Γόμορρα, η ατομιστική κοινωνία των υλιστικά κινούμενων αστικών και αστικοφιλελεύθερων κρατών δεν πρέπει να μηδενιστεί ολοκληρωτικάΧρειαζόμαστε κολυμβήθρα και αυτή θα είναι μία ανθρωπολογικά εκμηδενισμένη κοινωνία. Όχι μία εξαφανισμένη κοινωνία.

[Σημείωση: ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ: το πνεύμα να περιοριστεί στην ατομική σφαίρα. ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ Η ΕΘΝΟΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ: Το πνεύμα πρέπει να μηδενιστεί και μέσα στην ιδιωτική σφαίρα]

Εδώ τίθεται το καίριο ζήτημα που μας απασχόλησε επανειλημμένα σε πολλά κείμενα, ότι δηλαδή μεταξύ μιας υλιστικής δημόσιας σφαίρας και της ιδιωτικής σφαίρας ο «καλός ιδιώτης» είναι αυτός που όντας υλιστής και ηδονιστής διακινείται ευέλικτα και προσαρμοστικά.

Το αετίσιο και διεισδυτικό μάτι του Κονδύλη το βλέπει και αυτό: Ο ηδονισμός και το ευδαιμονιστικό ιδεώδες του La Mettrie «μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε σε κοινωνικό επίπεδο και σε ορισμένα όρια είτε αχαλίνωτα και σε κύκλους ιδιωτικούς. Η ανεμπόδιστη ικανοποίηση των ορμών όλων των μελών της κοινωνίας θα σήμαινε, όμως, την αποσύνθεση της τελευταίας και γι’ αυτό και δεν αντιμετωπίζεται ως ρεαλιστική προοπτική. Άλλωστε ο La Mettrie θεωρητικά δεν  ασχολείται και πολύ μ’ αυτήν».[4]

Σ’ αυτή τη λεπτολόγο επισήμανση του Κονδύλη βρίσκεται και η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα στοχαστική γέφυρα μεταξύ του La Mettrie και του ακόμη πιο συνεπούς μηδενιστή-ηδονιστή, του Μαρκησίου de Sade, ο οποίος θεωρούμε ότι είναι ο γνήσιος πρόγονος των μεταμοντέρνων και οπωσδήποτε οι ιδέες του εάν υλοποιηθούν είναι τα μυθικά Σόδομα και Γόμορρα.

Οι πιο πάνω αμφιταλαντεύσεις του La Mettrie, επισημαίνει ο Κονδύλης, οδήγησε τον Sade, που θεωρούσε τον La Mettrie πνευματικό πατέρα του, να παρατηρήσει ότι «ο La Mettrie δεν αποκάλυψε τις βαθύτερες σκέψεις του».[5]

Η απόλυτη υλιστική συνέπεια του de Sade τον οδηγεί να εγκαταλείψει τα μισόλογα της πρώιμης φάσης της νεοτερικότητας, να υποστηρίξει την πλήρη οντολογική ανατίμηση της φύσης και των αισθητών και την αποκοπή από κάθε ηθική ή κανονιστική κρίση.

Όπως επισημαίνει ο Κονδύλης, στο πλαίσιο της μηδενιστικής κατάργησης του χωρισμού ανάμεσα στο Όν και Επίφαση, χάρη της οποίας η Επίφαση γίνεται μοναδικό Ον, ο Sade προσυπογράφει τη θέση ότι ο άνθρωπος είναι Φύση.

«Σημαίνει πρώτα-πρώτα ότι και ο άνθρωπος είναι αμιγής ύλη, που το πιο εκλεπτυσμένο μέρος της αποτελεί η ψυχή. (…) Έτσι, δίνει έκφραση στα πιο βαθιά σαλέματα της ανθρώπινης ύλης, ως κινητήρια δύναμη της δραστηριότητας των ανθρώπων και συγκρίνει τη λειτουργία τους αυτή με τη λειτουργία της κίνησης στη φυσική. Η ανθρώπινη δραστηριότητα απορρέει από τον φυσικό νόμο, γιατί μπαίνει σε κίνηση χάρη στην ορμή της αυτοσυντήρησης και στην αρχή της ηδονής».[6] [έμφαση δική μου]

Υπό αυτό το υλιστικά συνεπέστατο πρίσμα του de Sade, η νοηματοδότηση της ζωής και της πολιτικής με όρους ισχύος και συνάμα ανθρωπολογικής αποδόμησης του πνεύματος είναι μονόδρομος.

Σε μια τέτοια νοηματοδότηση δεν έχει θέση το πνεύμα, ο πολιτισμός, η μεταφυσική πίστη, οι παραδόσεις και ασφαλώς εορτές που ενσαρκώνουν μνήμες και πατροπαράδοτους τρόπους αιώνων ή και χιλιετιών.

Μία φυσιολογική τροχιά που είναι συνεπής με τις εσώτερες λογικές του υλισμού παραμερίζει όλα τα άλλα θέτοντας ως κύριο σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης την αυτοσυντήρηση, τον ευδαιμονισμό και την ηδονή που αφήνει τον εγωισμό του αχαλίνωτο και αδιαφορώντας για τη ζημιά των άλλων.[7]

Έπεται η αχόρταγη επιδίωξη της ισχύος, της διεύρυνσης της ισχύος και της συμβατής με αυτή θέση για την «πρωταρχική σημασία της αρχής της ηδονής και για τη φιλαρχία και την αγάπη της ισχύος ως τα βαθύτερα κίνητρα της ανθρώπινης δράσης».[8]

Τα πιο πάνω και πολλά άλλα είναι πολύ συναφή με μερικές ανθρωπολογικές διαμορφώσεις των μεταμοντέρνων τάσεων στις δυτικές κοινωνίες. Χωρίς βεβαίως να υπεισέλθουμε στις γνωστές και με κάθε κριτήριο φυσιολογικού ανθρώπου αντιαισθητικές έκλυτες επιδόσεις του μαρκήσιου de Sade σε διάφορους τομείς, ο συνεπής αυτός υλιστής δεν αφήνει ανέγγιχτη τη σεξουαλικότητα, μιας και θεωρεί πως δεσπόζει όλων των άλλων ενστίκτων και πως συνυφαίνεται άρρηκτα με την ισχύ και με την κυριαρχία.

Το ίδιο ισχύει όταν υποστηρίζει το δίκαιο του ισχυρότερου, τη φυσική αιτιολογική εκλογίκευσή του για τον αφανισμό των άλλων για σκοπούς αυτοσυντήρησης και τη συστηματική υποστήριξη του εγκλήματος ως φυσιολογικής εκδίπλωσης της φυσικής νομοτέλειας, που μπορεί το έγκλημα να παράγει ακόμη και τέρψη.[9]

Για ευνόητους λόγους κανείς δεν θα προσέλθει στη δημόσια σφαίρα με τέτοιες αιτιολογήσεις που θίγουν βαθύτατα τις ωραιοποιημένες ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις του δυτικού «ορθολογισμού». ….»

Συνέχεια των πιο πάνω αποσπασμάτων υπογραμμίζουμε μερικές πτυχές που θέλουμε να τονίσουμε εδώ. Αφορούν τις λογικές προεκτάσεις, το προσανατολισμό των ατόμων και των ομάδων, αλλά και του κράτους στο οποίο ανήκουν.

Γιατί όπως και να το κάνουμε, ο πλανήτης είναι συγκροτημένος σε κρατικές οντότητες διαφορετικού περιεχομένου και ενδιαφέρει ο προσανατολισμός μιας εκάστης εξ αυτών, πρωτίστως βέβαια της οικείας μας κρατικής οντότητας. Σημειώνουμε λοιπόν τα εξής:

Πρώτον, το γεγονός ότι οι πιο πάνω αιτιολογήσεις αιτιολογήσεις βρίσκονταν στον σκληρό πυρήνα  των υλιστικών και αντιπνευματικών εκλογικεύσεων του μοντερνισμού και ότι επηρεάζουν τη νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος.

Δεύτερον, το γεγονός ότι η λογική εκδίπλωση του υλισμού οδηγεί στην εκδίωξη των πνευματικών από τη δημόσια σφαίρα και ότι αυτό οδηγεί στο μηδενιστικό αδιέξοδο του μεταμοντερνισμού, όπου πλέον οι ανθρωπολογικές παραδοχές συνεπών υλιστών, όπως οι La Mettrie και de Sade βρίσκουν εξαιρετικά πρόσφορο έδαφος.[10] Αυτό βέβαια μπορεί να συμβαίνει συνειδητά ή ασυνείδητα. Το παιδί του φίλου ανέφερα στην αρχή, σίγουρα ασυνείδητα γιατί  αβοήθητο κυλάει μέσα στο μεταμοντέρνο ποταμό. [Διερωτώμαι: Πόσοι θα διαβάσουν με προσοχή και υπομονετικά το παρόν το οποίο αφορά καίρια την υπόσταση, την ανθρωπολογική ποιότητα και την ευημερία και ευτυχία των παιδιών τους]

Τρίτον, το γεγονός ότι ο εξοστρακισμός των πνευματικών και η ανατίμηση των υλιστικών παραδοχών, παρά το γεγονός ότι στην πράξη εφαρμόζεται πάντοτε ημιτελώς και αντιφατικά, αποτελούν την επίσημη κανονιστική προσέγγιση πολλών δυτικών κρατών.

Τέταρτον, το γεγονός ότι στον διανοητικό χώρο, ιδιαίτερα στις λεγόμενες «κοινωνικές επιστήμες», οι κυρίαρχες προσεγγίσεις δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τις πιο ακραίες τάσεις των υλιστικών παραδοχών των τελευταίων αιώνων.

Για  τις αντιφάσεις, τα σφάλματα, τα άλματα, την άγνοια και τις ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις δεν αξίζει καν να ασχοληθεί κανείς. Καλύτερα κανείς να μελετήσει τον de Sade γιατί αυτός τουλάχιστον ήξερε για τι πράγμα μιλούσε. Θα αποτελούσε μεγάλη προσφορά στην επιστήμη και στη δημόσια πολιτική, αν δίνονταν δωρεάν στους μεταμοντέρνους τα συγγράμματα των La Mettrie και de Sade, γιατί θα μπορούσαν να κοιτάξουν στον καθρέφτη αυτών των δύο συνεπών υλιστών και να αντικρίσουν τον ενδεχομένως άγνωστο εαυτό τους. Σίγουρα βέβαια, για να θυμηθούμε ξανά τον Αριστοτέλη, αυτό ισχύει για τον άνθρωπο «πολιτικό ζώο». Εάν έχει ήδη γίνει ζώο η επιστροφή είναι δύσκολη, η δίψα για αίμα μεγάλη και η θηριωδία ανεξέλεγκτη.

Εν τούτοις, πολλοί της πρώτης κατηγορίας, βγαίνοντας έτσι από την ημιμάθειά τους ίσως θελήσουν να αλλάξουν επιστημονικές επιλογές και πνευματικές παραδοχές για να μην υπηρετούν μία πορεία που οδηγεί στα ανθρωπολογικά Σόδομα και Γόμορρα.

Τουτέστιν, εγγενώς και εξ αντικειμένου: ΣΤΟΝ ΦΙΛΟΤΟΜΑΡΙΣΜΟ, ΣΤΟΝ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟ, ΣΤΗ ΦΙΛΑΥΤΙΑ, ΣΤΗ ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΜΕ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΗΔΟΝΙΣΜΟ ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ. Ίσως δηλαδή, αν μη τι άλλο για αισθητικούς λόγους, να μην θέλουν να συνεισφέρουν στην κοινωνική δικαίωση του μαρκήσιου de Sade.

Ο μεταμοντερνισμός ίσαμε τις λογικές του συνέπειες ως η ύστερη εκδοχή του διεθνισμού-υλισμού θέτει ζητήματα τόσο αρχής όσο και βαθμίδας.

Όπως μόλις είδαμε, οι συνεπείς υλιστές θεωρούν την ανθρωπολογική αποδόμηση δεδομένη.

Το ότι κάποιοι άλλοι κρύβονται πίσω από μισόλογα, αποδομητικά ιστοριογραφικά τεχνάσματα και σπουδαιοφανείς θεσμικές θεωρίες, είναι επιστημονικά και κυρίως πολιτικά παντελώς αδιάφορο και δεν εμποδίζει να αντιληφθούμε τι ακριβώς θέλουν.

Στο αφετηριακό ιδεολογικό τους DNA κρύβεται ο συνεπής αντί-πνευματικός μηδενισμός ή καλύτερα οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις των δίδυμων τέκνων του, του υλισμού και του διεθνισμού.

