Συνέντευξη του Διονύση Τσιριγώτη, αναπληρωτή καθηγητή Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων και Διπλωματίας ΠΑ.ΠΕΙ, στην τηλεόραση «Ν» με τη δημοσιογράφο Ιρένα Αργύρη: https://www.youtube.com/watch?v=Fvq2KpBhVKo&list=PLwDocBHWTPAMZb41RSfiBe6YtBqFRbg1G&index=2
Η πολεμική αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο περιφερειακό γεγονός, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία αναδιάταξης της διεθνούς και περιφερειακής ισορροπίας ισχύος. Η έκβασή της θα επηρεάσει όχι μόνο τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής, αλλά και τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στο υπό διαμόρφωση πολυπολικό διεθνές σύστημα. Υπό αυτό το πρίσμα, τρία διακριτά σενάρια διαφαίνονται ως πιθανές εκβάσεις της κρίσης.
Το πρώτο σενάριο αφορά μια ελεγχόμενη αμερικανοϊρανική συνεννόηση, μέσω της οποίας οι δύο πλευρές θα επιδιώξουν να μετατρέψουν την άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση σε ένα καθεστώς θεσμοποιημένης διαχείρισης του ανταγωνισμού. Η προοπτική αυτή αντανακλά την αμοιβαία διαπίστωση ότι ούτε η Ουάσιγκτον μπορεί να επιβάλει ολοκληρωτική στρατηγική ήττα στην Τεχεράνη ούτε το Ιράν διαθέτει την ισχύ να ανατρέψει την αμερικανική περιφερειακή παρουσία. Η σταδιακή επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και οι συζητήσεις για περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα υποδηλώνουν την αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας, η οποία θα επιτρέπει τη συνύπαρξη χωρίς να εξαλείφει τον ανταγωνισμό. Η ανάλυση της Dana Stroul (“The Middle East Power Paradox. How the Iran War Will Transform America’s Military Role”, Foreign Affairs, 16 Ιουνίου 2026) επισημαίνει άλλωστε ότι, παρά τις εντυπωσιακές στρατιωτικές επιτυχίες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, η Τεχεράνη διατήρησε την ικανότητα να επηρεάζει τις περιφερειακές εξελίξεις μέσω της απειλής κατά της ναυσιπλοΐας και της ενεργειακής ασφάλειας.
Το δεύτερο σενάριο προβλέπει μια μερική συμφωνία, στην οποία το Ιράν θα διατηρήσει περιορισμένες πυρηνικές δυνατότητες σε πολιτικό και τεχνολογικό επίπεδο, χωρίς όμως να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο. Παράλληλα, θα εξακολουθήσει να διατηρεί στρατηγική επιρροή στα Στενά του Ορμούζ και στο περιφερειακό σύστημα ασφαλείας. Πρόκειται για μια λύση που θα μπορούσε να ικανοποιήσει την αμερικανική ανάγκη αποτροπής της πυρηνικής αναβάθμισης του Ιράν, χωρίς να οδηγεί σε πλήρη στρατηγική ταπείνωση της Τεχεράνης. Ωστόσο, ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν είναι βέβαιο ότι θα θεωρηθεί επαρκές από το Ισραήλ, το οποίο αντιλαμβάνεται το ιρανικό πρόβλημα όχι μόνο ως πυρηνική απειλή αλλά ως συνολικό πλέγμα περιφερειακής ισχύος.
Το τρίτο και πλέον ασταθές σενάριο αφορά την αποτυχία οποιασδήποτε συμφωνίας. Εάν το Ισραήλ συνεχίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο και διατηρήσει τη λογική της διαρκούς πίεσης προς τους συμμάχους της Τεχεράνης, τότε η δυναμική της αποκλιμάκωσης ενδέχεται να ανατραπεί. Σε αυτή την περίπτωση, η σύγκρουση θα μπορούσε να επανέλθει σε φάση γενικευμένης περιφερειακής αντιπαράθεσης, με τα Στενά του Ορμούζ, τις ενεργειακές υποδομές του Κόλπου και τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας να μετατρέπονται εκ νέου σε πεδία στρατηγικής αντιπαράθεσης.
