Π. Ήφαιστος, Η ανάλυση του Παναγιώτη Κονδύλη: Αποτρεπτική στρατηγική και η διαλεκτική σχέση ισορροπίας δυνάμεων, άμυνας, αντεπίθεσης, σταθερότητας, αστάθειας.

Π. Ήφαιστος, Η ανάλυση του Παναγιώτη Κονδύλη: Αποτρεπτική στρατηγική και η διαλεκτική σχέση ισορροπίας δυνάμεων, άμυνας, αντεπίθεσης, σταθερότητας, αστάθειας.

Εισαγωγή. Η στρατηγική ανάλυση βασικά εδρασμένη πάνω στις λογικές των αξιωμάτων του Θουκυδίδη έχει από καιρό αποκρυσταλλώσει διαχρονικής σημασίας τυπολογίες. Επιπλέον, πρωτίστως οι Αγγλοσάξονες αλλά και οι Γάλλοι και οι πρώην Σοβιετικοί αναγκάστηκαν να επεξεργαστούν ειδοποιούς διαφορές και εξειδικευμένα ζητήματα που αφορούσαν την αντιπαράθεση του Ψυχρού Πολέμου τόσο σε επίπεδο υπερδυνάμεων όσο και το συνδεδεμένο με αυτό ευρωστρατηγικό επίπεδο. Στην συζήτηση αυτή ο υποφαινόμενος συμμετείχε με εκτεταμένες Αγγλικές μονογραφίες και δοκίμια. Ιδιαίτερα στο «Nuclear Strategy and European Security dilemmas» εξετάστηκαν, μεταξύ άλλων, τα στρατηγικά δόγματα των υπερδυνάμεων, η στρατηγική κάλυψη της Ευρώπης από τις ΗΠΑ και τι ακριβώς σήμαινε αυτό, οι ευρύτερες στρατηγικές πτυχές του «Γερμανικού ζητήματος», η Κλαουζεβιτσιανή λογική για την σχέση πολέμου και πολιτικής και το πώς αυτά επηρεάζουν την συγκρότηση και τις διαβαθμίσεις των στρατηγικών δογμάτων των κρατών. Τα ζητήματα αυτά εξετάστηκαν με πιο σύντομο τρόπο και στο «Ελληνική Αποτρεπτική Στρατηγική» το 1992.

Αναφέρονται αυτά γιατί να γίνει κατανοητή τόσο η ακαριαία αντίδραση του υποφαινόμενου όταν ο Παναγιώτης Κονδύλης δέχθηκε απίστευτες επιθέσεις όσο και η ετοιμότητα να αναλυθούν επί της ουσίας και με εξειδικευμένο τρόπο τα ζητήματα που έθεσε ο μεγάλος Έλληνας στοχαστής των τριών επιπέδων ανάλυσης.

Ιδιαίτερα το δοκίμιο στο περιοδικό «Πτήση-Διάστημα» η ανάλυση κάλυψε κλασικής και διαχρονικής σημασίας ζητήματα των οποίων αλλάζουν μερικές προϋποθέσεις αλλά όχι η ουσία και η (στρατηγική) προσέγγιση. Και επειδή ακριβώς σχεδόν πάντα υπάρχει αμυνόμενος/αποτρέπων και απειλών/επιτιθέμενος η διαλεκτική σχέση άμυνας και επίθεσης είναι ένα υψίστης σημασίας που η παρέμβαση του Κονδύλη μας έδωσε την ευκαιρία να εξεταστούν συγκεκριμένες ειδοποιοί διαφορές.

Ενώ βρισκόμαστε στο μέσον του 2021 επαναφέρω αυτή την ανάλυση όχι μόνο επειδή αναλύονται διαχρονικά ζητήματα της στρατηγικής ανάλυσης αλλά κυρίως  επειδή κάθε λέξη, κάθε διατύπωση και κάθε συμπέρασμα ισχύει πολύ περισσότερο σήμερα απ’ ότι την δεκαετία του 1990. Ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφήνεται να κυριαρχούν ανεύθυνες και επικίνδυνες γνώμες. Εξάλλου, όπως σωστά έγραψε ο Martin Wight, το πόσο αξιόπιστη είναι μια ανάλυση διεθνών σχέσεων εξαρτάται από το τι λέει για τον πόλεμο.

Τέλος, αρχές της τρίτης Μεταψυχροπολεμικής δεκαετίας δεν είναι μόνο οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας που κινούνται στην κόψη του ξυραφιού αλλά και ευρύτερα οι πλανητικές και περιφερειακές σχέσεις. Αναζητώντας νέα ισορροπία στο βάθος του 21 αιώνα οι στρατηγικές εξελίξεις είναι καταιγιστικές και οι ανακατατάξεις ανελέητες για τους απρόσεκτους.

Το δοκίμιο στο Πτήση – Διάστημα – Περιοδικό «Πτήση-Διάστημα» – 1998 

Στα ελάχιστα κείμενα στρατηγικής ανάλυσης της Ελληνικής βιβλιογραφίας προστίθεται το διεθνών προδιαγραφών και κλασικό στο είδος του βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη Θεωρία του Πολέμου (Εκδ. Θεμέλιο., Αθήνα, 1997), για το οποίο ήδη έγινε λόγος στην επιφυλλίδα μου του προηγούμενου τεύχους της «Πτήσης».