Ο εξοστρακισμός του πνεύματος και η οντολογική ανατίμηση της φύσης και της ύλης που είναι το κύριο ιδεολογικό αίτημα του συνόλου των μοντερνιστικών πολιτικών στοχασμών. Αυτό το γεγονός ενέχει βαθύτατες προεκτάσεις, τις οποίες εν τούτοις ελάχιστα κατανοούν οι συγκαιρινοί ημιμαθείς ή ιδεολογικά συνεπαρμένοι επίγονοι. Οι συλλογισμοί των La Mettrie και de Sade, μερικούς από τους οποίους συνοψίσαμε πιο πάνω, είναι η έσχατη κατάληξη των αντιφατικών τους διατυπώσεων.

Οι θεμελιώδεις παραδοχές του μοντερνισμού, απορρίπτοντας τη δυναμική σύμμειξη πνευματικών και αισθητών που γεννά και διαμορφώνει το Κοινωνικό γεγονός, αρνούνται έτσι να μπουν σε δύσκολους Αριστοτελικούς δρόμους ανθρωπολογικής διαμόρφωσης.

Αρνούνται προγραμματικά το άθλημα του αισθητού και συνάμα πνευματικού συλλογικού κατ’ αλήθειαν βίου που κτίζει  ανθρωπολογικές προϋποθέσεις, κοσμοθεωρητικούς προσανατολισμούς και νομιμοποιημένες ηθικοκανονιστικές δομές ικανές να συγκρατούν μία αυτοδύναμη ανθρώπινη αυτοοργάνωση.

Έτσι, αυτοκτονούν στοχαστικά με το να περιπίπτουν στη δίνη των ιδεολογιών, του μεταφυσικού δηλαδή προσδιορισμού των ανθρωπολογικών παραμέτρων, των διαμορφωτικών παραγόντων και κανονιστικών ρυθμίσεων, οι οποίες στερούνται επαρκούς κοινωνικής επικύρωσης.

Διώχνοντας το πνεύμα, εξάλλου, μένει μόνο η φύση και ο άνθρωπος-ύλη, οπότε η κανονιστική επικύρωση στερείται αιώνιων κριτηρίων και παραγόντων, που αφορούν στην ανθρώπινη ετερότητα.

Έτσι στερείται η δυτική πολιτική σκέψη την αιώνια ανθρώπινη αξίωση να συνδέει το κανονιστικό με το αιτιώδες – τα αισθητά με τα  πνευματικά και να συγκολλά το Κοινωνικό με το Πολιτικό μέσα από το ακατάπαυστο σμίλευμα των ανθρωπολογικών προϋποθέσεων.

Για να το συγκεκριμενοποιήσουμε με όρους των αναζητήσεων της παρούσης ανάλυσης και σε αναφορά με το ζήτημα του «νοήματος» της κοινωνικοπολιτικής ζωής, ο συνεπής (αλλά και ο ασυνεπής και αντιφατικός ή «μετριοπαθής» ή «αγνωστικιστικός») μεταμοντερνισμός, όταν σκέφτεται διεθνιστικά-υλιστικά, αυτό που πραγματικά κάνει είναι να μάχεται να εκτοπιστεί το πνεύμα και να αναβαθμιστεί οντολογικά η ύλη σε πρώτη φάση στη δημόσια σφαίρα και σε δεύτερη στην ιδιωτική σφαίρα.

Στην ιδιωτική σφαίρα μόνο ένα «άτομο-ιδιώτης» υλιστικά φορμαρισμένο ταιριάζει σε μία «κοινωνία» που κινείται λειτουργιστικά και διαταράσσεται από τις παρεμβολές κάθε ανθρώπινης ετερότητας:

Μία κοινωνία με προγραμματικά προσδιορισμένες κανονιστικές δομές, που υπηρετούν λειτουργικές ανάγκες, υλικές ωφέλειες και χρησιμοθηρικά ένστικτα χρειάζεται πολίτες που λειτουργούν αντίστοιχα. Δηλαδή γραμμικά-μηχανιστικά και με τρόπο που το ταραχοποιό πνεύμα δεν ταράττει την χρησιμοθηρία, τον ηδονισμό, τον ωφελιμισμό και ότι άλλο βρίσκεται στον θηριώδη πολιτικά αθέσπιστο πόλο της ανθρώπινης φύσης (στον αντίποδα αυτού του πόλου είναι η ανθρώπινη φύση που προσαρμόζεται στις επιταγές του πολιτισμένου βίου)

Το άτομο-ιδιώτης μέσα σε μια τέτοια δημόσια σφαίρα σύμφωνα με μια λογικά συνεπή μεταμοντέρνα νοηματοδότηση της υλιστικής ανθρωπολογίας, θα πρέπει να περιέχει ανθρώπους επίπεδους, απονευρωμένους, ηθικά αδιάφορους ή (στην ιδιωτική σφαίρα) ανήθικους, κυνικούς, φιλοτομαριστές, φίλαυτους και ιδεολογικά ηδονιστές. Τη λογική αυτή συνέπεια δεν κατάλαβαν πολλοί άλλοι, σε αντίθεση με τους  La Mettrie και de Sade, που περιέγραψαν τη λογική απόληξη των υλιστικών ιδεολογημάτων, δηλαδή τα «Σόδομα και Γόμορρα».

Η απάντηση βρίσκεται στις κοσμοθεωρίες των εθνών, στην υψηλή αρχή της Ελευθερίας που ενσαρκώνει η Εθνική Ανεξαρτησία  και στην δημοκρατική φορά κίνησης προς την Ιθάκη της ατομικής, κοινωνικής και πρωτίστως πολιτικής ελευθερίας. Τόσο κατά την διάρκεια του ταξιδιού όσο και μέσα στην Ιθάκη εάν και όταν φτάσουμε, αντίρροπες τάσεις συρρικνώνουν ανθρωπολογικά τους πολίτες.

Τους συρρικνώνουν ή και εκμηδενίζουν εκμηδενίζοντας συνάμα και το Πολιτικό γεγονός μέσα στο οποίο κανονικώς εχόντων των πραγμάτων ορίζονται κοινωνικοπολιτικά τα κριτήρια πολιτικής ηθικής που συγκροτούν τον πολιτικά πολιτισμένο βίο και θεσπίζουν τις διανεμητικές λειτουργίες της ισχύος.

Τέτοιες αντίρροπες τάσεις αποτελούν επιστροφή στο μέλλον των Σοδόμων και Γομόρρων του Μαρκησίου de Sade και άλλων μηδενιστών του στενού μονερνιστικού δρόμου που βοηθούσης και της μαζικοπαραγωγής / μαζικοκατανάλωσης / αστικοποίησης συνειδητά ή ανεπίγνωστα προσανατολίζει τους ανθρώπους στο μεταμοντέρνο ανθρωπολογικό βούρκο.

Ακολουθούν μερικές υποσημειώσεις όπως είναι τοποθετημένες αριθμητικά εντός των αποσπασμάτων που προηγήθηκαν

[1] Ισχύς και ηγεμονισμός, Καντ. Μέχρι και τους δύο παγκόσμιους πολέμους τα κράτη της Ευρώπης δεν είχαν σταθεροποιηθεί ενδοκρατικά και ο ηγεμονισμός ως κατάχρηση ισχύος και δεσπόζουσας θέσης αφορούσε τόσο τις διακρατικές όσο και τις ενδοκρατικές σχέσεις. Λίγο νωρίτερα η έλευση του αντιπροσωπευτικού συστήματος μείωσε τον ενδοκρατικό ηγεμονισμό εφόσον κανείς μπορούσε να μιλά πλέον για ηγεμονισμό των παρατάξεων, που εναλλασσόμενες την εξουσία επενεργούσαν δημιουργικά (όπως έλεγαν οι φιλελεύθεροι) ή για την κατάλυση των τάξεων και επιβολή μιας αταξικής κοινωνίας (όπως έλεγαν οι μαρξιστές). Στις διακρατικές σχέσεις ο ηγεμονισμός αποτελούσε τον κανόνα και όχι την εξαίρεση. Ο Καντ επιχείρησε να συνδέσει τα δύο επίπεδα μιλώντας για φιλελεύθερα καθεστώτα και για διεθνή ειρήνη μέσα από την κατίσχυση του φιλελευθερισμού. Οι αντιρρήσεις είναι πολλές.

Πρώτον, η θέση του Καντ για το διεθνές σύστημα έμεινε ημιτελής. Σωστά, ο Kenneth Waltz παρατηρεί ότι «ο Κάντ φοβόταν ότι μια παγκόσμια κυβέρνηση θα καταπνίξει την ελευθερία, θα μετατραπεί σε μια δεσποτική εξουσία και στο τέλος θα καταρρεύσει φέρνοντας χαοτικές καταστάσεις («Reflections on Theory of International Politics: A Response to my Critics» στο Keohane Ο. Robert, επιμ., Neorealism and its Critics, Columbia University Press, NY, 1986, σ. 341).

Δεύτερον, ο Καντ έκανε ένα τεράστιο στοχαστικό άλμα, που δεν οδηγεί σε υπαρκτές καταστάσεις: Υποστήριξε ότι ο φιλελευθερισμός θα αποτελέσει το πολίτευμα του μέλλοντος για όλα τα έθνη. Όπως και πολλοί άλλοι δυτικοί στοχαστές φαίνεται να είχε συγχύσει το γεγονός ότι η πρόσκαιρη ηγεμονική ισχύς των δυτικών κοινωνιών σημαίνει ότι είναι πλειονότητα στον πλανήτη ή ότι οι άλλοι λαοί, οι οποίοι έχουν δικές τους εθνικές κοσμοθεωρίες και δικά τους πολιτεύματα, είναι βάρβαροι που πρέπει να εκπολιτιστούν (από τους κατέχοντες την ισχύ, νοείται).

Τρίτον, όπως και πολλοί άλλοι στοχαστές της νεοτερικότητας θεώρησε ως δεδομένο ότι η έμμεση αντιπροσώπευση (κατ’ ευφημισμό «έμμεση δημοκρατία») οδηγεί προς δημοκρατία ή ότι οδηγεί σε υψηλές βαθμίδες δημοκρατίας. Εμείς εδώ, όμως, ισχυριζόμαστε το αντίθετο και οι δύο θέσεις στέκονται η μία απέναντι στην άλλη. Ας μη συγχέουμαι, προσθέτω, τη στρατιωτική υπεροχή και την καταλήστευση των υπολοίπων με κλοπιμαία που συρρέουν και εκμαυλίζουν τις κοινωνίες με τη δημοκρατία. Τα έθνη πολλών περιφερειών, όπως υποστηρίζω σε άλλα σημεία της παρούσης ανάλυσης, αναπόδραστα θα είχαν μία πολύ διαφορετική εξέλιξη, αν δεν είχαν καταπλακωθεί από το μεγαλύτερο πλανητικό έγκλημα όλων των εποχών, την αποικιοκρατία.

Τέταρτον, είναι ειρωνικό κανείς να μιλά για ειρήνη στον κόσμο, αν επικρατούσε ο φιλελευθερισμός, τη στιγμή που τα φιλελεύθερα καθεστώτα όχι μόνο κατεξουσίαζαν τον πλανήτη μέσω της αποικιοκρατίας, αλλά επιπλέον οι ΗΠΑ εκτός της σκλαβιάς των αφροαμερικανών δούλων εξόντωναν τους αυτόχθονες στο πλαίσιο ενός άνευ προηγουμένου γενοκτονικού επεκτατισμού στο όνομα μιας εξεζητημένης θεοκρατικής αντίληψης («πεπρωμένο του έθνους»).

[2] Βλ. λεπτομερή ανάλυση στο Κονδύλης, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, τόμ. ΙΙ, ό.π. σ. 190-202.

[3] Απολαύσεις ανθρωποειδών. Κονδύλης, ό.π. σ. 191.

[4] Ηδονισμός και κοινωνική αποσύνθεση. Ό.π. σ. 191.

[5] Παρατιθέμενος ό.π.

[6] Κονδύλης, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός (Θεμέλιο, Αθήνα, 1987), τόμ. ΙΙ, σ. 193.

[7] Ο μαρκήσιος de Sade και ισχύς. Verbatim, ό.π.

[8] Ό.π. σ. 194

[9] Άντληση verbatim από Κονδύλης, ό.π. σ. 193-8.

