Χρήστος Ζιώγας, Ερίζοντας για το διακύβευμα της Ελληνικής Επανάστασης

Χρήστος Ζιώγας, Ερίζοντας για το διακύβευμα της Ελληνικής Επανάστασης

Για να γίνει ευκρινέστερη η στόχευση του παρόντος κειμένου θεωρώ ότι  είναι αναγκαία η εννοιολογική και ετυμολογική αποσαφήνιση της επικεφαλίδας. Το ρήμα ερίζω σημαίνει φιλονικώ, αντιδικώ, διαμάχομαι και προέρχεται από τη λέξη έριδα, που αποτυπώνει καταστάσεις φιλονεικίας, και διχόνοιας.[i] Η χρήση της ενεργητικής του μετοχής φανερώνει ακριβώς τον τρόπο που εκδηλώνεται η ενέργεια του ρήματος, δηλαδή την αντιπαράθεση που έχει προκύψει στην ελληνική κοινωνία σχετικά με τις αιτίες και τους λόγους που οδήγησαν στην Επανάσταση του 1821. Ακολούθως, η λέξη διακύβευμα ή καλύτερα διακύβευση, προέρχεται από το ρήμα διακινδυνεύω και δηλοί τη διακινδύνευση, ήτοι κάθε πράξη που ενέχει ρίσκο. Ετυμολογικά προέρχεται από το διακαι κυβεύω – εκ του κύβου, οι αρχαίοι ονόμαζαν το ζάρι κύβο- και φανερώνει οποιαδήποτε απόφαση, ενέργεια, διαδικασία ή/και κατάσταση που πιθανόν να θέτει σε κίνδυνο το υποκείμενο.[ii] Συνοψίζοντας, ο τίτλος του κειμένου προσπαθεί να εξετάσει τί διακινδύνευσαν όλοι/ες όσοι/ες αποφάσισαν να επαναστατήσουν, για να δούμε υπό αυτό το πρίσμα και τις συγκαιρινές έριδες σχετικά με τους λόγους που προκάλεσαν την επανάσταση.

Οι συνθήκες της προεπαναστατικής περιόδου αποτυπώνονταν σε δύο επίπεδα, αυτής που βίωναν οι Έλληνες και Ελληνίδες (Ρωμιοί/ες) και λοιποί υπήκοοι εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αυτής που προέκυψε ως ευρωπαϊκή τάξη, όπως συγκροτήθηκε μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους. Είναι γνωστό πως οι Ρωμιοί/ες συνιστούσαν υπηκόους δεύτερης κατηγορίας, με ακόμη λιγότερα δικαιώματα εν σχέσει με τους μουσουλμάνους υπηκόους στα πλαίσια της οθωμανικής κοινωνίας.[iii]

Μισό αιώνα πριν την Επανάσταση του 1821 έλαβαν χώρα τα Ορλωφικά, δηλαδή το αποτυχημένο κίνημα αυτοδιάθεσης των Ρωμιών το 1770, το οποίο υποκινήθηκε από τη Ρωσική Αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-74). Οι εξεγέρσεις πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα μέρη της νησιωτικής και ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα και κυρίως την Πελοπόννησο, αποτελώντας ένα συλλογικό τραυματικό βίωμα προσδιοριστικό και για αντίστοιχες μελλοντικές δράσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, οι επαναστατημένοι/ες είχαν σαφή εικόνα και γνώριζαν καλά τί θα ακολουθήσει αν αποτύγχανε πάλι η νέα συλλογικής τους προσπάθεια.[iv]