Πρόκειται για βιβλίο που εκδόθηκε στη Γερμανική γλώσσα το 1988 και που μεταφράσθηκε στα Ελληνικά με σημαντικές προσθήκες ως προς ορισμένες πτυχές του μεταψυχροπολεμικού διεθνούς περιβάλλοντος, καθώς και με ένα επίμετρο για ορισμένες στρατηγικές πτυχές των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας.

Εκτιμώ ότι, το κυρίως κείμενο ίσως είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της διεθνούς βιβλιογραφίας για το θέμα που πραγματεύεται, δηλαδή, τις ιδέες των Κλάουζεβιτζ, Μάρξ, Έγκελς, Λένιν, και όχι μόνον. Για όσους έχουν υπόψη τους τα έργα του Κλάουζεβιτζ και τις μονογραφίες του Ραϊμόν Αρόν για την Κλαουζεβιτζιανή θεωρία του πολέμου, ανάγνωση μερικών μόνον σελίδων του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη αφήνει τον αναγνώστη με την εντύπωση πως ο διακεκριμένος Έλληνας στοχαστής, ενίοτε, ξεπερνά τους κλασικούς που επέλεξε ως σημείο αναφοράς της ανάλυσής του.

Στην διεθνή βιβλιογραφία, σπάνια βρίσκει κάποιος αναλυτές που επιτυγχάνουν τις επιδόσεις του Παναγιώτη Κονδύλη. Με γνωστικό βάθος και γνωστική ευρύτητα ως προς ένα ευρύ φάσμα αλληλοσυνδεδεμένων επιστημών (φιλοσοφία, κοινωνιολογία, ιστορία των ιδεών, ιστορία των διεθνών σχέσεων, πολιτική οικονομία των διεθνών σχέσεων, θεωρία διεθνών σχέσεων και στρατηγική ανάλυση), ο Παναγιώτης Κονδύλης κατορθώνει να προσφέρει κλασικά κείμενα που ο χρόνος θα αποδείξει την τεράστια προσφορά του. Οι δικές μου αναφορές που ακολουθούν αφήνουν τον σχολιασμό του κυρίως μέρους του βιβλίου – δηλαδή την ανάλυση του Κλάουζεβιτζ και άλλων κλασικών – για ένα άλλο σχόλιο ή για παραπομπές σε πιο εξειδικευμένες αναλύσεις στις οποίες η αναφορά στο έργο του Κονδύλη είναι πλέον υποχρεωτική.

Στις γραμμές που ακολουθούν θα σχολιάσω μερικά μόνον ζητήματα του επιμέτρου του βιβλίου του Παναγιώτη Κονδύλη που αφορούν την Ελλάδα. Για την ανάλυση αυτή, έγιναν ήδη ορισμένοι κακεντρεχείς χαρακτηρισμοί κατά του προσώπου του διακεκριμένου Έλληνα στοχαστή, γεγονός που προκαλεί θλίψη αλλά και ανησυχία για το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου στην Ελλάδα καθώς και για τις φασιστικές / μακαρθικές τάσεις που ολοένα και περισσότερο εμποδίζουν τον ελεύθερο στοχασμό.

Οι επιθέσεις κατά του Παναγιώτη Κονδύλη με αφορμή το έξοχο έργο του, μου θύμισε έντονα τον Κωσταντίνο Τσάτσο όταν, πρίν δύο περίπου χρόνια περιέγραψε τις ανησυχητικές τάσεις που αναπτύσσονται στον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα σήμερα. Όπως έγραψε ο κ Τσάτσος, ενώ ακόμη και η ζούγκλα υπόκειται σε κάποιους κανόνες, ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα τους στερείται: «ο διάλογος καθορίζεται από οπλοφορούντες. Με τους οπλοφορούντες συμφωνείς ή εκτελείσαι. Χυδαιογραφούντες και χυδαιοπραγούντες, αλλά και έμμεσα όσοι τους στηρίζουν» (….) γενικεύουν τον διάλογο «καθιστώντας έτσι πολλούς τμήμα μιας διαδικασίας που θυμίζει και μυρίζει χοιροστάσιο» (Το ΒΗΜΑ, 5.11.1995).

Ακριβώς, επειδή η ανάλυση που κατατίθεται τόσο στον κύριο κορμό του βιβλίου όσο και στο επίμετρό του είναι στρατηγικός προβληματισμός που βρίσκεται στην αιχμή της θεωρίας, ο Παναγιώτης Κονδύλης, δεν έπρεπε ίσως να ασχοληθεί με αφελή και ανόητα σχόλια μπερδεμένων εγκεφάλων που εκτονώνουν την φασιστική τους νοοτροπία και ταλανίζουν τους Έλληνες αναγνώστες.

Το επίμετρο του έξοχου αυτού έργου αφιερώνεται στην Ελλάδα και κυρίως στους γεωπολιτικούς συσχετισμούς Ελλάδας – Τουρκίας. Η μεγάλη αξία του επιμέτρου του βιβλίου του ΠΚ δεν έγκειται μόνον στην σύντομη – αλλά εξόχως θεμελιωμένη – αναφορά στο ολοένα διογκούμενο γεωπολιτικό ανισοζύγιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, πτυχή που πρέπει να κατανοηθεί πλήρως από τους Έλληνες πολιτικούς προτού είναι πολύ αργά.