[10] De Sade, La Mettrie  και μεταμοντερνισμός. Η θέση που εκφράσαμε εδώ ότι ο υλισμός εκδιπλώνεται σε αντιπνευματική στάση στη δημόσια σφαίρα με λογική συνέπεια τη διολίσθηση στον μηδενισμό, τον φιλοτομαρισμό και τον ηδονισμό, που ροκανίζουν τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις, ενισχύεται από την εκτίμηση του Κονδύλη ότι η φιλοσοφία του είναι βαθύτερα εμποτισμένη στη νεότερη σκέψη απ’ ό,τι νομίζουμε: «Όταν ο de Sade στηλιτεύει τον κακό Θεό, δεν κάνει άλλο τίποτα παρά πιάνει, με τον ελεύθερο και συνάμα εμφατικό τρόπο του, το επιχειρηματολογικό νήμα, που άρχισε να ξεδιπλώνει στο κατώφλι κιόλας του Διαφωτισμού ο Bayle και που οδήγησε τον Voltaire σε δύσκολες ώρες» (ό.π., σ. 198). Σε αναφορά με το προγενέστερο επιχείρημά μας, επίσης, ότι η λογική συνέπεια των υλιστικών, αντιπνευματικων μηδενιστικών παραδοχών είναι η διχοτόμηση της υλικής δημόσιας σφαίρας από την ιδιωτική δημόσια σφαίρα ο Κονδύλης επισημαίνει, ότι ναι μεν ο de Sade (όπως και ο La Mettrie) αναγνωρίζουν η αχαλίνωτη ικανοποίηση των ορμών θα οδηγούσε στα δάση, «παρουσιάζει τους ασώτους του να ασκούν την επινοητικότητά τους μονάχα στους ιδιωτικούς χώρους» (ό.π. σ. 201). Εξετάζοντας την πορεία των μεταμοντέρνων τάσεων και την επίδρασή τους πάνω στις δυτικές κοινωνίες θα διαπιστώσουμε ότι μία τέτοια βαθύτατων προεκτάσεων για αμφότερες τις σφαίρες (δημόσια και ιδιωτική) κατάσταση δεν είναι πλέον μόνο στη φαντασία του de Sade.

Μερικές συναφείς σύντομες παρεμβάσεις

    • «Εσχατολογικό ιδεολογικό δηλητήριο και πολιτική θεολογία versus Αριστοτελική πολιτική σκέψη» https://wp.me/p3OlPy-1Ku
    • Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΡΟΚΑΝΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΩΝ ΕΧΕΙ ΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙ-ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΣΚΕΨΗΣ. Συμπεριλαμβάνει απόσπασμα από το «Κοσμοθεωρία των Εθνών»http://wp.me/p3OqMa-1ie
    • Οι Έλληνες «μπουμπουνοκέφαλοι προοδευτικοί» (συνομιλία με τον Παναγιώτη Κονδύλη) https://wp.me/p3OqMa-1wE
    • Προσανατολιστική πολιτική σκέψη Ομηρικών προδιαγραφών. Όμηρος, Θουκυδίδης, Αριστοτέλης, Καβάφης, Ιθάκη, Πατρίδα https://wp.me/p3OqMa-1qL
    • ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΈΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΎ ΚΑΙ Η ΚΑΤΆΛΗΞΉ ΤΟΥ: ΚΑΤΕΞΟΥΣΙΑΣΜΟΣ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ,ΤΟΚΟΓΛΥΦΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΩΝhttp://wp.me/p3OqMa-138
    • ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΡΟΚΑΝΙΖΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΛΗΓΟΥΝ ΣΕ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΣΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΟΜΟΡΡΩΝ http://wp.me/p3OlPy-1kS
    • ΤΑ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑ ΣΟΔΟΜΑ ΚΑΙ ΓΟΜΟΡΡΑ, Η «ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ» και συνθήκες που την κατεδαφίζουν. http://wp.me/p3OqMa-1n1
    • ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ, ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ, ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ, ΔΕΣΠΟΤΕΙΑ VERSUS ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ / ΙΣΧΥΡΕΣ… http://wp.me/p3OlPy-10O 
    • Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΝΔΥΛΕΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ ΠΟΥ ΠΑΓΙΔΕΥΣΕ ΤΗ ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΟΝ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟ http://wp.me/p3OlPy-ZB 
    • Μοντερνισμός, το ιδεολογικό φαινόμενο και η μεταμοντέρνα διολίσθηση προς τα ανθρωπολογικά Σόδομα και Γόμορρα. http://wp.me/p3OlPy-Zv 
    • ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΜΠΕΡΔΕΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΘΝΙΚΟΎ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ http://wp.me/p3OlPy-Vv 
    • Προσανατολιστική πολιτική σκέψη Ομηρικών προδιαγραφών. Όμηρος, Θουκυδίδης, Αριστοτέλης, Καβάφης, Ιθάκη, Πατρίδα https://wp.me/p3OqMa-1qL
    • Ο πολιτικός στοχασμός, οι κλασικοί, οι σύγχρονοι, το «ταξίδι» και ο Καβάφης https://wp.me/p3OqMa-1yz
    • Εθνομηδενισμός, Μακεδονία, Ελληνοτουρκικά, Κυπριακό και η «Μπουμπουλίνα η … “ερωτιάρα”» https://wp.me/p3OqMa-1ys
    • Η Εθνική Ανεξαρτησία ως η κοινή Κοσμοθεωρία όλων των Εθνών και η Ελληνική Επανάσταση του 1821 https://wp.me/p3OlPy-2db
    • πανηγυρικός
    • Εθνική Ανεξαρτησία / Συλλογική Ελευθερία: Η Μόνη Κοσμοθεωρία Όλων Των Εθνών. «ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ. ΤΙ ΣΥΓΚΡΟΤΕΙ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΑΤΕΙ ΤΑ ΚΡΑΤΗ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ»: Κάποια πράγματα τα γράφεις για να μην χρειάζεται να τα αναθεωρείς κάθε μέρα αλλά για να κτίζεις πάνω σ’ αυτά: https://wp.me/p3OqMa-1oP
    • ΗΘΙΚΗ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ* https://wp.me/p3OlPy-1O2
    • ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ http://wp.me/p3OqMa-1ij – http://wp.me/p3OlPy-1pn
    • ΗΘΙΚΗ και ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ, Η μη θεσπισμένη ισχύς στην διεθνή πολιτική. Πολιτική θεολογία versus πολιτική θεωρία και η σημασία της αξιολογικά ελεύθερης περιγραφής και ερμηνείας των διεθνών φαινομένων ­– http://wp.me/p3OlPy-1bH – http://wp.me/p3OqMa-13c
    • και
    • Οντολογική θεμελίωση του Πολιτικού και ο ρόλος της ισχύος στην αθέσπιστη διεθνή πολιτική: Πολιτικός στοχασμός versus Πολιτική Θεολογία http://wp.me/p3OlPy-1no – http://wp.me/p3OqMa-1hI
    • Tο εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα και η διαδρομή της ανθρωποκεντρικής πολιτικής θεμελίωσης http://wp.me/p3OlPy-1id (με 5.1 Κοσμο)
    • ΖΙΑΚΑΣ: «ΤΖΟΓΑΔΟΡΟΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΣΤΟ ΤΙΜΟΝΙ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ. ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ Η ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΕ… http://wp.me/p3OlPy-I4 
    • ΑΝΤΙ-ΗΓΕΜΟΝΙΣΜΟΣ: Η ΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ Ο ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ ΤΩΝ ΑΦΕΤΗΡΙΑΚΩΝ ΑΝΤΙ-ΗΓΕΜΟΝΙΚΩΝ ΣΤΑΣΕΩΝ ΜΑΣ http://wp.me/p3OlPy-1l6
    • ΠΕΡΙ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ή ΠΕΡΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ; https://wp.me/p3OqMa-1q9
    • ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΩΤΩΝ, ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΑΣ, ΠΡΟΔΟΤΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΙΠΑ https://wp.me/p3OqMa-1qA
    • Η Εθνική Ανεξαρτησία ως η κοινή Κοσμοθεωρία όλων των Εθνών και η Ελληνική Επανάσταση του 1821 https://wp.me/p3OlPy-2db

Ανάρτηση δοκιμίου όπου επιχειρείται μια συνοπτική και όσο το δυνατό πιο περιεκτική ανάλυση ζητημάτων που αφορούν τον μεταμοντερνισμό, την μεταφυσική πίστη και το Κοινωνικό και Πολιτικό γεγονός. Οι αριθμημένες υποσημειώσεις όπου γίνονται εκτενέστερα σχόλια και οι παραπομπές είναι στο τέλος. 

Π. Ήφαιστος, «Πολιτική θεωρία του Διεθνούς Συστήματος: Τι συγκροτεί και συγκρατεί τα κράτη και τον κόσμο». Δημοσιευμένο στο επιστημονικό περιοδικό Φιλοσοφείν, επιστήμη, εύνοια παρρησία – Ιανουάριος 2019. Σημειώνεται ότι ενδέχεται κάποιες διορθώσεις του τελικού και δημοσιευμένου να μην έχουν γίνει στο δοκίμιο που ακολουθεί

Βασική θέση μας είναι ότι τους τρεις τελευταίους αιώνες την Μεσαιωνική πολιτική θεολογία την διαδέχθηκε η ιδεολογική πολιτική θεολογία. Θα δούμε τα κύρια αίτια και τα κύρια αποτελέσματα. Πρωτίστως το γεγονός ότι στα πεδία της πολιτικής σκέψης όσο και της πολιτικής πράξης σταδιακά συγκροτήθηκαν δύο κάθετα διαφορετικές θεωρήσεις για τον άνθρωπο, το κράτος, την συγκρότηση του κράτους, τις πέραν του κράτους δομές και την θέση του ανθρώπου μέσα στο κράτος ή εναλλακτικά πάνω στον πλανήτη[1].

Για να θίξουμε αυτά τα ζητήματα έστω και τηλεσκοπικά, υποχρεωτικά θα πρέπει να φωτίσουμε κύριους προσανατολισμούς των Νέων Χρόνων, δηλαδή μετά τον 15ο και 16ο αιώνα. Θα γίνει αναφορά σε μερικά γεγονότα εντός αυτών των προσανατολισμών τα οποία αν και πασίγνωστα επισκιάζονται από ιστορικισμούς, θεωρήματα, ιδεολογήματα και άλλες μεταμφιέσεις κρατικών ή ηγεμονικών συμφερόντων[2]. Τα ιδεολογικά δόγματα των ύστερων Νέων Χρόνων τα οποία κηρύττουν τον ένα ή άλλο οικουμενισμό αποτελούν ένα διαχρονικά γνωστό φαινόμενο μεταμφίεσης ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος[3]. Ο οικουμενισμός που κηρύττουν, επιπλέον, είναι ανθρωπολογικά εξομοιωτικός και πολιτικά εξισωτικός, δομή πού καμιά σχέση με το ανθρωποκεντρικά θεμελιωμένο κοσμοσύστημα της Βυζαντινής Οικουμένης του οποίου οι συστατικές Πόλεις ήταν αυτό-θεσπιζόμενες και αυτεξούσιες[4].

Ένα τέταρτο του αιώνα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου πολλά που ακούγονταν ή γράφονταν με άξονα τα ιδεολογικά δόγματα που κήρυτταν οι δύο υπερδυνάμεις της Ψυχροπολεμικής εποχής είναι εξ αντικειμένου παρωχημένα[5]. Εν τούτοις, η κεκτημένη ταχύτητά τους δημιούργησε όχι ένα αλλά πολλούς κοσμοθεωρητικούς, πνευματικούς και πολιτικούς Γόρδιους Δεσμούς. Τον 21ο  αιώνα το διεθνές σύστημα όχι μόνο παραμένει κρατοκεντρικό αλλά επιπλέον εξελίσσεται σε πολυπολικό πολλών μεγάλων και ταυτόχρονα πυρηνικών δυνάμεων.

Κατά την διάρκεια της πρώτης μετά-Μεσαιωνικής φάσης είχαμε προσπάθεια συγκρότησης διοικητικών μηχανισμών –με την έννοια ότι αποτελούσε μετά-Μεσαιωνικό διοικητικό σύστημα και όχι κράτος όπως εξελίχθηκε μετέπειτα στο πλαίσιο της έμμεσης αντιπροσώπευσης– επί της μετά-Μεσαιωνικής ανθρωπολογίας, της οποίας η συντριπτική πλειονότητα ήταν δύσμοιροι δουλοπάροικοι της επί χιλιετία Θεοκρατικής δομής της Ρωμαιοκαθολικής Αυτοκρατορίας. Να θυμίσουμε ότι κατά την διάρκεια της Ρωμαιοκαθολικής Θεοκρατίας υπό την εποπτεία της Ρώμης τοπικά διοικούσαν οι ηγεμόνες, οι φεουδάρχες και οι γεωκτήμονες, οι οποίοι, ήδη από τον 15ο αιώνα, άρχισαν να επιχειρούν αποτίναξη της εξουσίας της Ρώμης, κάτι που κωδικοποιήθηκε το 1648 μ.Χ. με την Συνθήκη της Βεστφαλίας. Αυτά τα «κράτη-διοικητικοί μηχανισμοί» πολύ γρήγορα εξελίχθηκαν στις Ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές υπερδυνάμεις[6].