Η εξέλιξη αυτή πρέπει να ιδωθεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της μετάβασης προς ένα πολυπολικό-πολυκεντρικό διεθνές σύστημα. Η ανάδυση της Κίνας, η επαναφορά της Ρωσίας ως σημαντικού γεωπολιτικού παράγοντα και η ενίσχυση δυνάμεων όπως η Ινδία περιορίζουν τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να λειτουργούν ως αδιαμφισβήτητος πλανητικός ηγεμόνας. Η στρατηγική του Πεκίνου μέσω της πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» επιδιώκει να οικοδομήσει ένα παγκόσμιο δίκτυο οικονομικής επιρροής, αξιοποιώντας το συγκριτικό πλεονέκτημα της κινεζικής παραγωγής και διευρύνοντας την παρουσία της Κίνας στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική και την Ευρασία. Ως εκ τούτου, η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται ότι η διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας της προϋποθέτει την ανάσχεση των αναδυόμενων κέντρων ισχύος, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται σε δαπανηρές και μακροχρόνιες περιφερειακές συγκρούσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η στρατηγική προσέγγιση του Donald Trump. Παρά τις διαφοροποιήσεις στη ρητορική και στο ύφος διακυβέρνησης, ο πυρήνας του αμερικανικού εθνικού συμφέροντος παραμένει σταθερός. Η πολιτική «Make America Great Again» δεν συνιστά εγκατάλειψη της αμερικανικής ισχύος, αλλά προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της μέσα από μια περισσότερο μερκαντιλιστική λογική συσσώρευσης πλούτου, βιομηχανικής ανασυγκρότησης και ελέγχου των στρατηγικών αλυσίδων αξίας. Η αντιπαράθεση με την Κίνα αποτελεί συνεπώς τον κεντρικό άξονα της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής, ενώ οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αξιολογούνται πρωτίστως υπό το πρίσμα του κατά πόσο ενισχύουν ή αποδυναμώνουν αυτή τη συνολική επιδίωξη.
Η κρίση αναδεικνύει επίσης τη σημασία της αποτροπής ως διαδικασίας πολιτικής και ψυχολογικής επικοινωνίας. Η αποτελεσματική αποτροπή δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική ισχύ, αλλά από την αξιοπιστία, τη βούληση χρήσης της ισχύος, τη σαφή πολιτική δέσμευση και την ικανότητα μετάδοσης πειστικών μηνυμάτων προς τον αντίπαλο. Η περίπτωση του Ιράν απέδειξε ότι ακόμη και ένα κράτος με περιορισμένες συμβατικές δυνατότητες μπορεί να επιβάλει σημαντικό κόστος σε ισχυρότερους αντιπάλους μέσω ασύμμετρων μορφών πίεσης.
Ανάλογες λογικές παρατηρούνται και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία επιχειρεί να αναβαθμίσει τον περιφερειακό της ρόλο μέσω της θεσμοθέτησης της «Γαλάζιας Πατρίδας», ενός ναυτικού στρατηγικού δόγματος που επεκτείνει μονομερώς τις τουρκικές αξιώσεις στη Μαύρη Θάλασσα, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Άγκυρα δεν αμφισβητεί απλώς συγκεκριμένες διατάξεις του διεθνούς δικαίου, αλλά επιχειρεί να αναδιαμορφώσει το περιεχόμενό του προς όφελος των δικών της στρατηγικών επιδιώξεων. Με τον τρόπο αυτό, το διεθνές δίκαιο μετατρέπεται από πλαίσιο περιορισμού της ισχύος σε εργαλείο αναθεωρητικής πολιτικής.
Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η επίκληση της νομιμότητας, αλλά η σύνδεση των εθνικών της συμφερόντων με τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων που δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι η διεθνής υποστήριξη δεν παρέχεται αποκλειστικά με βάση το δίκαιο, αλλά πρωτίστως με βάση την αντίληψη κοινών στρατηγικών συμφερόντων. Επομένως, η ελληνική στρατηγική οφείλει να αναδεικνύει τον ρόλο της χώρας ως πυλώνα σταθερότητας, ενεργειακής ασφάλειας και γεωπολιτικής διασύνδεσης σε μια περιοχή που μεταβάλλεται με ταχείς ρυθμούς. Μόνον έτσι θα μπορέσει να ενσωματώσει τις δικές της επιδιώξεις στο ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο των ισχυρών δρώντων του διεθνούς συστήματος.
Βιβλία του Διονύση Τσιριγώτη με τις εκδόσεις Ποιότητα