Όσον αφορά την ευρωπαϊκή τάξη, το Σεπτέμβριο του 1814 συνέρχεται το Συνέδριο της Βιέννης για να συγκροτήσει την «νέα τάξη», η οποία θα αντικαθιστούσε εκείνη που επέβαλε η Γαλλική Επανάσταση. Το σύστημα που εγκαθιδρύεται αρχικά βασίστηκε σε δύο συνασπισμούς, την «Τετραπλή Συμμαχία» και την «Ιερή Συμμαχία», τα οποία συνιστούσαν το στρατηγικό και ιδεολογικό πλέγμα των σχέσεων μεταξύ των τεσσάρων νικητών – Μεγάλη Βρετανία, Πρωσία, Αυστρία και Ρωσία- των Ναπολεόντειων Πολέμων. Μέρος της νέας ευρωπαϊκής τάξης ήταν και η τακτική διεξαγωγή «Ευρωπαϊκών Συνεδρίων», τα οποία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Χένρυ Κίσινγκερ (Henry Kissinger), επί μισόν αιώνα:

«έφθασαν πολύ κοντά στο να συνιστούν την κυβέρνηση της Ευρώπης»[v].

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ελληνική Επανάσταση ήταν αντίθετη προς τα ιδιοσυστατικά χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής τάξης, παρ’ όλο που αποτέλεσε προπομπό για τα κινήματα εθνικής χειραφέτησης που ακολούθησαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα στον ευρωπαϊκό χώρο. Επομένως, η ευρωπαϊκή τάξη ήταν αρνητικά διακείμενη προς την Επανάσταση και ίσως να ήταν και ο λόγος που δεν αποδέχθηκε εξ αρχής ο Ιωάννης Καποδίστριας την ηγεσία της. Η κυρίαρχη φράση των επαναστατημένων Ελλήνων/δων: Ελευθερία ή Θάνατοςσυμπυκνώνει ακριβώς τη συλλογική βούληση, την αποφασιστικότητα και την επίγνωση της ιστορικής συγκυρίας και συνεπειών της δράσης.

Έχοντας επομένως επίγνωση των εσωτερικών και εξωτερικών συνθηκών δρομολογήθηκε η αξίωση πολίτικης κυριαρχίας από ένα διακριτό τμήμα της οθωμανικής κοινωνίας, το οποίο είχε σαφή ιστορικό προσανατολισμό και το αίσθημα του ανήκειν, συνειδητά διαφορετικό από το κοινωνικό σύνολο στο οποίο διαβιούσε για περίπου τέσσερις αιώνες. Η Επανάσταση του 1821 πραγματοποιήθηκε με σκοπό την πολιτική ανεξαρτησία. Επομένως, το βασικό κίνητρο της Επανάστασης ήταν η επιδίωξη πολιτικής χειραφέτησης του συλλογικού υποκειμένου, το οποίο είχε, κατά το μάλλον ή το ήττον, συνειδητά αλλά αναμφίβολα διακριτά γλωσσικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά  χαρακτηριστικά.

Η Επανάσταση δεν ήταν πρωτίστως ούτε ταξική, ούτε κοινωνική, ούτε φιλελεύθερη. Όλα αυτά τα στοιχεία ενδεχομένως να υπήρχαν ή να εμφανίστηκαν, προκαλώντας και εμφύλιες έριδες, αλλά ήταν δευτερεύοντα – συμπληρωματικά, πιθανόν κι ως ιδεολογικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επαναστατημένων. Εξακολουθούσαν όμως να λειτουργούν ετεροπροσδιοριστικά προς την, και να στοχεύουν στη ρήξη με την, Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Επανάσταση, ήταν αξίωση ανεξαρτησίας έναντι του οθωμανικού δεσποτισμού.

Αναμφίβολα, ο αναστοχασμός ιστορικών περιόδων, ως επικρατούσα τάση, είναι αναγκαίος για την επιστήμη και την κοινωνία, ιδιαίτερα αν προκύπτουν νέα στοιχεία. Παρατηρείται όμως ότι μαζί με την αναγκαία τάση για διαρκή επιστημονική έρευνα συνυπάρχουν και πολιτικές και ιδεολογικές στοχεύσεις. Ως προς την αναγκαιότητα επαναδιατύπωσης του ιστορικού μας παρελθόντος φαίνεται ότι συστρατεύθηκαν ακόμη και  ετερόκλητοι πολιτικά και ιδεολογικά πόλοι. Ο καθένας έχει προφανώς διαφορετική τελική στόχευση: την αναδιατύπωση της Ελληνικής Επανάστασης στη βάση οικείων ιδεολογικών και πολιτικών προσταγμάτων και προσανατολισμών.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης στο έργο του: «Επιστήμη, Ισχύς και Απόφαση», -λιγότερο γνωστό αλλά εξίσου σημαντικό- αποφαίνεται ακριβώς για τον αγώνα κυριαρχίας μεταξύ ανταγωνιστικών ερμηνευτικών σχημάτων επί ιστορικο-κοινωνικών ζητημάτων, αναφέροντας:

«όποιος θέλει να εγείρει αξιώσεις ισχύος μέσα σε μια καινούργια κατάσταση πρέπει να προτείνει και να επιβάλλει είτε μια καινούργια ερμηνεία των κυρίαρχων βασικών εννοιών, είτε μια καινούργια εννοιολογία, δηλαδή μια καινούργια θεωρητική τοποθέτηση»[vi].

Ο τρόπος που επιχειρείται να προσεγγιστεί από την αναθεωρητική ιστοριογραφία, η Επανάσταση του 1821 συνιστά πιθανότατα αποτύπωση της εν λόγω αξίωσης.

Εσχάτως, εντείνεται η προσπάθεια ώστε να ανατιμηθεί περαιτέρω στη συλλογική μας συνείδηση η φιλοδυτική εκδοχή της Επανάστασης. Σε αυτό το πλαίσιο προκρίνεται η νεωτερική εκδοχή του ελληνισμού, δηλαδή ότι το ελληνικό κράτος δημιούργησε το ελληνικό έθνος καθώς επίσης πως η ίδρυση ελληνικού κράτους, αποτέλεσε πράξη περίπου βρετανικής και γαλλικής αγαθοεργίας. Οι εν λόγω δράσεις συνάδουν με τις επιδιώξεις του πολιτικού και πνευματικού «εκσυγχρονισμού», την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας προς την μετακρατική ειμαρμένη, (σ)την οποία διαβλέπουν μέρος των πολιτικών και πνευματικών ελίτ.

Παράλληλα, προκρίνεται ο ιστορικός αναθεωρητισμός, ως μέσο το οποίο  θα θεραπεύσει την κοινωνία από το κυρίαρχο «εθνικιστικό πνεύμα», κατάσταση που θα συμβάλλει και στην ελληνοτουρκική προσέγγιση. Η κριτική ιστοριογραφία προβάλλει συστηματικά την αναγκαιότητα συγγραφής της ιστορίας, με τρόπο που θα προωθήσει στην άμβλυνση των εχθρικών στερεοτύπων και την υπέρβαση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Δυστυχώς για τους υποστηρικτές της συγκεκριμένης διαδικασίας, η πραγματικότητα των διμερών σχέσεων στην παρούσα συγκυρία ανατροφοδοτεί προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Συγκαιρινά, ως ελληνισμός και ως ελληνικό κράτος βρισκόμαστε σε μία δύσκολη καμπή της μακραίωνης πορείας μας. Είτε με τα ευρύτερα προσδιοριστικά κριτήρια, ως συλλογικό υποκείμενο που πορεύεται για περισσότερο από τρεις χιλιετίες, είτε με τα στενότερα του νεωτερικού προσδιορισμού, αποτυπώνεται μία παρακμιακή πορεία και μία δυστοκία που εντείνεται στην συμπλήρωση των δύο αιώνων ανεξάρτητου πολιτικού βίου. Εν γένει, ο ελληνισμός ενδιέφερε και ενδιαφέρει διότι συγκρότησε άξονες αναφοράς, που σε ορισμένες περιπτώσεις αποτέλεσαν κορυφαίες εκφάνσεις του ανθρώπινου πολιτισμού, ακόμη και σε περιόδους που δεν υπήρξε πολιτικά κυρίαρχος. Εντός και εκτός Ελλάδας, κατά πλειοψηφία τουλάχιστον, εξακολουθούμε να αυτοπροσδιοριζόμαστε ως κομμάτι του ελληνισμού και συλλογικά αξιώνουμε να τον συγκροτούμε ως διακριτό υποκείμενο. Η Ελληνική Επανάσταση, τα 200 έτη της οποίας εορτάζουμε εφέτος, αποτύπωσε την συλλογική μας βούληση να καταστούμε πολιτικά κυρίαρχοί ιδρύοντας κράτος – ο κυρίαρχος τρόπος πολιτικής οργάνωσης μετά τον 17ο αιώνα- στη βάση κάποιων πολύ συγκεκριμένων χαρακτηριστικών μας.