Το τέλος της αποικιοκρατίας μας φέρνει στην σύγχρονη εποχή και στα Ευρωπαϊκά κράτη τα οποία τον 20ο αιώνα μετά τους δύο παγκοσμίους πολέμους επιχείρησαν να συγκροτήσουν μια περιφερειακή ένωση στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Δύο περίπου αιώνες πριν, η εξέγερση στο Παρίσι των μετά-Μεσαιωνικών ανθρώπων, γνωστών και ως sans-culotte (αβράκωτων), και μερικών διανοουμένων, είχε ως αποτέλεσμα τα ηγετικά ελίτ να παραχωρήσουν έμμεση αντιπροσώπευση και ατομικά δικαιώματα, δηλαδή ατομική ελευθερία. Όχι όμως κοινωνική και πολιτική ελευθερία[7].

Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, αναμενόμενα, η οντολογική αναβάθμιση κάθε κρατικής κοινωνίας δεν μπορούσε να είναι γραμμική ή εύκολη. Πιο συγκεκριμένα, η κατάσταση της μετά-Μεσαιωνικής ανθρωπολογίας στην Ευρώπη σήμαινε απουσία Πολιτών καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των πολιτών της Κλασικής εποχής. Ως εκ τούτου λογικά και αναμενόμενα όταν η κλασική πολιτική σκέψη επιχειρήθηκε να προσαρμοστεί στα μετά-Μεσαιωνικά δεδομένα αποδείχθηκε ανέφικτο. Αυτό γιατί η αναγέννηση της Κλασικής Πολιτείας απαιτούσε ταχύρρυθμο μετασχηματισμό του μετά-Μεσαιωνικού κράτους-διοίκησης σε Πολιτεία προικισμένη με Δημοκρατικό Δήμο και ατομική, κοινωνική και πολιτική ελευθερία. Οι δυσκολίες να επιτευχθεί αυτός σκοπός είναι ο λόγος γένεσης δογμάτων κατασκευής ανθρωπολογίας επινοημένης εκτός πολιτικής. Τουτέστιν, τα ιδεολογικά δόγματα του μοντερνισμού όπως τα γνωρίσαμε τον 19ο και 20ο αιώνα, είναι αποτέλεσμα των Μετά-Μεσαιωνικών πολιτικοανθρωπολογικών αδιεξόδων.

Στην πορεία, η αναγκαία και μη εξαιρετέα κοινωνική συνοχή εντός κάθε κυρίαρχου κράτους της Ευρώπης, συχνά συντελέστηκε με βίαιη συμμόρφωση, με εθνοκαθάρσεις και με γενοκτονίες. Ένας μεγάλο μέρος των μετά-Μεσαιωνικών ανθρώπων εξοντώθηκαν ή μετακινήθηκαν μεταξύ των κρατών που αναδύονταν πλέον ως λίγο-πολύ συνεκτικές κρατικές οντότητες όπως τις γνωρίζουμε σήμερα[8].

Ο Παναγιώτης Κονδύλης στο μοναδικό έργο του «Κριτική της Μεταφυσικής», εξηγεί επαρκώς ότι κύριος σκοπός αυτής της μοντερνιστικής φάσης πριν και μετά την Βεστφαλία, αρχίζοντας ήδη από τον Θεοσεβούμενο Καρτέσιο και τον Γαλιλαίο, ήταν η αντί-Θεοκρατική πάλη. Βασικά, ο μοντερνισμός αλλά ευρύτερα και η νεοτερικότητα[9], τελικά γεννήθηκε με δύο εγγενείς πολιτικές ασθένειες: Πρώτον, τα τραύματα που προκάλεσε η Θεοκρατία και που οδήγησαν αρχικά σε επιφυλακτικότητα και στην συνέχεια σε εχθρότητα κατά της μεταφυσικής πίστης των ανθρώπων[10]. Δεύτερον, την αντί-Αριστοτελική προαίρεση που καλά κρατάει μέχρι τις μέρες μας. Ο Αριστοτέλης όμως δεν ήταν Θεοκρατικός όπως λανθασμένα πολλοί υπέθεσαν αλλά Ανθρωποκεντρικός. Το αποτέλεσμα ήταν η πολιτική σκέψη και η πολιτική πράξη από τον 16ο αιώνα μέχρι σήμερα –και παρά το γεγονός ότι πολλοί εάν όχι οι περισσότεροι άνθρωποι εμφορούνται από μεταφυσική πίστη[11]– να οδηγηθεί στην σταδιακή οντολογική αναβάθμιση των υλιστικών παραδοχών εις βάρος όχι μόνο κατά της μεταφυσικής αλλά και ενάντια στο πνεύμα ως διαμορφωτική εισροή στην συγκρότηση του Κοινωνικού και Πολιτικού γεγονότος[12].

Αυτό είναι, κατά κάποιο τρόπο, ένα μοιραίο πνευματικό και κατ’ επέκταση πολιτικό «σφάλμα» συνάμα και ένα «ατύχημα», καθότι η μετέπειτα διολίσθηση στον μηδενισμό και στον συνεπή μηδενισμό του Μαρκησίου de Sade και La Mettrie ήταν αναπόφευκτη. Κατά την διάρκεια των Νέων Χρόνων εάν υπήρχε κάποιος τρόπος απομάκρυνσης από την Θεοκρατική πολιτική θεολογία προς την κατεύθυνση μιας πολιτικά ορθολογικής προσέγγισης για να επιτευχθεί μια έστω πρώιμη πολιτική συγκρότηση, θα μπορούσε να γίνει μόνο με τρόπο που θα ήταν συμβατός με την ανθρωποκεντρική Αριστοτελική πολιτική σκέψη. Επειδή όμως όπως αναφέρθηκε κυριάρχησε μια αντί-Αριστοτελική προαίρεση είχαμε διολίσθηση στα ποικιλόμορφα κατασκευαστικά ιδεολογικά δόγματα και στην μια ή άλλη εσχατολογική τυπολογία κατασκευής και στερέωσης κάποιου είδους απροσδιόριστης και θολής οικουμενικότητας. Για να το πούμε με όρους του Παναγιώτη Κονδύλη, η εσχατολογική Θεοκρατική πολιτική θεολογία αντικαταστάθηκε σταδιακά από μια επίγεια (ιδεολογική) εσχατολογία.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν καταμαρτυρούν ότι κάθε ιδεολογικά εκπορευμένη πολιτική σκέψη είναι πολιτική θεολογία μορφικά πανομοιότυπη με την Θεοκρατική πολιτική θεολογία. Είναι οντολογικά στερημένη ή ελλειμματική και φαντασιόπληκτα κατασκευαστική. Για να το κάνουμε πιο σαφές και να το υπογραμμίσουμε ξανά, η κατά τα άλλα πολύ λογική αντί-Θεοκρατική τροχιά, τόσο για λόγους που αφορούσαν την κατάσταση της υποκείμενης μετά-Μεσαιωνικής ανθρωπολογίας όσο και λόγω του προαναφερθέντος «αντί-Αριστοτελικού ατυχήματος», η πολιτική σκέψη αλλά και η πολιτική πράξη δεν άφησε πολλά περιθώρια για ένα δημοκρατικά προσανατολισμένο κρατικό βίο όπου η πολιτειακή συνοχή, η πολιτική ηθική, η διανεμητική δικαιοσύνη και οι κανονιστικές δομές θα διαμορφώνονταν με σύμμειξη και μέθεξη των πνευματικών και των αισθητών σύμφωνα με τις προϋποθέσεις κάθε κοινωνικής οντότητας. Το αποτέλεσμα ήταν η βίαιη συμμόρφωση στις επιταγές του εκάστοτε ιδεολογικού δόγματος ή του φορέα του, με μετακινήσεις μεταξύ κρατών, με γενοκτονίες και με εθνοκαθάρσεις[13]. Εύστοχα ο Κονδύλης επισημαίνει ότι οι ύστερες ιδεολογικές εσχατολογίες συνδέονταν με τον θάνατο και την αγωνία των επίγειων ανθρώπων για την μετά-θάνατο κατάσταση: Αντικαθιστώντας την ανακουφιστική θρησκευτική εσχατολογία και «για να αποφευχθεί η υστερία μπροστά στον πλήρη και αμετάκλητο θάνατο, νομιμοποιήθηκε κοσμοθεωρητικά η υστερία της εσχατολογίας» στο όνομα πολλών επίγειων έσχατων τόπων[14].

Συνοψίζουμε λέγοντας ότι όπως εξελίσσονταν οι κοινωνίες και ο κόσμος στην Ευρώπη και εκ του γεγονότος ότι υπήρχε έλλειμα ανθρωποκεντρικής πολιτικής σκέψης που θα εκτόπιζε τα Θεοκρατικά σύνδρομα, ο μοντερνισμός κινήθηκε αρχικά αντί-Εκκλησιαστικά, στην συνέχεια αντί-πνευματικά και μετά υλιστικά, φθάνοντας πολύ κοντά στον συνεπή μηδενισμό και στα αναπόδραστα αδιέξοδα που η έλευση του μεταμοντερνισμού απλά όξυνε[15].  Λέμε «αδιέξοδα», γιατί οι αντί-πνευματικές και στην συνέχεια υλιστικές μοντερνιστικές τάσεις οδήγησαν στην κυριαρχία της θέσης, όπως ήδη αναφέραμε, ότι αντί σταθεροποίησης της ανθρώπινης φύσης μέσα στο Πολιτικό γεγονός με σύμμειξη και μέθεξη των πνευματικών με τα αισθητά σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της ετερονομίας / ετερότητας κάθε κοινωνικής οντότητας, θα ήταν εφικτό να συγκροτηθεί και να συγκρατηθεί μια δημόσια σφαίρα από την οποία θα απουσίαζε το ταραχοποιό πνεύμα. Κυριάρχησε η άποψη ότι για το Πολιτικό γεγονός (και το Κοινωνικό γεγονός;) επαρκούν τα υλιστικά και ωφελιμιστικά κίνητρα[16].

Εύλογα ανακύπτει, βέβαια, ένα σοβαρό ερώτημα του οποίου η απάντηση είναι λογικά και προγραμματικά αναπόδραστα αδιέξοδη: Εάν μια τέτοια γραμμική και βασικά ανθρωπολογικά αδιάφορη υλιστική συγκρότηση και συγκράτηση είναι εφικτή εντός ενός κράτους γιατί να μην  είναι εφικτή και ευρύτερα πλανητικά. Έτσι, βασικά, προέκυψε ο σύγχρονος ανθρωπολογικά εξομοιωτικός και πολιτικά εξισωτικός[17] μετακρατικός διεθνισμός / οικουμενισμός, ο οποίος, εξ αντικειμένου, είναι προγραμματικά οντολογικά ανυπόστατος. Είναι πολιτική θεολογία που προβλέπει ή και επιδιώκει να κατασκευάσει έσχατους επίγειους τόπους ανθρωπολογικά εξομοιωμένους και πολιτικά εξισωμένους. Ως οικουμενισμός, όπως ήδη αναφέρθηκε σε αναφορά με τον Edward H. Carr, τα σύγχρονα διεθνιστικά ιδεολογικά δόγματα είναι, τελικά, για μια ακόμη φορά, μεταμφίεση ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος[18]. Το αντίθετο θα ήταν αληθές εάν υπήρχε δυνατότητα, για να μιλήσουμε παραστατικά, να υπάρξει ένα μεγάλο πλανητικό ανθρωπολογικό καζάνι μέσα στο οποίο θα κοχλάζουν, θα συγκλίνουν και θα συγκροτούνται πολιτικά διαφορετικές κοσμοθεωρίες, διαφορετικά μεταφυσικά δόγματα, διαφορετικές πνευματικές δομές, διαφορετικοί πολιτισμοί, διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις, διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές ταυτότητες και εν γένει διαφορετικές κοινωνικές οντότητες που θα ολοκληρώνονταν σε μια και μοναδική και υλιστικά δομημένη πλανητική πολιτικοανθρωπολογική οντότητα.