Ο ΠΚ προχωρεί, επίσης, στην επισκόπηση των προσανατολισμών ανάπτυξης ελληνικού στρατηγικού δόγματος που θα καθιστούσε αξιόπιστη την ελληνική αποτρεπτική στρατηγική ενόψει του ολοένα και πιο δυσμενούς γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού συσχετισμού μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Στο πλαίσιο της ίδιας προβληματικής ο υπογράφων ανέπτυξε ορισμένες αρχικές σκέψεις το 1992 στο εισαγωγικό βιβλίο «Ελληνική Αποτρεπτική Στρατηγική» σελ. 83 – 105 αλλά και σε μικρότερα κείμενα στην «Ελευθεροτυπία» («αντεπιθετική στρατηγική», 23.3.1993), «Τα Νέα» (Στρατηγική Νίκης, 23.10.1997)  και στην Πτήση («αντεπιθετική απάντηση στην Τουρκική Απειλή», Νοέμβριος 1997).

Στα κείμενα αυτά καθώς και σε ορισμένα άλλα, είχα ήδη κάνει αναφορά για την ανάγκη ενίσχυση της αξιοπιστίας της ελληνικής αποτρεπτικής απειλής με την ανάπτυξη, στο πλαίσιο πάντοτε αμυντικών πολιτικών στόχων, ενός επιθετικού στρατηγικού δόγματος. Στο πλαίσιο αυτού του προβληματισμού, ο Παναγιώτης Κονδύλης, πολύ εύστοχα, επισημαίνει (σελ. 398) ότι, «όποιος θέλοντας και μη, υιοθετεί αμυντική στρατηγική στο ιστορικό και πολιτικό επίπεδο, δεν είναι γι’ αυτόν και μόνον τον λόγο υποχρεωμένος να υιοθετήσει αμυντική στρατηγική στο στρατιωτικό επίπεδο».

«Άμυνα» / «επίθεση» και στρατηγικό δόγμα

Όσοι ασχολήθηκαν, έστω και στοιχειωδώς, με την σύγχρονη στρατηγική, είναι γνωστό πως η ανάλυση για την στρατιωτική ικανότητα «πρώτου πλήγματος» εντάσσεται στην προβληματική άμυνα / επίθεση και αμυντικό / επιθετικό στρατηγικό  δόγμα.

Το ζήτημα άμυνα / επίθεση, δεν αναφέρεται, κατ’ ανάγκη, σε πολιτικές επιδιώξεις επιθετικού χαρακτήρα. Όταν αναφέρεται στο στρατηγικό δόγμα ενός αμυνόμενου κράτους, σχετίζεται με την ανάγκη εξορθολογισμού των αμυντικών επιλογών με τρόπο που να καθιστά πιο αξιόπιστη, πιο εύρωστη και γι’ αυτό πιο αποτρεπτική την εθνική στρατηγική.

Η ανάπτυξη αμυντικών ή επιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων καθώς και του ανάλογου στρατηγικού δόγματος, μεταξύ άλλων,  σχετίζεται με

1) την μορφή της απειλής, δηλαδή τις πολιτικές και στρατιωτικές επιδιώξεις του επιτιθεμένου,

2) την διάταξη, δομή και ανάπτυξη των ενόπλων δυνάμεων του αντιπάλου,

3) το στρατηγικό δόγμα του αντιπάλου,

4) τις στρατιωτικές ανάγκες στην περίπτωση κάλυψης στόχων εκτός κρατικών συνόρων (προεκτεταμένη αποτροπή),

5) τις τεχνολογικές ικανότητες του αποτρέποντος και του αποτρεπομένου και

6) την ποσότητα / ποιότητα των οπλικών συστημάτων σ’ όλο το φάσμα της αντιπαράθεσης.

Στην αποτροπή, έχουμε επιθετική (ή, ορθότερα, αντεπιθετική) στρατηγική, όταν το αμυντικό δόγμα και η διάταξη των ενόπλων δυνάμεων αποσκοπεί, κατά κύριο λόγο, στην όσο το δυνατό πιο έγκαιρη (αμέσως πριν ή αμέσως μετά την έναρξη των εχθροπραξιών ή κατά την διάρκεια μιας ενδεχομένης κλιμάκωσης) καταστροφή του κυρίως σώματος των ενόπλων δυνάμεων ή άλλων ζωτικών στόχων του αντιπάλου.

Επίσης, ακόμη και εάν το αμυνόμενο κράτος ουδόλως  αποσκοπεί στην προσάρτηση εδαφών, ένα στρατηγικό δόγμα αντεπιθετικού χαρακτήρα, για διαπραγματευτικούς και μόνον λόγους, σχεδιάζει την κατάληψη εχθρικού εδάφους και την καταστροφή κάθε στόχου που θα αποδυναμώσει δραστικά την στρατιωτική ικανότητα του επιτιθεμένου.

Ουσιαστικά, οποιοσδήποτε στόχος που αποδυναμώνει δραστικά την στρατιωτική ικανότητα του αντιπάλου και / ή πλήττει σημαντικούς στόχους εις βάθος εντός της επικράτειάς του θεωρείται επιθετικού ή αντεπιθετικού χαρακτήρα. Αντίστοιχα, «αμυντική» στρατηγική ή στρατηγική απόκρουσης έχουμε όταν, με δεδομένους τους περιορισμένους στρατιωτικούς στόχους του αντιπάλου, σκοπός είναι περισσότερο η προστασία της εδαφικής επικράτειας και λιγότερο η προέλαση ή η καταστροφή των ενόπλων δυνάμεων του αντιπάλου και η κατάληψη εχθρικού εδάφους.