Διακόσια χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση εξακολουθεί –λογικά- να αποτελεί κοινό τόπο και βούληση η διαιώνιση της συλλογικής μας υπόστασης. Στο βαθμό που επιθυμούμε η ελληνικότητα να συνιστά τρόπο πραγμάτωσης του βίου διακριτό, οφείλουμε να επανακαθορίσουμε τους άξονες αναφοράς μας, προσαρμοσμένους στα δεδομένα της σύγχρονης εποχής, ως συνδιαμορφωτές του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι και ως ενεργοί μέτοχοι στο ολοένα και πιο απαιτητικό διεθνές γίγνεσθαι. Στο βαθμό που η Δύση βρίσκεται σε μία φάση υπολανθάνουσας κρίσης, η οποία αποτυπώνεται με εσωστρέφεια και παρακμιακά φαινόμενα, ως ελληνισμός έχουμε να συνεισφέρουμε στη διαδικασία επαναπροσδιορισμού των αξόνων αναφοράς του δυτικού κόσμου.

Αυτό θα μας διασφαλίσει θέση και ρόλο στο μετεξελισσόμενο και μεταδυτικοκεντρικό διεθνές σύστημα. Αντιθέτως, αν ακολουθήσουμε μια παρασιτική λογική παθητικής συμπόρευσης ενδεχομένως να βρεθούμε στην πρώτη γραμμή της αναλωσιμότητας. Η ιστορική συγκυρία δεν φαίνεται να συγχωρεί ολιγωρίες.

Δρ. Χρ. Ζιώγας, Διδάσκων Διεθνείς Σχέσεις στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Παν/μιου Αιγαίου και εντεταλμένος Λέκτορας στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων

*Το παρόν κείμενο αποτελεί την εισήγηση στα πλαίσια εκδήλωσης που έλαβε χώρα στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» για τον εορτασμό των διακοσίων ετών της Επανάστασης του 1821.


[i] Λεξικόν της Νέας Ελληνικής Γλώσσης “Πρωΐας”, Γεωργίου Ζευγώλη (επιμ), Εκδ. Δημητράκος, Αθήνα, σελ 732.

[ii] Λεξικόν της Νέας Ελληνικής Γλώσσης “Πρωΐας”, ό.π., σελ. 1040.

[iii] Στέφανος Παπαγεωργίου, Το ελληνικό κράτος 1821-1909, Παπαζήσης, Αθήνα, σελ. 28.

[iv] Richard Clogg, Συνοπτική ιστορία της Ελλάδας 1770-2013, Κάτοπτρο, Αθήνα, 2015.

[v] Henry Kissinger, Διπλωματία, Νέα Σύνορα-Λιβάνη, Αθήνα 1995, σελ. 93.

[vi] Παναγιώτης Κονδύλης, Επιστήμη, Ισχύς και Απόφαση, Στιγµή, Αθήνα, 2001, σελ. 51.

Πηγή: ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΌ ΚΈΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΏΝ & ΜΕΛΕΤΏΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΎ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΎ

Σχετικά βιβλία των Εκδόσεων Ποιότητα

 

Μάρκος Τρούλης, «Η Μέση Ανατολή ήταν κάποτε Οθωμανική Αυτοκρατορία»

18 Μαΐου, 2021