Θα συγκροτούσε και θα συγκρατούσε, έτσι, μια παγκόσμια κοινωνικοπολιτική δομή η οποία, όμως, για να μην κινείται εμφύλια, θα πρέπει να είναι εφικτό να προσδιορίζει μια πλανητική πολιτική ηθική επί όλων των υποθέσεων του πλανητικού βίου, μια νομιμοποιητική διανεμητική δικαιοσύνη και έτσι μια νομιμοποιημένη παγκόσμια πολιτική εξουσία. Δεδομένου επίσης του γεγονότος ότι η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ ενδοκρατικής και διακρατικής τάξης είναι η δυνατότητα εντός κάθε κράτους αποφάσεων για την αλλαγή της πολιτικής ηθικής, της διανεμητικής δικαιοσύνης, του τρόπου ζωής και των πολιτικοοικονομικών ιεραρχιών, θα έπρεπε να μπορεί να εδραιώσει κοινωνικοπολιτικούς τρόπους αντίστοιχων πλανητικών αλλαγών σε όλο το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικοπολιτικό φάσμα. Κανείς απαιτείται να συγκρατήσει ότι τα αναφερθέντα μόλις, περιγράφουν κάθε οικουμενισμό και ασφαλώς τα σύγχρονα ιδεολογικά δόγματα όλου του φάσματος και όλων των αποχρώσεων.

Στο σημείο αυτό, χωρίς να επεκταθούμε, σημειώνουμε την μεγάλη διαφορά του σύγχρονου μετακρατικού διεθνισμού των ιδεολογικών δογμάτων με τα μετακρατοκεντρικά κοσμοσυστήματα του παρελθόντος. Ενώ ο πρώτος απαιτεί ανθρωπολογική εξομοίωση και πολιτική εξίσωση, τα κοσμοσυστήματα του παρελθόντος συγκροτούνταν κεντρικά με βαθμίδες δεσποτείας ή κοσμοσυστημικής δημοκρατίας ανάλογα και αντίστοιχα με την περίπτωση και την ιστορική συγκυρία. Εντός κάθε κοσμοσυστήματος, τα συστατικά έθνη συνέχιζαν να αυτό-συγκροτούνται και να αυτό-θεσπίζονται τοπικά σύμφωνα με τις ανθρωπολογικές τους προϋποθέσεις όπως διαμορφώθηκαν ιστορικά, όπως ήταν και όπως εξελίσσονταν.

Πριν την έλευση του μεταμοντερνισμού[19],  ο μοντερνισμός, όπως ήδη αναφέρθηκε, επιχείρησε να κρατήσει το «ταραχοποιό πνεύμα» έξω από την δημόσια σφαίρα: Ο καθείς μέσα στην ιδιωτική του σφαίρα μπορεί να είναι ότι θέλει αλλά όταν προσέρχεται στην δημόσια σφαίρα θα πρέπει να απεκδύεται των ταυτοτήτων, των μεταφυσικών παραδοχών, των κοσμοθεωριών και των εν γένει πνευματικών ή άλλων μη υλικών ιδιοτήτων. Δεν χρειάζονται υψιτενείς θεωρήσεις για να κατανοήσει κανείς πως αυτό ήταν μια αδιέξοδη κατάσταση καθότι ελάχιστοι ή και κανείς, εν τέλει, δεν προσέρχεται στον πολιτικό βίο χωρίς ψυχή και πνεύμα, ακόμη και εάν ο ίδιος διατείνεται ότι τα στερείται.

Σε τελευταία ανάλυση κανείς δεν έχει παρά να παρατηρήσει με γυμνό οφθαλμό όλα ανεξαιρέτως τα Δυτικά μοντερνιστικά κράτη για να διαπιστώσει ότι έστω και αν συμβατικά θεωρείται πως το «ταραχοποιό πνεύμα» είναι εκτός της δημόσιας σφαίρας, τελικά είναι η κυριότερη διαμορφωτική δύναμη και πάντα παρόν. Ακόμη και αν δεχθούμε την συνεπή μηδενιστική θεώρηση, ότι δηλαδή κυριαρχούν παραδοχές περί άθρησκων ανθρώπων στερημένων πνεύματος και ψυχορμήτων και ότι η ψυχή είναι σαλέματα της ύλης όπως υποστήριζε ο Μαρκήσιος de Sade, ο μηδενιστικός ηδονισμός, η εγωπάθεια, η χρησιμοθηρία, η φιλαυτία, ο φιλοτομαρισμός και ο ωφελιμισμός θα φέρνουν τόσο μεγάλες αναταράξεις των κατ’ αυτούς σαλεμάτων της ύλης που το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι εισροές χειμαρρωδών «θεότρελων» πνευμάτων, εάν όχι «δαιμονικών πνευμάτων». Στην δική μας ανάλυση παρομοιάσαμε μια τέτοια κατάσταση ίσαμε τις λογικές απολήξεις ως σύγχρονα «Σόδομα και Γόμορρα»[20].

Αυτές οι συντομογραφικά διατυπωμένες θεωρήσεις μας φέρνουν ευθέως στον μεταμοντερνισμό για τον οποίο συστήνω σε όλους το μεγαλειώδες, μοναδικό και ένα από τα σημαντικότερα κείμενα πολιτικής θεωρίας των τριών επιπέδων, το «Κριτική της Μεταφυσικής», του Παναγιώτη Κονδύλη. Στον «Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό» στον δεύτερο τόμο, βέβαια, έκανε μια ολιστική περιγραφή των απολήξεων αυτής της τροχιάς: αντί-Θεοκρατία, Αντί-Εκκλησιαστικές θέσεις, αντί-Πνευματικές παραδοχές και συνεπής υλισμός.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης, υπό συνθήκες μαζικής παραγωγής, μαζικής κατανάλωσης και αστικοποίησης, περιγράφει την μεταμοντέρνα κατάσταση αριστουργηματικά σε αναφορά με κάθε επίγειο ζήτημα από την πολεοδομία μέχρι την μουσική και τα τεχνουργήματα. Μεταξύ άλλων, υπογραμμίζει το γεγονός ότι μια λειτουργικά εύτακτη προσαρμογή του ατόμου μέσα στις Αστικοποιημένες δομές της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης, προϋποθέτει ανθρωπολογική συρρίκνωση: «Η ανθρωπολογική συρρίκνωση του ατόμου και η ένταξή του ή η αντικατάστασή του από μεταβλητές λειτουργίες δημιουργεί μια κατάσταση όπου τα άτομα κινούνται σε ευθεία γραμμή που τέμνεται από άλλες γραμμές σε μια κατάσταση που μοιάζει «στρατό μυρμηγκιών που κινούνται προς διάφορες κατευθύνσεις σχηματίζοντας διαφορετικές διατάξεις και διάφορους συνδυασμούς …Το εσωτερικά διαλυμένο πρόσωπο ως μέλος μιας κοινωνίας αποτελεί ένα αδύναμο, στερημένο ταυτότητας και ανώνυμο σημείο, το οποίο χάνεται μέσα στην αχρωμία και στην ανωνυμία απρόσωπων δομών, ενώ τα ατομικά γνωρίσματα του προσώπου συρρικνώνονται σε απλά σημεία. Η εσωτερική διάλυση του προσώπου μεταπίπτει σε κατάτμηση της κοινωνικής ζωής σε άτομα – και τότε έρχεται η στιγμή όπου το διαλυμένο πρόσωπο αισθάνεται ως απλό σημείο ή ως παίγνιο στα χέρια ανεξέλεγκτων και αδιάγνωστων δυνάμεων».

Ακόμη πιο σημαντικό, πάνω σε ένα εξομοιωμένο και ανθρωπολογικά συρρικνωμένο πεδίο ευνοείται η ύπαρξη μιας δεσποτικής εξουσίας: «Πάνω από μια χαοτική ψυχή μπορεί να στέκεται μονάχα μια ζοφερή και καταθλιπτική εξουσία ή αυθεντία, η οποία είναι ακαταμάχητη ακριβώς επειδή δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά τις ανώνυμες εκείνες δομές που συγκρατούν τα πρόσωπα αφού πια τούτα εδώ ως κοινωνικές υπάρξεις έχουν μεταβληθεί σε σημεία ή άτομα»[21]

Δική μας εκτίμηση είναι ότι απέναντι στον μεταμοντερνισμό και στην λογική απόληξή του τον συνεπή υλισμό όπου κυριαρχεί η λογική της θηριώδους αθέσπιστης ισχύος, στέκονται ολόρθες οι ανθρωποκεντρικές Αριστοτελικές παραδοχές για το άθλημα του συλλογικού βίου που συγκροτεί την πολιτεία προσανατολισμένος προς την Ιθάκη του κατ’ αλήθειαν τρόπου ζωής σύμφωνα με την οντολογία και την ανθρωπολογική ετερότητα κάθε κοινωνικής οντότητας. Όσο και να αποδομηθούν ανθρωπολογικά οι πολίτες ενός ή περισσοτέρων κρατών για να προσαρμοστούν στην μαζική παραγωγή, την μαζική κατανάλωση, την αστικοποίηση και στις υπόλοιπες χρηστικές ανάγκες της μεταμοντέρνας φάσης, η ανθρώπινη οντότητα ως πρόσωπο ή ως συλλογικότητα και ανεξάρτητα αν δηλώνεται αθεϊσμός, υλισμός ή κάτι άλλο συναφές και συγγενές, η πολιτειακή σφαίρα συμπεριλαμβάνει τόσο τα πνευματικά όσο και τα αισθητά. Ανεξάρτητα των προσωπικών παραδοχών του καθενός για την μετά θάνατο κατάσταση και ανεξάρτητα της θρησκευτικής πίστης ή αθεϊσμού το πνεύμα και η ψυχή διαμορφώνουν τον συλλογικό βίο. Θέλουν δεν θέλουν όσοι συμμετέχουν, η πολιτική συγκρότηση μέσα στα πολιτειακά πεδία γίνεται με σύμμειξη και μέθεξη αισθητών και πνευματικών.

Αναμφίβολα, όσο μεγαλύτερη ανθρωπολογική υπόσταση διαθέτουν οι πολίτες τόσο περισσότερο ευνοείται ο δημοκρατικός προσανατολισμός του κράτους. Το ερώτημα του πολιτικά πολιτισμένου βίου δεν μπορεί παρά να είναι –μιας και κατά πλανήτη είναι ανέφικτο επειδή απουσιάζει παγκόσμια κοινωνία και παγκόσμιο κοινωνικοπολιτικό σύστημα–  η θέσπιση της ισχύος κατά κράτος[22]. Τόσο υψηλότερες βαθμίδες επιτυγχάνονται όσο μεγαλύτερη Δημοκρατία έχουμε με ανοδικό προσανατολισμό στην κλίμακα ιδιωτική ελευθερία, κοινωνική ελευθερία και πολιτική ελευθερία. Η Εθνική Ανεξαρτησία (εσωτερική και εξωτερική πολιτική κυριαρχία) είναι προϋπόθεση συλλογικής ελευθερίας της κοινωνίας και των μελών της. Ένας τέτοιος προσανατολισμός απαιτεί ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των πολιτών, παραδοχές κοινού συμφέροντος, κοινωνική συνοχή, νομιμοποιητικές δέσμες πολιτικής ηθικής επί όλων των ζητημάτων της κοινής ζωής και προσδιορισμό –καθώς επίσης και αλλαγή– της διανεμητικής δικαιοσύνης και των συναρτημένων με αυτή νόμων.  Δηλαδή η Αριστοτελικά νοούμενη πολιτική και η ανθρωποκεντρικά προσανατολισμένη συγκρότηση και συγκράτηση των κοινωνικών οντοτήτων είναι προϋπόθεση πολιτισμένου ενδοκρατικού βίου ενώ ο διακρατικός βίος απαιτεί ισορροπία και αντί-ηγεμονικές συσπειρώσεις. Αυτά αφορούν πάγιες προϋποθέσεις του πολιτικού πολιτισμού των οποίων ο ανοδικός ή καθοδικός προσανατολισμός προσμετρά θετικά ή αρνητικά για κάθε κράτος και την ανισορροπία ή ισορροπία και σταθερότητα ή αστάθεια στο διακρατικό σύστημα. Πιο συγκεκριμένα, η ανθρωπολογική υπόσταση των πολιτών που συναρτάται με τις εθνικές κοσμοθεωρίες, τον πολιτισμό και τις πολιτικές παραδόσεις και υπεράνω όλων βέβαια η έσχατη παραδοχή της φιλοπατρίας που σχετίζεται και με κάτι ευρύτερο και πλανητικό, δηλαδή το κατά πόσο οι πολίτες των μη αναθεωρητικών κρατών συσπειρώνονται αντί-ηγεμονικά[23].