Συναφώς, είναι ένα πράγμα να αμυνθείς όταν δεχθείς επίθεση και άλλο πράγμα όταν οι αποτρεπτικοί σου στόχοι σε συνάρτηση με τους επιθετικούς στόχους του αντιπάλου δημιουργούν ανάγκη αποτρεπτικών ικανοτήτων αντεπίθεσης και ανταπόδωσης (ή ακόμη και «έγκαιρου» πρώτου κτυπήματος) εις βάθος εντός της επικράτειας του επιτιθεμένου καθώς και κατά στόχων που πλήττουν καίρια την στρατιωτική του ικανότητα.

Το δίλημμα ανακύπτει επειδή, ακριβώς, είναι γνωστό πως η αποτροπή είναι τόσο ισχυρότερη όσο ο αποτρέπων είναι ικανός όχι μόνον να αμυνθεί στο έδαφός του αλλά και να αντεπιτεθεί ανταποδίδοντας καίριο κτύπημα κατά των ζωτικών ικανοτήτων του επιτιθέμενου. Δηλαδή, σ’ αυτή την περίπτωση – και μάλλον προς αυτή την κατεύθυνση οδηγεί το στρατιωτικό ανισοζύγιο Ελλάδας / Τουρκίας το πιθανό κόστος του επιτιθέμενου πρέπει να είναι όχι μόνον η αποτυχία των επεκτατικών του επιδιώξεων αλλά επίσης, η αξιόπιστη ικανότητα αντεπιθετικών κτυπημάτων με βαρύτατες γι’ αυτόν συνέπειες. Βεβαίως, για τον αμυνόμενο / αποτρέποντα, το ιδανικό θα ήταν να είχε τόσο αμυντικές όσο και επιθετικές στρατιωτικές ικανότητες.

Όμως, εάν για διάφορους λόγους – όπως στην περίπτωσή μας όπου η άγνοια και ο εφησυχασμός οδηγεί σε τρομακτικό ανισοζύγιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας– η αποτροπή δίνει πλέον το προβάδισμα στις επιθετικού χαρακτήρα στρατιωτικές ικανότητες. Επιβάλλεται να τονισθεί η ευθύνη αυτών που στο παρελθόν υποστήριξαν την αποδυνάμωση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος. Το αποτέλεσμα των θέσεων και ενεργειών τους μας οδήγησε στην σημερινή κατάσταση, όπου, ενδεχομένως, επιβάλλεται να καταφύγουμε στην λύση εσχάτης ανάγκης, δηλαδή στην ανάπτυξη επιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων στο πλαίσιο των αμυντικών πολιτικών μας στόχων.

Για ευθύνες, κάποιος δεν έχει παρά να ανατρέξει στις συζητήσεις για τον αμυντικό προϋπολογισμό, ιδιαίτερα στην συζήτηση στην Βουλή τον Δεκέμβριο 1995, αλλά και σε μπουρδολογίες με μανδύα σοβαροφανών αναλύσεων που ρυπαίνουν τον δημόσιο διάλογο, κυρίως σε ορισμένα κυριακάτικα φύλλα.

Σε κάθε περίπτωση, εάν η Ελλάδα δεν ακολουθούσε τον ολισθηρό δρόμο του κατευνασμού και του σχεδόν μονομερούς αφοπλισμού που ανέτρεψε την ισορροπία δυνάμεων που υπήρχε την δεκαετία του 1980, η Τουρκία, ουδόλως θα αποτολμούσε επιθετικά ατοπήματα και η σταθερότητα / ειρήνη θα ήταν σχεδόν δεδομένη.

Σήμερα, με δεδομένο και αυξανόμενο το ανισοζύγιο, ενώ η ανάπτυξη αποτρεπτικών επιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων εκ μέρους μας είναι ίσως αναπόφευκτη, αυτό δημιουργεί μερικούς σοβαρούς κινδύνους. Δηλαδή, η εξισορρόπηση της δεδομένης πλέον Τουρκικής ικανότητας πρώτου κτυπήματος με ανάπτυξη Ελληνικών αντεπιθετικών στρατιωτικών ικανοτήτων, ενώ θα βελτιώνει την αποτρεπτική μας ικανότητα συνολικά θα αυξάνει ταυτόχρονα την αστάθεια σε περιπτώσεις κρίσεων.

Στην τελευταία περίπτωση, τα κίνητρα των δύο πλευρών να κτυπήσουν πρώτοι θα αυξηθούν. Όμως, όπως θα εξηγηθεί στην συνέχεια, αυτή είναι μια παρωχημένη συζήτηση: H Τουρκική ικανότητα πρώτου κτυπήματος είναι ήδη γεγονός και η αστάθεια σε περίπτωση κρίσεως είναι δεδομένη, επειδή, ακριβώς, η Τουρκική υπεροχή σ’ όλα τα οπλικά συστήματα καθιστά δελεαστικό ένα Τουρκικό καταστροφικό πρώτο πλήγμα.

Τα πάμπολλα casus belli των τελευταίων ετών είναι μια σημαντική επιβεβαίωση αυτής της θέσης που δεν έχουμε την πολυτέλεια να αγνοούμε. Ασφαλώς, δεν θα είχαμε εισέλθει σ’ αυτά τα διλήμματα, εάν εισακούονταν οι «ανησυχούντες», οι οποίοι, επί σειράν ετών προειδοποιούσαν για την ανάγκη ισορροπίας ως προϋπόθεσης ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή.

Αμυνόμενος / αποτρέπων και επιτιθέμενος / αποτρεπόμενος

Τα πιο πάνω οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα πως, στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης Τουρκίας – Ελλάδας, ο αμυνόμενος / αποτρέπων είναι η Ελλάδα και ο επιτιθέμενος / αποτρεπόμενος είναι η Τουρκία.

