Π. Ήφαιστος, «Νέο-οθωμανισμός και τουρκική στρατηγική μετά το 2002. Συγκριτική ανάλυση της ελληνικής και της τουρκικής στρατηγικής» στο βιβλίο Το στρατηγικό βάθος και η Τουρκία, Η. Κουσκουβέλης, Σ. Λίτσας (επιμ.).
Τόσο η Τουρκία όσο και το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Κύπρος υποχρεωτικά, ως οι κύριοι παίχτες της περιφέρειάς τους και ως κράτη με κομβική γεωπολιτική θέση, κινούνται σε ναρκοπέδιο. Τα δύο πρώτα κράτη το γνωρίζουν. Στην Ελλάδα και στην Κύπρο, όπου το να νεφελοβατείς επικίνδυνα για τη χώρα σου είναι επάγγελμα, φαίνεται να μην το αντιλαμβάνονται πολλοί. Ένα είναι σίγουρο. Αν η Τουρκία καταφέρει να εισέλθει στο κατώφλι των ηγεμονικών δυνάμεων, οι σχέσεις της με τις υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις θα αποκτήσουν μια πολύ διαφορετική δυναμική.
Σημασία έχει να κατανοηθεί ότι οι ηγεμονικές δυνάμεις δεν λειτουργούν με συναισθηματικούς όρους ή σχέσεις φιλίας/έχθρας αλλά με όρους ψυχρών εκτιμήσεων που συναρτούν τις δικές τους πλανητικές στρατηγικές με την περιφερειακή κατανομή ισχύος και συμφερόντων. Γι’ αυτό μετράει η αποτρεπτική δύναμη μιας χώρας, η ικανότητά της να ασκεί στρατηγική εποπτεία στον άμεσο περίγυρό της και η ικανότητά της να τιμωρεί σκληρά και αδίστακτα όσους απειλώντας της θέσουν σε κίνδυνο τα ζωτικά της συμφέροντα.
Είτε το θέλουμε, είτε όχι, είτε μας αρέσει, είτε όχι‒ για μια σειρά από γεωπολιτικούς λόγους, πολλοί εκ των οποίων είναι ιστορικοί, η στρατηγική σημασία της Ελλάδας είναι αντιστρόφως ανάλογη της Τουρκίας. Κεντρική θέση είναι το γεγονός πως για λόγους που αφορούν ανακατανομές ισχύος τις τελευταίες δεκαετίες η στρατηγική αντιπαράθεση με την Τουρκία καθίσταται πολύ οξύτερη απ’ οποιαδήποτε άλλη ιστορική περίοδο μετά το 1922.
Η μεταψυχροπολεμική εγκατάλειψη της αρχής της ισορροπίας δυνάμεων οδήγησε στην ανάπτυξη συνθηκών μιας δύσκολα αναστρέψιμης δυνητικής αστάθειας στις σχέσεις Ελλάδας –
Τουρκίας. Αυτό τονίστηκε σε πολλές αναλύσεις ειδικών της στρατηγικής πλην αντικρουόταν με επιστημονικά μεταμφιεσμένα κείμενα, ενώ η κατευναστική στροφή στο επίπεδο του πολιτικού προσωπικού της Ελλάδας επισφράγισε μια τροχιά ολοένα μεγαλύτερης ανισορροπίας μεταξύ των δύο κρατών.