Οδύσσεια σίγουρα είναι το ταξίδι των ανθρώπων, των κρατών και του κόσμου, ιδιαίτερα εάν κανείς αποτινάξει τις εσχατολογίες και κατανοήσει το γεγονός ότι στο τρίτο επίπεδο ανάλυσης, δηλαδή της διεθνούς πολιτικής, έχουμε ανταγωνισμό και συχνά πόλεμο, που οφείλεται σε εγγενή αίτια, δηλαδή την ύπαρξη πολλών ετερογενών και ανομοιογενών κοινωνιών, πολλών κρατών άνισης ανάπτυξης και άνισης ισχύος. Διαχρονικά, επιπλέον, τα ηγεμονικά κράτη μονίμως συγκρούονται. Κατανόηση επίσης του γεγονότος πως λόγω αυτής της δομής εξ αντικειμένου η πολιτική ηθική στην διεθνή πολιτική είναι μηδενική. Μέχρι να έχουμε ένα μεγάλο κοσμοσύστημα παρόμοιο με της Βυζαντινής Οικουμένης και μάλιστα πλανητικό, το διεθνές σύστημα θα είναι κρατοκεντρικό και τα αξιώματα του Θουκυδίδη θέσφατα για όλες τις κοινωνίες που θέλουν να είναι ελεύθερες. «Δίκαιο έχει όποιος έχει ίση δύναμη και όταν αυτό δεν συμβαίνει ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται». Όσοι είναι ελεύθεροι το χρωστούν στην δύναμή τους» και «η ελπίδα για κάτι άλλο (εδώ έσχατους αταξικούς, φιλελεύθερους, παγκοσμιοποιημένους ή άλλους παρόμοιους κόσμους) είναι σπάταλη» και για τους αδύναμους θανατηφόρα. Αποδεχόμενοι τα αξιώματα του Θουκυδίδειου Παραδείγματος ως αξονικής σημασίας  για κάθε κρατοκεντρικό διεθνές σύστημα όπως το σημερινό, έχουμε μια συνειδητή ή υποβόσκουσα παραδοχή-αποδοχή της ισορροπίας δυνάμεων στο διακρατικό σύστημα ως θεμελιώδη αντί-ηγεμονική προϋπόθεση που όπως είπαμε συντείνει σε μεγαλύτερη σταθερότητα.

Αυτά καταμαρτυρεί η ιστορική εμπειρία τόσο αναφορικά με την Κλασική εποχή όσο και αναφορικά με το σύστημα ισορροπίας δυνάμεων μετά την Συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648[24]. Επιπλέον, μια μη ιδεολογική (και εξ αντικειμένου ορθή) θέαση των κοινωνικοοντολογικών γεγονότων όπως καταμαρτυρούνται, δεν μπορεί να παραβλέψει ή παρακάμψει τις βαθύτερες διαμορφωτικές αξιώσεις και αποφάσεις των ίδιων των κρατών. Ποιο συγκεκριμένα, το σύγχρονο διεθνές δίκαιο (όσον αφορά τις υψηλές του αρχές), γεννήθηκε μέσα από το σύστημα ισορροπίας δυνάμεων μετά την Συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648[25]. Στην συνέχεια είχαμε, μεταξύ άλλων, το Κογκρέσο της Βιέννης, την Κοινωνία των Εθνών και εσχάτως το 1945 τον ΟΗΕ στον Καταστατικό Χάρτη του οποίου επικυρώθηκαν τα κοινωνικοοντολογικά γεγονότα του εθνοκρατοκεντρικού γίγνεσθαι των τελευταίων αιώνων[26]. Συμπεριέλαβε και τα κράτη που προέκυψαν από τις αξιώσεις (συλλογικής) Ελευθερίας των αντί-αποικιακών εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων. Ρητός και ξεκάθαρος αντί-ηγεμονικός σκοπός όλων ήταν και συνεχίζει να είναι, αφενός η σταθερότητα της διεθνούς τάξης όπως προέκυψε ιστορικά, και αφετέρου η δυνατότητα απρόσκοπτης εθνικής ανεξαρτησίας, δηλαδή διασφάλιση της συλλογικής ελευθερίας και άσκησης πολιτικής αυτοδιάθεσης στο εσωτερικό πολιτικό σύστημα των μελών της διεθνούς Αμφικτιονίας[27]. Το πρώτο αφορά όλα τα κράτη το δεύτερο πρωτίστως τα λιγότερο ισχυρά κράτη εάν και όταν γίνονται στόχος ηγεμονικών και αναθεωρητικών αξιώσεων. Εξ ου και το επιχείρημα ότι οι υψηλές αρχές του διεθνούς δικαίου και η εθνική ανεξαρτησία είναι εξ αντικειμένου εγγενώς αντί-ηγεμονικού χαρακτήρα. Είναι επίσης όπως είπαμε και το κοσμοθεωρητικό θεμέλιο της Εθνικής Ανεξαρτησίας.

Από πού λοιπόν πηγάζει η κρατική ισχύς; Πως νομιμοποιείται; Πως σχετίζεται η άσκηση της εξουσίας με την πολιτική συγκρότηση; Ποιος ο ρόλος και οι πηγές της νομιμοποίησης της ισχύος στην πολιτική συγκρότηση; Ποια η σχέση του ατόμου με την συλλογικότητα, και αντιστρόφως, ποιος προσδιορίζει τις πολιτειακές ηθικές επιταγές κάθε στιγμής και τον τρόπο που αυτές αλλάζουν, ποιος ορίζει και διασφαλίζει τα πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις και ποιος σμιλεύει και αλλάζει το θεμέλιο σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης κάθε κοινωνίας; Σ’ αυτά, μεταξύ άλλων, εντοπίζονται και πολλές ειδοποιοί διαφορές μεταξύ του ενδοκρατικού και του διακρατικού πεδίου.

Στο ενδοκρατικό πεδίο –και ανάλογα με τις ιστορικές πολιτικοανθρωπολογικές προϋποθέσεις κάθε κοινωνικής οντότητας, τα ιδιαίτερα γνωρίσματα και χαρακτηριστικά της οικείας πολιτικής συγκρότησης και της συμβατής με όλα αυτά διανεμητικής δικαιοσύνης όπως ορίζεται και όπως διαρκώς αλλάζει–, συγκροτείται και συγκρατείται το πολιτειακό σύστημα κάθε κράτους. Σημαντικός δείκτης βιωσιμότητας είναι η δυνατότητα ειρηνικών εσωτερικών πολιτικών αλλαγών κάθε είδους.

Οι πολιτικοί στοχαστές που κινούνται περιγραφικά και αξιολογικά ελεύθερα στα πεδία της πολιτικής θεωρίας του διεθνούς συστήματος[28] των πιο υψηλών βαθμίδων της Θουκυδίδειας παράδοσης –που διαθέτει εν τούτοις ελάχιστους στοχαστές με εξέχουσα περίπτωση τον Kenneth Waltz[29]–, όντας βαθύτατα υποψιασμένοι, θεωρούν αυτονόητη την οντολογία του κρατοκεντρικού συστήματος (ούτε καν την αγγίζουν και τα ιδεολογικά κατασκευαστικά δόγματα κείνται έξω από τους θεωρητικούς τους προβληματισμούς).

Θεωρούν επίσης ως κύριο εγγενές χαρακτηριστικό την απουσία παγκόσμιας πολιτικής ηθικής που θα θέσπιζε τις διανεμητικές λειτουργίες της ισχύος μεταξύ των κρατικών δρώντων. Στο διεθνές επίπεδο, όπως ήδη τονίσαμε, απουσιάζουν οι αντίστοιχες με το ενδοκρατικό επίπεδο κοινωνικοπολιτικές προϋποθέσεις και η αθέσπιστη ισχύς είναι το κύριο διανεμητικό μέσο.

Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, την θεωρία της ισχύος και της νομιμοποιητικής πολιτικής ηθικής ως οντολογικά συναρτημένη με την αντικειμενική πραγματικότητα του εθνοκρατοκεντρικού συστήματος, όπως εξελίχθηκε, διαμορφώθηκε και δομήθηκε τους τελευταίους αιώνες. Στη βάση αυτή, στην διεθνή πολιτική, όπως εξάλλου θεμελιώνεται στον Θουκυδίδη, θεωρούμε την ισχύ και την (συλλογική) Ελευθερία άρρηκτα συνδεμένες.

Όχι βέβαια μια οποιαδήποτε Ελευθερία από τις πολλές που διακινούνται στις σύγχρονες στοχαστικές πασαρέλες και στον δημαγωγικό πολιτικό λόγο. Για κάθε κοινωνική οντότητα συνεπάγεται όπως ήδη υπαινιχθήκαμε Εθνική Ανεξαρτησία (συλλογική ελευθερία των μελών της κοινωνίας), απρόσκοπτη εσωτερική και εξωτερική πολιτική κυριαρχία, αυτεξούσια ενδοκρατική αυτοδιάθεση, αυτό-θέσπιση και συνολικά ελεύθερη κάθε εξωτερικού καταναγκασμού απόλαυση της πολιτικοανθρωπολογικής ιδιοσυστασίας της.

Αυτό υποδηλώνει και το καταμαρτυρούμενο και καταγεγραμμένο στις κανονιστικές δομές γεγονός ότι κανένα πολιτικό σύστημα ενός κράτους δεν είναι πανομοιότυπο με κάποιο άλλο.  Σ’ ένα εξ ορισμού ανταγωνιστικό και άναρχο διεθνές σύστημα η απόλαυση της συλλογικής οντολογικής-πολιτικοανθρωπολογικής ιδιοσυστασίας κάθε ελεύθερης κοινωνίας εξαρτάται, επιπλέον, από την δυνατότητα υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας.

[1] Για τις ρίζες της πολιτικής σκέψης των Νέων Χρόνων και κυρίως για κάποιες ισχυρές αντί-Αριστοτελικές τάσεις κύρια πηγή είναι το Π. Κονδύλης, Η Κριτική της Μεταφυσικής σκέψης στην Νεότερη σκέψη. Από τον Όψιμο Μεσαίωνα ως το τέλος του Διαφωτισμού (Εκδόσεις Γνώση 1983). Για μια εμβάθυνση των ζητημάτων που αφορούν τον Αριστοτελισμό αλλά και την διαδρομή μετά τους κλασικούς χρόνους κύρια πηγή είναι ο Γιώργος Κοντογιώργης, κυρίως στα έργα του Η Δημοκρατία ως Ελευθερία (Εκδόσεις Πατάκη) και Η θεωρία των Επαναστάσεων στον Αριστοτέλη (Εκδόσεις Λιβάνη 1982). Η διαδρομή του πολιτικού στοχασμού των Νέων Χρόνων εξετάστηκε εκτεταμένα στο βιβλίο Π. Ήφαιστος, Κοσμοθεωρία των Εθνών. Τι συγκροτεί και συγκρατεί τα κράτη και τον κόσμο (Εκδόσεις Ποιότητα).

[2] Για τους πολεμικούς στόχους των συμβατικών θεωρητικών κατασκευών και για τον ρόλο τους κατά την διάρκεια των Νέων Χρόνων είναι ένα ζήτημα το οποίο ο Παναγιώτης Κονδύλης έχει αναλύσει εκτενώς και τεκμηριωμένα. Βλ. για παράδειγμα το Ισχύς και Απόφαση (Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1991) κεφ. ΙΙΙ, ιδ. σ. 195 κ.ε. Τα ίδια ζητήματα σε μεγαλύτερο βάθος και πιο εξειδικευμένα αναλύονται σε πολλά άλλα βιβλία του, ιδ. το Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός (Εκδόσεις Θεμέλιο), κυρίως στον Β τόμο, στο Πολιτικό και ο Άνθρωπος (Θεμέλιο, Αθήνα 2007) και στο Ηδονή, ισχύς κα ουτοπία (Εκδόσεις Γνώση). Για το ότι η ιδεολογία δεν συμπίπτει με την επιστήμη βλ. του ιδίου από τον 20 στον 21 αιώνα (Θεμέλιο). Οι ανελέητες θεμελιώσεις του Κονδύλη για τον ρόλο των ιδεών και των θεωριών στην ανθρώπινη ζωή απαιτείται να επικρέμανται ως δεοντολογική Δαμόκλειος σπάθη εάν κανείς επιχειρώντας να αναλύσει περιγραφικά και αξιολογικά ουδέτερα δεν θέλει να αναπαράγει ανορθολογικές γνώμες ή θέσεις που εξυπηρετούν πολεμικές ανάγκες της ενδοκρατικής και διακρατικής διαπάλης. Σε κάθε περίπτωση είναι σωστό να ειπωθεί ότι από άποψη επιστημονικής δεοντολογίας στα πεδία της πολιτικής σκέψης προηγείται η προσπάθεια προσκόλλησης στην αξιολογικά ελεύθερη περιγραφή και ερμηνεία. Τέλος, όσον αφορά την αξιολογικά ελεύθερη περιγραφή το μείζον είναι κατά το πόσο είναι έτσι προσανατολισμένη (αντί να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή, να είναι ιδεολογικά-κανονιστικά προσανατολισμένη) και κατά πόσο επιτυγχάνονται υψηλές βαθμίδες περιγραφικής αντικειμενικότητας και αξιολογικής αποστασιοποίησης.