Αυτό επειδή η τελευταία είναι η χώρα η οποία αδιαμφισβήτητα επιδιώκει δραστική αλλαγή του εδαφικού και κυριαρχικού καθεστώτος. Εάν δεχθούμε ως ορθή την θέση πως ο συσχετισμός δυνάμεων Ελλάδας – Τουρκίας επιδεινώνεται και πως η Τουρκία είναι αναθεωρητικό κράτος, η Ελλάδα, ως αμυνόμενο κράτος, θα μπορούσε να εξακολουθήσει να έχει αμυντικούς πολιτικούς στόχους (δηλαδή να μην επιδιώκει αλλαγή του ισχύοντος εδαφικού και κυριαρχικού καθεστώτος) χωρίς όμως αυτό να την εμποδίζει να αναπτύξει επιθετικές ικανότητες στον στρατιωτικό τομέα εάν αυτό επιβάλλεται από τις ανάγκες της εθνικής στρατηγικής όπως αυτές αναφύονται λόγω των προαναφερθέντων παραγόντων (μορφή της απειλής, γεωπολιτικά δεδομένα, κτλ).

Οι αντεπιθετικές απειλές μιας τέτοιας αποτρεπτικής στρατηγικής, εάν είναι αξιόπιστες, δημιουργούν συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων το πρώτο κτύπημα θα επικρέμαται ως «δαμόκλειος σπάθη» κατά αποσταθεροποιητικών κινήσεων του αντιπάλου. Συνολικά, ο στόχος της αποτροπής του πολέμου εξυπηρετείται τόσο περισσότερο όσο μεγαλύτερη είναι η αντεπιθετική απειλή, επειδή προκαλεί ανησυχία και φόβο στο πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας για μεγάλο κόστος εάν συνεχίσουν τις επιθετικές του στάσεις ή εάν αποτολμήσουν στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό.

Με κάθε κριτήριο αποτρεπτικής στρατηγικής, όσο πιο καταστροφική είναι η αποτρεπτική / αντεπιθετική απειλή, τόσο περισσότερο ενισχύεται η αμυνόμενη χώρα, στην προκειμένη περίπτωση η Ελλάδα η οποία υπεραμύνεται του status quo,

Κάποιοι, αφελώς, με δέος και φόβο, ανταπαντούν πως αντεπιθετικές Ελληνικές ικανότητες και στρατηγικό δόγμα που θα επισείει ή υπονοεί αποτρεπτικό πρώτο κτύπημα εκ μέρους της Ελλάδας θα προκαλέσει ανάλογη Τουρκική αντίδραση.

Όμως, πρώτο, εάν η Ελληνική αμυντική στρατιωτική ικανότητα δεν είχε αποδυναμωθεί λόγω πληθώρας ανόητων δήθεν «ειρηνιστικών» αναλύσεων υπέρ ουσιαστικά ενός μονομερούς ελληνικού αφοπλισμού, το ζήτημα θα ετίθετο διαφορετικά. Το πρόβλημα, επαναλαμβάνεται, ανακύπτει λόγω αποδυνάμωσής μας την τελευταία δεκαετία. Η αποδυνάμωση αυτή, για την οποία υπάρχουν πολιτικές ευθύνες, αγγίζει σχεδόν κάθε διάσταση της εθνικής μας στρατηγικής, και κυρίως, την στρατιωτική μας ικανότητα, την διπλωματική μας αξιοπιστία (λόγω μειωμένης αποτρεπτικής αξιοπιστίας) και το πατριωτικό φρόνημα του λαού λόγω αντιπατριωτικού μακαρθισμού που συστηματικά παρατηρείται στον Ελληνικό δημόσιο διάλογο.

Δεύτερο, η συζήτηση περί πιθανής Τουρκικής ανταπάντησης είναι καθυστερημένη. Αυτό επειδή ήδη η Τουρκία όχι μόνον αναπτύσσει δυνάμεις που προκαλούν μια επικίνδυνη για την Ελλάδα ανισορροπία δυνάμεων, αλλά επιπλέον, όπως εξόχως θεμελιώνεται από τον Παναγιώτη Κονδύλη στο επίμετρο του βιβλίου του, επειδή η προβολή των τάσεων οδηγεί σε συνολικό γεωπολιτικό ανισοζύγιο που συνοδεύεται με πασίδηλη ηγεμονική Τουρκική στρατηγική και – αναπόφευκτα – από επιθυμία των μεγάλων δυνάμεων να αναπτύξουν πελατειακές σχέσεις με την Τουρκία στην βάση αυτού του ηγεμονισμού (ως προς τον οποίο η Ελλάδα καλείται να προσαρμοσθεί, κάλεσμα στο οποίο ανταποκρίνονται πολλοί πολιτικοί όλων των Ελληνικών παρατάξεων).

Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τονισθεί ότι –και η ανάλυση του Παναγιώτη Κονδύλη φωτίζει πλήρως αυτή την πτυχή– το στρατηγικό μας δόγμα επιβάλλεται να προσαρμοστεί στις ανάγκες της απειλής και των συσχετισμών δυνάμεων που δημιουργούν οι τάσεις όπως αυτές προβάλλονται στο ορατό μέλλον.

Όπως υποστηρίζει ο Παναγιώτης Κονδύλης, αυτή η προσαρμογή του στρατηγικού δόγματος πρέπει να διέπεται από την αμείλικτη πραγματικότητα: Δηλαδή, από το γεγονός ότι, μετά τις δικές μας πολιτικές αμυντικές και διπλωματικές επιλογές, ιδιαίτερα της τελευταίας δεκαετίας «το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας μακροπρόθεσμα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας μακροπρόθεσμα συρρικνώνεται» (σελ. 398).