Γράφεται το αυτονόητο, αν και όχι για όλους στη δυτική όχθη του Αιγαίου, αν επισημανθεί ότι το μέγα έλλειμμα της ελληνικής εθνικής στρατηγικής οφείλεται στο γεγονός ότι απουσιάζει μια στρατηγική κουλτούρα προσδιορισμού των σκοπών και των αποφάσεων που τους εκπληρώνουν σε αναφορά με την κατανομή ισχύος στην περιφέρειά της. Για να αποτελεί αυτό κυρίαρχη στρατηγική απειλή ενός εθνοκράτους ‒και για όλα τα βιώσιμα κράτη αυτό ισχύει‒ απαιτείται μια απόλυτα ορθή ανάλυση των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών, του χαρακτήρα και των λειτουργιών της διεθνούς αναρχίας στη διεθνή πολιτική. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να υπόκειται το βάρος λανθασμένων αναλύσεων προερχόμενες από αδιαφανείς διεθνικές συνάξεις, ιδρύματα που χρηματοδοτούνται από κάθε καρυδιάς καρύδι και από επιστημονικά μεταμφιεσμένους προπαγανδιστές που απροκάλυπτα διατυμπανίζουν θέσεις που εξυπηρετούν ξένα συμφέροντα.
Όσο περισσότερο ανατρέπεται η ισορροπία δυνάμεων στη στρατηγική σχέση Ελλάδας-Τουρκίας τόσο περισσότερο χάνει σε στρατηγική σημασία η Ελλάδα και τόσο περισσότερο μια εκμηδένιση της Ελλάδας με στρατιωτικό πλήγμα είναι μια ελκυστική επιλογή για την Τουρκία. Και αντίστροφα: Όσο περισσότερο η Ελλάδα εισέρχεται σε μια τέτοια τροχιά συρρίκνωσης, κινδύνων και απειλής εκμηδένισης, τόσο περισσότερο από άποψη αυτοσυντήρησης η μόνη της επιλογή θα είναι να εκμηδενίσει αυτή πρώτη το τουρκικό κράτος.
Αυτό είναι που είχε ακριβώς γράψει ο Κονδύλης στο Επίμετρο του βιβλίου Θεωρία του πολέμου και η ανάλυση αυτή καθίσταται ολοένα και πιο επίκαιρη λόγω ανόδου της τουρκικής ηγεμονικής ισχύος. Μετά από μια μακρά πορεία κατευναστικών στάσεων θα είναι τραγικό αν η ακύρωση των τουρκικών ηγεμονικών στόχων μπορεί να έλθει μόνο μέσα από αστάθεια. Υπεύθυνοι αν κάτι τέτοιο συμβεί θα είναι όσοι έσπρωξαν την Ελλάδα στον κατευνασμό, στη χαλάρωση της αποτρεπτικής της στρατηγικής και στην οικονομική κρίση της μετά το 2008-9, η οποία δεν είναι άσχετη με το γεγονός ότι στην Ελλάδα κυριάρχησαν θεωρήματα και ιδεολογήματα που θεωρούν το εθνοκράτος αναλώσιμο στον βωμό διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων παρακρούσεων.
Καθώς κινούμαστε βαθύτερα στον 21ο αιώνα, εκτός του ότι όλα τα σενάρια είναι πιθανά όσον αφορά την επιτυχία της νέο-οθωμανικής στρατηγικής ή αντίστροφα της διαίρεσης του τουρκικού κράτους, παραμένει γεγονός ότι μεταψυχροπολεμικά εισήλθαμε σε μια φάση δραστικών στρατηγικών ανακατατάξεων της περιφέρειας στην οποία ανήκει η Ελλάδα και η Κύπρος. Υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις τα δύο κράτη θα μπορούσαν να είναι δυνάμεις αποτροπής και περιφερειακής σταθερότητας που θα διαμόρφωναν τις εξελίξεις. Αντί λοιπόν να είναι συν-διαμορφωτές των στρατηγικών εξελίξεων τυχόν παραστάσεις πολιτικής και οικονομικής αδυναμίας, καθιστούν τα δύο κράτη αναλώσιμα και τα οδηγούν πάνω στην κλίνη του Προκρούστη των εν εξελίξει στρατηγικών παιγνίων. Η ύπαρξη ελληνικής αξιόπιστης εθνικής στρατηγικής είναι προϋπόθεση ευημερίας, ασφάλειας και εφαρμογής των προνοιών του διεθνούς δικαίου.
Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο βιβλίο: https://piotita.gr/product/804-2/