[3] Με δεδομένο το γεγονός ότι πάντα υπήρχαν πολλές κοινωνίες και πολλά κράτη διαφορετικής ισχύος ο οικουμενισμός σε όλες τις εκδοχές από καταβολής κόσμου αποτελούσε μεταμφίεση των ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος. Για τεκμηρίωση βλ. Edward H. Carr, Η εικοσαετής κρίση (Εκδόσεις Ποιότητα). Εδώ ένα απόσπασμα: «Η “διεθνής τάξη πραγμάτων” και η “διεθνής αλληλεγγύη” θα είναι πάντοτε τα συνθήματα εκείνων που αισθάνονται αρκετά ισχυροί ώστε να τα επιβάλουν στους άλλους. [Αναφορικά με αφηρημένες, διεθνιστικές, κοσμοπολίτικες ή άλλες οικουμενικές αρχές που πολλοί επικαλούνται κατά καιρούς] … αυτό που έχει σημασία είναι ότι αυτές οι δήθεν απόλυτες και οικουμενικές αρχές δεν συνιστούσαν καν αρχές αλλά υποσυνείδητες σκέψεις μιας εθνικής πολιτικής, η οποία βασιζόταν σε μια συγκεκριμένη ερμηνεία του εθνικού συμφέροντος σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. … Μόλις όμως γίνει προσπάθεια να εφαρμοστούν αυτές οι αρχές σε μια συγκεκριμένη πολιτική κατάσταση, αποδεικνύονται ότι είναι τα διαφανή προσωπεία των εγωιστικών κεκτημένων συμφερόντων. Η χρεοκοπία της ουτοπικής θεωρίας έγκειται όχι στην αποτυχία της να ανταποκριθεί στις αρχές της, αλλά στην αποκάλυψη της ανικανότητάς της να παράσχει κάποιο απόλυτο και ανιδιοτελές κριτήριο για τον χειρισμό των διεθνών υποθέσεων». Σελ. 127. Το ίδιο ισχύει και για τα ιδεολογικά δόγματα των ύστερων Νέων Χρόνων. Διαφορετικού περιεχομένου πλην μορφικά πανομοιότυπος οικουμενισμός ήταν οι Μεταψυχροπολεμικές επεμβάσεις στο όνομα των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Βλ. Π. Ήφαιστος, «Πολιτικές όψεις του διεθνούς συστήματος και οι διεθνείς θεσμοί», στο Στ. Περράκης (επιμ.), Παγκόσμια Διακυβέρνηση, διεθνές δίκαιο και διεθνείς σχέσεις (Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα 2006).

[4] Για την έννοια του κοσμοσυστήματος και τις διαχρονικές κοσμοσυστημικές τάσεις βλ. τα βιβλία του Γιώργου Κοντογιώργη Ελληνικό Κοσμοσύστημα (Εκδόσεις Σιδέρη) τόμ. Α και Β. Επίσης το Δημοκρατία ως Ελευθερία (Εκδόσεις Πατάκη).

Παρενθετικά, και επειδή ήδη διευκρινίστηκε ότι μιλάμε για προσανατολισμούς και ειδοποιούς διαφορές και όχι για προσδιορισμούς επιμέρους ζητημάτων που είναι ανέφικτο να γίνουν, σημειώνεται ότι, στα θεμέλια των κρατών ή άλλων υπερκρατικών εποικοδομημάτων και ερήμην μοντερνιστικών δογμάτων και διεθνιστικών ιδεολογιών που μιλούσαν για τέτοιους εσχατολογικά προσδιορισμένους ωφελιμιστικά κινούμενους τόπους, οι υποκείμενες κοινωνικές οντότητες, στην πράξη αυτό-θεσπίζονταν και αυτό-συγκροτούνταν ανθρωπολογικά με σύμμειξη και μέθεξη του πνεύματος και των αισθητών. Αυτό είναι ένα κεντρικό επιχείρημα στο Κοσμοθεωρία των Εθνών ό.π.

[5] Παναγιώτης Κονδύλης: «… οι ευρωπαϊκοί νέοι χρόνοι, ως ιστορική εποχή με ειδοποιά γνωρίσματα, τελείωσαν, μολονότι οι βαθύριζες πνευματικές μας έξεις δεν θέλουν να το αντιληφθούν αυτό». Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης (Εκδόσεις Νεφέλη), σελ. 14.

[6] Ο χαρακτήρας του κράτους ως διοικητικός μηχανισμός γίνεται πλήρως αντιληπτός ήδη στις περιγραφές του Μακιαβέλλι, ιδ. στον Ηγεμόνα. Ενίοτε, υποστηρίζεται ότι η συμβολική «αφετηρία» του διακρατικού συστήματος είναι το 1414, όταν για πρώτη φορά το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, το τελευταίο στο οποίο προέδρευε ο αυτοκράτορας, οργανώθηκε σε «εθνική» βάση. Η διαδικασία, υποστηρίζεται, αρχίζει το 1414 και το διακρατικό σύστημα «ενηλικιώνεται» το 1648. Βλ. Martin Wight, Systems of States (edited by Hedley Bull) (Leicester Univ. Press, Leisester, 1977), σελ. 131, 151-2. Για το ίδιο θέμα βλ. επίσης Hinsley, F. H., Power and the Pursuit of Peace (Cambridge Univ. Press, Cambridge, 1963), ιδ. σελ. 153

[7] Για την διάκριση ατομική, κοινωνική και πολιτική ελευθερία βλ. Κοντογιώργης, Δημοκρατία ως Ελευθερία, ό.π. σ. 298-301. Όπως σημειώνει εύστοχα ο Κοντογιώργης, η πολιτική ως δύναμη είναι μία καθαρά δεσποτική επιλογή. Είναι πολιτικό φαινόμενο καθαρά συναρτημένο με τους συσχετισμούς ισχύος. Στην κλίμακα του πολιτικού πολιτισμού η πολιτική ως δύναμη βρίσκεται χα­μηλότερα της πολιτικής ως εξουσίας (κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί και ελέγχεται, έστω και στοιχειωδώς, η δύναμη) και πολύ χαμη­λότερα της πολιτικής ως ελευθερίας. Η τελευταία ορίζεται ως «πεδίο εμπραγ­μάτωσης της καθολικής αυτονομίας του κοινωνικού ανθρώπου. Η διατύπωση αυτή σημαίνει δύο τινά: Πρώτον, ότι η πολιτική καθορίζει και κατοχυρώνει την ατομική και την κοινωνική ελευθερία του κοινωνικού ανθρώπου και, δεύτερον, ότι η ίδια (η πολιτική) συγκροτείται, έτσι ώστε να «αυτονομηθεί» το άτομο και κατ’ επέκταση να του διασφαλίσει την πολιτική ελευθερία» (σ. 42-3). Οι νεοτερικές νοηματοδοτήσεις του Πολιτικού θέλουν «την πολιτική ως εξουσία και συναιρετικά ως δύναμη», δηλαδή εγκιβωτίζουν την πολιτική «αποκλειστι­κά στα πολιτειακά συστήματα, που αντλούν από το φεουδαλικό προηγούμενο (ιδιοκτησιακό σύστημα) και εδράζονται στην ατομική ελευθερία» (ό.π., σ. 298).

[8] Για μια εξαιρετική περιγραφή αυτής της πτυχής βλ. Adam Watson, Η εξέλιξη της διεθνούς κοινωνίας (Εκδόσεις Ποιότητα), κεφ. 16. Βλ. επίσης Michael Howard. Ο πόλεμος στην νεότερη Ευρωπαϊκή ιστορία (Εκδόσεις Ποιότητα).

[9] Όπως και σε άλλες δημοσιεύσεις κάνουμε διάκριση μεταξύ Νεοτερικότητας και Μοντερνισμού. Νεοτερικότητα είναι ο ευρύτερος φαρδύς δρόμος μέσα στον οποίο αναπτύχθηκε η σύγχρονη σκέψη και στο πλαίσιο της οποίας συντελέστηκε η προαναφερθείσα οντολογική αναβάθμιση της μετά-Μεσαιωνικής ανθρωπολογίας. Μοντερνισμός είναι ο στενότερος δρόμος εντός της Νεοτερικότητας ο οποίος από την Θεοκρατική πάλη διολίσθησε στον υλισμό, την αντί-πνευματική νοηματοδότηση της δημόσιας σφαίρας και στην συνέχεια στον μηδενισμό και στον συνεπή μηδενισμό. Βλ. Κοσμοθεωρία των Εθνών, ιδ. κεφ. 4 και 5.

[10] Π. Κονδύλης, «Οι πραγματιστές δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν την απτή χρησιμότητα των “μεταφυσικών” κατασκευών μέσα στον κοινωνικό αγώνα για ισχύ. Ίσως να είναι “καθ’ αυτό” (διάβαζε: από την σκοπιά φιλελεύθερων ωφελιμιστικών αντιλήψεων) αδιάφορο, ποια ιδέα περί Θεού πρεσβεύει κάποιος, ωστόσο η πρακτική διαφορά γίνεται τεράστια, αν υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι για την ιδέα τους περί Θεού είναι πρόθυμοι να πεθάνουν ή να σκοτώσουν, αφού συνδέουν μαζί της τη δική τους ταυτότητα». Ισχύς και Απόφαση (Εκδόσεις Στιγμή 1991), σ. 106. Επίσης, στο Ηδονή, ισχύς και ουτοπία, ό.π. σελ. 20, σημειώνει «Οι ευρωπαϊκοί Νέοι Χρόνοι βρέθηκαν αναγκασμένοι να πολεμούν συνεχώς εναντίον του αξιολογικού σχετικισμού και του μηδενισμού επειδή η ορθολογιστική τους τοποθέτηση είχε αρθρωθεί με τέτοιον τρόπο, ώστε η λογικά συνεπής εκδίπλωσή της απέληγε ακριβώς στον μηδενισμό. Ενάντια στην αριστοτελική μεταφυσική της ουσίας επιστρατεύθηκε η έννοια της λειτουργίας, και τότε ο κίνδυνος της διάλυσης όλων των ουσιών μέσα σε μεταβλητές λειτουργίες χρειάσθηκε ν’ αντιμετωπισθεί με την επινόηση καινούργιων υποστάσεων: η «Φύση», ο « Άνθρωπος» και η «Ιστορία» διαδέχθηκαν έτσι τον Θεό και το (υπερβατικό) Πνεύμα. Όμως η έννοια της λειτουργίας επικράτησε ολοκληρωτικά στην πορεία του 20ού αι. …», Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, ό.π. σελ. 20

[11] Πολλά από τα επιχειρήματα, που χρησιμοποιούνται εδώ για τα βαθύτερα χαρακτηριστικά της νεοτερικής έννοιας του ορθολογισμού, αντλούν δεόντως από την ενδελεχή θεμελίωση εκ μέρους του Κονδύλη. Κυρίως, το επιχείρημα της θεμελιώδους παρατήρησης, που αγγίζει κάθε πτυχή της νεοτερικότητας, για το γεγονός ότι, αν και διαφορετικού περιεχομένου, η θεοκρατική μεταφυσική και ο υπερεμπει­ρικός ορθολογισμός είναι μορφικά πανομοιότυποι. Στον ορθολογισμό, δηλαδή, παραμένει η διάκριση εκείθεν και εντεύθεν κα­θώς και τα υπερεμπειρικά χαρακτηριστικά των έσχατων αξιωμάτων του. Πρω­ταρχικός σκοπός του αντιμεταφυσικού αγώνα ήταν η ανατίμηση του αισθητού κόσμου με το ροκάνισμα και τελικά γκρέμισμα των Αριστοτελικών οντολογι­κών ιεραρχήσεων και της σχέσης της ουσίας με τα συμβεβηκότα της. Βλ. Κον­δύλης Π., Κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη, Θεμέλιο, Αθήνα, 1983, σ. 14-8.

[12] Διαχρονικά κυρίαρχη θεώρηση του Πολιτειακού γεγονότος είναι ότι τόσο τα πνευματικά κριτήρια και παράγοντες όσο και τα αισθητά διαμορφώνουν την δημόσια σφαίρα. Η Αριστοτελική θεώρηση παρατηρεί και καταγράφει το γεγονός ότι το Κοινωνικό και Πολιτικό γεγονός συγκροτείται με σύμμειξη και μέθεξη των πνευματικών και αισθητών κριτηρίων και παραγόντων. Η πολιτική, έτσι, είναι ένα διαρκές άθλημα κατ’ αληθειαν βίου όπου διαρκώς προσδιορίζεται και επαναπροσδιορίζεται η διανεμητική δικαιοσύνη, ο συλλογικός τρόπος ζωής και οι ρυθμιστικές κανονιστικές δομές.