Σ’ αυτό το πλαίσιο, «ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία. Καμιά άμυνα δεν είναι τελεσφόρα, αν δεν εμπεριέχει μια δραστική τιμωρία του επιτιθέμενου, όμως η τιμωρία αυτή δεν μπορεί παρά να συνίσταται σε πράξεις, οι οποίες, αν ιδωθούν μεμονωμένα, χαρακτηρίζονται από την ισχυρή παρουσία επιθετικών στοιχείων: ο αμυνόμενος πυροβολεί με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο σκοπό όπως και ο επιτιθέμενος» (σελ. 398).

Αυτή η θέση μας φέρνει στην τρίτη επισήμανση για την σχέση άμυνας / επίθεσης και την πιθανή αντίδραση της Τουρκίας. Δηλαδή, η επιθετική διάταξη των ενόπλων δυνάμεων αλλά και κάθε γνωστή μελλοντική ανάπτυξη των τουρκικών στρατιωτικών ικανοτήτων οδηγούν στον συμπέρασμα πως ήδη υπάρχει τόσο τουρκική πολιτική θέληση πρώτης καταστροφικής επίθεσης κατά της Ελλάδας όσο και στρατιωτικές ικανότητες που στηρίζουν τους πολιτικούς στόχους. Τα πολλά casus belli κατά της Ελλάδας, επαναλαμβάνεται, είναι σαφής απόδειξη αυτής της πραγματικότητας.

Επομένως, το πρόβλημά μας δεν είναι μια πιθανή αποσταθεροποίηση που ενδεχομένως θα οδηγήσει η δραστική αναπροσαρμογή  του στρατηγικού μας δόγματος αλλά η αναπροσαρμογή με τρόπο που θα βελτιώνει τις πιθανότητες αποτροπής του πολέμου επειδή θα καθιστά ατελέσφορη την Τουρκική επίθεση (η οποία με κάθε κριτήριο βρίσκεται σε εξέλιξη και αναμενόμενη ευκαιρίας δοθείσης).

Τέλος, ένα ακόμη στοιχείο αναφέρεται όχι στην αποτροπή του πολέμου αλλά στην έκβασή του, εάν και όταν δυστυχώς η δική μας αποτροπή αποτύχει. Εάν για οποιαδήποτε αιτία – και η εξέλιξη των συσχετισμών δημιουργεί κίνητρα στην Τουρκία για εκτέλεση απειλών χαμηλής έντασης που αυξάνουν τις πιθανότητες έναρξης στρατιωτικών συγκρούσεων- αρχίσουν στρατιωτικές συγκρούσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι αντεπιθετικές μας ικανότητες είναι καθοριστικό στοιχείο τόσο για τον υπέρ της Ελλάδας έλεγχο της κλιμακώσεως με ενδοπολεμική αποτροπή όσο και την στρατηγική νίκη εάν παραταύτα ο πόλεμος γενικευθεί.

Συμπερασματικά, υπάρχει ανάγκη ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας, γεγονός που πολλοί από καιρό υποστηρίζουν και άλλοι αντικρούουν με ψευτοδιεθνιστικά και ψευτοειρηνιστικά ρητορικά επιχειρήματα. Η ανισορροπία είναι ήδη γεγονός και η περαιτέρω επιδείνωση των συσχετισμών περισσότερο από βεβαία. Η ανάγκη προσπαθειών εγκαθίδρυσης ισορροπίας είναι προϋπόθεση ειρήνης και σταθερότητας. Η προσαρμογή του στρατηγικού μας δόγματος, επίσης, είναι

1) προϋπόθεση αποτροπής των απειλών μικρής έντασης που η προαναφερθείσα ανισορροπία δημιουργεί,

2) προϋπόθεση αποτροπής ενός Τουρκικού πρώτου κτυπήματος σε περιόδους έντασης και

3) προϋπόθεση ελέγχου της κλιμάκωσης εάν μολαταύτα η Τουρκία «ανοίξει την πόρτα του φρενοκομείου».

Η κατάθεση του Παναγιώτη Κονδύλη αποτελεί μια από τις σοβαρότερες αναλύσεις στο πλαίσιο αυτού του προβληματισμού και θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα σοβαρού διαλόγου για τις πιο πάνω πτυχές.

 Π. ΗΦΑΙΣΤΟΣ, Η «Θεωρία του Πολέμου» του Παναγιώτη Κονδύλη και το «πρώτο πλήγμα», (Το ΒΗΜΑ, 15/02/1998 , σελ.: B10 Κωδικός άρθρου: B12468B102, ID: 64929)

Η έκδοση του βιβλίου «Θεωρία του Πολέμου» του Παναγιώτη Κονδύλη θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα για μια σοβαρή συζήτηση των κεντρικών ζητημάτων της εθνικής στρατηγικής της Ελλάδας: μορφή και χαρακτήρας της τουρκικής απειλής, συσχετισμός ισχύος μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας, η θέση αμφοτέρων των χωρών στο πλέγμα των διακρατικών σχέσεων της περιφέρειάς μας, προβολή των γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών συσχετισμών στο ορατό μέλλον και η ανάπτυξη μιας εύρωστης ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής. Στις γραμμές που ακολουθούν και με αφορμή ορισμένες αναφορές τού Π.Κ. θα αναφερθώ σε δύο ζητήματα.

Πρώτον, στις κοινές ρίζες του νεοφιλελεύθερου και του μαρξιστικού διεθνισμού, γεγονός που πιθανώς ερμηνεύει ορισμένες διαπαραταξικές συγκλίσεις στο ελληνικό πολιτικό πεδίο την τρέχουσα δεκαετία· και, δεύτερον, σε ορισμένες πτυχές για τη φύση και τον ρόλο του πολέμου στις σύγχρονες διακρατικές σχέσεις.
«Ο ουσιώδης κοινός παρονομαστής του αρχικού μαρξισμού και του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού» παρατηρεί ο Π.Κ. (σελ. 15) «έγκειται στη βεβαιότητα κατάργησης των πολέμων μέσω της απορρόφησης του πολιτικού στοιχείου από το οικονομικό».

Όπως είναι γνωστό, αυτή η κοινή προσδοκία των δύο ιδεολογικών ρευμάτων, με πολλές ενδιάμεσες αποχρώσεις διεθνιστικών θέσεων και απόψεων, οδηγεί στη θέση ότι η εξάλειψη των εθνικών διαφορών είναι η άλλη προϋπόθεση τερματισμού των πολεμικών συγκρούσεων. Στον βαθμό που οι ιστορικοί παράγοντες και οι πνευματικές αξίες ιεραρχούνται με οικονομιστικά κριτήρια, οι ρίζες τόσο της μαρξιστικής όσο και της νεοφιλελεύθερης εσχατολογίας είναι ουσιαστικά κοινές.

Όπως εύστοχα έγραψε ο Edward Η. Carr, «ο διεθνισμός / κοσμοπολιτισμός κάθε απόχρωσης αποτελούσε πάντοτε το ιδεολογικό εργαλείο προώθησης των δυνάμεων που βρίσκονται σε ισχυρή θέση». Στο πλαίσιο αυτής της θεμελιώδους και ιστορικά θεμελιωμένης παρατήρησης, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, είτε αναφερόμαστε στον μαρξιστικό διεθνισμό είτε στον νεοφιλελεύθερο διεθνισμό, στη σύγχρονη διεθνή πολιτική εκδηλώνονται διεθνισμοί δύο μορφών. Πρώτον, ο διεθνισμός των ηγετών (και μερικών στρατευμένων διανοουμένων) των εκάστοτε ηγεμονικών χωρών (ο οποίος ευνοεί τα συμφέροντα διείσδυσης των χωρών τους)· δεύτερον, οι εισαγόμενες διεθνιστικές ιδεολογίες ποικίλων αποχρώσεων στις μικρές χώρες, οι οποίες υποστηρίζουν την εξάλειψη ή αποδυνάμωση του κράτους έθνους και της κρατικής κυριαρχίας. Δηλαδή το ίδιο ακριβώς διεθνιστικό επιχείρημα έχει συγκεκριμένη έννοια (και διαφορετικές επιπτώσεις) όταν προβάλλεται από την πλευρά ενός ισχυρού κράτους (π.χ. των ΗΠΑ ή της τέως ΕΣΣΔ) και άλλη όταν ­ συχνότατα λόγω αφελείας ­ προβάλλεται από την πλευρά ενός μικρού και αδύναμου κράτους.

Εφόσον δεν υπάρχει δημοκρατική και κοινώς αποδεκτή διεθνής εξουσία πέραν και υπεράνω του κράτους έθνους, τέτοιες ιδέες, αν κυριαρχήσουν στα μικρότερα κράτη, αναπόφευκτα, καθιστούν τους φορείς τους νεροκουβαλητές των συμφερόντων των εκάστοτε ηγεμονικών δυνάμεων.
Συναφής με τα πιο πάνω ζητήματα είναι η θέση του πολέμου και της άσκησης βίας στον διεθνή χώρο, θέμα θεωρητικά απέραντο, γεγονός που καθιστά αδύνατη είτε εξάντλησή του σε λίγες γραμμές είτε ανάλυση των θεωρητικών καταδύσεων του Π.Κ. (έργο το οποίο, δικαίως, θεωρήθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα στη διεθνή βιβλιογραφία).

Πάντως, ελλείψει χώρου για εκτενή εξέταση του θέματος, είναι ίσως σκόπιμο να τονισθεί ότι η ευρωστία ορισμένων θέσεων του Π.Κ. οι οποίες προκάλεσαν μεγάλη αντίδραση στην Ελλάδα (και των οποίων η στρατηγική λογική ελάχιστα έγινε αντιληπτή) βρίσκεται ακριβώς στη μεγάλου βαθμού θεωρητική θεμελίωσή τους στο κυρίως μέρος της ανάλυσης, δηλαδή στα θεωρητικά κεφάλαια του βιβλίου. Στο πρώτο κεφάλαιο, π.χ., αναλύεται εκτενώς η σχέση «πολέμου» και «πολιτικής» για να τονισθεί η συνάφειά τους με την «κοινωνική κατάσταση» τόσο εντός όσο και μεταξύ των κρατών.

Ο πόλεμος, στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί παρά να εκτιμηθεί ως μέρος του πλέγματος της «πολιτικής επικοινωνίας» μεταξύ των κρατών, «ως σύγκρουση μεγάλων συμφερόντων η οποία λύνεται αιματηρά, και μόνον ως προς τούτο διαφέρει από τις άλλες συγκρούσεις». Στο ίδιο πλαίσιο, το δίλημμα άμυνα / επίθεση (στο οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί και η προβληματική του «πρώτου κτυπήματος» που, ίσως φυσιολογικά, τρομάζει τους μη εξοικειωμένους με τη στρατηγική ανάλυση και τους προσανατολισμούς των επιτελείων όλων των στρατών) εμπερικλείει ζητήματα που «υπαγορεύονται από λόγους, εν τέλει πολιτικούς».