[13] Για το ζήτημα αυτό βλ. Adam Watson, Η εξέλιξη της διεθνούς κοινωνίας (Εκδόσεις Ποιότητα), ιδ. κεφ. 16.

[14] «η απουσία εσχατολογίας και ευθύγραμμων αντιλήψεων για το ιστορικό γίγνεσθαι, οι οποίες ως γνωστόν έχουν ιουδαιοχριστιανική προέλευση και εκκοσμικεύθηκαν τόσο από τον σοσιαλιστικό μαρξισμό όσο και από τον καπιταλιστικό φιλελευθερισμό. Για να αποφευχθεί η υστερία μπροστά στον πλήρη και αμετάκλητο θάνατο, νομιμοποιήθηκε κοσμοθεωρητικά η υστερία της εσχατολογίας. Όποιος μαθαίνει να ζει χωρίς ρητές ή άρρητες εσχατολογίες και χωρίς ηθικισμούς ως υποκατάστατα τους, πρέπει και να μάθει να πεθαίνει, πλήρως και αμετάκλητα, με γαλήνη και φαιδρότητα ψυχής. Αν κάπου μπορεί να πάρει κανείς αυτό το ύψιστο μάθημα, είναι από την κλασσική αρχαιότητα, η οποία αγνόησε την ευθεία γραμμή με την αίσια απόληξη για να προσηλωθεί στην θέαση και βίωση του αΐδιου κύκλου» Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, ό.π. σελ. 69.

[15] Για την διαδρομή αυτή της πολιτικής συνδυαστικά με την πολιτική σκέψη κανείς μπορεί να ανατρέξει στα εμβληματικά έργα του Κονδύλη Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού ό.π. ιδ. κεφ. 1 και στο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός ό.π. ιδ. τόμος Β.

[16] Ασκώντας κριτική στην διεθνιστική ροπή των φιλελεύθερων οικονομολόγων ο Κονδύλης έγραψε: «αφού οι πόλεμοι δεν έχουν μονοσήμαντη αιτία, δεν είναι ούτε δυνατό να εξαλειφτούν μέσω της εύρεσης και της εξουδετέρωσης της αιτίας τους, έτσι όπως γίνεται, λ.χ. με μια ιάσιμη αρρώστια. Καταλαμβαίνουμε έτσι γιατί οι φιλελεύθεροι πολιτικοί και οικονομολόγοι, οι οποίοι παρά τις συνεχείς έμπρακτες διαψεύσεις των τριών τελευταίων αιώνων, εξακολουθούν να διατείνονται ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο, υποπίπτουν σ’ ένα τεράστιο λογικό και ιστορικό σφάλμα. Μόνον όποιος ενστερνίζεται ένα οικονομιστικό ντετερμινισμό, δηλαδή μόνο όποιος αποδίδει τους πολέμους σε οικουμενικούς ανταγωνισμούς και μόνον, δικαιούται λογικά να πιστεύει ότι η οικονομική συνεργασία θα καταργήσει τους πολέμους. Στο κρίσιμο αυτό σημείο, όπως και σε άλλα ακόμη, ο οικονομικός φιλελευθερισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά χυδαίος μαρξισμός με αντεστραμμένα πρόσημα». Θεωρία του Πολέμου (Θεμέλιο 1996) σελ. 366

[17] Ο Martin Wight ονομάζει την διολίσθηση της πολιτικής σκέψης και της πολιτικής πράξης στον οικουμενισμό ως επαναστατισμό κύρια χαρακτηριστικά του οποίου είναι η αξίωση ανθρωπολογικής εξομοίωσης και πολιτικής εξίσωσης. Εύστοχα ο Wight σημειώνει ότι λόγω αυτών των εξομοιωτικών και εξισωτικών δογμάτων η ιστορία είναι γεμάτη μεγάλα νεκροταφεία. Βλ. Διεθνής Θεωρία, Τα τρία ρεύματα σκέψης (Ποιότητα).

[18] Βλ. Carr ό.π.

[19] Στο Η παρακμή του αστικού πολιτισμού ο Κονδύλης χρονικά τοποθετεί την αφετηρία του μοντερνισμού γύρω στο 1900.

[20] Κοσμοθεωρία των Εθνών ό.π., κεφ. 4.

[21] Κριτική της Μεταφυσικής, ό.π., σελ. 130-1

[22] Η θέσπιση των διανεμητικών λειτουργιών πλανητικά επειδή απουσιάζει μια παγκόσμια κοινωνία και ένα παγκόσμιο κοινωνικοπολιτικό σύστημα είναι ζήτημα διαφορετικής τάξης. Στο διεθνές επίπεδο δεν θεσπίζονται ζητήματα δικαιοσύνης (τα σύνορα ορίστηκαν μετά τον τελευταίο πόλεμο όχι με κάποιο κριτήριο δικαιοσύνης που ανεξάρτητα τι είναι η κυρίαρχη άποψη στις εμπλεκόμενες κοινωνίες δεν μπορεί να οριστεί). Ορίζεται η διεθνής τάξη οι δε διεθνείς θεσμοί και το διεθνές δίκαιο είναι εξαρτημένες μεταβλητές των κρατών. Μεταξύ δε το συμφωνιών και της σταθερότητας παρεμβάλλονται τα αίτια πολέμου. Στο ανώτατο επίπεδο διεθνούς τάξης, επιπλέον, δηλαδή το Συμβούλιο Ασφαλείας αρμόδιο για ζητήματα συλλογικής ασφάλειας που αφορούν την διεθνή τάξη, επειδή τα μόνιμα μέλη των μεγάλων δυνάμεων διαθέτουν δικαίωμα αρνησικυρίας, προϋποτιθέμενη συνθήκη είναι η συμφωνία των ηγεμονικών δυνάμεων στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

[23] Βασική θέση του Κοσμοθεωρία των Εθνών ό.π. είναι ότι ισχυρές κοσμοθεωρίες, πολιτισμοί, πολιτικές παραδόσεις και φιλοπατρία που συντελούν στην κοινωνική συνοχή και σε υψηλών βαθμίδων νομιμοποίηση των πολιτειακών κανονιστικών δομών είναι συντελεστικές σε αντί-ηγεμονικές στάσεις των πολιτών ενός κράτους που συντείνουν σε μεγαλύτερη σταθερότητα.

[24] Βλ. Adam Watson, Η εξέλιξη της διεθνούς κοινωνίας ό.π. Επίσης, Wight ό.π.

[25] Βλ. Wight ό.π. ιδ. κεφ. 3

[26] Η ανάλυση εδώ αφορά το κρατοκεντρικό σύστημα της αρχαιότητας και των Νέων Χρόνων και όχι τα κοσμοσυστημικά περιβάλλοντα στα οποία αναφερθήκαμε μονολεκτικά πιο πάνω. Στο σημείο αυτό προστίθεται ότι όπως ήδη αναφέρθηκε ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ανατρέξει στην πρωτοπόρα στοχαστική προσπάθεια του Γιώργου Κοντογιώργη και όσον αφορά μερικά συναφή επί μέρους ζητήματα του Θόδωρου Ζιάκα. Σημειώνουμε μόνο ότι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις του πολιτικού στοχασμού και της πολιτικής πράξης είναι να θεμελιωθεί η βαθύτατη διαφορά μεταξύ μιας μετακρατοκεντρικής κοσμοσυστημικής τάξης πραγμάτων και μετακρατικής. Η τελευταία αφορά τα μοντερνιστικά διεθνιστικά ιδεολογικά δόγματα και σε αντίθεση με την πρώτη κατατείνει προς την πολιτική εξομοίωση και την ανθρωπολογική εξομοίωση. Επειδή το κύριο ερώτημά μας είναι εάν και πότε η ισχύς είναι κοινωνικοπολιτικά θεσπισμένη ή εάν είναι αθέσπιστη, στην πρώτη περίπτωση (μετακρατοκεντρικό) το κύριο ζήτημα που τίθεται είναι η δημοκρατική οργάνωση του κοσμοσυστήματος και η νομιμοποίηση των ενδό-κοσμοσυστημικών ιεραρχιών. Κάτι τέτοιο απαιτεί συντελεστικές κοσμοσυστημικές προϋποθέσεις. Στον σύγχρονο κόσμο, πρέπει να υπογραμμιστεί, αν και όπως υποστηρίζει ο Γιώργος Κοντογιώργης υπάρχουν κοσμοσυστημικές τάσεις, δεν υπάρχουν ακόμη οργανωμένα κοσμοσυστήματα. Η Σοβιετική Ένωση και η ΕΕ που υπάρχει ακόμη, είναι μετά-κρατικά εγχειρήματα προσανατολισμένα προς εξομοίωση και εξίσωση που προκρίνει μια ωφελιμιστική ανθρωπολογία ως επαρκή συνθήκη υπερεθνικών δομών (οι οποίες στην συνέχεια λογικότατα, αναμενόμενα και καταμαρτυρημένα εξελίσσονται σε υπερκρατικές και κατεξουσιαστικές, κατιτί το οποίο είναι πλέον τόσο πασίδηλο που είναι περιττό να εξεταστεί περαιτέρω).

[27] Ενώ αυτό είναι μια αναντίρρητα ορθή παρατήρηση θα πρέπει να συνοδευτεί από την επισήμανση ότι η έγερση αποσταθεροποιητικών αναθεωρητικών και ηγεμονικών αξιώσεων οφείλεται στα αίτια πολέμου που περιγράφει και ερμηνεύει πλήρως ο Θουκυδίδης στον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

[28] Υιοθετούμε τον όρο «πολιτική θεωρία του διεθνούς συστήματος» ο οποίος επιχειρεί βάσιμες γέφυρες και διασυνδέσεις μεταξύ των τριών επιπέδων ανάλυσης, δηλαδή του Ανθρώπου, του Κράτους και του Διεθνούς Συστήματος. Ο όρος αυτός διαφέρει ουσιωδώς από την «πολιτική φιλοσοφία των διεθνών σχέσεων», όρο που και εμείς χρησιμοποιήσαμε στο παρελθόν. Η διαφορά εξετάζεται σε άλλη περίπτωση.

[29] Βλ. Ο Άνθρωπος, το Κράτος και ο Πόλεμος (Εκδόσεις Ποιότητα) και Θεωρία διεθνούς πολιτικής (Εκδόσεις Ποιότητα)

Π. Ήφαιστος – PIfestos

www.ifestos.edu.gr / www.ifestosedu.gr – [email protected] / [email protected]

 Στρατηγική Θεωρία–Κρατική Θεωρία https://www.facebook.com/groups/StrategyStateTheory/

Προσωπική σελίδα https://www.facebook.com/p.ifestos

Προσωπικό προφίλ https://www.facebook.com/panayiotis.ifestos

Πολιτισμός, Περιβάλλον, Φύση, Ψάρεμα https://www.facebook.com/Ifestos.DimotisBBB

Διεθνής πολιτική 21ος  αιώνας https://www.facebook.com/groups/InternationalPolitics21century/

ΗΠΑ: Ιστορία, Διπλωματία, Στρατηγική https://www.facebook.com/groups/USAHistDiplStrat/

Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρος: Ανισόρροπο τρίγωνο https://www.facebook.com/groups/GreeceTurkeyCyprusImbalance/

Διαχρονική Ελληνικότητα https://www.facebook.com/groups/Ellinikotita/

Φιλοπατρία, Δημοκρατία, Ελευθερία https://www.facebook.com/groups/philopatria/

Άνθρωπος, Κράτος, Κόσμος–Πολιτικός Στοχασμός https://www.facebook.com/groups/Ifestos.political.thought/

Κονδυλης Παναγιώτης– https://www.facebook.com/groups/Kondylis.Panagiotis/

Θολό βασίλειο της ΕΕ https://www.facebook.com/groups/TholoVasileioEU/

Θουκυδίδης–Πολιτικός Στοχασμός https://www.facebook.com/groups/thucydides.politikos.stoxasmos/

Μέγας Αλέξανδρος–Ιδιοφυής Στρατηγός και Στρατηλάτης https://www.facebook.com/groups/M.Alexandros/

Εκλεκτά βιβλία που αξίζουν να διαβαστούν https://www.facebook.com/groups/eklektavivlia/

Ειρηνική πολιτική επανάσταση https://www.facebook.com/groups/PolitPeacefulRevolution/

«Κοσμοθεωρία των Εθνών» https://www.facebook.com/kosmothewria.ifestos

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, κείμενο

Παναγιώτης Ήφαιστος, Το "Τρίγωνο των Βερμούδων" στο Αιγαίο «12 Αιγιαλίτιδα-Υφαλοκρηπίδα-ΑΟΖ»

6 Ιανουαρίου, 2020

Νίκος Ραπτόπουλος*, Ο Νεοοθωμανικός Παροξυσμός και τα Αποτελέσματά του

6 Ιανουαρίου, 2020