Σε μια εποχή που εκτοξεύονται κατά της χώρας μας «casus belli» (δηλαδή, ουσιαστικά, απειλές «πρώτου κτυπήματος» στην περίπτωση που ασκήσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα), αριθμητικά ίσως όσα ποτέ άλλοτε στην ιστορία των διακρατικών σχέσεων, ο στρατηγικός προβληματισμός της επιστημονικής εμβέλειας του Π.Κ. καθίσταται επίκαιρος και κρίσιμος για την «εθνική στρατηγική». «Εθνική στρατηγική» βεβαίως είναι μια έννοια η οποία, ενώ συχνά αναφέρεται στον ελληνικό πολιτικό διάλογο, τα θεμελιώδη διλήμματα και προβλήματα που εμπερικλείει ελάχιστα έχουν κατανοηθεί.

Μερικές συναφείς αναρτήσεις

  • Τουρκικός αναθεωρητισμός, Ελληνικός κατευνασμός και οι Συμπληγάδες της ηγεμονικής αντιμαχίας στις περιφέρειες του πλανήτη. https://wp.me/p3OqMa-1Hq
  • Αποτρεπτική στρατηγική, απειλές «χαμηλής έντασης», έλεγχος κλιμάκωσης και γενικευμένος πόλεμος https://wp.me/p3OlPy-2iz
  • ΠΕΡΙ ΠΟΛΕΜΟΥ https://wp.me/p3OlPy-1WW
  • Ελληνική αποτρεπτική στρατηγική: Μια ιδιόμορφη εύθραυστη και επικίνδυνα έωλη «ενδιάμεση κατάσταση» https://wp.me/p3OlPy-1Vahttps://wp.me/p3OqMa-1tx
  • ΠΟΛΕΜΟΣ: ΑΝΙΑΤΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ, ΑΣΤΑΘΕΙΑΣ, ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ https://wp.me/p3OlPy-1UY
  • Αχμέτ Νταβούτογλου, «Το Στρατηγικό Βάθος της Τουρκίας». Αποσπάσματα https://wp.me/p3OlPy-1UQ
  • Η αποτυχία της Ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής και “το γκριζάρισμα των νεοελλήνων” https://wp.me/p3OqMa-1t4
  • Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΩΣ ΘΕΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ https://wp.me/p3OqMa-1dx

 

Π. Ήφαιστος – P. Ifestos

www.ifestos.edu.grinfo@ifestos.edu.gr  www.ifestosedu.grinfo@ifestosedu.gr

 Twitter https://twitter.com/ifestosedu

Linkedin https://www.linkedin.com/in/panayiotis-ifestos-0b9382131/

Instagram https://www.instagram.com/p.ifestos/

Στρατηγική Θεωρία–Κρατική Θεωρία https://www.facebook.com/groups/StrategyStateTheory/

Προσωπική σελίδα https://www.facebook.com/p.ifestos

Προσωπικό προφίλ https://www.facebook.com/panayiotis.ifestos

Πολιτισμός, Περιβάλλον, Φύση, Ψάρεμα https://www.facebook.com/Ifestos.DimotisBBB

Διεθνής πολιτική 21ος  αιώνας https://www.facebook.com/groups/InternationalPolitics21century/

ΗΠΑ: Ιστορία, Διπλωματία, Στρατηγική https://www.facebook.com/groups/USAHistDiplStrat/

Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρος: Ανισόρροπο τρίγωνο https://www.facebook.com/groups/GreeceTurkeyCyprusImbalance/

Διαχρονική Ελληνικότητα https://www.facebook.com/groups/Ellinikotita/

Φιλοπατρία, Δημοκρατία, Ελευθερία https://www.facebook.com/groups/philopatria/

Άνθρωπος, Κράτος, Κόσμος–Πολιτικός Στοχασμός https://www.facebook.com/groups/Ifestos.political.thought/

Κονδύλης Παναγιώτης https://www.facebook.com/groups/Kondylis.Panagiotis/

Θολό βασίλειο της ΕΕ https://www.facebook.com/groups/TholoVasileioEU/

Θουκυδίδης–Πολιτικός Στοχασμός https://www.facebook.com/groups/thucydides.politikos.stoxasmos/

Μέγας Αλέξανδρος–Ιδιοφυής Στρατηγός και Στρατηλάτης https://www.facebook.com/groups/M.Alexandros/

Εκλεκτά βιβλία που αξίζουν να διαβαστούν https://www.facebook.com/groups/eklektavivlia/

Ειρηνική πολιτική επανάσταση https://www.facebook.com/groups/PolitPeacefulRevolution/

«Κοσμοθεωρία των Εθνών» https://www.facebook.com/kosmothewria.ifestos

 

 

 

 

 

 

 

 

1440 960 ekdoseis piotita
Start Typing
Privacy Preferences

When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in the form of cookies. Here you can change your Privacy preferences. It is worth noting that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we are able to offer.

For performance and security reasons we use Cloudflare
required
Click to enable/disable Google Analytics tracking code.
Click to enable/disable Google Fonts.
Click to enable/disable Google Maps.
Click to enable/disable video embeds.
Our website uses cookies, mainly from 3rd party services. Define your Privacy Preferences and/or agree to our use of cookies.